"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΑΝΔΟΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΑΝΔΟΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

KOIΝΩΝΙΑ: Η μελλοντική ευκαιρία της νέας γενιάς



Η Ελλάδα γνωρίζει πολύ καλά τι σημαίνει διχασμός. Θα περίμενε λοιπόν κανείς ότι τα μηνύματα που έχει εισπράξει η πολιτική σκηνή από την ίδια την κοινωνία θα οδηγούσαν τα κόμματα σε μια διαφορετική προσέγγιση της 6ης Δεκεμβρίου. Ο ελληνικός λαός έχει στείλει το μήνυμα ότι απαιτεί μια πολιτική ιδιοσυγκρασία πιο «ντιρέκτ», χωρίς ανούσιες ρητορείες και επικοινωνιακά τρικ. Βρισκόμαστε στα χαρακώματα με τις παρωχημένες νοοτροπίες κι αν θα έπρεπε κάποιοι να το αντιληφθούν πρώτοι, αυτοί δεν είναι παρά οι «πατέρες του έθνους μας».

Ωστόσο, το κλίμα πόλωσης που επικράτησε στο πολιτικό σκηνικό σχετικά με την επέτειο της δολοφονίας του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, ξέχωρα από την επικινδυνότητά του –θα μπορούσε να λειτουργήσει σαν λάδι στην φωτιά των συλλαλητηρίων– απέδειξε ότι ελάχιστα βήματα έχει κάνει η εγχώρια πολιτική σκηνή προς το μέλλον. Και το χειρότερο είναι ότι όσοι είχαν ευθύνη για τα γεγονότα του 2008, δεν φάνηκε να τιμούν τον ίδιο τον Αλέξανδρο, την μνήμη του ή την οικογένειά του, μα πάσχισαν να οικοδομήσουν για ακόμη μια φορά μια ευτελή κομματική τακτική. Έτσι τα φαντάσματα του παρελθόντος κι οι διαχωριστικές γραμμές που βύθισαν τούτη τη χώρα, βασίλεψαν ξανά.

Στον αντίποδα, οι πιτσιρικάδες που διαδήλωσαν στη μνήμη του 15χρονου Αλέξη, λειτούργησαν πιο ώριμα. Για τη γενιά τους η 6η Δεκεμβρίου είναι μια ημέρα μνήμης και αυτό κανείς δεν μπορεί να τους το στερήσει. Άλλοι κατέβηκαν στο κέντρο για να φωνάξουν συνθήματα σχετικά με το κλίμα τρομοκρατίας που μαστίζει την ελληνική κοινωνία. Άλλοι προκειμένου να θυμηθούν το γεγονός που σήμανε το τέλος της αθωότητάς τους. Και αρκετοί για να διαμαρτυρηθούν για αυτό που ζουν καθημερινά οι ίδιοι κι οι οικογένειές τους. Είναι συγκλονιστικό να βλέπεις παιδιά που βρίσκουν διέξοδο από το ίντερνετ, τα ηλεκτρονικά παιχνίδια και τη τυφλή μάθηση, διατυπώνοντας ειρηνικά τους προβληματισμούς τους για ένα καλύτερο αύριο μέσα από μια ώριμη κοινωνική συνείδηση. Και θα με συγκινούσε ακόμα πιο πολύ εάν έπαιρνα όρκο ότι τα περισσότερα από αυτά δεν είχαν σπεύσει εκεί παρακινούμενα από κάποια πολιτική παράταξη.

Αναρωτιέμαι συχνά ποιο είναι το κληροδότημα του Δεκέμβρη του 2008 και εκεί που καταλήγω τελικά είναι ότι οδήγησε το μεγαλύτερο μέρος της γενιάς του Αλέξη να αποκτήσει την φωνή που έλλειπε από πολλές γενιές των προηγούμενων δεκαετιών. Όσοι γεννήθηκαν από το 1965 και μετά ήταν πολύ μικροί στο Πολυτεχνείο για να το θεωρούν νίκη της γενιάς τους. Όλα αυτά τα παιδιά όμως που γεννήθηκαν στις αρχές και τα μέσα της δεκαετίας του ’90, των πιο απολιτίκ χρόνων της μεταπολιτευτικής ιστορίας μας, βρήκαν στον θάνατο ενός συνομήλικού τους μια αφορμή για να εκδηλώσουν κάτι από την ερμητική εφηβική ιδιοσυγκρασία τους. Κι αυτό είναι πολύ σημαντικό – αν και είναι το μόνο που μπορώ να βρω. Δε νομίζω ότι τα γεγονότα του 2008 άφησαν τίποτε άλλο. Δεν είμαι βέβαιος αν όξυναν την κοινωνική ευαισθησία μας γενικότερα ή αν μας βοήθησαν στο ελάχιστο να αντιμετωπίσουμε αυτό που ζούμε σήμερα.

Το κύμα βίας που εκδηλώθηκε τότε δεν ήταν «εξέγερση». Όσοι το βάφτισαν έτσι, παραγνωρίζουν προφανώς ότι οι «εξεγέρσεις», ακόμη κι αν δεν τα καταφέρνουν να ανατρέψουν καθεστώτα και να γίνουν «επαναστάσεις», αφήνουν ίχνη πίσω τους (για παράδειγμα, ο Μάης του ’68 οδήγησε σε μια τεράστια εκπαιδευτική μεταρρύθμιση στη Γαλλία και κληροδότησε κάποια συνθήματα που ακόμα τα επικαλούνται οι απολογητές του). Εδώ δεν υπάρχει αντίστοιχη κατάσταση. Κι όσοι υποστήριζαν μετά μανίας ότι η εξάπλωση της βίας στους κοινωνικούς ιστούς είναι προϊόν της κρίσης, διαψεύδονται κατηγορηματικά.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Ο πόλεμος ενός μπουρδέλου με τον... εαυτό του



Το όνειρο έχει σβήσει προ πολλού. Αυτή η χώρα βρίσκεται σε πόλεμο με τον εαυτό της. Κοιτάς τριγύρω, τίποτα δεν λειτουργεί. Έχει αλλάξει κάτι σε σχέση με πέρυσι, σε σχέση με πρόπερσι; 

Τα γραφειοκρατικά κέντρα παραμένουν μπλοκαρισμένα, οι αρτηριοσκληρωτικές δομές φρενάρουν κάθε ίχνος ανάπτυξης. Και το χειρότερο, ο εκνευρισμός έχει οδηγήσει τη χώρα σε μια πρωτοφανή διχόνοια. Ναι, φταίνε οι κυβερνήσεις χρόνια. Οι πολιτικοί μοιάζουν με αναλώσιμο είδος, θέλουν να δοκιμάσουν την τύχη τους για να αποτύχουν. Ποιος πολιτικός έμεινε αλώβητος στη σύγχρονη ιστορία μας; Κανείς δεν εξάλειψε την κρατική διαφθορά, τη γραφειοκρατία, την εκτεταμένη φοροδιαφυγή, και φυσικά ουδείς τόλμησε να μειώσει το κόστος του πολιτικού και συνδικαλιστικού συστήματος που είναι πολλαπλάσιο των άλλων χωρών.

Αργά αλλά σταθερά τα τελευταία δύο χρόνια, η παρατεταμένη ύφεση διέλυσε την οικονομία και αντί να μειωθεί ο προκλητικός πλούτος, την πλήρωσε η κοινωνία. Φταίνε όμως μόνο οι πολιτικοί; 

 Όχι, είναι ζήτημα νοοτροπίας. Η νοοτροπία που επικρατεί εδώ και δεκαετίες είναι που έχει φέρει την Ελλάδα στο χείλος της καταστροφής – η νεοελληνική νοοτροπία που διαμορφώνει αντιλήψεις, φαινόμενα, ρεύματα, πρακτικές. Πριν βγάλουμε τα 80 δις στην Ελβετία, οι ιδιωτικές καταθέσεις στις τράπεζες ξεπερνούσαν τα 200 εκατομμύρια. Ήμασταν η χώρα με τη χαμηλότερη παραγωγικότητα στην ευροζώνη αλλά με το υψηλότερο ποσοστό κατανάλωσης. Τα Καγιέν με τα φιμέ τζάμια ήταν το μόνιμο αξεσουάρ σε δρόμους γεμάτους λακκούβες. Και ο νεοέλληνας δεν θύμιζε παρά έναν πονηρό τυχοδιώκτη, κάτι σαν τον χαρακτήρα του Αντ. Καφετζόπουλου στη τηλεοπτική σειρά «Και οι παντρεμένοι έχουν ψυχή». Το μυαλό στα φράγκα. Στην καλοπέραση. Στο εδώ και τώρα.

Το αποκορύφωμα αυτής της νοοτροπίας ήταν ένα ΑΕΠ, όσα δεν είχαν μαζί όλες οι γειτονικές χώρες. Με δύο αυτοκίνητα ανά οικογένεια. Με αναρίθμητα εισοδήματα κοντά στα 50, στα 70 χιλιάρικα. Στο μεταξύ, βουβά, θρηνητικά σχεδόν, ένα κομμάτι της κοινωνίας βούλιαζε στην ένδεια, μα κανείς δεν το λογάριαζε, γιατί το περίβλημα έμοιαζε αστραφτερό. Το μιλένιουμ βρήκε τη χώρα σε Ολυμπιακή μέθη, ελάχιστοι κόπτονταν για τον απώτερο κίνδυνο τέτοιων φαινομένων, το ότι ο αβάσιμος ιδιωτικός πλουτισμός επιφέρει την δημόσια φτώχεια

Ήταν τέτοια η παραζάλη που το σύστημα κρύφτηκε πίσω από συνθήματα νηπιακής νοημοσύνης τύπου «Σεμνά και ταπεινά». Μα πότε επικράτησε σεμνότητα και ταπεινότητα σε αυτόν τον τόπο;  

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Eπάγγελμα "λομπίσρας"

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Του ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΔΑΝΔΟΛΟΥ

Ποιο ήταν το προσοδοφόρο επάγγελμα στην Ελλάδα την περίοδο 1995-2010; 

Το να είσαι «λομπίστας». Ο όρος παραπέμπει στην ονομασία που επινόησαν οι Αμερικανοί τα χρόνια της δεκαετίας του πενήντα για τους «διαμεσολαβητές» των μεγάλων οικονομικών συμφωνιών ανάμεσα στο κράτος και την ιδιωτική αγορά. Συνήθως απόφοιτοι κολλεγίων της Νέας Αγγλίας, με υποτροφίες στα διάφορα Χάρβαρντ και Κορνέλ, τα «χρυσά παιδιά» του American dream έγιναν οι συνδετικοί κρίκοι της πολιτικής με τους κύκλους των μεγάλων συμφερόντων.

Στην Ελλάδα οι λομπίστες απέκτησαν δύναμη μόλις το χρήμα άρχισε να ρέει άφθονο, μόλις δηλαδή τα ίδια τα λόμπι επέτρεψαν πλουσιοπάροχες αμοιβές ικανές να χτίσουν περιουσίες. Συνέπεσε με τη ξαφνική άνθιση του Greek dream, τότε που οι οκτώ στους δέκα Έλληνες βρέθηκαν να βγάζουν λεφτά είτε από το Χρηματιστήριο είτε με ένα σωρό άλλους τρόπους που έδιναν την εντύπωση ότι ζούμε σε μια πάμπλουτη χώρα.

Θυμάμαι ότι ήταν γύρω στα 1994 όταν είδα έναν παλιό φίλο πίσω από κάποιον πανίσχυρο υπουργό. Λίγους μήνες πριν ήταν ένας συντάκτης της σειράς σε κάποια εφημερίδα της εποχής. Δεν είχε πτυχίο, δεν ήταν καν έμπειρος δημοσιογράφος και στεκόταν λίγα βήματα πίσω από τον πολιτικό σαν να ήταν η σκιά του. «Ανέλαβες το γραφείο τύπου;» τον είχα ρωτήσει. «Όχι, όχι», μου είχε πει, «κανονίζω τις επαφές του. Ποιους θα δει, με ποιους θα μιλήσει». Και με αυτόν τον αφελή τρόπο επισφράγισε ένα φαινόμενο που θα το έβλεπα όλο και πιο συχνά τα επόμενα χρόνια.

Μερικούς μήνες αργότερα ο συγκεκριμένος υπουργός απομακρύνθηκε από το πόστο του και τα ίχνη του δημοσιογράφου χάθηκαν για πάντα από τα ραντάρ μου. Μα δεν είναι μια δουλειά για να χτίσεις καριέρα το να «κανονίζεις επαφές». Γι’ αυτό και οι περισσότεροι λομπίστες τη δεκαετία του 2000, τότε που το πράγμα έγινε επιστήμη, φρόντιζαν να μεγαλοπιαστούν με το καλημέρα, θέτοντας τα χρήματα του δημοσίου στις ανάγκες των εκάστοτε «επαφών». Κι έτσι οι αναθέσεις άρχισαν να πέφτουν βροχή κι οι υπερτιμολογήσεις για κάθε έργο εξακοντίζονταν στην στρατόσφαιρα, αφήνοντας ευχαριστημένους τους πάντες που έπαιρναν μέρος στο deal. Μα αυτά είναι εύκολο να τα συνοψίσει κανείς.

Εκείνο που έμοιαζε πάντοτε δύσκολο να φανταστείς ήταν το ειδικό βάρος του λομπίστα. Εδώ δεν υπήρχαν Χάρβαρντ, Κορνέλ και μάστερ στην επικοινωνία ως φερετζές της «ευαίσθητης εργασίας» προς τον αξιότιμο κύριο υπουργό. Υπήρχε μόνο η προσωπική γνωριμία μαζί του. Άλλος κατέβαινε από το χωριό, άλλος άφηνε ένα ασήμαντο δημοσιογραφικό στασίδι, άλλος ήταν μακρινός ξάδελφος. Και στο όνομα αυτών ήταν που η Ελλάδα άρχισε να αιμορραγεί σοβαρά. Τους έβλεπες, ήταν πάντα κάπως μουλωχτοί, αθόρυβοι, κάτι σου θύμιζαν μα δεν ήξερες τι, ωστόσο τους έπαιρνες γραμμή πολύ πριν καθιερωθεί ο όρος «golden boys» να περιδιαβαίνουν σινιαρισμένοι τα βουλεβάρτα της νεοελληνικής ευφορίας, έχοντας τα νύχια του αρπαχτικού καλά καλυμμένα πίσω από τις χαλαρές χειραψίες τους. «Φέρε μου μια πρόταση να την μελετήσω», έλεγαν.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Τα λουλούδια στον ΣΔΟΕ από μένα

Toυ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΔΑΝΔΟΛΟΥ

Το ότι η Ελλάδα και το μαύρο χρήμα της αναστέναζαν στα νυχτερινά κέντρα ήταν σήμα κατατεθέν μιας χώρας που βυθιζόταν στη γυάλινη ευδαιμονία της. Αν σκεφτεί κανείς ότι κάθε έμφορτο φελιζόλ πιατάκι κοστίζει δέκα με δεκαπέντε ευρώ και μια μέτρια κατανάλωση ενός αφοσιωμένου θαμώνα πρώτων τραπεζιών είναι εκατό με διακόσια πιατάκια, τότε το ποσό που διέθετε ο αξιότιμος κύριος με το πούρο και τη χαρμόσυνη κουστωδία του ήταν 1.500 με 3.000 ευρώ. Και φυσικά, άνευ απόδειξης.

Αντιλαμβάνεται κάποιος ότι ο λατρευτικός βωμός της πίστας αποτελεί τον πιο αμείλικτο καθρέφτη ενός τόπου που στα χρόνια της νεοελληνικής χίμαιρας συνδέθηκε με τα θηριώδη Καγιέν, τα γαρίφαλα από χρυσάφι, τα τραπέζια ρεζερβέ στις λαϊκοπόπ τελετές των εγχώριων αστεριών, όλη αυτή την ατμόσφαιρα «μεγαλείου». 

Δεν έχουμε τίποτα να χωρίσουμε με τους συμπαθείς καλλιτέχνες των οποίων τα εισοδήματα ήρθαν στη δημοσιότητα τις περασμένες μέρες. Σε μια εποχή όμως που οι Έλληνες προβαίνουν σε θυσίες προκειμένου να διαχειριστούν τη λαίλαπα της φορολογίας, την ανεργία, την ακρίβεια της ζωής που δεν συμβαδίζει με τη μείωση ή την εξάλειψη των δικών τους αποδοχών, αναρωτιόμαστε αν τα τρικ στα οποία προσφεύγει ένας καλλιτέχνης για να μη φορολογείται για τις αποδοχές του έχουν ηθική βάση σε σχέση με τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι υπόλοιποι επαγγελματίες αυτού του τόπου. Και εξηγούμαστε: Από τις δηλώσεις που έκαναν προχθές αρκετοί καλλιτέχνες, έγινε σαφές ότι το κλειδί είναι η ύπαρξη εταιρειών στις οποίες έχουν εκχωρήσει τα δικαιώματά τους, καθώς και την καλλιτεχνική τους δραστηριότητα.

Με απλά λόγια, ο τρόπος που έχουν ανακαλύψει για να πληρώνουν λιγότερα χρήματα στην Εφορία σε σύγκριση με τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους (ιδιαίτερα όσους έχουν να επιδείξουν υψηλές ετήσιες απολαβές) είναι να συστήνουν εταιρείες ομόρρυθμες, ετερόρρυθμες, ΕΠΕ ή και ΑΕ. Διαμέσου αυτής της διαδικασίας, η συνολική φορολογική επιβάρυνσή τους είναι μικρότερη από εκείνων που φορολογούνται εξ ολοκλήρου με τη φορολογική κλίμακα. Η τακτική είναι απολύτως νόμιμη. Είναι όμως και ηθική; Εδώ είναι η ουσία.

Με τη σύσταση της εταιρείας οι περισσότεροι αποκτούν περιουσιακά στοιχεία στο όνομα της επιχείρησης και οποιαδήποτε δαπάνη αφορά αυτά τα περιουσιακά στοιχεία, μειώνοντας τα καθαρά κέρδη της εταιρείας. Ισχύει μήπως το ίδιο για τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους, οι οποίοι όταν αποκτούν ένα περιουσιακό στοιχείο δεν προβλέπεται για τη δαπάνη αυτή μείωση του φορολογητέου εισοδήματος; 

Γίνεται αντιληπτό, λοιπόν, ότι το ίδιο το φορολογικό σύστημα (και λιγότερο φυσικά αυτοί που εξακολουθούν να το εκμεταλλεύονται) παραμένει εξαιρετικά αντιφατικό, καταπιέζοντας όσους βγάζουν λίγα και παρέχοντας ευκολίες σε όσους βγάζουν πολλά.