"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΖΑΧΑΡΑΚΙΣ ΧΡ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΖΑΧΑΡΑΚΙΣ ΧΡ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΚΥΠΡΙΑΚΟ - ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ - ΣΥΡΙΖΟΤΣΑΡΛΑΤΑΝΑΔΙΚΟ: Η σιωπή μου προς απάντησή σου

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Γράφει ο Χρ. Γ. Ζαχαράκις 
Πρέσβης ε.τ.


Αγνοια; Αφέλεια; Αυταπάτη; Ευσεβοποθισμός; Αναζήτηση άλλοθι προς δικαιολόγηση ανικανότητος, απροθυμίας ή αδυναμίας; Αγχος απαλλαγής από ένα ενοχλητικό πρόβλημα; Ή κάτι χειρότερο; 


Τι άραγε από όλα αυτά οδήγησαν τον κ. πρωθυπουργό –όπως άλλωστε και όλους τους προκατόχους του για να είμαι δίκαιος– στην απόφαση να υποβάλει στον επισκέπτη Αμερικανό πρόεδρο την ηλικιακά μεσόκοπη, πλέον, παράκληση για αμερικανική παρέμβαση προς επίτευξη «μόνιμης και βιώσιμης λύσεως» του Κυπριακού;
 
Τα ερωτήματα είναι εύλογα γιατί μόνο αν ισχύει κάποια από αυτές τις εικασίες θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η ομόφωνη επιμονή της ελλαδικής και της ελληνοκυπριακής πλευράς να επαναλαμβάνουν μονότονα, σε κάθε ευκαιρία, το σχετικό αίτημα, που εξίσου μονότονα αντιμετωπίζεται διαχρονικά από τις εκάστοτε αμερικανικές ηγεσίες με τη γνωστή αποστομωτική και μάλλον περιφρονητική έκφραση «η σιωπή μου προς απάντησή σου»!
 
Και, βεβαίως, δεν πρόκειται ειδικότερα για τον πρόεδρο κ. Ομπάμα που, στο κάτω κάτω, είναι απερχόμενος, «κουτσή πάπια» (lame duck), όπως προσφυώς χαρακτηρίζονται στο αμερικανικό σύστημα όλοι οι πρόεδροι κατά το μεταβατικό δίμηνο μέχρι να παραδώσουν την εξουσία στον νεοεκλεγέντα διάδοχό τους. Γιατί ο κ.Ομπάμα δεν έκανε τίποτε άλλο από το να ακολουθήσει την εν προκειμένω καθιερωμένη και αμετακίνητη επί δεκαετίες αμερικανική πολιτική. Της ποντιοπιλατικής, δηλαδή, συστάσεως στο θύμα να συμβιβαστεί κατ’ ουσίαν με τον θύτη αποδεχόμενο τη «λύση» που αυτός θα στέρξει να προσφέρει.  


Και που δεν χρειάζεται ιδιαίτερη διορατικότητα για να αντιληφθεί κανείς ότι αυτή θα είναι νομοτελειακά χειρότερη για την ελληνική πλευρά από το σημερινό κατοχικό διχοτομικό status quo, του οποίου ακριβώς τη μονιμοποίηση και νομιμοποίηση επιδιώκει η Τουρκία με την ανοχή ή και την ενθάρρυνση και των γνωστών τρίτων «ενδιαφερομένων» καλοθελητών και μεσολαβητών. 


Οπως επιβεβαιώνουν και όλα τα μέχρι σήμερα προβληθέντα «σχέδια λύσεως» από τους έξι, μετά την τουρκική εισβολή, γενικούς γραμματείς του ΟΗΕ, τα οποία πάγια υποστηρίχτηκαν ως μεγάλη ευκαιρία από τους οκτώ έως τώρα προέδρους των ΗΠΑ, ανεξαρτήτως κομματικής προελεύσεως, με την πεποίθηση ότι έτσι εκπληρώνουν τις εκάστοτε διαβεβαιώσεις τους προς Ελληνες ή Ελληνοαμερικανούς συνομιλητές τους για την πρόθεση και διάθεσή τους να εξαντλήσουν την επιρροή των ΗΠΑ ώστε να εξασφαλιστεί αποφασιστική πρόοδος στις προσπάθειες επιλύσεως του Κυπριακού. Υπό μία, βέβαια, αδιαπραγμάτευτη προϋπόθεση. Οτι δηλαδή οποιαδήποτε παρέμβαση των ΗΠΑ δεν θα διαταράξει την εξισωτική ουδετερότητα και ισορροπία που η υπερδύναμη τηρεί αμετακίνητα έναντι της Ελλάδος και της Τουρκίας. Πράγμα που, φυσικά, ισοδυναμεί τελικά με δικαίωση στην πράξη του εισβολέα και του παραβάτη κάθε κανόνος διεθνούς δικαίου και κάθε αρχής διεθνούς ηθικής. Εξ ου και οι συστάσεις που μας απευθύνουν περί της ανάγκης συμβιβασμού μας με τις αξιώσεις της Αγκυρας, οι οποίες πρόδηλα αντανακλούν τον στόχο της να αποκτήσει μέσω δήθεν «λύσεως» τον έλεγχο ολόκληρης της Κύπρου.
 
Και οι μεν Αμερικανοί εφαρμόζουν την πολιτική που κρίνουν ότι εξυπηρετεί καλύτερα τα συμφέροντά τους, κάτι που ασφαλώς δεν δικαιολογεί οποιαδήποτε απορία.
 
Αυτό που, ωστόσο, προκαλεί πράγματι απορία είναι οι τουλάχιστον ανεξήγητες προσδοκίες τις οποίες διατυμπανίζουν από κοινού Αθήνα και Λευκωσία κάθε φορά που φημολογείται ότι οι σαραντάχρονες ήδη «δικοινοτικές συνομιλίες» οδηγούν σε επικείμενη λύση. Καθώς και η συνακόλουθη πρόθυμη ανταπόκρισή τους στις οπισθόβουλες παροτρύνσεις τρίτων για συμμετοχή στην παγίδα της ατελείωτης αυτής παντομίμας, η οποία εκτρέφει οφθαλμοφανείς, εν τούτοις, κινδύνους που αναπόφευκτα και αποδεδειγμένα οδήγησαν στη μοιραία σταδιακή διολίσθηση από την αρχική ελληνική επιδίωξη του ενιαίου ή, έστω, πολυπεριφερειακού, καντονιακού, κράτους, σε ένα τερατώδες διπεριφερειακό και διχοτομικό συνομοσπονδιακό μόρφωμα και μάλιστα υπό την αγνώστου χρονοδιαγράμματος προστασία των τουρκικών κατοχικών στρατευμάτων.
 
Σε ποιο λοιπόν από τα αρχικά ερωτήματα οφείλεται η απαράδεκτη εμμονή των ελλαδικών και ελληνοκυπριακών πολιτικών ηγεσιών να παπαγαλίζουν σταθερά από το 1974 τα περί «μόνιμης και βιώσιμης» λύσεως του Κυπριακού και να αρκούνται να επαναλαμβάνουν αυτολεξεί στα κοινά ανακοινωθέντα των συναντήσεών τους τις κοινοτοπίες περί της αμετακίνητης προσηλώσεώς τους στη δίκαιη διευθέτηση του «εθνικού θέματος» στο πλαίσιο των αρχών του ΟΗΕ κ.λπ., κ.λπ.;
 

Οταν απαντηθούν τα ερωτήματα αυτά, τότε...

ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ - ΚΥΠΡΙΑΚΟ: Μαίνεται πάλιν η Ηρωδιάς...

Γράφει ο Χρ. Γ. Ζαχαράκις 
Πρέσβης επί τιμή.


Εντάθηκε πάλι τις τελευταίες εβδομάδες η φημολογία περί επιτεύξεως προόδου στις λεγόμενες διακοινοτικές συνομιλίες για το Κυπριακό, μέχρις σημείου μάλιστα ώστε να πιθανολογείται ακόμα και διαφαινόμενη λύση.
 
Και συνακολούθος αναζωπυρώθηκαν πάλι οι «ελπίδες» των γνωστών οπισθόβουλων και κακόβουλων ξένων καλοθελητών και μεσολαβητών. Και παράλληλα αναπτερώθηκαν οι ανεξήγητες, εντούτοις, προσδοκίες των άμεσα ενδιαφερομένων Ελληνοκυπρίων και Ελλαδιτών.
 
Ολα αυτά εντάσσονται βέβαια στο πρόδηλο παιχνίδι που παίζεται αδιάκοπα ήδη από τους πρώτους μήνες μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και ως εκ τούτου δεν ξενίζει τουλάχιστον τους παροικούντες την Ιερουσαλήμ. Αυτό, όμως, που προκαλεί εύλογες απορίες είναι η άκριτη ετοιμότης με την οποία η πολιτική ηγεσία της ελληνικής (ελληνοκυπριακής και ελλαδικής) πλευράς εξακολουθεί να μετέχει σ’ αυτήν την παντομίμα και να ανταποκρίνεται κάθε φορά πρόθυμα στις Σειρήνες του «συμβιβασμού», αγνοώντας αφελώς ή ανιστόρητα την τεσσαρακονταετή εμπειρία και τους οφθαλμοφανείς κινδύνους της παγίδος του άκαρπου αυτού διαλόγου. Ο οποίος αποδεδειγμένα και νομοτελειακά δεν οδηγεί παρά σε συνεχείς παραχωρήσεις της ελληνικής πλευράς προκειμένου να διατηρηθεί στη ζωή, σε αντίθεση με την αμετακίνητη αδιαλλαξία της Αγκυρας που προφανώς δεν αποβλέπει σε τίποτε άλλο πλην της μονιμοποιήσεως και νομιμοποιήσεως των τετελεσμένων της τουρκικής εισβολής και κατοχής.  


Είναι ενδεικτικό εν προκειμένω ότι οι ελληνοκυπριακές θέσεις κατολίσθησαν, με τη συναίνεση ή την ποντιοπιλατική στάση της Αθήνας, από την αρχική επιδίωξη του ενιαίου ή έστω καντονιακού κράτους, στην αποδοχή ενός ομοσπονδιακού μορφώματος με πλήρη και ουσιαστική ανισότητα των ομοσπόνδων μερών.  


Ωστόσο ακόμα και αυτό δεν κρίθηκε επαρκές από την Τουρκία που, επιδιώκοντας την πλήρη και απόλυτη ικανοποίηση των αληθινών στόχων της, απέφυγε συστηματικά να αποδεχθεί τα κατά καιρούς σχέδια λύσεως όλων των γεν. γραμματέων του ΟΗΕ και των ειδικών εκπροσώπων τους, όσο ευνοϊκά και να ήταν γι’ αυτήν, πλην του τερατουργήματος του σχεδίου Ανάν που υλοποιούσε υπέρ της Τουρκίας την «καραγκιόζεια» απαίτηση «τα δικά μου δικά μου και τα μισά δικά σου δικά μου» χωρίς καν ρητό χρονοδιάγραμμα αποχωρήσεως των κατοχικών στρατευμάτων. Το οποίο ευτυχώς εξουδετερώθηκε τη φορά αυτή από το ελληνοκυπριακό δημοψήφισμα υπό την άξια και πατριωτική ηγεσία του αειμνήστου Tάσσου Παπαδόπουλου. 


Πώς είναι λοιπόν δυνατόν να εξακολουθούμε να εθελοτυφλούμε και να αυταπατώμεθα, τόσο η Αθήνα όσο και η Λευκωσία, με το εντελώς ψευδεπίγραφο επιχείρημα ότι με τον διάλογο αποτρέπεται τάχα η διχοτόμηση, καθ’ ην στιγμή αυτή αντιθέτως εμπεδώνεται και διαιωνίζεται ατιμωρητί ακριβώς με τις αέναες και άκαρπες δικοινοτικές συνομιλίες; 


Μήπως λοιπόν έφθασε πια η στιγμή να αναλογισθούμε και να διερωτηθούμε γιατί άραγε το τουρκοκυπριακό ψευδοκράτος δεν επεζήτησε όλα αυτά τα χρόνια, και μάλιστα με τις ισχυρές πλάτες της Τουρκίας, τη διεθνή αναγνώρισή του σύμφωνα και με πληθώρα άλλων παρόμοιων παραδειγμάτων, εφόσον η επίτευξη συμφωνίας έδειχνε ολοένα και περισσότερο ανέφικτη; 


Και γιατί ούτε η Τουρκία, πλην κάποιων άσφαιρων απειλών, ουδέποτε προώθησε μια τέτοια επιδίωξη, ώστε να προστατεύσει αποτελεσματικά τους Tουρκοκυπρίους αδελφούς της εφόσον δεν έστεργε να καλύψει τα υποτιθέμενα συμφέροντά τους μέσω μιας κοινά αποδεκτής συμβιβαστικής λύσεως;
 
Και αν η πιθανή απάντηση στα ερωτήματα αυτά είναι ότι η Τουρκία ενδιαφέρεται μόνο να εξασφαλίσει τον πλήρη έλεγχο του κυπριακού κράτους μέσω μιας λύσεως στα μέτρα της, μήπως θα πρέπει να αναπροσαρμόσουμε αναλόγως τη στρατηγική μας με μια εντελώς νέα ριζοσπαστική προσέγγιση στο όλο πρόβλημα ώστε να εκθέσουμε και να αποκαλύψουμε τις μύχιες και πραγματικές αυτές προθέσεις της Τουρκίας; 


Ισως κάτι τέτοιο να απεδεικνύετο...

ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ στο ΣΥΡΙΖΟΤΣΑΡΛΑΤΑΝΑΔΙΚΟ: Ο δικός μας αχυρώνας...

Πρέσβης ε.τ.


Το  είδαμε λοιπόν και αυτό στον άμοιρο τόπο όπου καταντήσαμε να ζούμε. Ετσι, η διπλωματική γλώσσα μιας επίσημης και επώνυμης erga omnes διαμαρτυρίας του σύγχρονου ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών βάσισε την επιχειρηματολογία της στην ελαφρά παραφρασμένη ως προς τους «γαϊδάρους» θυμόσοφη λαϊκή παροιμία για τους δύο διεκδικητές ξένου αχυρώνα!
 
Και μάλιστα με την οξφορδιανή μετάφρασή της, προφανώς για να ενημερωθούν και να αντιδράσουν καταλλήλως, μεταξύ άλλων, τα αγγλόφωνα Foreign Office και State Departement, των οποίων τα τυχόν «πικραμένα» στελέχη ασφαλώς θα ξεκαρδίστηκαν δεόντως. Και όλα αυτά γιατί πιθανώς η ελληνική διπλωματία των ημερών μας θεωρεί ότι με την παροχή άφθονης τέρψεως στους φίλους, εταίρους και συμμάχους θα καταστεί συμπαθής, ώστε να εξασφαλίσει την υποστήριξή τους, ενώ ταυτόχρονα φαίνεται να πιστεύει ότι θα διασύρει τις απειλητικές αξιώσεις των αντιπάλων της με την αποκάλυψη ότι τρώνε άχυρο και γι’ αυτό καβγαδίζουν για τον αχυρώνα.
 
Και πράγματι η αποστολή επετεύχθη. Διότι, παρά τη διασκέδαση, οι φίλοι μάς συνέστησαν να μπούμε και εμείς στον καβγά και να τα βρούμε με τους διεκδικητές όχι πλέον για ξένο αλλά για τον δικό μας αχυρώνα και οι αντίπαλοί μας απαξίωσαν σουλτανικά να απαντήσουν, εφόσον έκριναν, δικαιολογημένα, ότι δεν άξιζε τον κόπο ακόμη και για υποζύγια.
 
Αφήνοντας όμως κατά μέρος και τα λοιπά μαργαριτάρια της σχετικής ανακοινώσεως του ΥΠΕΞ (αρχικά που δεν διευκρινίζουν αν πρόκειται για το υπουργείο ή τον υπουργό), που μάλιστα μάλλον γράφτηκε με το τελευταίο τεχνολογικό υλικό της μελάνης που αυτοεξαφανίζεται (ephemeral λέγεται από όσους ξένους διδάσκονται και σέβονται την ελληνική γλώσσα), ας εξετάσουμε την ουσία του θέματος. Η οποία απαντήθηκε, από την πλευρά μας, με μία νερόβραστη απειλή περί της νομοτελειακής ήττας όλων των αναθεωρητικών λογικών και με τη συνήθη καταφυγή στο πρόβλημα της υφαλοκρηπίδος, χωρίς και πάλι να προβληθούν οι δικές μας απαιτήσεις στον αχυρώνα της γείτονος με υπόμνηση, έστω του τουρκικού κατοχικού στρατού στην Κύπρο, των καθημερινών παραβιάσεων του θαλασσίου και εναερίου εθνικού χώρου μας και του πάντοτε ισχυρού ως προς την Αγκυρα casus belli.
 
Πότε επιτέλους θα αποφασίσουμε να παύσουμε να αμυνόμεθα άοπλοι με την πλάτη στον τοίχο και πότε θα απαλλαγούμε από το σύμπλεγμα της απωλείας του δήθεν πλεονεκτήματος του «καλού παιδιού», στο οποίο, σημειωτέον, μας εξορκίζουν κάθε φορά οι συνήθεις καλοθελητές και το οποίο φυσικά μόνον αρνητική απόδοση έχει;
 
Και πότε θα παύσουμε να αρκούμεθα στη δήθεν παλικαρίστικη απόρριψη των τουρκικών διεκδικήσεων, που παρά ταύτα προβάλλονται ανενδοίαστα σε κάθε ευκαιρία, ενώ εμείς παρασιωπούμε συστηματικά και συνεπώς αποδυναμώνουμε ενσυνείδητα τα διαπραγματευτικά, έστω, πυρομαχικά μας; 


Και με την ευκαιρία, ένα συναφές αγωνιώδες ερώτημα. Αλήθεια, σκέφθηκε κανείς στο ΥΠΕΞ ότι η πρόσφατη επώνυμη τουρκική αναφορά στη Συνθήκη της Λωζάννης, εάν δεν αντικατοπτρίζει το προσωπικό ύφος του νεότουρκου σουλτάνου, θα μπορούσε να αφορά...