"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΕΡΟΥΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΕΡΟΥΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΚΗΦΗΝΟ-ΕΡΓΑΤΟΠΑΤΕΡΟ-ΑΡΙΣΤΕΡΟ-ΚΑΘΑΡΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Οι πολλοί όμηροι των λίγων

Image

 

 Photo: Ιδιοκτήτης λεωφορείου - θύμα των Σταμουλοκολλάδων αρχές της δεκαετίας του '90 (1992-1993)

33 χρόνια μετά τα καθάρματα συνεχίζουν να ζουν ανάμεσά μας με άλλο όνομα... 

 

Του Άγη Βερούτη

agissilaos@gmail.com

 

Στην Ελλάδα αρκούν μερικές εκατοντάδες καλά οργανωμένα άτομα για να κρατήσουν ομήρους εκατομμύρια.

Ένας κλειστός επαγγελματικός κλάδος, μια συνδικαλιστική ηγεσία, μερικοί τοπικοί παράγοντες ή μια αλυσίδα προσφυγών μπορούν να παγώσουν μια επένδυση, να αδειάσουν έναν νόμο από το περιεχόμενό του και να μεταθέσουν μια μεταρρύθμιση για την επόμενη κυβέρνηση.

Οι πολλοί μπορεί να περιμένουν την αλλαγή χρόνια. Έχουν δουλειές, παιδιά, υποχρεώσεις, λογαριασμούς και μια καθημερινότητα που πρέπει να συνεχιστεί.

Οι λίγοι έχουν έναν σκοπό: να μη χάσουν αυτό που κρατούν. Οργανώνονται, πιέζουν βουλευτές, κλείνουν δρόμους, εμφανίζονται στα κανάλια, προσφεύγουν στα δικαστήρια και υπόσχονται πολιτικό κόστος σε όποιον τολμήσει να τους αγγίξει. Συνήθως κερδίζουν, γιατί το όφελος της ακινησίας συγκεντρώνεται στους ίδιους, ενώ το κόστος σκορπίζεται σε εκατομμύρια ανθρώπους.

Εκείνος που κινδυνεύει να χάσει ένα προστατευμένο εισόδημα χιλιάδων ευρώ θα κινητοποιήσει όλο τον κλάδο του. Ο πολίτης που θα γλιτώσει δέκα ευρώ τον μήνα από το άνοιγμα μιας αγοράς δύσκολα θα αφήσει τη δουλειά του για να διαδηλώσει υπέρ της μεταρρύθμισης. Ο πρώτος γνωρίζει ακριβώς τι χάνει. Ο δεύτερος συνήθως αγνοεί ακόμη και τι πληρώνει.

Για χρόνια, το καθαρότερο παράδειγμα ήταν ο συνδικαλιστικός φορέας των εργαζομένων στη ΔΕΗ, η ΓΕΝΟΠ/ΔΕΗ. Στις μεγάλες συγκρούσεις της με τις κυβερνήσεις και τις διοικήσεις της ΔΕΗ, η απειλή ήταν γνωστή: μονάδες θα έβγαιναν εκτός λειτουργίας και η χώρα θα μετρούσε διακοπές ρεύματος. Το 2011, ενώ η απεργία βρισκόταν σε εξέλιξη, μονάδες βγήκαν εκτός συστήματος και η χώρα μπήκε σε περικοπές ηλεκτροδότησης.

Μερικές χιλιάδες εργαζόμενοι κρατούσαν το χέρι στον διακόπτη που έδινε ρεύμα στα σπίτια, στα εργοστάσια και σε ολόκληρη την οικονομία.

 

Τα αιτήματά τους μπορεί κάθε φορά να είχαν μικρότερη ή μεγαλύτερη βάση. Η πραγματική τους ισχύς προερχόταν από τη ζημιά που μπορούσαν να προκαλέσουν σε όλους τους υπόλοιπους.

Όσο μεγαλύτερο το κομμάτι της κοινωνίας που μπορείς να ταλαιπωρήσεις, τόσο πιο σοβαρά σε παίρνει το κράτος.

Ο νομοταγής πολίτης που πηγαίνει κανονικά στη δουλειά του, πληρώνει τους φόρους του και δεν απειλεί κανέναν βρίσκεται πάντα τελευταίος στη σειρά. Δεν έχει τρόπο να τρομάξει την κυβέρνηση. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να πληρώσει.

Παρόμοια ήταν για δεκαετίες η κατάσταση στο κέντρο της Αθήνας. Μέσα σε μία δεκαετία καταγράφηκαν στην πρωτεύουσα περίπου 45.000 συγκεντρώσεις και πορείες. Ανάμεσά τους υπήρχαν πολλές ολιγάριθμες συγκεντρώσεις εκατό ανθρώπων ή και λιγότερων, οι οποίες μπορούσαν να κλείσουν κεντρικούς δρόμους και να κάνουν απροσπέλαστη τη μισή πόλη.

Εκατό άνθρωποι αποκτούσαν δωρεάν προβολή και ισχυρό μέσο πίεσης.

Χιλιάδες εργαζόμενοι καθυστερούσαν στη δουλειά, επαγγελματίες έχαναν πελάτες, καταστήματα άδειαζαν και οδηγοί έλιωναν μέσα στην κίνηση.

Το δικαίωμα στη διαμαρτυρία είναι αυτονόητο. Η δυνατότητα εκατό διαδηλωτών να ακινητοποιούν δεκάδες χιλιάδες άλλους είχε γίνει εθιμικό προνόμιο.

Το αίτημα ήταν ιδιωτικό. Η ζημιά κοινωνικοποιημένη.

Για την πολιτεία ήταν ευκολότερο να παραδοθεί σε εκατό αποφασισμένους ανθρώπους παρά να εξηγήσει σε εκατομμύρια σιωπηλούς γιατί πλήρωναν ξανά τον λογαριασμό.

Ο άνθρωπος που θα ωφεληθεί σε πέντε χρόνια από μια επένδυση σήμερα είναι άγνωστος. Μπορεί να είναι ένας νέος μηχανικός, ένας μικρός προμηθευτής ή μια οικογένεια που θα ζήσει από εισόδημα το οποίο ακόμη δεν υπάρχει.

Ο τοπικός παράγοντας που εμφανίζεται με αρκετές ψήφους στο χέρι έχει όνομα, τηλέφωνο και πρόσβαση. Κλείνει ραντεβού και διαθέτει τις κομματικές διασυνδέσεις που θα βαφτίσουν το προσωπικό του συμφέρον κοινωνική αγωνία.

Ο υπουργός υπολογίζει πολύ περισσότερο τον δεύτερο.

Έτσι οι κυβερνήσεις ξεκινούν με μεγάλες μεταρρυθμίσεις και καταλήγουν να πανηγυρίζουν για ρυθμίσεις που αφήνουν σχεδόν ανέγγιχτη την πραγματικότητα. Το σχέδιο ψαλιδίζεται, ο νόμος γεμίζει εξαιρέσεις και η εφαρμογή μετατίθεται.

 

Η μεταρρύθμιση επιβιώνει στον τίτλο του δελτίου Τύπου. Η κυβέρνηση δηλώνει ότι προχώρησε, οι αντιδρώντες ότι την ανάγκασαν να υποχωρήσει και ο πολίτης μένει με την υπόσχεση πως η πραγματική αλλαγή θα γίνει την επόμενη φορά.

Κάθε υποχώρηση επιβεβαιώνει ότι η μέθοδος αποδίδει. Η επόμενη οργανωμένη ομάδα μαθαίνει ότι ο νόμος είναι μόνο η αρχή του παζαριού.

Η επένδυση που δεν έγινε και η δουλειά που δεν δημιουργήθηκε σπάνια εμφανίζονται ως ζημιά. Μένουν οι χαμηλοί μισθοί, η ακριβή καθημερινότητα και οι νέοι που φεύγουν.

Πιο δύσκολο είναι όμως να παραδεχτούμε ότι η χώρα μας συχνά αδυνατεί να πάρει μια απόφαση και ακόμη περισσότερο να την εφαρμόσει μέχρι τέλους. Η καθυστέρηση έχει γίνει φόρος για την κοινωνία χωρίς όμως έσοδα για το κράτος.

Τον πληρώνουν οι εργαζόμενοι, οι καταναλωτές, οι επιχειρήσεις και τα παιδιά μας. Το κράτος εισπράττει μηδέν. Οι οργανωμένες μειοψηφίες κρατούν τα κεκτημένα τους και το πολιτικό σύστημα παίρνει ανάσα επειδή απέφυγε άλλη μία δύσκολη απόφαση.

Η διαφωνία είναι δικαίωμα. Η μόνιμη ομηρία της κοινωνίας είναι προνόμιο που χάρισε το πολιτικό σύστημα σε όσους έμαθαν να προκαλούν τη μεγαλύτερη ζημιά.

Η πολιτεία πρέπει να ακούει τους πάντες. Κάποια στιγμή όμως η συζήτηση οφείλει να τελειώνει. Η πολιτεία να αποφασίζει και να εφαρμόζει τον νόμο.

Διαφορετικά, …

 

ΝουΔο-ΠΑΣΟΚ-ο-ΣΥΡΙΖΑίικο ΚΑΘΑΡΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Δικαιοσύνη των αδίκων

 

 
 

Του Άγη Βερούτη

agissilaos@gmail.com

 

Η Δικαιοσύνη στην Ελλάδα έχει αρχίσει να τρομάζει τους νομοταγείς και να βολεύει τους εγκληματίες. Και αυτό πληρώνεται στον δρόμο.

Ο πολίτης βλέπει την Αστυνομία να πιάνει. Ξαναπιάνει. Ξαναξαναπιάνει. Βλέπει τους ίδιους ανθρώπους να περνούν από τα ίδια τμήματα, από τα ίδια αυτόφωρα, από τις ίδιες δικογραφίες, από τις ίδιες αναβολές. Στο τέλος η Αστυνομία μοιάζει με υπηρεσία πρωτοκόλλου παραβατικότητας. Σφραγίζει χαρτιά, αλλάζει ημερομηνίες, μοιράζει κλήσεις και περιμένει το επόμενο θύμα να μπει αιμόφυρτο στο τμήμα.

Η Μυρτώ της Πάρου έπαψε εδώ και χρόνια να είναι είδηση. Έμεινε ζωντανή απόδειξη ότι το έγκλημα τελειώνει για τον δράστη πολύ πριν τελειώσει για το θύμα. Ένα παιδί χτυπήθηκε, βιάστηκε, έμεινε με 100% αναπηρία και η χώρα έμαθε πάλι τι σημαίνει να σου τυχαίνει το απόλυτο κακό σε έναν τόπο όπου μετά αρχίζει το ελληνικό πλυντήριο των διαδικασιών. Ευθύνες, παραλείψεις, αποζημιώσεις, αποφάσεις, προσφυγές, γνωμοδοτήσεις. Χαρτί πάνω στο χαρτί, ενώ ένας άνθρωπος ζει ισόβια μέσα στο έγκλημα που του έγινε.

Ύστερα ήρθε η υπόθεση του Αφγανού που είχε δηλώσει ανήλικος, ενώ αργότερα προέκυψε ότι ήταν ενήλικος. Αποφυλακίστηκε στην Ελλάδα χαριστικά γιατί κανείς δεν έλεγξε αν έλεγε αλήθεια για ναπέσει στα μαλακά. Μετά συνελήφθη στη Γερμανία για τον βιασμό και τη δολοφονία μιας 19χρονης φοιτήτριας.

Εκεί η απορία μας έγινε διεθνής διαπόμπευση της ελληνικής Δικαιοσύνης. Πώς γίνεται άνθρωπος με τέτοιο ιστορικό βίας να απελευθερώνεται προσχηματικά, να χάνεται, να ξαναεμφανίζεται αλλού και να σκοτώνει αθώα κοριτσάκια;

Μετά βγαίνει μπροστά η χαρτούρα και εξαφανίζεται το θύμα. Νόμοι, όροι, ηλικίες δηλωμένες και αδήλωτες, ευεργετικές διατάξεις, αποσυμφόρηση φυλακών, διοικητικά κενά, ανεπαρκής επιτήρηση, αργές διαδικασίες. Το θύμα έχει πρόσωπο. Ο δράστης έχει φάκελο. Ο φάκελος κερδίζει κατά κράτος.

Ξέρω υπόθεση ξυλοδαρμού και ληστείας ανηλίκου με τρία κακουργήματα. Οι δράστες γνωστοί. Κυκλοφορούν ελεύθεροι. Η υπόθεση δυόμισι χρόνια στην ανάκριση. Δικάσιμος ακόμη πουθενά. Το παιδί μεγάλωσε μέσα στην αναμονή. Οι γονείς του μέσα στην οργή. Οι δράστες μέσα στην καθημερινότητά τους. Φέεεεεετααα.

 

Πριν χρόνια, εισαγγελέας που ήξερε καλά το σύστημα μού είπε μια φράση που τότε μου φάνηκε κυνική. Στην Ελλάδα φυλακή κάνουν κυρίως μετανάστες που δεν ξέρουν τη γλώσσα και άνθρωποι με πολύ βαριά κακουργήματα. Οι υπόλοιποι, αν έχουν δικηγόρο, χρόνο και αντοχή, συχνά περνούν από το σύστημα χωρίς να αισθανθούν το βάρος του.

Το είπε ως περιγραφή ή ως παραίτηση; Η κοινωνία πάντως το ζει.

Πριν οκτώ χρόνια, στου Φιλοπάππου, δύο λαθρομετανάστες λήστεψαν με απειλή μαχαιριού πέντε δεκαπεντάχρονα κορίτσια. Πήραν τα κινητά τους. Τα παιδιά πήγαν στο τμήμα, κατέθεσαν, έκαναν αυτό που λέμε "το σωστό". Οκτώ χρόνια μετά, οι αρχές κάλεσαν τα κορίτσια, πια γυναίκες 24 ετών, εργαζόμενες στο εξωτερικό, να έρθουν στην Ελλάδα για να δουν αν αναγνωρίζουν έναν από τους δράστες. Η κλήση ήρθε τρεις μέρες πριν από τη δίκη.

Τρεις μέρες. Από τη Βόρεια Ευρώπη και την Αμερική. Για να θυμηθούν ένα πρόσωπο που είδαν με τρόμο πριν σχεδόν μια δεκαετία.

Φυσικά δεν πρόλαβαν να έρθουν, δεν το έμαθαν καν εγκαίρως, όχι ότι θα θυμούνταν τις φάτσες των ληστών μετά από δέκα χρόνια, αλλά λέμε τώρα..

Το δικαστήριο τους έριξε και πρόστιμο.

Μαγκιά. Ας έρχονταν.

Αυτό λέγεται διοικητική παράνοια.

Ο αστυνόμος διοικητής του τμήματος που τότε, πριν 10 χρόνια, πήρε τις καταθέσεις τους, μού είχε πει με την κούραση ανθρώπου που έχει δει το όνειρο πολλές φορές: Τους πιάνουμε συνέχεια και συνέχεια το δικαστήριο τους αφήνει ελεύθερους, γιατί δεν έχουν πού να τους βάλουν!

Η Αστυνομία έχει καταντήσει υπηρεσία συλλογής υπογραφών για ανθρώπους που η Δικαιοσύνη επιστρέφει στο πεζοδρόμιο μέχρι να συμβεί κάτι χειρότερο.

Ο πολίτης έγινε πειραματόζωο επιείκειας. Χαμστεράκι.

Το θύμα έγινε κομπάρσος στο δικαίωμα του δράστη να πάρει άλλη μία ευκαιρία μέχρι να μαχαιρώσει κάποιον.

Η ελληνική Δικαιοσύνη έχει γίνει ανελέητη με τον νομοταγή που χάνει μια προθεσμία και απίστευτα υπομονετική με τον βίαιο που ξαναχτυπά.

Και έπειτα έχουμε τη μεγάλη συμβολική προσβολή.

Ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος, καταδικασμένος ως αρχηγός της 17 Νοέμβρη σε 17 φορές ισόβια και επιπλέον 25 χρόνια, αποφυλακίστηκε μετά από 24 χρόνια. Μετά αναιρέθηκε η αποφυλάκιση και επέστρεψε στη φυλακή. Πολύ ωραία. Η εικόνα είχε ήδη γράψει.

Δεκαεπτά ισόβια. Είκοσι τέσσερα χρόνια πραγματικής κράτησης. Στην ψυχρή αριθμητική του πολίτη, περίπου ενάμισι χρόνο φυλάκισης ανά δολοφονία. Η ζωή στην Ελλάδα είναι φτηνή για τους δολοφόνους.

Φυσικά οι νομικοί θα εξηγήσουν ότι τα ισόβια μετρούν αλλιώς. Θα μιλήσουν για κανόνες, όρια, εκτέλεση ποινών, υφ’ όρον απόλυση. Και θα έχουν και νομικά επιχειρήματα.

Η κοινωνία όμως μετράει αλλιώς. Μετρά νεκρούς. Μετρά παιδιά χωρίς πατέρα. Μετρά γυναίκες χωρίς άντρα. Μετρά οικογένειες που έθαψαν ανθρώπους επειδή κάποιοι νόμιζαν ότι το δικαίωμα τους να εγκληματούν ήταν πάνω από τη ζωη των άλλων.

Εκεί βρίσκεται η ρωγμή του συστήματος με την κοινωνία.

Το κράτος ζητά από τον πολίτη να σέβεται τον νόμο. Να πληρώνει, να περιμένει, να καταθέτει, να αναγνωρίζει, να έρχεται στο δικαστήριο, να ξαναέρχεται επειδή αναβλήθηκε, να πιστεύει. Την ίδια ώρα στέλνει στον δράστη άλλο μήνυμα. Αντέχεις; Έχεις χρόνο; Έχεις δικηγόρο; Έχεις χαρτιά; Κάτι θα γίνει.

Σε ευνομούμενη κοινωνία, ο Έλληνας δράστης βίας πρέπει να ξέρει ότι η επανάληψη έχει τίμημα.

Ο αλλοδαπός δράστης βίας χωρίς δικαίωμα παραμονής πρέπει να ξέρει ότι η Ελλάδα είναι χώρα και όχι χώρος δοκιμών. Μετά την προβλεπόμενη διαδικασία, την κράτηση, την καταδίκη ή όπου ο νόμος επιτρέπει τη διοικητική απέλαση, υπάρχει έξοδος. Πραγματική έξοδος. Χαρτί απέλασης που μένει στην τσέπη μαζί με παλιό εισιτήριο λεωφορείου είναι κοροϊδία.

Αν μια χώρα αρνείται να συνεργαστεί, να υπάρχουν συμφωνίες με τρίτες χώρες.

Αν χρειάζονται κλειστά κέντρα, να υπάρχουν κλειστά κέντρα.

Αν χρειάζεται ειδικό τμήμα παρακολούθησης επικίνδυνων υποτροπών, να στηθεί.

Τα ανθρώπινα δικαιώματα ανήκουν και στο θύμα. Κάποτε πρέπει να το θυμηθεί και η Δημοκρατία.

Η Ευρώπη έχει αρχίσει να γίνεται η χωματερή των ανά την υφήλιο παραβατικών και εγκληματικών στοιχείων, επειδή μπερδεύει το άσυλο με την αμνηστία και την ανθρωπιά με την αφέλεια. Κράτη σπρώχνουν προς τα εδώ ανθρώπους που δεν θέλουν ούτε τα ίδια να κρατήσουν. Τους ξεφορτώνουν, τους βαφτίζουν "ευρωπαϊκό πρόβλημα" και μετά οι ευρωπαϊκές κοινωνίες κάνουν ότι δεν βλέπουν. Μέχρι να βρεθεί το επόμενο κορίτσι σε έναν λόφο, το επόμενο παιδί σε ένα στενό, ο επόμενος περαστικός σε λάθος ώρα και λάθος σημείο.

Έχουμε Δικαιοσύνη για να προστατεύει το δίκαιο της κοινωνίας ή για να υπηρετεί τη διαδικαστική άνεση των αδίκων;

Εδώ μιλάμε για τον βίαιο παραβατικό, Έλληνα ή ξένο, που έχει καταλάβει ότι η Ελλάδα κουράζεται εύκολα, ξεχνά γρήγορα και δικάζει αργά.

Και ρωτάω πραγματικά.

Ξέρει το κράτος ποιοι επικίνδυνοι άνθρωποι ζουν σήμερα εδώ;

Ξέρει πόσοι μπήκαν με ψεύτικα στοιχεία;

Ξέρει πόσοι έχουν φάκελο σε άλλες χώρες;

Αν το κράτος χάνει τους κοινούς υποτρόπους, πώς ακριβώς θα εντοπίσει τους επικίνδυνους με διεθνείς διαδρομές;

Ξέρει αν υπάρχουν άνθρωποι με παρελθόν σε τζιχαντιστικές οργανώσεις που ζουν σήμερα στην Ελλάδα, αλλάζουν ονόματα, αλλάζουν διαδρομές, βιοπορίζονται ως ντελίβερι ή μεροκαματιάρηδες, μέχρι να τους στρίψει ξανά και να αρχίσουν την παραβατικότητα;

Ξέρουμε πόσα μέλη του ISIS ζουν στην Ελλάδα σήμερα;

Αλήθεια, ποιος πιστεύει σήμερα στην Ελλάδα ότι…

 

ΝουΔο-ΠΑΣΟΚ-ο-ΣΥΡΙΖΑίικο ΛΑΜΟΓΙΑΡΟΠΛΗΚΤΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Διαφθορά με ερμηνευτική εγκύκλιο

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ 

Του Άγη Βερούτη

agissilaos@gmail.com

 

Κάθε φορά που σκάει μια υπόθεση πολεοδομίας, η χώρα ανεβάζει την ίδια θεατρική παράσταση: πέφτει από τα σύννεφα!

Μόνο που από αυτά τα σύννεφα πέφτουμε εδώ και δεκαετίες. Πέφτουμε, δηλώνουμε συγκλονισμένοι, απαιτούμε "να πέσει άπλετο φως" στα κυκλώματα και μετά αφήνουμε το δωμάτιο μισοσκότεινο. Όσο χρειάζεται για να συνεχίσει να δουλεύει απρόσκοπτα το ταμείο.

Η ιστορία κρατάει χρόνια. Το 2010 μάλιστα αποκαλύφθηκε η υπόθεση της Πολεοδομίας Σύρου, που είχε αρμοδιότητα και στη Μύκονο. Εκεί η ιστορία ήταν για δύο λεβέντες με "αρκετά" παραπάνω στην άκρη. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν, ο υποδιευθυντής Κυριάκος Δικτυόπουλος βρέθηκε με 26 τραπεζικούς λογαριασμούς και καταθέσεις 3.241.000 ευρώ εκτός μισθοδοσίας. Ο προϊστάμενος Δημήτρης Μπουντούρης βρέθηκε με 15 λογαριασμούς και 684.000 ευρώ εκτός μισθοδοσίας.

Από πίσω από τα εμβάσματα: μηχανικοί, εργολάβοι, ξενοδοχειακοί όμιλοι, δικηγόροι, αυθαίρετα, πρόστιμα που δεν έφταναν ποτέ στις εφορίες. Πρόστιμα για αυθαίρετα στη Μύκονο, τη Σύρο, την Κέα και την Κύθνο, ύψους περίπου 20 εκατομμυρίων ευρώ, η Πολεοδομία Σύρου "παρέλειψε" να τα βεβαιώσει την περίοδο 2005-2009.

Και όλοι κοίταζαν τον σοβά να στεγνώνει.

Η υπόθεση πήγε στα δικαστήρια. Το 2017 το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αιγαίου καταδίκασε πρωτόδικα τους κατηγορούμενους σε κάθειρξη 21 ετών, για δωροληψία σε βαθμό κακουργήματος και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Το 2018, στο Πενταμελές Εφετείο Αιγαίου, οι ποινές μειώθηκαν σε 11 χρόνια για τον Μπουντούρη και 6 χρόνια για τον Δικτυόπουλο. Πιθανότατα είναι ήδη έξω και οι δυο.

Ας μιλήσουμε λοιπόν ανοιχτά για τη διαφθορά.

Ακούμε ξανά και ξανά ότι οι πολεοδομίες και τα δασαρχεία είναι από τις μεγαλύτερες εστίες διαφθοράς στην Ελλάδα.

Λάθος. Είναι από τις μεγαλύτερες εστίες διαφθοράς που γνωρίζουμε στην Ελλάδα.

 

Γιατί όπου υπάρχει γη, υπάρχει αξία. Και όπου το κράτος εξουσιοδοτεί έναν υπάλληλο, έναν προϊστάμενο, έναν δασάρχη, ένα γραφείο, να αποφασίζει με ερμηνεία αν η περιουσία σου καταστρέφεται, η διοίκηση παύει να είναι διοίκηση. Γίνεται εξουσία πάνω στην περιουσία σου.

Στην πολεοδομία η εξουσία λέγεται άδεια.

Στο δασαρχείο λέγεται χαρακτηρισμός.

Και στις δύο περιπτώσεις, αντί για κανόνα, ο πολίτης έχει μπροστά του έναν άνθρωπο με υπογραφή.

Η πολεοδομία κρατάει την άδεια.

Το δασαρχείο κρατάει το οικόπεδο.

Και η περιουσία σου, χωρίς να στην πάρει κανείς, παύει να είναι περιουσία. Γίνεται βάρος.

Η διαφθορά που φαίνεται είναι αυτή που πιάνεται εύκολα. Με φάκελο, κατάθεση, συνομιλία, υπάλληλο, μηχανικό, "καφέ".

Η άλλη δεν φαίνεται στο γκισέ.

Κρύβεται σε σύμβαση, τεχνικό δελτίο, φωτογραφικές προδιαγραφές, συμπληρωματικό έργο, αναθεώρηση κόστους, υπουργική απόφαση.

Για τη μία υπάρχει κασέτα.

Για την άλλη υπάρχει πρωτόκολλο. Κανείς δεν μπορεί να αποδώσει χωρίς αποδείξεις ποσοστά, μίζες ή διαδρομές χρήματος σε μεγάλα έργα. Αυτά θέλουν στοιχεία, εισαγγελέα και ονόματα.

Το κουράσαμε όμως με την "παιδική αθωότητα". Η Ελλάδα ξέρει από διαφθορά πολύ πριν ανακαλύψει τον τρίτο όροφο της πολεοδομίας ή μια αυθαίρετη δασική πράξη. Εκεί απλώς η μπόχα είναι πιο κοντά στη μύτη του πολίτη.

Το ίδιο κράτος που σήμερα έρχεται να πιάσει τους "κακούς" πολεοδόμους που ταλαιπωρούν τον πολίτη και του τα παίρνουν στεγνά, είναι το ίδιο που κρατάει ανοιχτό το κακό μαγαζί.

Με ασάφεια νόμων, με ελαστικές ερμηνείες, με εγκυκλίους που ανεβάζουν το κασέ της αυθαιρεσίας.

Αυτών των ανθρώπων που έπιασαν, ποιος υπέγραψε την τοποθέτηση σε θέση ευθύνης με πρόσβαση στο ταμείο των λύτρων;

Παριστάνουμε όλοι τους ανήξερους. Σε μια χώρα που τα ξέρει όλα.

 

Η κοινωνία ξέρει πλέον πώς στήνεται αυτό το πράγμα: νόμοι ασαφείς, εγκύκλιοι πάνω σε εγκυκλίους, δασικοί χάρτες που αλλάζουν τη ζωή ανθρώπων με μια γραμμή, δασάρχες που μετατρέπουν μια περιουσία σε πρόβλημα με μια υπογραφή, όροι δόμησης που διαβάζονται αλλιώς από γραφείο σε γραφείο, ιδιοκτησίες που φαίνονται, αλλά νομικά εξαφανίζονται.

Και εκεί εμφανίζεται ο άνθρωπος με τη μαγική υπογραφή!

Στην πολεοδομία σου κρατάει την άδεια.

Στο δασαρχείο σου μπλοκάρει την περιουσία. Σε αφήνει μήνες ή χρόνια σε αναμονή. Ζητά νέο χαρτί για το χαρτί του χαρτιού. Κάνει πως δεν βλέπει ότι μηδενίζει την αξία ακινήτου που υπήρχε από το 1821. "Υπέρ δημοσίου συμφέροντος".

Κάπου ώπα.

Μίζα πληρώνεις για να πάρεις κάτι που δεν δικαιούσαι.

Εδώ, πολύ συχνά, ο πολίτης πληρώνει λύτρα για να πάρει πίσω αυτό που ήδη δικαιούται: μια απάντηση, μια νόμιμη άδεια, μια πράξη διοίκησης χωρίς ομηρία.

Η νομοθεσία εξουσιοδοτεί τον δασάρχη να κρατήσει όμηρο τον πολίτη. Και μετά όλοι κάνουν πως εκπλήσσονται όταν ο όμηρος πληρώνει για να βγει από το μπουντρούμι.

Παλαιότερα είχε βρωμίσει ο τόπος από "φήμες" ότι διορισμοί σε τέτοιες θέσεις δεν ήταν διοικητικές αποφάσεις. Ήταν πολιτικές τοποθετήσεις. Λεγόταν μάλιστα ότι θέσεις με τέτοια εξουσία μπορούσαν να κοστίζουν έως και μισό εκατομμύριο ευρώ "φιλική συμμετοχή" προς τον εκάστοτε υπουργό ή γενικό γραμματέα που υπέγραφε τους διορισμούς, προς τον μηχανισμό γύρω του ή προς την παρέα που, όπως έλεγε η πιάτσα, έκανε τις τοποθετήσεις.

Αναπόδεικτα όλα αυτά φυσικά. Χωρίς στοιχεία, χωρίς ονόματα, χωρίς δικαστική κρίση. Μόνο ως βρώμα της πιάτσας μπορούν να γραφτούν. Όμως τέτοιες βρώμες δεν γεννιούνται εκεί όπου η υπογραφή δεν αξίζει τίποτα. Γεννιούνται εκεί όπου όλοι ξέρουν ότι η καρέκλα δεν είναι καρέκλα. Είναι ταμείο.

Η διαφθορά γεννιέται όταν το κράτος δίνει σε έναν άνθρωπο εξουσία να σου διαλύσει τη ζωή και στον πολίτη κανέναν τρόπο να αμυνθεί.

Όταν ο νόμος αφήνει χώρο για αυθαίρετη ερμηνεία, κάποιος θα πουλάει ερμηνεία.

Όταν ο πολίτης δεν παίρνει δεσμευτική απάντηση σε συγκεκριμένο χρόνο, κάποιος θα πουλάει χρόνο.

 

Ψηφιοποίηση χωρίς απλούς κανόνες είναι απλώς φακελάκι με κωδικούς Taxisnet.

Η σαπίλα δεν θέλει ψηφιοποίηση.

Θέλει να της πάρεις την υπογραφή.

Από ανακοινώσεις χόρτασε ο πολίτης.

Θέλει κανόνα που να μην αλλάζει ανάλογα με το γραφείο, προθεσμία που να παράγει αποτέλεσμα και υπάλληλο που να υπογράφει με ευθύνη. Και κυρίως ξήλωμα των νόμων, αποφάσεων και εγκυκλίων που κάνουν την πολεοδομία και το δασαρχείο μαγαζί της υπογραφής.

Το κράτος δεν απέτυχε να εμποδίσει τη συναλλαγή.

Την έκανε λογική άμυνα του πολίτη απέναντι στην αυθαιρεσία. Δεν έτυχε, πέτυχε!

Να θέλεις να είσαι νόμιμος και να χρειάζεσαι μεσάζοντα για να σε αφήσει το κράτος να είσαι νόμιμος.

Να πληρώνεις φόρους, ΕΝΦΙΑ, τέλη, μηχανικούς, παράβολα, δικηγόρους, και στο τέλος να στέκεσαι μπροστά σε ένα γραφείο που μπορεί να σου πει "λείπει κάτι" χωρίς να πληρώνει ποτέ το κόστος του "κάτι".

Η νομοθεσία που επιτρέπει να λειτουργούν αυτά τα κυκλώματα είναι ίδια και σήμερα. Η ίδια ασάφεια, η ίδια διακριτική ευχέρεια, η ίδια δυνατότητα να γίνει ο πολίτης όμηρος μιας υπογραφής, είτε σε πολεοδομία είτε σε δασαρχείο.

Τελεία.

Αυτό είναι το πρόβλημα. Όχι οι λαδιάρηδες.

Αλήθεια, πόσα χρόνια μένουν στη θέση που μπορεί να βγάζει λύτρα από τους πολίτες ένας δασάρχης ή ένας διευθυντής πολεοδομίας;

Ένα-δύο χρόνια ή αρκετά για να στήσει μηχανισμό;

Τοποθετείται με κανόνες που δεν σηκώνουν παζάρι ή με μια υπογραφή;

Ποιος εισαγγελέας ή ποιο ελληνικό FBI τον έχει στο μικροσκόπιο σε όλη τη διάρκεια της ευαίσθητης θητείας του;

Ποιος τον αξιολογεί όσο κρατάει την υπογραφή που μπορεί να καταστρέψει μια περιουσία;

Πόσες περιουσίες μηδενίζονται στο όνομα ενός κίβδηλου "δημοσίου συμφέροντος";

Και όταν ο πολίτης ξέρει ότι θα χρειαστεί χρόνια στα δικαστήρια για να βρει το δίκιο του, πόσο ελεύθερος είναι απέναντι στον εκβιασμό;

Όχι, λοιπόν, το ερώτημα δεν είναι μόνο αν πιάστηκε η κυρία Λίτσα με το πεντοχίλιαρο και ο κύριος Μπάμπης με τα τρεισήμισι εκατομμύρια.

Το ερώτημα είναι…

 

ΝουΔο-γαλαζαίικο ΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΟΠΛΗΚΤΟ ΚΟΥΛΟ-ΧΑΝΕΙΟ: Φύκια για μεταξωτές κάμερες

Του Άγη Βερούτη

agissilaos@gmail.com

Το έργο με τις κάμερες τροχαίας ακυρώθηκε πριν φτάσει στην ουσία του. Πριν στηθεί η πρώτη κάμερα, πριν ανοίξει πραγματικά ο ανταγωνισμός, πριν μάθει ο πολίτης ποιος θα το υλοποιήσει, με ποιους όρους και με ποια ακριβώς τεχνολογία.

Ακυρώθηκε και σωστά ακυρώθηκε. Με την απόφαση αυτή, ο Παπαστεργίου προστάτευσε αντικειμενικά και τον εαυτό του και την κυβέρνηση Μητσοτάκη από διασυρμό. Κάποιοι "πονηρούληδες", όπως τους λέει ο Χατζηδάκης, νόμιζαν ότι μπορούν να πουλήσουν στον Έλληνα φύκια για μεταξωτές κάμερες.

Η χώρα χρειάζεται κάμερες. Χρειάζεται έλεγχο. Χρειάζεται να τελειώσει η ατιμωρησία του κόκκινου, της ταχύτητας, της λεωφορειολωρίδας, του κράνους που δεν φοριέται, της ζώνης που μένει ξεκούμπωτη, της ψευτομαγκιάς που βαφτίστηκε οδηγική συμπεριφορά. Η οδική ασφάλεια δεν σώζεται με ημερίδες. Είναι νεκροί, ανάπηροι, οικογένειες διαλυμένες και ένα κράτος που πάντα συγκλονίζεται αφού πρώτα έχει περάσει τον άνθρωπο ως αριθμό στα στατιστικά του.

Κάμερες λοιπόν χρειαζόμαστε. Το ερώτημα είναι τι πήγε να αγοράσει το κράτος, πώς πήγε να το πληρώσει, ποιος το σχεδίασε και γιατί αυτός ο σχεδιασμός κατέρρευσε στις προσφυγές πριν φτάσει σε πραγματικό ανταγωνισμό.

Ο αρχικός σχεδιασμός που είχε παρουσιαστεί ήταν για περίπου 2.000 σταθερές κάμερες και 500 κινητές, συνολικά 2.500 σημεία ή συστήματα, με προϋπολογισμό 116,3 εκατομμύρια ευρώ με ΦΠΑ. Δηλαδή, με απλή διαίρεση, περίπου 37.500 ευρώ +ΦΠΑ ανά σημείο για δεκαετή ορίζοντα.

Μετά το έργο μίκρυνε. Οι κάμερες έγιναν 1.000. Οι λειτουργίες περιορίστηκαν ουσιαστικά σε τρεις παραβάσεις: κόκκινο, ταχύτητα, λεωφορειολωρίδα.

Ο λογαριασμός όμως παρέμεινε βαρύς: 88,1 εκατομμύρια ευρώ μαζί με την προαίρεση, περίπου 44 εκατομμύρια βασική σύμβαση και άλλο τόσο προαίρεση. Αν συνυπολογιστεί όλο το ποσό με την προαίρεση, μιλάμε για 71.100 ευρώ +ΦΠΑ ανά αρχική κάμερα.

Μικρότερο έργο, λιγότερες κάμερες, λιγότερες λειτουργίες, βαρύτερο κόστος. Αυτό δεν εξηγείται με υπηρεσιακές διατυπώσεις. Εξηγείται με έγγραφα, εισηγήσεις, συγκριτικά κόστους και ονόματα. Το τεύχος δεν γράφτηκε μόνο του. Έχει υπογραφές, επιτροπές και ανθρώπους που είδαν ένα στενό, ακριβό, περιορισμένο σύστημα με βαριά προαίρεση και το άφησαν να βγει ως σύγχρονη λύση.

Εδώ μπαίνει ο θεσμικός κυκεώνας. Ένα έργο που φυσικά ανήκει στον χώρο των Μεταφορών, του ΚΟΚ, της Τροχαίας, της κυκλοφορίας και της οδικής ασφάλειας, βρέθηκε να περνά μέσα από Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Κοινωνία της Πληροφορίας, ΕΛ.ΑΣ., συστήματα προστίμων, μητρώα, διαλειτουργικότητες, συναρμοδιότητες και επιτροπές. Όλοι μέσα, ώστε η ευθύνη να είναι θολή. Και όταν θολώνει η ευθύνη, ανοίγει χώρος για προδιαγραφές που κανείς δεν θέλει να χρεωθεί όταν στραβώσει η δουλειά.

Δεν είναι μικρό πράγμα να φεύγει ένα έργο οδικής ασφάλειας από τη λογική των δρόμων και να καταλήγει στη λογική της προμήθειας. Άλλο να ξεκινάς από το "πώς μειώνω ατυχήματα, πώς ελέγχω επικίνδυνα σημεία, πώς σώζω ζωές" και άλλο από το "τι σύστημα θα βάλουμε, με ποιο τεύχος και ποια τεχνική αρχιτεκτονική". Εκεί αλλάζει όλο το παιχνίδι.

Έγιναν προσφυγές και ο διαγωνισμός ακυρώθηκε.

Όταν ένα έργο τέτοιου μεγέθους πέφτει πριν ολοκληρωθεί η διαδικασία, δεν είναι ατυχία. Είναι αποτυχία.

Όταν ο διαγωνισμός καταγγέλλεται ως φωτογραφικός, όταν οι προδιαγραφές μοιάζουν να οδηγούν σε στενό μονοπάτι περιορισμένου ανταγωνισμού, όταν η αγορά αντιδρά και η διαδικασία σταματά, το θέμα παύει να είναι τεχνικό. Γίνεται πολιτικό και πλήττει τη χρηστή διακυβέρνηση.

Θα αναμένουμε τα αποτελέσματα της ΕΔΕ. Όχι ως άλλοθι για να περάσει ο καιρός, ούτε ως υπηρεσιακή τελετουργία όπου στο τέλος δεν φταίει κανείς. Η ΕΔΕ πρέπει να απαντήσει ποιος εισηγήθηκε την αρχιτεκτονική, ποιος έγραψε τις προδιαγραφές, ποιος ενέκρινε το κόστος, ποιος αξιολόγησε τις εναλλακτικές λύσεις και ποιος θεώρησε ότι ένα τέτοιο έργο μπορεί να βγει έτσι στην αγορά.

Το πιο σοβαρό πρόβλημα όμως είναι η πληρωμή από τα πρόστιμα. Εκεί στραβώνει η ηθική βάση του συστήματος. Η οδική ασφάλεια στοχεύει σε λιγότερες παραβάσεις. Το μοντέλο χρηματοδότησης από πρόστιμα θέλει εισπράξεις. Η πολιτεία πρέπει να γιορτάζει όταν μειώνονται τα πρόστιμα επειδή συμμορφώθηκαν οι οδηγοί. Μια σύμβαση που στηρίζεται στην είσπραξη χρειάζεται πολλά πρόστιμα για να βγει ο λογαριασμός.

Αυτό είναι ανήθικο. Είναι σύγκρουση με το δημόσιο συμφέρον. Μια κάμερα μπορεί να κάνει λάθος. Μια εικόνα μπορεί να μην είναι καθαρή. Μια πινακίδα μπορεί να μη φαίνεται πλήρως. Ένας αλγόριθμος μπορεί να δώσει χαμηλή βεβαιότητα. Σε σοβαρό σύστημα, η αμφιβολία λειτουργεί υπέρ του πολίτη. Σε σύστημα που πληρώνεται από πρόστιμα, ο πολίτης έχει κάθε λόγο να φοβάται ότι η αμφιβολία θα λειτουργεί υπέρ της είσπραξης.

Οι πολίτες δεν είναι αγελάδες να τις αρμέγεις με κάμερες. Πληρώνουν φόρους για δρόμους, κανόνες, προστασία ζωής και δίκαιη επιβολή του νόμου. Δεν πληρώνουν για να στηθεί μηχανισμός απομύζησης προστίμων που έχει οικονομικό συμφέρον να βρίσκει παραβάσεις. Αν παρανόμησαν με βεβαιότητα, να πληρώσουν. Αν υπάρχει σοβαρή αμφιβολία, να μη γίνονται πρώτη ύλη για ταμειακό μοντέλο.

Και μετά έρχεται η τεχνολογία, που κάνει το πράγμα ακόμη χειρότερο. Το 2026 δεν αγοράζεις απλώς κάμερες. Αγοράζεις αρχιτεκτονική, δυνατότητα επέκτασης, κεντρική επεξεργασία, διαλειτουργικότητα, ασφάλεια δεδομένων, έλεγχο και εύκολη αναβάθμιση, χωρίς νέα μεγάλη προμήθεια κάθε φορά.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι υπάρχει edge τεχνολογία. Το πρόβλημα είναι η κλειστή, βαριά, ακριβή edge-first λογική για τρεις παραβάσεις, χωρίς καθαρή επεκτασιμότητα και χωρίς σύγχρονη κεντρική νοημοσύνη.

Αυτό δείχνει άγνοια της σημερινής τεχνολογίας AI. Σχεδιασμός του 2026, με μυαλό τεχνολογικής εικοσιπενταετίας. Λες και δεν θα καταλάβαινε κανείς τη διαφορά ανάμεσα σε σύγχρονη AI αρχιτεκτονική και ακριβή τεχνολογική καθυστέρηση.

Ένα σοβαρό σύστημα θα ήταν υβριδικό, κεντρικά ελεγχόμενο, επεκτάσιμο. Θα μπορούσε να προσθέτει κράνος, ζώνη, κινητό, σβηστά φώτα, STOP, ΛΕΑ, παράνομη στάση, διαχείριση κυκλοφοριακής ροής, προτεραιότητα σε ασθενοφόρα και πυροσβεστικά, διαχείριση φαναριών και αποσυμφόρηση σε ώρες αιχμής. Με αυστηρό θεσμικό πλαίσιο, ίχνος πρόσβασης και δικαστική εποπτεία όπου απαιτείται, θα μπορούσε να βοηθά και στην επιβολή του νόμου για ληστείες, τρομοκρατικές απειλές, οργανωμένο έγκλημα. Όχι γενική παρακολούθηση. Στοχευμένη χρήση, με κανόνες και ευθύνη.

Το 2026 δεν αγοράζεις κάμερες. Αγοράζεις δεδομένα, πρόληψη, κυκλοφοριακή νοημοσύνη, δημόσια ασφάλεια και δυνατότητα επέκτασης. Αγοράζεις σύστημα που …

 

ΣΥΡΙΖΑίοι REBRAND-ΙΣΜΕΝΟΙ ΕΘΝΙΚΟΙ ΣΟΥΡΓΕΛΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΕΣ: Εμπιστευτείτε με

 

 

 

Του Άγη Βερούτη

agissilaos@gmail.com

Όταν μια γυναίκα που την έχει σπάσει στο ξύλο ο άντρας της, γυρίζει πίσω επειδή δεν έχει επιλογές επιβίωσης, όλοι ξέρουν τι βλέπουν. Δεν βλέπουν ούτε "νέα αρχή" ούτε "δεύτερη ευκαιρία". Βλέπουν έναν κύκλο κακοποίησης, με την τραγική βεβαιότητα ότι κάποια στιγμή το χέρι θα ξανάρθει. Ίσως και κάτι χειρότερο.

Στην πολιτική όμως, η χώρα κάνει πως μπερδεύεται. Μια κοινωνία που κακοποιήθηκε και έφαγε πέντε χρόνια ξύλο από μια κυβέρνηση άσχετη με την πραγματικότητα, που στριμώχτηκε στα ΑΤΜ, που είδε το "όχι" να γίνεται "ναι" πριν στεγνώσει το μελάνι, που πλήρωσε φόρους, εισφορές Κατρούγκαλου, περικοπές, capital controls, τρίτο μνημόνιο, υπερπλεονάσματα και δεσμεύσεις για 99 χρόνια, καλείται τώρα να γυρίσει πίσω. Να ξαναμπεί στο ίδιο σπίτι και να ακούσει την ίδια φωνή, λίγο πιο ώριμη, λίγο πιο ήρεμη, λίγο πιο λογοτεχνική, να της λέει πάλι: "έλα πίσω, εμπιστέψου με..."

Ο Αλέξης Τσίπρας έγραψε την "Ιθάκη" του. Την παρουσίασε ως απολογισμό. Διαβάζεται σαν αίτηση επανεισόδου στην εξουσία. Μνήμες με πολιτικό εξώφυλλο. Μια απόπειρα να ξαναερμηνευτεί το 2015 πριν το ξαναθυμηθεί η κοινωνία με τους όρους της πραγματικότητας.

Στην "Ιθάκη" περνούν όλοι από τον πάγκο. Οι δανειστές με τη σκληρότητά τους, οι Ευρωπαίοι με την ακαμψία τους, οι συσχετισμοί με την αδικία τους, οι συνεργάτες με την ανεπάρκειά τους, οι εσωκομματικοί με την ανωριμότητά τους, οι αντίπαλοι με τη μοχθηρία τους, η πραγματικότητα με την αγένειά της και ο ίδιος ο Τσίπρας με την "αυταπάτη" του. Όλοι παίρνουν κάτι. Δεν άφησε κανέναν παραπονεμένο.

Ο Βαρουφάκης, ιδίως, γεύτηκε κανονικό πολιτικό σφάξιμο. Μετά πέρασε από την κρεατομηχανή σαν απαραίτητο συστατικό για να συνεχιστεί το ταξίδι του συγγραφέα. Περισσότερο celebrity παρά οικονομολόγος, μεταφέρουν τα ρεπορτάζ. Ένας τηλεοπτικός μετεωρίτης που έλαμψε, έκανε ζημιά και έφυγε δακτυλοδεικτούμενος, αφήνοντας στον πρώην πρωθυπουργό την άνεση να τον δείχνει από απόσταση.

Μόνο που ο Βαρουφάκης δεν πήρε το υπουργείο σε κλήρωση πρωτοχρονιάτικης πίτας. Τον διάλεξε ο άνθρωπος που τότε ζητούσε από την Ευρώπη να τον πάρει στα σοβαρά, με μια κυβέρνηση που είχε βάλει τη χώρα στο πιο επικίνδυνο πολιτικό πείραμα της Μεταπολίτευσης.

 

Τον έκανε το πρόσωπο της διαπραγμάτευσης, με τα πέτσινα μπουφάν και τις μοτοσυκλέτες, την ώρα που η χώρα είχε ξεμείνει από χρόνο και χρήμα. Τον κράτησε όσο οι άλλοι άρχισαν να καταλαβαίνουν πως απέναντί τους δεν είχαν σχέδιο, αλλά κουκλοθέατρο.

Ο Τσίπρας γράφει σαν άνθρωπος που πέρασε μέσα από καταιγίδα, ενώ η χώρα θυμάται ότι κάποιος είχε διαλέξει καιρό, πλήρωμα, πορεία και ύφος.

Η αφήγηση ψιθυρίζει ένα "συμπαθάτε με" για τη δυσκολία των αποφάσεων. Η μνήμη όμως θυμάται ότι οι αποφάσεις δεν έρχονταν από τον ουρανό, ούτε από επιφοίτηση. Είχαν υπογραφή, υπουργικά συμβούλια, πρωθυπουργική σφραγίδα και πολιτικό υπολογισμό.

Και να σου στην κατάλληλη συγκυρία το ντοκιμαντέρ "Στο Χιλιοστό" του ΣΚΑΪ, όχι ως συμπληρωματικό υλικό, αλλά ως χαστούκι στην αυταπάτη και την επιτηδευμένη αυτοαθώωση. Ως εκείνη τη στιγμή μπορούσε κανείς να αναπολεί αναμνήσεις, ερμηνείες, πρόσωπα, ψυχολογίες, παρεξηγήσεις και πολιτικές δικαιολογίες. Θα μπορούσε ίσως να δει την "Ιθάκη" σαν ταξίδι ωρίμανσης. Λέμε τώρα. Να ακούσει για δύσκολες αποφάσεις, άδικους συσχετισμούς, σκληρούς δανειστές, μπλόφες που στράβωσαν, συντρόφους που δεν άντεξαν.

Μετά όμως βλέπει το Plan B, και η ποίηση τελειώνει.

Στο επεισόδιο "Κωδικός Αλβανία" του ντοκιμαντέρ η ιστορία χάνει το λογοτεχνικό ύφος Καβάφη και γίνεται λογιστική απεικόνιση της καταστροφής: νέο νόμισμα, υποτίμηση 60% έως 80% σε ένα βράδυ, capital controls, μετατροπή καταθέσεων, εκτόξευση χρέους, ανθρωπιστική βοήθεια για μια χώρα που λίγους μήνες πριν χειροκροτούσε πολιτικές φαντασιώσεις σαν να ήταν εθνική στρατηγική.

Αυτός ζωγράφιζε στον χάρτη ταξίδι στην Ιθάκη και οι Βρυξέλλες προετοίμαζαν τα ρυμουλκά για το ναυάγιο.

Άλλο να λες "περάσαμε δύσκολα" και άλλο να μαθαίνεις ότι στις Βρυξέλλες υπολόγιζαν πώς θα επιβιώσει η Ελλάδα εκτός ευρώ με νόμισμα που θα έχανε σε ένα βράδυ το μεγαλύτερο μέρος της αξίας του.

Άλλο πολιτική διαπραγμάτευση και άλλο εθνική κατάρρευση με σχέδιο ανθρωπιστικής διάσωσης.

Αυτό δεν ήταν σκληρή διαπραγμάτευση. Ήταν κοινωνία στην πρέσα.

Και ο Τσίπρας την κράτησε εκεί πολύ παραπάνω απ’ όσο χρειαζόταν. Για ένα "email Χαρδούβελη".

Ύστερα υπέγραψε, και πίσω από την υπογραφή έμεινε ο λογαριασμός στην κοινωνία: πρωτογενή πλεονάσματα για δεκαετίες, μέσο πλεόνασμα 2,2% του ΑΕΠ από το 2023 έως το 2060, υπερταμείο 99 ετών, δημόσια περιουσία ενέχυρο σε μακρά επιτήρηση. Μια χώρα που για να σταθεί όρθια δέχθηκε πως οι δανειστές της εμπιστεύονταν πλέον περισσότερο τα ενέχυρα παρά τις κυβερνήσεις της.

Αυτή είναι η κληρονομιά πίσω από τις ωραίες λέξεις του ταλαντούχου κ. Τσίπρα.

Όχι μόνο οι κλειστές τράπεζες, οι ουρές στα ΑΤΜ και το τρίτο μνημόνιο.

Η κρατική περιουσία δεμένη πισθάγκωνα. Το μέλλον φορτωμένο υπερπλεονάσματα. Η μεσαία τάξη φορολογικός σάκος του μποξ. Μια χώρα κουρασμένη, επιτηρούμενη, δύσπιστη προς τον ίδιο της τον εαυτό.

Και τώρα αυτός ο ίδιος ταλαντούχος άνθρωπος ξαναζητάει εμπιστοσύνη.

Άλλος, μετά από τέτοιο ιστορικό λογαριασμό, θα καθόταν λίγο πιο πίσω. Θα άφηνε τη χώρα να ξεχάσει χωρίς να της ζητάει ξανά χειροκροτήματα.

 Όμως ο κ. Τσίπρας επιστρέφει με rebranding, βιβλίο, αφήγημα, νέο κόμμα, νέο σκηνικό, νέο "τώρα", με το βλέμμα ανθρώπου που πιστεύει ότι η Ιστορία του χρωστάει encore.

Χθες δεν εγκαινίασε απλώς πολιτικό φορέα. Εγκαινίασε επιχείρηση λήθης.

Μίλησε για δημοκρατική επανεκκίνηση, κοινωνική δικαιοσύνη, νέα γενιά, στέγη, εργασία, αξιοπρέπεια, ανισότητες, κράτος δικαίου. Τα είπε καλά. Ο Τσίπρας ξέρει να μιλάει σε ανθρώπους κουρασμένους από το παρόν. Ξέρει να πιάνει τον θυμό πριν τον πιάσει κάποιος άλλος. Ξέρει να ντύνει την απογοήτευση με υπόσχεση.

Μόνο που μαζί του έρχεται και ο λογαριασμός.

Το νέο κόμμα του πατά σε μια απλή, κυνική υπόθεση: ότι η κοινωνία θα θυμάται αρκετά για να τον αναγνωρίζει, αλλά όχι αρκετά για να τον φοβάται.

Θα θυμάται τον νεότερο Τσίπρα που νίκησε το παλιό σύστημα, όχι τον πρωθυπουργό των capital controls.

Θα θυμάται το…

ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΙΣΛΑΜΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΕΣ και ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΑ ΧΡΗΣΙΜΑ ΗΛΙΘΙΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΣΟΥΡΓΕΛΑ:: Κάποιοι κατάπιαν τη γλώσσα τους

 

Του Άγη Βερούτη

agissilaos@gmail.com

 

Υπήρξε για μερικές μέρες μια περίεργη ευφορία σε συγκεκριμένους κύκλους. Από αυτούς που λατρεύουν να φορολογούν οτιδήποτε κινείται, αναπνέει, επενδύει ή παράγει, αρκεί ο λογαριασμός να πηγαίνει σε κάποιον άλλον.

Ο σοσιαλιστής δήμαρχος της Νέας Υόρκης, Ζοχράν Μαμντάνι, πούλησε πολιτικά την ιδέα ότι η κοινωνική του ατζέντα θα πληρωθεί από νέους φόρους ιδιοκτησίας, με το γνώριμο περιτύλιγμα ότι τον λογαριασμό θα τον σηκώσουν οι "έχοντες". Και ξαφνικά εμφανίστηκαν παντού οι χειροκροτητές.

Καμία σοβαρή ανάλυση δεν είχε γίνει για τη φοροδοτική αντοχή της πόλης.

Κανείς δεν είχε υπολογίσει τι θα σημαίνει αυτή η αύξηση για επιχειρήσεις, γραφεία, επενδύσεις, μισθώσεις, θέσεις εργασίας.

Σιγά μην κουραζόντουσαν τώρα. Το βασικό ήταν ότι κάποιος θα πλήρωνε. Και ευτυχώς, κατά τη γνωστή συνταγή, αυτός ο κάποιος θα ήταν ο "άλλος".

Οι γνωστές καρικατούρες της ελληνικής πολιτικής και δημόσιας συζήτησης, που θεωρούν σχεδόν ανήθικο να έχεις περιουσία, επένδυση ή επιχείρηση που δουλεύει επειδή οι ίδιοι δεν έχουν, έδωσαν ρέστα. Μίλησαν για "δίκαιη αναδιανομή", λες και τα λεφτά φυτρώνουν σε γλάστρες στο Manhattan ή αλλού, και άρχισαν να νιώθουν ότι απέκτησαν ηθικό δικαίωμα πάνω στο πορτοφόλι όποιου βγάζει παραπάνω από εκείνους.

Για λίγες ημέρες το κλίμα στα καθ’ ημάς ήταν σχεδόν πανηγυρικό. "Επιτέλους θα πληρώσουν οι πλούσιοι". "Επιτέλους μια πόλη απέναντι στους κερδοσκόπους". "Επιτέλους ένας δήμαρχος με θάρρος".

Όποιος είχε λίγη μνήμη θα θυμόταν και τη Γαλλία επί Ολάντ, όταν ο Ντεπαρντιέ έφτασε να πάρει ρωσική υπηκοότητα για να αποφύγει τους εξωπραγματικούς φόρους. Σιγά μην στέκονταν ακίνητοι οι Αμερικανοί money managers και τα real estate funds για να τους ξεπουπουλιάσει ο κάθε Μαμντάνι.

 

Μετά φυσικά εμφανίστηκε αμείλικτη η σκληρή πραγματικότητα. Αυτή η ενοχλητική λεπτομέρεια που χαλάει πάντα τα σοσιαλιστικά μανιφέστα.

Η αγορά άρχισε να τιμολογεί την απειλή εξόδου. Hedge funds, family offices, επιχειρήσεις ακινήτων, επενδυτές και εταιρείες άρχισαν να υπολογίζουν το κόστος και το όφελος μιας μετακίνησης εκτός Νέας Υόρκης. Όχι για κάποια μακρινή χώρα. Ούτε για κάποιο φορολογικό παράδεισο με κοκοφοίνικες. Για το New Jersey λέμε. Jersey City και Hoboken, δώδεκα λεπτά δρόμος με το PATH train. Ή μπαίνεις στο αυτοκίνητο, περνάς το Lincoln Tunnel ή το Holland Tunnel και βρίσκεσαι σε περιβάλλον που δεν σε αντιμετωπίζει σαν ΑΤΜ με γραβάτα.

Κάπου εκεί ο καλός μας σοσιαλιστής δήμαρχος Μαμντάνι άρχισε να ιδρώνει. Κρύος ιδρώτας.

Η θεωρία του "φορολογώ τους πλούσιους" ακούγεται, αλήθεια, πολύ ελκυστική και επαναστατική, ώσπου να θυμηθείς ότι οι πλούσιοι έχουν μία κακή συνήθεια: μπορούν και να φύγουν. Κι όταν φεύγουν, παίρνουν μαζί τους τις εταιρείες τους, τις θέσεις εργασίας, την κατανάλωσή τους, τους φόρους εισοδήματός τους και τις επενδύσεις τους. Παίρνουν μαζί τους το ταμείο. Εκείνο, ντε, στο οποίο οι χειροκροτητές θεωρούν ότι έχουν δικαιωματικά πρόσβαση.

Η Νέα Υόρκη δεν είναι στρατόπεδο, όπως στην παλιά ταινία του 1981 με τον Κερτ Ράσελ, την "Απόδραση από τη Νέα Υόρκη", για να κλειδώσεις τον κόσμο μέσα. Είναι μια πόλη που ζει από το κεφάλαιο, τις υπηρεσίες, τις επενδύσεις, την κατανάλωση και την οικονομική δραστηριότητα. Αν διώξεις αυτούς που πληρώνουν τον λογαριασμό, μένει σκέτος ο λογαριασμός. Τι ωραία ιδέα. Πόσο προοδευτική πια. Να τη βάλουμε σε αφίσα σαν την ταινία.

Ξαφνικά όμως, ο ίδιος δήμαρχος που παρουσιαζόταν σαν σταυροφόρος απέναντι στους "πλούσιους ιδιοκτήτες", άρχισε να τα μαζεύει. Πρώτα οι υπερβολές. Κατόπιν οι φορολογικές κορώνες. Στο τέλος η επιθετική ρητορική.

Άτακτη υποχώρηση.

Εκεί όμως έγινε το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της ιστορίας μας. Εξαφανίστηκαν οι Έλληνες χειροκροτητές. Μουγκάθηκαν.

Οι άνθρωποι που πριν από ελάχιστες μέρες έγραφαν με γνήσιο πασοκικό ενθουσιασμό για "ιστορική καμπή", ξαφνικά κατάπιαν τη γλώσσα τους. Σιγή ιχθύος. Ούτε εξηγήσεις, ούτε αυτοκριτική, ούτε μία μικρή παραδοχή ότι η αγορά έδειξε σε πραγματικό χρόνο τα όρια της σοσιαλιστικής τους ονείρωξης.

Όντως είναι εύκολο να παριστάνεις τον επαναστάτη με τα λεφτά των άλλων. Και να λαϊκίζεις.

Το δύσκολο ξεκινάει όταν τα λεφτά των άλλων μπαίνουν στο ασανσέρ του ουρανοξύστη, κατεβαίνουν στο πάρκινγκ και φεύγουν με λιμουζίνα για τη διπλανή Πολιτεία.

Η αείμνηστη λαίδη Μάργκαρετ Θάτσερ το είχε πει περίπου έτσι: "ο σοσιαλισμός τελειώνει όταν τελειώσουν τα λεφτά των άλλων".

Στην περίπτωση της Νέας Υόρκης δεν χρειάστηκε καν να τελειώσουν. Άρκεσε το χαστούκι της απλής διαπίστωσης: μπορούν να φύγουν λίγο παραδίπλα, με μια αλλαγή έδρας, ένα νέο μισθωτήριο και λίγη ψυχρή αριθμητική. Τόσο απλά. Τόσο πεζά. Τόσο εκνευριστικά για εκείνους που πιστεύουν ότι η οικονομία υπακούει σε συνθήματα.

Το πιο αποκαλυπτικό σημείο είναι ότι ακόμη και οι κήρυκες της υπερφορολόγησης κατάλαβαν κάτι απλό: οι φορολογούμενοι δεν είναι δεμένοι σε καρέκλα. Ούτε είναι υποχρεωμένοι να μένουν αιώνια εκεί όπου το πολιτικό προσωπικό αποφασίζει να τους μετατρέψει σε φορολογικά μουλάρια.

Στο 2026 το κεφάλαιο μετακινείται ταχύτερα από ποτέ. Με το πάτημα ενός πλήκτρου. Οι εταιρείες αλλάζουν πολιτεία, χώρα ή ήπειρο χωρίς συναισθηματισμούς. Ο φορολογούμενος δεν ψηφίζει με πανό. Ψηφίζει πρώτα με ψηφοδέλτιο, και αν αυτό δεν δουλέψει, με relocation services.

Κι η Νέα Υόρκη θα έπρεπε να το ξέρει αυτό καλύτερα από όλους. Αυτή είναι η ίδια πόλη που έχει δει επιχειρήσεις και εύπορους κατοίκους να δραπετεύουν προς τη Φλόριντα και το Τέξας. Αλλά πήγε να την ξαναπατήσει από ιδεολογικό πείσμα.

Αν ο ταλαντούχος σοσιαλιστής δήμαρχος Μαμντάνι δεν έκανε πίσω, θα ρίσκαρε να μείνει δήμαρχος μιας πόλης όπου θα αυξάνονταν οι ανάγκες ενώ θα μειωνόταν η φορολογική ύλη που τις χρηματοδοτεί. Περισσότερες απαιτήσεις από τον δημόσιο κορβανά, λιγότεροι φόροι για να τον γεμίζουν. Δηλαδή η κλασική συνταγή της σοσιαλιστικής χρεοκοπίας, αλλά με καλύτερο skyline.

Κάπου εδώ κολλάνε και τα δικά μας.

Από την κωλοτούμπα Τσίπρα μέχρι τις ιδέες Ανδρουλάκη για "ένα μισθό δώρο" στο Δημόσιο, η συνταγή είναι ίδια: δημόσια ευαισθησία, ανοιχτό χέρι και πάντα ένας άλλος να πληρώνει τον λογαριασμό. Έτσι είναι οι γνήσιοι σοσιαλιστές, ρε παιδί μου. Κάνουν μεγάλα δώρα με τα λεφτά των άλλων.

Γιατί τελικά κάποιος πρέπει να πληρώνει για όλες αυτές τις "δωρεάν" υπηρεσίες. Κι όταν κυνηγάς αυτούς που τις πληρώνουν, στο τέλος μένεις αντιμέτωπος με άδεια γραφεία και μαγαζιά, πεσμένες αξίες ακινήτων, μειωμένα φορολογικά έσοδα, και μετά αναρωτιέσαι γιατί δεν βγαίνει ο λογαριασμός.

 

Το γελοίο της υπόθεσης στα δικά μας είναι ότι εκείνοι που χειροκροτούσαν ξέφρενα πριν λίγες μέρες, τώρα κάνουν ότι δεν άκουσαν τίποτα. Χάθηκαν οι διθύραμβοι. Εξαφανίστηκε η "δικαιοσύνη". Ξεχάστηκε η γενναία φορολογική επιδρομή. Έμεινε μόνο αμηχανία.

Ας μάθουν λοιπόν ένα βασικό μάθημα:  

 

ΣΥΡΙΖΑίοι REBRAND-ΙΣΜΕΝΟΙ ΕΘΝΙΚΟΙ ΣΟΥΡΓΕΛΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΕΣ: Μανιφέστο και απολογισμός χωρίς συγγνώμες

 

Του Άγη Βερούτη

agissilaos@gmail.com

 

Ο Αλέξης Τσίπρας επέστρεψε χωρίς να έχει κάνει απολογισμό. Ή μάλλον έκανε, άλλα για όλα όσα πήγαν στραβά έφταιγαν "άλλοι".

Αυτό το ίδιο φαίνεται μοτίβο βγαίνει και στο μανιφέστο της "κυβερνώσας Αριστεράς". Όσο κι αν το κείμενο προσπαθεί να μιλήσει σε τόνο εμπειρίας και ωριμότητας. Η κυβερνώσα αριστερά παρουσιάζεται σαν υπεύθυνη και ώριμη. Είναι όμως;

Μοιάζει σαν επιστροφή που προτίθεται να ξαναξεκινήσει από την αρχή, χωρίς να έχει κλείσει τον προηγούμενο λογαριασμό, της "πρώτης φοράς".

Ο ψηφοφόρος έχει ήδη διαβάσει αυτό το αφήγημα.

Το διάβασε το 2015, όπου η θεωρία συνάντησε την πραγματικότητα και ευτυχώς νίκησε η πραγματικότητα.

Το διάβασε στα capital controls, στα κλειστά γκισέ, στις κοκορομαχίες με το Γιάνη και τον ταλαντούχο κύριο Κατρουγκαλο, στην αγωνία του Σαββάτου αν τη Δευτέρα θα ανοίξει η αγορά.

Δεν ήταν οφθαλμαπάτη. Ουτε καν αυταπάτη. Ήταν άγχος που μπήκε στα σπίτια και ρίζωσε για 4 χρόνια.

Το Μανιφέστο μιλά τώρα για μια συμπαράταξη. Σοσιαλδημοκρατία και ριζοσπαστική Αριστερά, μαζί με την οικολογία παραμπαστή από δίπλα. Από απόσταση αυτό μπορεί και να ακούγεται λογικό. Από κοντά όμως λείπει κάτι βασικό: ποιος πλήρωσε τότε και τι έχει αλλάξει ώστε να μη ξανασυμβεί το ίδιο πάλι. Εκεί το κείμενο καταρρέει ή μάλλον το αφήνει κενό.

Το αφήγημά του είναι τόσο προσεκτικό, που στο τέλος δεν πατά πουθενά. Αεροβατεί. Θεωρητικολογεί.

Μιλάει για δικαιοσύνη και κοινωνία, μέχρι τη στιγμή που μπαίνει η ερώτηση για το κόστος. Εκεί χαμηλώνει το βλέμμα. Εκεί αρχίζουν τα στρογγυλέματα. Για μια κοινωνία που όμως πλήρωσε το λογαριασμό με 99 χρόνια δεσμευμένη τη δημόσια περιουσία και υποχρεούται να πληρώνει εισιτήριο υπερπλεονασμάτων κάθε χρόνο στο διηνεκές, αυτό ακούγεται σαν κοροϊδία.

Το θέμα είναι ο τρόπος που επέλεξε να κάνει την επιστροφή του ο ταλαντούχος κ. Τσίπρας.  Εμφανίζεται σαν να μπορεί να ξαναρχίσει πάλι, αλλά χωρίς να έχει εξηγήσει πειστικά το τι έκανε όταν είχε την εξουσία.

Σαν η περίοδος 2015–2019 να ήταν κάτι που όλοι μας παρερμηνεύσαμε και έρχεται εκείνος να μας λύσει την απορία χωρίς όμως να δώσει τη βασική απάντηση: ποιος έχασε από τη διακυβέρνηση του και ποιος ωφελήθηκε. Ώστε τελικά βρε αδερφέ να πάει να ζητήσει την ψήφο από αυτούς που ωφέλησε. Οχι τους Έλληνες που ξεπάτωσε με τέσσερα παραπάνω χρόνια στύψιμο και 99 χρόνια οικονομικής ομηρίας στους δανειστές.

Ας πάει να τον ψηφίσουν οι πολίτες της πρώην ΠΓΔΜ και οι δανειστές, ή τελοσπάντων κάποιος που δεν πλήρωσε ακριβά το μάρμαρο των λαθών του.

Οι κυβερνήσεις δεν κρίνονται από τις προθέσεις που δηλώνουν, αλλά από τις αποφάσεις που παίρνουν όταν πιέζονται.

Εκεί κρίθηκε. Και απελύθη από τον ελληνικό λαό. Μια γενιά νέων παιδιών μετανάστευσε και χάθηκε από τη χώρα στο βωμό της ανικανότητάς τους. Ακόμα δεν έχουν γυρίσει αυτοί και μάλλον δεν θα γυρίσουν.

Ο μικρομεσαίος έγινε όπως πάντα το εύκολο ταμείο του κράτους. Φόροι και εισφορές πλάκωσαν ανθρώπους που ήδη έτρεχαν να κρατήσουν ανοιχτή τη δουλειά τους και το σπίτι τους. Η ρευστότητα χάθηκε από επιχειρήσεις που μέχρι χθες στέκονταν. Και όλο αυτό βαφτίστηκε κοινωνική δικαιοσύνη, για να περάσει πιο εύκολα.

Τους συνεργάτες του που κάποτε ήταν πρώτη σειρά, τώρα τους βάζει στον εξώστη, επειδή χαλάνε το κάδρο της επιστροφής. Αυτό δεν είναι ασήμαντο. Δείχνει πώς μετακινεί την ευθύνη όταν αρχίζει να τον βαραίνει.

Η πολιτική γράφει εκεί που βλέπεις τι έμεινε στο τέλος του μήνα, ποιος είπε άλλα και ποιος μετά έψαχνε ποιον θα φορολογήσει ως το μεδούλι για να βγουν τα νούμερα.

Αυτό το παρελθόν δεν αλλάζει με κανένα μανιφέστο.

Χρειάζεστε μια καθαρή φράση παραδοχής από τον άνθρωπο που τότε είχε το τιμόνι χωρίς αποποιήσεις ευθυνών: Πού πιέστηκε λάθος η κοινωνία και γιατί; Πού μεταφέρθηκε το κόστος; Ποιος φταίει για αυτό;

Χωρίς αυτά, η επιστροφή Τσίπρα είναι επανάληψη του ίδιου έργου που θέλει να περάσει για πρεμιέρα.

Και είναι και κάτι ακόμη, πιο απλό από όλα τα προηγούμενα. Όταν κάποιος πει και καμιά "συγγνώμη, κάναμε λάθος", μπορείς να σκεφτείς να του δώσεις ίσως μια ευκαιρία ακόμα για να τα κάνει σωστά αυτή τη φορά. Αν όμως εκείνος πιστεύει ότι όλα σωστά τα έκανε, και καμιά συγγνώμη δεν του βγαίνει, τότε αυτό είναι εγγύηση ότι πάλι τα ίδια λάθη θα ξανακάνει. Ακριβώς τα ίδια.

Εκεί κολλάει και η "Ιθάκη", γιατί δεν ήταν ποτέ απολογισμός. Ήταν Γολγοθάς, όχι Ιθάκη. Ήταν προσπάθεια να παρουσιαστεί μια βαριά περίοδος σαν πορεία δικαίωσης, με την ευθύνη να διαχέεται, να φεύγει Τσίπρας από το κάδρο της και το βάρος να μένει στην κοινωνία ή στους άμοιρους πρώην συνεργάτες του. Του εξώστη ντε!

Άλλο η μνήμη φυσικά αυτών που θέλουν να επιστρέψουν στις καρεκλες και άλλο η μνήμη αυτού που πλήρωσε τα λάθη τους.

Ο ελληνικός λαός ήδη έχει απολύσει τον ταλαντούχο κ. Τσίπρα μία φορά για όσα έκανε διαμετρικά αντίθετα από αυτά που έλεγε. Αυτό είναι η απόφαση της κοινωνίας. Γιατί να τον εμπιστευτεί τώρα άραγες;

Αν η επιστροφή του ταλαντούχου κ. Τσίπρα σημαίνει να ξαναζήσουμε το ίδιο έργο της "πρώτης φοράς αριστεράς" αλλά με άλλη αφήγηση, η απάντηση είναι απλή: