"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΝουΔο-γαλαζαίικα ΕΘΝΙΚΑ ΣΟΥΡΓΕΛΑ: Από μικρό και από... Βλάχο μαθαίνεις ενίοτε την αλήθεια

Στο απόσπασμα κι ο Γιώργος Βλάχος

triantafillou dimitra (ditriantafillou) - Προφίλ | Pinterest

 

Του ΜΙΧΑΛΗ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗ 

Από μικρό και από Βλάχο μαθαίνεις ενίοτε την αλήθεια. Για να προσπελάσεις την αλήθεια του Γιώργου Βλάχου πρέπει να διασχίσεις τον ιστό του ιδιωματικού συντακτικού του.

«Αυτό που θα επιλέξει ο ελληνικός λαός την Κυριακή των εκλογών», είπε ο αειθαλής βουλευτής Αττικής, «δείχνει τις κινήσεις της επόμενης μέρας». Η εκλογική Κυριακή δείχνει τη μετεκλογική Δευτέρα. Αλλά όχι μόνο: «Ολα μπαίνουν στο τραπέζι και όλα αποκλείονται. Είναι συνάρτηση του τι αποτελέσματα θα έχουμε».

Μπορεί ο βρυχηθμός της νεοκαραμανλικής ντουντούκας να ακούγεται κάπως ασυνάρτητος όταν μεταγράφεται στο χαρτί. Ο Βλάχος πάντως επιχείρησε έτσι να απαντήσει στο αν είναι πιθανή η μετεκλογική συνεργασία της Ν.Δ. με το επωαζόμενο κόμμα Σαμαρά. Και είπε δημόσια αυτό που συζητιέται ζωηρά στην αντιμητσοτακική γαλαρία της Δεξιάς: Ο στόχος των συνιστωσών του νεοδημοκρατικού παρελθόντος είναι να μην ξεπεράσει η Ν.Δ. την επίδοσή της στις ευρωεκλογές. Ενα 28-minus θα επιτρέψει, εκτιμούν, την εξώθηση του Μητσοτάκη σε παραίτηση, ώστε να πάει το κόμμα στις δεύτερες κάλπες με νέα ηγεσία. Ο διάδοχος θα μπορέσει να ενώσει ξανά την παράταξη, ενσωματώνοντας ξανά τον Σαμαρά, ή συνεργαζόμενος με το κόμμα του για τον σχηματισμό κυβερνητικής πλειοψηφίας.

Παρεξηγούν έτσι τον πρώην πρωθυπουργό όσοι ισχυρίζονται ότι τον κινεί τυφλός ρεβανσισμός. Ο Σαμαράς έχει σχέδιο: να διασπάσει τη Ν.Δ. για να μπορέσει να συνεργαστεί μετά μαζί της και να την ξαναφέρει στην εξουσία.

Εκλογική προπαίδεια και αστάθμητη μετεκλογική πραγματικότητα.

Το σενάριο ακούγεται εύλογο, αν υποκύψει κανείς στα τεφτέρια της εκλογικής μπακαλικής: Θα είναι, λένε, η Ν.Δ. στο 25 με 28. Θα τσιμπήσει και κανένα 4-5 ο Σαμαράς. Ε, μετά, στις επαναληπτικές εκλογές, δεν θα πάρει άλλο ένα 5 η Ν.Δ. από την ώθηση που θα της δώσει ο νέος αρχηγός; Θα πλησιάσει κάπως το κατώφλι της αυτοδυναμίας. Παστρικές προσθέσεις.

Δεν είναι σαφές, βέβαια, γιατί αυτό το 5% που θα επαναπατριστεί στη Ν.Δ. θα είναι άλλο, επιπλέον 5% από αυτό που θα έχει μετακινηθεί προς Σαμαρά.

Κυρίως, δεν είναι σαφές πώς θα ανακάμψει ένα ηττημένο κόμμα μόλις μέσα σε ένα μήνα επειδή θα έχει νέο πρόσωπο στην ηγεσία, χωρίς το ίδιο το κόμμα να μπορεί καν να ισχυριστεί ότι έχει αλλάξει.

Θα έχει τόσο ισχυρή δημαγωγική σαγήνη αυτό το «νέο» πρόσωπο;

Θα είναι τόσο χαρισματικό ώστε να έχει καταφέρει να κρατήσει τόσο καιρό το χάρισμά του αθέατο στο μούσκιο;

Και πώς θα αποτινάξει από πάνω του την αντίφαση ότι επί οκτώ χρόνια μετείχε ανελλιπώς σε μια κυβέρνηση που θα ζητεί εντολή για να αντικαταστήσει;

Θα υπερασπίζεται στην προεκλογική περίοδο την οκταετία 2019-2027 ή θα την αποδομεί; Ή θα δοκιμάσει να τσαλαβουτήσει και στα δύο, αντισυμπολιτευόμενος;

Ολη η –ρητή και άδηλη– αντιμητσοτακική ενέργεια έχει επενδυθεί σε αυτό το νούμερο: Ολα τα λεφτά στο 28.

Το κλισέ λέει ότι ο πρώτος κανόνας στην πολιτική είναι να ξέρεις να μετράς. Αλλά…

ΕΛΑΣιτο-ΣΥΡΙΖΑίικα ΕΘΝΙΚΑ ΞΕΦΤΙΛΙΣΜΕΝΑ ΣΟΥΡΓΕΛΑ: Ξεδιάντροπων κατσαπλιάδων δίλλημα: Ικέτες στα σκαλιά του Τζοκόντου ή κομμένοι αλλά με κόμμα , με γραφεία, σφραγίδα, ΑΦΜ και κρατική επιδότηση?

 Image

 

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ 

Του ΜΙΧΑΛΗ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗ 

Το καλύτερο rebranding στον Τσίπρα το έχουν κάνει οι βουλευτές που προσπίπτουν στα σκαλιά της Αμαλίας ικέτες, χωρίς να τους έχει χαρίσει ούτε ένα νεύμα ενθάρρυνσης.

Αυτό το ψυχόδραμα –που άρχισε στον εξώστη του «Παλλάς», συνεχίστηκε με τον Φάμελλο να θέτει το κόμμα του στην υπηρεσία του φορέα που το διέλυσε, και διαρκεί με τις αλλεπάλληλες παραιτήσεις– συνιστά την πιο εμφατική αναγνώριση του αρχηγικού κύρους ενός πολιτικού που έχει χάσει όλες τις εκλογές μάχες που έδωσε από τον Μάιο του 2019 και μετά.

Φεύγουν από τον ΣΥΡΙΖΑ, ομολογώντας ότι χωρίς τον Τσίπρα δεν είναι τίποτε. Τα παίζουν όλα σε ένα πολιτικό κεφάλαιο που πριν από τριάμισι χρόνια φαινόταν χρεοκοπημένο.

Λένε ότι ο πρώην πρωθυπουργός κρατάει στάση «σκληρή» με το να απαξιώνει δημοσίως τους πρώην συντρόφους του και το πρώην κόμμα του ως ξοφλημένους. Αυτός ο πολιτικός σαδισμός δεν θα ήταν εφικτός αν δεν τον νομιμοποιούσαν οι μαζοχιστές που, παραιτούμενοι ο ένας μετά τον άλλον, δηλώνουν τη διαθεσιμότητά τους.

Επιτρέπουν έτσι σε αυτόν που αναγνωρίζουν ως κυρίαρχο να στήνει ένα θέατρο ανανέωσης, χωρίς πολύ κόπο: Αφού απορρίπτει το «παλιό», στο πρόσωπο των αυτόκλητων λιβανιστών του, μπορεί ο ίδιος να προβάλλει ως «νέος», κι ας ευθύνεται για την ανάδειξη των περισσοτέρων απ’ όσους τώρα περιφρονεί.

Λέει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ «έκλεισε τον κύκλο του» σαν να μην ήταν ο ίδιος που άνοιξε και έκλεισε αυτόν τον κύκλο – σαν να μην είχε οδηγήσει πρώτος το κόμμα στην εκλογική τελευτή του.

Είχαν οι παραιτηθέντες, που κόβουν νουμεράκι αναμονής για ένταξη στην ΕΛΑΣ, εναλλακτική επιβίωσης; 

Μπορούσαν να αποφύγουν τον αυτοεξευτελισμό της μονομερούς προσχώρησης χωρίς «χαρτιά»; 

Μάλλον όχι.  

Η πίστη στον Τσίπρα είναι το απονενοημένο τους διάβημα.

Εξίσου εγκλωβισμένοι είναι όμως κι αυτοί που αντιστέκονται.  

Οσοι έμειναν στον ΣΥΡΙΖΑ –οκτώ όλοι κι όλοι ενεργοί βουλευτές, που έστερξαν στην ψηφοφορία για την αντικατάσταση του Φάμελλου από τη Ρένα Δούρου– δεν θα υπέβαλλαν εαυτούς σε αυτό το ιλαροτραγικό βάσανο αν είχαν έστω και την αμυδρά ελπίδα ότι θα τους δεχόταν ο Τσίπρας. Ξέρουν ότι είναι κομμένοι

Καλύτερα κομμένοι με κόμμα –με γραφεία, σφραγίδα, ΑΦΜ και κρατική επιδότηση– παρά κομμένοι και ρέστοι.  

Η Δούρου και οι εφτά παρουσιάζουν έτσι το Κούγκι τους ως υπερήφανη αυτοτέλεια.

Δεν είναι λογικό –κάποιοι λένε ότι δεν είναι ούτε ηθικό– να πετάς από πάνω σου το κόμμα που σε έκανε πρωθυπουργό

Για τον Τσίπρα όμως...

 

ΕΘΝΙΚΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΣΟΥΡΓΕΛΑ: Λεβέντηδες

Βασίλης Λεβέντης: Τσακωμός on air με Λοβέρδο! [vid]

 

Του ΜΙΧΑΛΗ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗ 

Σκέψου έναν τύπο. Θυμώνει. Αφρίζει.

Βρίζει τους πάντες. Τους καταριέται.

Μιλάει για την πολιτική όπως θα μιλούσε για μπάλα, με τα μυαλά μονίμως στα κάγκελα. Κι έχει την πεποίθηση ότι αυτός θα τα έκανε όλα καλύτερα, αν μια μέρα τον κάναμε πρωθυπουργό.

Τη μηχανή του υβρεολογίου του δεν την κινεί μόνο η πεποίθηση. Την τρέφει και η άμεση σχέση με τους απρόσωπους άλλους. Τα σχόλιά τους –έξαλλα, χλευαστικά, εμπρηστικά– κρατούν τη φλόγα του ζωντανή.

Αυτός ο τύπος ήταν κάποτε ένας κι έκανε one man show στην τηλεόραση. Ηταν ο Βασίλης Λεβέντης.

Πόσοι όμως είναι σήμερα οι Λεβέντηδες;

Πόσοι έχουν, χάρη στα νέα Μέσα, αποκτήσει κοινό, με το οποίο μπαίνουν σε καθημερινή άμιλλα χολής;

Πόσα διαγγέλματα κατά φαντασίαν πρωθυπουργήσιμων περνούν κάθε μέρα από την παλαμιαία οθόνη μας;

Ο Λεβέντης ήταν μια προφητική ενσάρκωση του ήθους των κοινωνικών δικτύων. Είχε ανοίξει ένα μιντιακό χωραφάκι όπου έβρισκαν βοσκή εκατοντάδες τρολ, προτού αρχίσει να τρολαρμενίζει ο κόσμος όλος.

Τότε …

ΠΑΣΟΚοι ΕΘΝΙΚΟΙ ΣΟΥΡΓΕΛΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΕΣ: Σούργελα οχυρωμένα συνειδητά στην επανάληψη

 

Του ΜΙΧΑΛΗ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗ 

Μπορεί ένα κόμμα που είναι τριτοτέταρτο να εξακολουθεί να δηλώνει ως στόχο του την πρωτιά;

Διατηρεί έτσι την αντιπολιτευτική αιχμή του ή μήπως υποσκάπτει όσο κύρος του έχει απομείνει, αρνούμενο την πραγματικότητα;

Στο ΠΑΣΟΚ αναπτύσσεται όλη η γκάμα των απαντήσεων. Από τον Χρήστο Κακλαμάνη και τη Νάντια Γιαννακοπούλου, που ομολογούν ότι ο στόχος της πρώτης θέσης δεν είναι ρεαλιστικός, μέχρι τον Παύλο Γερουλάνο που –αν και δεν μπορεί να κατηγορηθεί για πρόθεση εξωραϊσμού– επιμένει ότι στόχος ενός κυβερνητικού κόμματος πρέπει πάντα να είναι η πρώτη θέση.

Με όποιον κι αν συμφωνήσει κανείς, με τους ιδεαλιστές ή με τους ρεαλιστές της Χαριλάου Τρικούπη, η κατάσταση του ΠΑΣΟΚ δεν αλλάζει: Η ηγεσία μοιάζει τόσο αιφνιδιασμένη από την εντελώς προβλέψιμη επάνοδο του Τσίπρα, ώστε να οχυρώνεται συνειδητά στην επανάληψη. Δηλώνει ότι θα εξακολουθήσει να κάνει ό,τι έκανε, πεπεισμένη ότι έκανε το σωστό και ότι θα δικαιωθεί στο βάθος του χρόνου, όταν ο θόρυβος που σήκωσε το νέο κόμμα (του παλιού πρωθυπουργού) θα έχει καταλαγιάσει.

Και η ενδοπασοκική μειοψηφία;

Ποια ήταν η δική της εναλλακτική στρατηγική, όσο ο πρόεδρος σπαταλούσε το παράθυρο ευκαιρίας που του δόθηκε για να μονοπωλήσει την (σοβαρή) αντιπολίτευση;

«Εναλλακτική» προσφέρει μόνο ο Δούκας, που θέλει να εγγράψει και επισήμως το ΠΑΣΟΚ στις εφεδρείες του Τσίπρα. Οι υπόλοιποι –κομψοί ή όχι– επικριτές του Ανδρουλάκη έχουν περιοριστεί σε ρόλο σχολιαστή των δημοσκοπήσεων. Μοιρολογούν τη διολίσθηση, αλλά δεν είναι σε θέση να αρθρώσουν σχέδιο ανάσχεσής της.

Μπορεί να καταρτίζεις στρατηγική πάνω στην αποχή;

Η εύκολη απάντηση είναι ότι, όταν έχουμε ήδη μπει σε προεκλογικό χρόνο, δεν μπορεί εύκολα να διατυπωθεί δημοσίως στρατηγική εναλλακτική σε μια ηγεσία που ανανέωσε τη νομιμοποίησή της στο μέσον της τετραετίας. Δεν μπορεί εύκολα ο Γερουλάνος, που βγήκε «ολίγον» τρίτος, πίσω από τον Ανδρουλάκη και τον Δούκα, τον Οκτώβριο του 2024, να αμφισβητήσει καθολικά την πορεία της ηγεσίας. Μπορεί μόνο να επιχειρεί εναντίον της τηλεοπτικούς βελονισμούς, προοικονομώντας την «κανονική» αμφισβήτηση που θα ξεδιπλωθεί, αφού επέλθει το μοιραίο. Για να μπορεί τότε να λέει «εγώ τα είχα πει».

 

Ετσι, καθώς το κόμμα ανταγωνίζεται την Καρυστιανού για την τρίτη θέση, εκδηλώνει ένα σάστισμα, που δεν εκπορεύεται μόνο από την ηγεσία.

Το ΠΑΣΟΚ χάνει ραγδαία επιρροή και το προτεινόμενο αντίδοτο είναι το κλισέ ότι «θα σηκώσουμε τους παλιούς από τον καναπέ».

Τη θεωρία μηρυκάζει και ο Γερουλάνος, που επαναφέρει ως στόχο το φανταστικό ρεζερβουάρ της αποχής – των αμέτοχων του εκλογικού σώματος, οι οποίοι είναι «τριπλάσιοι της σημερινής δύναμης του ΠΑΣΟΚ».

Το κόμμα έτρεχε μόνο του επί τρία χρόνια και έσκασε πριν από τον τερματισμό.

Η μόνη «εναλλακτική» που προτείνεται είναι…

 

ΣΥΡΙΖΑίοι REBRAND-ΙΣΜΕΝΟΙ ΕΘΝΙΚΟΙ ΣΟΥΡΓΕΛΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΕΣ: Τζοκοντικές ασυνταξίες - Οταν μπορείς να μιλάς άνετα σε ασύντακτα όργανα.

Του ΜΙΧΑΛΗ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗ 

Το λένε σαν να είναι έλλειμμα

Ο Τσίπρας, λένε, κατάφερε τη δημοσκοπική του εκτόξευση, παρότι δεν έχει στήσει ακόμη κόμμα.  

Παρότι ή επειδή;

Η απουσία κόμματος αποδεικνύεται για τον επανακάμψαντα πρώην πρωθυπουρ-γό μέγα πλεονέκτημα. Ξεπλένει πιο εύκολα το παρελθόν του, απαλλασσόμενος από τον ανθρώπινο περίγυρο που θυμί-ζει τη συριζαϊκή περιπέτεια. Δεν έχει πια καμία ανάγκη να λογοδοτεί σε δογ-ματικές συνιστώσες και να διαπραγμα-τεύεται με εσωκομματικές μειοψηφίες. Είναι μόνος και άνετος. Τόσο άνετος, που μπορεί να συγκαλεί ασύντακτα όρ-γανα και να τους εκφωνεί λόγο.

Την εκδήλωση προχθές την ονόμασε «Σύνοδο Εθνικού Συμβουλίου» της «ΕΛΑΣ». Αλλά ποιοι και πώς συγκρότησαν αυτό το όργανο; 

Προφανώς, ο Τσίπρας ο ίδιος. Αυτή είναι η μέθοδος που μέχρι στιγμής φαίνεται να αποδίδει, αν κρίνει κανείς από το στίγμα της στο δημοσκοπικό ραντάρ: Πρώτα έρχεται ο Τσίπρας και μετά το κόμμα.

Το πρόσωπο βέβαια δεν είναι τόσο νέο, όσο η μέθοδος. Αν αποπειραθεί κανείς να ακούσει ή να διαβάσει την ομιλία του στο «Εθνικό Συμβούλιο» θα νιώσει ότι αυτά τα συνθήματα τα έχει ξανακούσει. Διαφάνεια, λογοδοσία, αξιοκρατία, αξιοπρέπεια. Ηθική επανάσταση, νέα μεταπολίτευση. Πατριωτισμός. Εντιμότητα, εντιμότητα, εντιμότητα.

Το μη-κόμμα –που ιδρυτής του ονόμασε «υβριδικό»– ντύνει την παλιά ηθικολογία. Ομως, μέσα σε αυτή τη σούπα των κλισέ, υπάρχει κάτι πρωτότυπο για τον Τσίπρα και μπορεί κανείς να το εντοπίσει όχι σε όσα λέει, αλλά σε όσα αποφεύγει να πει. Στην ομιλία του ανέφερε μόνο μία φορά το όνομα «Μητσοτάκης» κι αυτό για να αναφερθεί στην «κυβέρνηση Μητσοτάκη», όχι στο πρόσωπο. Η λέξη «Αριστερά» δεν βγήκε από τα χείλη του ούτε μία φορά (έμεινε καταχωνιασμένη στο ακρω-νύμιο πίσω του στον τοίχο).

Για έναν πολιτικό που έχτισε –και χάλασε– το όνομά του μέσα από τη σύγκρουση, που σπατάλησε τέσσερα χρόνια (2019-2023) στην αντιπολίτευση της σκανδαλοθηρίας και της μισαλλοδοξίας, αυτή η αποφυγή της αντιδεξιάς και αντιμητσοτακικής πεπατημένης συνιστά σημαντική αλλαγή ρεπερτορίου.  

Την ώρα που το ΠΑΣΟΚ μιλάει σαν τον παλιό Τσίπρα, ο νέος Τσίπρας επιλέγει την παροχολογία (στέγη, δωρεάν μεταφορές, υψηλότεροι μισθοί), αφήνοντας τους άλλους να κυνηγάνε σκιές και σκάνδαλα.

Αυτή τη στόχευση υπηρετεί και το σχήμα του μη-κόμματος. Επιτρέπει στον πρώην πρωθυπουργό να εμφανίζεται όχι τόσο σαν αντισυστημικός, όσο σαν εξω-συστημικός – σαν να μην προέρχεται από τον μεταπολιτευτικό κόσμο.

Στην καμπάνια της «Ιθάκης» που προηγήθηκε του κόμματος, ο Τσίπρας ακουγόταν πολύ συχνά αμεταμέλητος.  

Αν έχει κάτι μάθει, κατά τη βραχεία περίοδο της απόσυρσής του, είναι μάλλον αυτό: 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΚΑΡΥΣΤΙΑΝΟ-ΤΣΙΠΡΙΣΜΟΣ : Η εποχή της ανίας

 

Του ΜΙΧΑΛΗ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗ 

Τα «νέα» κόμματα τα είδαμε. Αλλά τι «νέο» είδαμε σε αυτά;

Θυμόμαστε, βέβαια, το σκηνικό – το Ολύμπιον, το Θησείο. Θυμόμαστε τις εικόνες –τις ενορχηστρωμένες και τις απροσχεδίαστες.

Αλλά ποια ιδέα ακούσαμε και έχει μείνει στο μυαλό μας; Ποια φράση, που θα μπορούσε να λειτουργήσει έστω σαν πολύσημο σλόγκαν, σαν ανοιχτό μήνυμα στο οποίο ο λήπτης θα μπορούσε να προβάλει τις προσδοκίες του;

Τα «νέα» κόμματα στήθηκαν κόντρα στην ταυτότητα των ιδρυτών τους.

Η μάνα που έγινε φωνή της οργής στις πλατείες, μετέβη από την πλατεία στο θέατρο. Ο ακράτητος θυμός που την ανέδειξε, κατέληξε σε ένα στυλιζάρισμα μεταμεσονύκτιας εκπομπής επαρχιακής τηλεόρασης. «Πάμε τώρα, παρακαλώ, στην επόμενη γραμμούλα… Καλησπέρα σας, από πού μας τηλεφωνείτε;».

Ο πρώην πρωθυπουργός, που δοξάστηκε ως μέγας δημαγωγός, ανέβασε τη νέα εκδοχή του σε μια φωτισμένη, χαμηλή σκηνή που θύμιζε περισσότερο σεμινάριο «έμπνευσης» και «αυτοβελτίωσης», παρά αριστερή αντεπίθεση. Στο χλωριωμένο θέαμα –ανώδυνα αστεία, πλαδαρή πασοκίζουσα κοινοτοπία, λευκοντυμένα κορίτσια– επιζούσε μόνο το χαμόγελο του παλιού Τσίπρα – και τίποτε από τον ηλεκτρισμό του λαοπλάνου, που ενωνόταν κάποτε με τον αγανακτισμένο λαό του.

Ευτυχώς, βαρεθήκαμε.

Αλίμονο στη δημοκρατία που έχει ανάγκη από «συναρπαστικές» προσωπικότητες. Η μεταπολιτευτική δημοκρατία έχει περάσει πρόσφατα τη χρεοκοπική δεκαετία της διαρκούς θυμικής εγρήγορσης. «Συναρπάστηκε» εξουθενωτικά. Τώρα, ακόμη και τα τέκνα της παραφοράς αισθάνονται ότι πρέπει να ασφαλιστούν σε μια παραστατική προβλεψιμότητα – να φαίνονται φορείς της κανονικότητας, κι ας μπορούν μόνο να την αντανακλούν σαν αδρανή κάτοπτρα· σαν «γλωσσικά μοντέλα» που ανακυκλώνουν ανώδυνα κλισέ.

Ευτυχώς, στην αντιπολίτευση δεν υπάρχει περίσσευμα μαγείας. Δεν υπάρχει όμως ούτε στην κυρίαρχη δύναμη απόθεμα γοητείας. Το να ακούς ατσαλάκωτη την Καρυστιανού να κατακεραυνώνει το σύστημα ή τον Τσίπρα να διαλαλεί ότι κρατάει πυξίδα είναι το ίδιο με το να ακούς τους κυβερνητικούς να ετοιμάζουν έφοδο στο 2030: Δεν νιώθεις τίποτε. Δεν μπορείς ούτε να καγχάσεις.

Διαμορφώνεται έτσι το δίδυμο έλλειμμα που επιπεδώνει το πολιτικό σύστημα:

Η αντιπολίτευση δεν έχει τον τρόπο όχι να μεταβολίσει τη δυσαρέσκεια σε πρόγραμμα αλλαγής, αλλά ούτε καν να της δώσει φωνή που θα συγκινήσει.

Η κυβέρνηση δεν έχει τη δύναμη να εμπνεύσει εμπιστοσύνη – παρά μόνον όταν επιστρατεύει ως φόβητρο την ανεπάρκεια των άλλων.

Από τη μία, έλλειμμα συγκίνησης.

Από την άλλη, έλλειμμα πειθούς.

Μπορεί αυτό να είναι και το τίμημα της σταθερότητας: Πασχίσαμε και πετύχαμε να επανέλθουμε στο status της πεζής δημοκρατίας. Σε αυτήν, οι εκλογές δεν είναι ορόσημα ρήξης ή ανατροπής. Είναι στιγμές συνέχειας ή ήπιας εναλλαγής.

Σε αυτό το περιβάλλον…

 

ΝουΔο-γαλαζαίικα "ΦΕΥΓΑΤΑ" ΣΟΥΡΓΕΛΑ: Βασίλης Φεύγας: Κομποθέκλα! Στρατηγική στο τάβλι, κουκί στην κάλπη.

 Image 

Ανακαλύψτε ιδέες για 46 sarkasmos και αστεία λόγια | εξυπνάδες, σαρκαστικά  ρητά, αστείες ατάκες και άλλα 

Γράφει ο Μιχάλης Τσιντσίνης

Ποιος ήταν ο Βασίλης Φεύγας πριν τον συστήσει στο μεγάλο κοινό η «επιστολή Φεύγα»;
 

Τον έβρισκες κάτω από πεύκα, έρημο, να αναπέμπει το μήνυμά του, υπό τους ήχους των τζιτζικιών, προς το κοινό της Αιτωλοακαρνανίας. Ενα χρόνο τώρα, έχει γεμίσει πινέζες ο λογαριασμός του στο Ινσταγκραμ. Φεύγας στα Κλεισορρεύματα. Φεύγας στην Κομποθέκλα, στο Περδικάκι, στην Κατούνα, στο Παλιάμπελο. 

Είχε γεμίσει και «αποστάγματα ζωής», όπως είναι ο καθωσπρέπει όρος για τις αυτοματοποιημένες σπουδαιοκλισεδιές που κρεμιούνται στα δίκτυα. Φεύγας πλάτη, ανεβαίνει σκαλοπάτια και το μότο λέει «κάθε μεγάλη διαδρομή ξεκινά με το επόμενο βήμα». Φεύγας αγναντεύει τον Αμβρακικό – «Ο τόπος. Δεν τον βλέπεις μόνο. Τον κουβαλάς».

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς υπεύθυνος Στρατηγικού Σχεδιασμού και Επικοινωνίας του κυβερνώντος κόμματος, όπως ο προαλειφόμενος για υποψήφιος βουλευτής στην Αιτωλοακαρνανία. Αρκεί να έχει δουλέψει καφενειακώς τη στρατηγική στη φεύγα, για να έχει εμπεδώσει τον αδήριτο νόμο της εκλογικής επιτυχίας: Το τάβλι θέλει υπομονή και το κουκί κυνήγι.

Σε αυτό το κυνήγι, μια δημόσια επιστολή προς τον πρόεδρο του κόμματος είναι πιο αποτελεσματικό όπλο δημοσιότητας από τις καφενειακές σοφίες στα σόσιαλ μίντια. Απόδειξη, πόση προσοχή κατάφερε να δρέψει ο strategist με την επιστολή που ζητούσε από τον Μητσοτάκη να ξεψηφίσει τον νόμο για την ισότητα στον γάμο και να ξεδιαγράψει τον Αντώνη Σαμαρά.

Μπορεί να προσπεράσει κανείς την ουσία (τι θα σήμαινε η αποκαθήλωση ατομικών δικαιωμάτων από την ίδια την κοινοβουλευτική πλειοψηφία που μόλις τα αναγνώρισε· τι θα σήμαινε η ηθική και πολιτική αποκατάσταση ενός πρώην πρωθυπουργού που, μεταξύ άλλων, υποδείκνυε δημοσίως στον πρωθυπουργό την αποπομπή του υπουργού Εξωτερικών).  

Μπορεί να περιοριστεί κανείς μόνο στην εκλογική σκοπιμότητα:  

Θα ξανακέρδιζε η Ν.Δ. τους ψηφοφόρους εκείνους που εννοούν να την καταψηφίσουν για τον γάμο, αν επιχειρούσε άτακτη υποχώρηση; Ή μήπως θα έχανε κι εκείνους που συμφωνούσαν με την κίνηση, χωρίς να μεταπείσει με τον καιροσκοπικό ελιγμό τους δυσαρεστημένους;  

Θα απέδιδε ένα άνοιγμα στον Σαμαρά, που έχει ήδη οργανώσει το δικό του κέντρο ανοιχτής προστασίας για απόμαχους πολιτευτές; Ή θα νομιμοποιούσε απλώς τον ρεβανσισμό του;

Πέρα από τα πυροτεχνήματα προσωπικής καμπάνιας –που έχουν αρχίσει να καίνε το σοσιαλμιντιακό στερέωμα– ακούει κανείς, ιδιωτικά, τα στελέχη της Ν.Δ. να λένε ότι στο κόμμα έχουν κοστίσει όχι όσα της καταλογίζει η αντιπολίτευση, αλλά τρεις δικές της πρωτοβουλίες: Ο γάμος, η φορολόγηση των ελεύθερων επαγγελματιών και η (βεβιασμένη) αλλαγή στο σύστημα των αγροτικών επιδοτήσεων.  

Ποια, όμως, από αυτές τις όχι και τόσο δημοφιλείς πολιτικές, ήταν λάθος

Για ποια θα μπορούσε στα σοβαρά ένας πρωθυπουργός που...

 

ΝουΔο-γαλαζαίοι ΕΘΝΙΚΟΙ ΣΟΥΡΓΕΛΟ-ΨΩΝΑΡΟ-ΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΕΣ: Σαμαρικές Μπάμπουσκες: Θα ανοίγεις το πρώτο κέλυφος και θα βρίσκεις μέσα το καβούκι άλλου πρώην

 

Toυ ΜΙΧΑΛΗ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗ 

Ας πούμε ότι είσαι ψηφοφόρος εθνικώς υπερευαίσθητος – πιο ευαίσθητος από τους υπόλοιπους, απλούς Ελληνες.

Ας πούμε ότι ψηφίζεις με κριτήριο την αντιμετώπιση των εθνικών κινδύνων, τις φρεγάτες, τα Ραφάλ.

Τι επιλογές έχεις στην εκλογική αγορά;

Θα δυσκολευόσουν, με αυτά τα κριτήρια, να ψηφίσεις τη Ν.Δ.;

Υπάρχουν στο μενού άλλοι που δίνουν καλύτερα εχέγγυα γι’ αυτή την ατζέντα;

Η εξωτερική πολιτική και η Αμυνα είναι στα ατού της κυβέρνησης. Γι’ αυτό και θα ήταν δύσκολο να επιζήσει ένα μονοθεματικό αντιπολιτευτικό εγχείρημα, που θα βασιζόταν μόνο στην επίκληση εικαζόμενων απειλών και παπουλακικών εσχατολογιών. Αυτή η διαπίστωση ίσως κρύβεται και πίσω από την προσπάθεια του Αντώνη Σαμαρά να επεκτείνει το ρεπερτόριό του σε ζητήματα «κοινωνικά» – τα δάνεια, την ασφάλεια στα πανεπιστήμια, και τη συνιστώμενη ώρα πρωινής εγέρσεως για προκομμένους υπουργούς. Οι ανεπρόκοποι πάνε στο γραφείο στις 11. Οι προκομμένοι έχουν «χρονοστοχοπροσήλωση», είπε ο πρώην πρωθυπουργός. Διότι, όπως λέει –παραφρασμένη– και η παλιά παροιμία: Γλυκός ο ύπνος το πρωί, γυμνά τα νώτα τη Λαμπρή.

Το ερώτημα είναι τι πραγματική απήχηση μπορεί να έχει ένα τέτοιο πολιτικό προϊόν – ένα μείγμα κινδυνολογικής εθνικοφροσύνης και γυμνασιαρχικής ηθικολογίας, που θα εκπροσωπείται από μια ομάδα αποτυχόντων πολιτευτών και βετεράνων.

Ποιο είναι εκείνο το ακροατήριο που θα εμπιστευόταν τέτοιο σχήμα για το μέλλον του;.

Αφελής ερώτηση. Τα κριτήρια της ψήφου δεν είναι (μόνο) ορθολογικά. Ψηφίζει κανείς κι επειδή θέλει να ενώσει τον θυμό του με τον θυμό των άλλων – χωρίς να τον περισπά καμία αγωνία για το μέλλον.

Με βάση την κυβερνητική ανάγνωση, υπάρχουν δύο κοινωνικές κατηγορίες της παραδοσιακής κομματικής βάσης της Ν.Δ. που εμφανίζουν τάσεις απονενοημένου εκλογικού διαβήματος: οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι αγρότες.

Αυτοί –θεωρητικά, γιατί κανονικές μετρήσεις δεν έχουμε– θα μπορούσαν να παροχετεύσουν τη δυσαρέσκειά τους σε ένα κόμμα διαμαρτυρίας υπό τον πρώην πρωθυπουργό. Θα έχουν έτσι την αίσθηση ότι δεν φεύγουν μακριά από την πολιτική τους εστία. «Παρκάρουν» το συναίσθημά τους εντός της περιμέτρου της παράταξης.

Τι εύρος μπορεί να έχει αυτό το ρεύμα;

Κάποιοι βλέπουν νέο ΚΙΔΗΣΟ. Συγκρίνουν δηλαδή τη δεύτερη διασπαστική προσπάθεια Σαμαρά με την απόπειρα του έτερου πρώην πρωθυπουργού, Γιώργου Παπανδρέου, να επιστρέψει στην πολιτική, διασπώντας το κόμμα που είχε ιδρύσει ο πατέρας του.

Η σύγκριση είναι παρατραβηγμένη για δύο λόγους:

Πρώτον, όταν ο ΓΑΠ επιχείρησε να το διασπάσει, το «πατρικό» του κόμμα βρισκόταν σε αποδρομή. Η σαμαρική παρέκκλιση βρίσκει τη Ν.Δ. πρώτη με διψήφια διαφορά.

Δεύτερον, το όνομα «Σαμαράς» δεν έχει τη βαρύτητα του ονόματος «Παπανδρέου».

Και η μπάμπουσκα;

Θα ανοίγεις, λένε, το πρώτο κέλυφος (Σαμαράς) και θα βρίσκεις μέσα το πιο μπαμπάτσικο όνομα (Καραμανλής).

Στο σενάριο ΚΙΔΗΣΟ, η απονομιμοποίηση θα είναι …

ΝουΔο-γαλαζαίοι ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΟΥΡΓΕΛΟ-ΨΩΝΑΡΟ-ΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΕΣ: Μνημεία μιας σπάνιας σταδιοδρομίας του αξιότιμου κυρίου ΤΙΠΟΤΑ....

Του ΜΙΧΑΛΗ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗ 

 Αν διαβάσει κανείς τα λόγια του, θα πει πως ήταν ταραγμένος

Ο Δημήτρης Αβραμόπουλος, όμως, είναι πολύ έμπειρος για να αφήσει το συναίσθημα να υποσκάψει το πολιτικό του παράστημα.  

Ακόμη και οι κροτίδες αγανάκτησης –πως η υπόθεση για την οποία ελέγχεται «είναι μια μπούρδα», πως ο ίδιος δεν προτίθεται να απολογηθεί «σε κανένα κερατά»– δεν φαίνεται να προέκυψαν εκτός σκηνοθετικού πλάνου. Εμοιαζαν εναρμονισμένες με την υπερασπιστική γραμμή του statesman που εμφανίζεται για να πει ότι τα είχε όλα δηλωμένα, ότι είχε πάρει τυπικά την άδεια της Κομισιόν για να συνάψει σχέση έμμισθης εργασίας με τη ΜΚΟ του Παντσέρι – χωρίς, ωστόσο, να μπει στον κόπο να περιγράψει για ποιες ακριβώς υπηρεσίες αποζημιωνόταν

Η εξήγηση ίσως ήταν περιττή. Οι προσωπικότητες ευρωπαϊκής εμβέλειας δεν χρειάζεται να παράσχουν έργο για να πληρωθούν. Εξαργυρώσιμη είναι η ίδια η ακτινοβολία τους. Το όνομά τους.

Πώς χτίζεται τέτοιο όνομα – κεφάλαιο, ικανό να αποφέρει πρόσοδο; 

Εκεί μπορεί και να του ξέφυγε του αβροδίαιτου ευρωπαράγοντα. Ηταν αζύγιστη η ομολογία του ότι «εκλέγεται εκατό χρόνια»

Υπερέβαλε. Αλλά όχι πολύ. Από το 1993, που μπήκε στην πολιτική, επί ένα τρίτο του αιώνα, ο πρώην δήμαρχος, πρώην υπουργός πολλών χαρτοφυλακίων, πρώην επίτροπος και νυν (τρίτος κατά σειράν εκλογής) βουλευτής Ηλείας, έχει αν μη τι άλλο επιδείξει ασυναγώνιστο επιβιωτικό χάρισμα. Μπορεί, εκτός από τα παροιμιώδη κιγκλιδώματα των Αθηνών, να μην έχει κανείς πολλά να σημειώσει στο ενεργητικό της μακράς σταδιοδρομίας του. Αλλά είναι αδύνατο να μην του αναγνωρίσει το ταλέντο στους τακτικισμούς..

Να του αναγνωρίσει όχι ότι τόλμησε να ιδρύσει, αλλά πόσο φρόνιμα έκλεισε το νεοϊδρυθέν κόμμα του, μέσα σε 15 μήνες, προτού ρισκάρει να σπαταληθεί σε αβέβαιους εκλογικούς αγώνες.  

Πως διεκδίκησε την προεδρία της Νέας Δημοκρατίας, για να διαπραγματευθεί εγκαίρως την απόσυρσή του, έπειτα όμως από έναν ελιγμό που έστειλε τη σίγουρη μέχρι τότε διάδοχο στον κουβά.  

Πως ανταμείφθηκε με το ευρωπαϊκό χαρτοφυλάκιο, χωρίς να επαναπαυθεί σε αυτό – χωρίς να τον εμποδίσουν οι κομματικές γραμμές της χρεοκοπικής πόλωσης να παζαρέψει με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ τη μεταπήδησή του στην Προεδρία της Δημοκρατίας (μέχρι που ο Παππάς αθέτησε την ύστατη στιγμή τη συμφωνία). 

Πως αντιστάθηκε στην αποστράτευσή του, χωρίς να διστάσει να δοκιμάσει τις σόλες του στα καφενεία της Ηλείας, προκειμένου να μείνει στα πράγματα.

Ναι, από την πολιτεία του μπορεί να μένουν οι κουτσουλισμένες επιγραφές, που ενημερώνουν τους Αθηναίους ότι αυτό ή το άλλο γλυπτό ανηγέρθη επί των ημερών του. Ομως, τα άυλα μνημεία του είναι αυτά τα επιδέξια αλματάκια με τα οποία ανελισσόταν από πόστο σε πόστο.

Αριθμητικά, τα παραλέει· στην ουσία, όμως...

 

ΠΑΣΟΚ-ο-ΣΟΥΡΓΕΛΑΡΑΔΙΚΟ: Ξανά στο στόμα του απορροφητήρα

 Του ΜΙΧΑΛΗ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗ

Εχει και δίκιο και άδικο η Αννα Διαμαντοπούλου.

Εχει δίκιο που στο αντιπολιτευτικό της μείγμα φροντίζει να αναγνωρίζει το αυτονόητοτη δημοσιονομική πρόοδο που έχει επιτευχθεί. Αντιστεκόμενη στον πειρασμό του μηδενισμού, χάνει μόνο σε ντεσιμπέλ, αλλά κερδίζει σε αντιπολιτευτικό κύρος. Αυτή η πιο ψαγμένη κριτική –που δεν φοβάται να πει ότι η χώρα δεν έχει μείνει στάσιμη τα τελευταία επτά χρόνια– θα μπορούσε να αποτελεί αποδοτικότερο εκλογικό συνάλλαγμα για το «κυβερνητικό» ΠΑΣΟΚ, από το ισοπεδωτικό «αποτύχατε, μαζέψτε τα και φύγετε».

Εχει άδικο όμως η πρώην υπουργός όταν διακηρύττει ότι το ΠΑΣΟΚ δεν χρειάζεται να περιγράψει από τώρα τι θα κάνει μετά τις εκλογές. Η χημεία της διακυβέρνησης που προτείνει κάθε κόμμα δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι το κυρίαρχο ερώτημα της κάλπης – της κάθε κάλπης. Αποφεύγοντας να περιγράψει τις προθέσεις του για την επόμενη ημέρα, το ΠΑΣΟΚ καθιστά εαυτόν ευάλωτο στο δίλημμα περί «χάους». Αποσύρεται από τη διεκδίκηση της χρήσιμης ψήφου.

Μα, και τι να πει;

Να ακολουθήσει τον Δούκα, που χαράσσει γραμμή μετατροπής του κόμματος σε παρακολούθημα του Τσίπρα;

Αν θέλει κάποιος νεκρανάσταση κυβέρνησης Τσίπρα, γιατί να μην ψηφίσει απευθείας τον ίδιο και να το πάει μέσω πλατείας Κοτζιά;

Ταιριάζει άραγε σε ένα κόμμα, με την ιστορία του ΠΑΣΟΚ, να πλασάρεται στην εκλογική αγορά ως αντίβαρο σοβαρότητας στο αποτυχημένο λαϊκιστικό πείραμα της χρεοκοπίας;

Κι όμως. Το ΠΑΣΟΚ δεν χρειάζεται να πει με ποιον. Αρκεί να πει το πώς.

Ο Τσίπρας, στις συνθήκες της απλής αναλογικής που είχε δημιουργήσει για να εκμαιεύσει συνεργασίες, κατέγραψε ιστορικών διαστάσεων αποτυχία, επειδή επέμενε να υποδεικνύει δυνητικούς εταίρους που τον αποκήρυσσαν. Θα ήταν όντως αυτοκτονικό για το ΠΑΣΟΚ να διαπράξει το ίδιο λάθος. Θα όφειλε όμως να ορίσει το ίδιο τους όρους της δικής του πρότασης διακυβέρνησης – μια «χάρτα» που θα καλούνταν να προσυπογράψει είτε η Ν.Δ., είτε η ΕΛΑΣ, είτε όποιος ήθελε συμβάλει σε κυβερνητική διέξοδο μετά την κάλπη.

Δεν είναι και καμιά πολύ ευφάνταστη στρατηγική. Η διαβεβαίωση ότι το ΠΑΣΟΚ δεν θα αφήσει τη χώρα ακυβέρνητη, χαράσσοντας το ίδιο προεκλογικώς το πλαίσιο μιας πιθανής σύμπραξης, θα του επέτρεπε να αυξήσει την επιρροή του στους ψηφοφόρους εκείνους που ναι μεν έχουν απογοητευθεί από την κυβέρνηση, φοβούνται όμως περισσότερο τον κίνδυνο της ακυβερνησίας.

Προσπερνώντας ως άκαιρο και πονηρό το ερώτημα περί κυβερνητικής διεξόδου και αφήνοντας τάχα τους πολίτες να τη χαράξουν με την ψήφο τους, το ΠΑΣΟΚ κινδυνεύει να υποκύψει στο στρατήγημα του Τσίπρα. Ο πρώην πρωθυπουργός το διαλαλεί: Θέλει στην πρώτη κάλπη να προσπεράσει έστω και λίγο το ΠΑΣΟΚ, ώστε να μπορέσει στη δεύτερη κάλπη να απορροφήσει. Να γίνει εκείνος ο φορέας υποδοχής της αντικυβερνητικής δυσαρέσκειας.

Στο όνομα της «αυτονομίας» του, το ΠΑΣΟΚ αρνείται τη συζήτηση περί συνεργασιών.

Η «αυτονομία» όμως δεν είναι μια ηθική ποιότητα ανεξάρτητη της εκλογικής επίδοσης. Η «αυτονομία» κερδίζεται στην κάλπη – είναι συνάρτηση της πολιτικής ισχύος. Και αντιστρόφως: εξαρτημένη, «δορυφορική» δύναμη είναι εκείνη που αφήνεται να υποσκελιστεί, επειδή περιφρονεί δογματικά την αριθμητική της κυβερνησιμότητας.

Οι δημοσκοπήσεις προειδοποιούν το ΠΑΣΟΚ ότι διολισθαίνει προς τις συμπληγάδες ενός μικρού ψευτοδιπολισμού Ν.Δ. – Τσίπρα. Θα είναι η δεύτερη φορά μέσα σε δεκαπέντε χρόνια. Και όπως είχε πει …

 

ΠΑΣΟΚ-ο-ΣΥΡΙΖΑίικα ΕΘΝΙΚΑ ΣΟΥΡΓΕΛΑ: Μαϊμούδες

Image 

 

Γράφει ο Μιχάλης Τσιντσίνης

Δεν είναι εποχή που τη νοσταλγείς. Τώρα, που συμπληρώνονται πια τριάντα χρόνια από τον θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου, ποιος θέλει να θυμάται εκείνη την τελευταία περίοδο της ζωής του;

Ιδίως το διάστημα από τις 20 Νοεμβρίου 1995, που εισήχθη στο Ωνάσειο, μέχρι τις 15 Ιανουαρίου 1996, που υπέβαλε την παραίτησή του από την πρωθυπουργία, η χώρα είχε περιπέσει σε μια αλλόκοτη ακυβερνησία – με την κοινή γνώμη καρφωμένη στα ιατρικά ανακοινωθέντα και τους διαδρομιστές να την κατευθύνουν με παραπολιτικές ακριτομυθίες. Ηταν σαν να εκπνέει μια βασιλεία, με την αυλή σε παραζάλη γύρω από τον μονάρχη που ψυχομαχούσε.

Πολλοί έλεγαν εκείνες τις ημέρες ότι το ΠΑΣΟΚ θα διαλυόταν. Οταν θα εξέλειπε εκείνος, θα σκόρπιζε και το κόμμα, που είχε συγκροτηθεί προσωποπαγώς. Κι όμως, όπως έμελλε να δείξει η αλλαγή στην πρωθυπουργία και το συνέδριο του ΠΑΣΟΚ λίγες ημέρες μετά τον θάνατo του ιδρυτή του, ο Παπανδρέου είχε φτιάξει ένα κόμμα με ρίζες. Ενα κόμμα που όχι μόνο μπόρεσε να μείνει ενωμένο –παρά τις αντιφάσεις του–, αλλά και να μετασχηματιστεί σε κάτι άλλο απ’ αυτό που ήταν τη δεκαετία του ’80.

Ξεχνάμε ότι ο μετασχηματισμός είχε ξεκινήσει από τον ίδιο τον Ανδρέα, που άλλαξε προσανατολισμό μετά την επάνοδό του στην εξουσία το 1993.

Η συμφιλίωση με την Ευρώπη και την ελεύθερη αγορά (έστω κι αν οι ιδιωτικοποιήσεις βαπτίστηκαν πασοκιστί «μετοχοποιήσεις»), η αναγνώριση της ανάγκης περί «αφανισμού» του χρέους, ήταν παραδοχές του όψιμου Παπανδρέου. Με αυτόν τον τρόπο, ο Ανδρέας είχε ακουσίως ετοιμάσει το κόμμα για τον διάδοχό του. Η «ρήξη», που σηματοδοτούσε η εκλογή Σημίτη, ήταν σε μεγάλο βαθμό και συνέχεια.

Είναι άραγε εύκολο να μιμηθείς τον ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ;

Οσοι προκαλούν σήμερα τη σύγκρισή τους μαζί του θα έπρεπε να αναλογιστούν ότι η διάλυση των δικών τους κομμάτων δεν είναι επίτευγμα, αλλά τεκμήριο της ρηχότητάς τους.

Οσοι λαμβάνουν τον Παπανδρέου ως υπόδειγμα προσπαθούν μάταια να τον μιμηθούν. Το δημαγωγικό του χάρισμα δεν αναπαράγεται. Οχι μόνο επειδή το ταλέντο δεν αντιγράφεται. Αλλά, κυρίως, επειδή η κοινωνία που κάποτε είχε ανάγκη να λατρεύει πατερούληδες έχει πια «αποφοιτήσει» από το μεταπολιτευτικό σανατόριο των ανεπεξέργαστων τραυμάτων, που την έκαναν να αναζητεί ασφάλεια στην πατριαρχική φτερούγα του «μεγάλου». Τέτοιες στρατεύσεις μπορεί να ευδοκιμούν σήμερα αλλού, αλλά εδώ μοιάζουν, ευτυχώς, ξεπερασμένες.

Ακόμη όμως κι αν έχει κανείς τη σαγήνη, δεν μπορεί να μιμηθεί τον Παπανδρέου.

Το πρότυπο δεν ήταν ιστορικά μοναδικό χάρη μόνο στις «ποιμαντορικές» του δεξιότητες. Ηταν επειδή …

 

ΣΥΡΙΖΑίοι REBRAND-ΙΣΜΕΝΟΙ ΕΘΝΙΚΟΙ ΣΟΥΡΓΕΛΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΕΣ: Τζοκόντος νταουλίζει!

 

Του ΜΙΧΑΛΗ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗ 

Ο Τσίπρας αισθάνεται ήδη «αξιωματική αντιπολίτευση». Το ένιωσε, είπε στη Νίκαια, μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από την ίδρυση του κόμματός του, ότι έγινε «αξιωματική αντιπολίτευση στη συνείδηση του κόσμου».

Επειδή όργανο παλλαϊκού καρδιογραφήματος δεν έχει ακόμη ανακαλυφθεί, προφανώς ο Τσίπρας χρησιμοποιεί ως ψυχομετρικό εργαλείο του εκλογικού σώματος τις δημοσκοπήσεις.

Φαίνεται έτσι ότι αντιφάσκει με τον προηγούμενο, γκαλοποφαγικό εαυτό του.

Χρόνια αποκήρυσσε τις δημοσκοπήσεις και τους μηχανορράφους τους δημοσκόπους, τους εντολοδόχους των συμφερόντων (που έφτασαν να υποκύψουν στο μπούλινγκ, φουσκώνοντας το 2023 την εικαζόμενη επιρροή του). Πώς γίνεται τώρα να τους παίρνει τόσο στα σοβαρά, ώστε να παρουσιάζει την αυτοανακήρυξή του σε δεύτερο σαν τετελεσμένο γεγονός;

Από μια άλλη άποψη, βέβαια, αυτή η ροπή προς την τυφλή αυτοπεποίθηση πάντα χαρακτήριζε τον Τσίπρα.

Βγαίνει ξανά από μέσα του εκείνος διαπρύσιος νταουλιστής, που κατακτά τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης μόνο με μια διακήρυξη. Που…

 

ΠΑΣΟΚ-ο-ΣΥΡΙΖΑίικα ΕΘΝΙΚΑ ΣΟΥΡΓΕΛΑ: Αντιγραφές κατσαπλιάδων

Γράφει ο Μιχάλης Τσιντσίνης


Ποιος αντιγράφει ποιον;  

Ποιος σκέφτηκε πρώτος τις δωρεάν μετακινήσεις με τα μέσα μαζικής μεταφοράς – που το ΠΑΣΟΚ υπόσχεται στους νέους έως 24 ετών, και ο Τσίπρας υπόσχεται σε όλους αδιακρίτως;  

Ποιος σκέφτηκε την αξιοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου για παροχή κοινωνικής κατοικίας ή την ενθάρρυνση των ενεργειακών κοινοτήτων; 

Ποιος είπε πρώτος ότι θα μειώσει τον χρόνο εργασίας στον ιδιωτικό τομέα και θα αυξήσει τις αμοιβές στο Δημόσιο;

Ο ανταγωνισμός του ΠΑΣΟΚ με τον Τσίπρα έχει κιόλας περάσει στο πεδίο της πνευματικής ιδιοκτησίας για τις προτάσεις που ονομάζονται «προγραμματικές». Λες και χρειαζόταν πολλή πολιτική σκέψη για να αντιγράψεις την ατζέντα του Μαμντάνι, που έχει στο μενού της και τις δωρεάν μετακινήσεις. Λες και απαιτεί έμπνευση η εξαγγελία ότι οι Πανελλαδικές θα καταργηθούν, για να αντικατασταθούν από κάποιας μορφής εθνικό απολυτήριο.

Τα προγράμματα μοιάζουν επειδή αμφότερα ακολουθούν το πρότυπο που δοκιμάζει τώρα η Αριστερά στην Αμερική και στην Ευρώπη (βλέπε affordability), συνδυάζοντας τη μόδα με την πεπατημένη της μεταπολιτευτικής παροχολογίας – για υψηλότερα εισοδήματα «μ’ ένα νόμο». Τα προβλήματα –στέγη, ενέργεια, πληθωρισμός– είναι άλλωστε παντού ίδια και το συνταγολόγιο των λύσεων δεν είναι ανεξάντλητο.

Πόση φαντασία χρειάζονται οι εξαγγελίες για τα μέσα μαζικής μεταφοράς;

Θα μπορούσε μήπως να διαβάσει κανείς αυτή την προγραμματική ομοιότητα ως ένδειξη βαθύτερης πολιτικής συγγένειας, που μπορεί αργότερα να φέρει το ΠΑΣΟΚ και την ΕΛΑΣ πιο κοντά; 

Δεν καταδεικνύει αυτή τη συγγένεια και η ευκολία με την οποία τα στελέχη αλλάζουν στρατόπεδο;

Οι δύο επικεφαλής δεν αφήνουν περιθώρια τέτοιων ερμηνειών

Ο Τσίπρας ήταν σαφής: Δεν θα είχε κάνει το κόμμα του αν το ΠΑΣΟΚ δεν άφηνε κενό. «Η ενότητα των προοδευτικών δυνάμεων», είπε, «θα γίνει στην πράξη από αυτόν που οι πολίτες θα διακρίνουν πως μπορεί (…) να χτυπήσει την κυβέρνηση της Ν.Δ. στην επόμενη κάλπη ή στις επόμενες κάλπες». 

Αυτό είναι το πλάνο του Τσίπρα: στην πρώτη κάλπη να είναι δεύτερος, ώστε στη δεύτερη κάλπη να μπορεί να προβάλει εκείνος ως εναλλακτική στη Ν.Δ. Πρώτα τον Ανδρουλάκη και μετά τον Μητσοτάκη.

Το ίδιο, με πιο αόριστο τρόπο, περιγράφει και ο Ανδρουλάκης όταν λέει ότι
«οι πολίτες θα αποφασίσουν» ποιος θα είναι απέναντι στη Ν.Δ., ποιος θα είναι δεύτερος.  

Αρα, για ΠΑΣΟΚ και ΕΛΑΣ η εκλογική αναμέτρηση πρέπει να έχει δύο γύρους, όπου στον πρώτο το διακύβευμα θα είναι ο ανταγωνισμός μεταξύ τους.

Η στρατηγική αυτή δεν αφήνει περιθώρια προεκλογικών συγκλίσεων.  

Μετεκλογικά, όμως;  

Ο νικητής δεν θα προσπαθήσει να ρυμουλκήσει τον ηττημένο σε μια λογική αντικυβερνητικού μετώπου για την ανατροπή; 

Ο ηττημένος θα μπορέσει να αντισταθεί σε αυτήν την έλξη; 

Και τι θα λένε τότε;  

Οτι ...

 

ΣΥΡΙΖΑίοι ΤΖΟΚΟΝΤΟ-ΠΛΗΚΤΟΙ ΕΘΝΙΚΟΙ ΣΟΥΡΓΕΛΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΕΣ: Ρεζίλια των σκυλιώνΕ -- O Τζοκόντος τους έκανε «φου» και σκόρπισαν

 

 

 

Toυ ΜΙΧΑΛΗ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗ 

Ολοι έχουν ένα δίκιο.

Εχει δίκιο ο Φάμελλος που, αν και αρχηγός, οδηγεί το κόμμα του οποίου είναι αρχηγός σε διακηρύξεις υποτέλειας σε άλλο κόμμα. Εχει δίκιο διότι, ό,τι κι αν έλεγε εκείνος, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ήδη φύγει. Τα στελέχη μεταπηδούν το ένα μετά το άλλο στον Τσίπρα. Οπως ομολόγησε κι ένας βουλευτής στη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ, δεν υπάρχουν πια τοπικές οργανώσεις. Μετανάστευσαν. Τι να κρατήσουν όσοι θέλουν να κάνουν την Κουμουνδούρου Κούγκι; Την ταμπέλα;

Εχει το δικό της δίκιο και η Ρένα Δούρου, η οποία αισθάνεται ότι με την απόφαση στήριξης αλλότριου κόμματος την πετούν «στα σκυλιά». Εκείνη και όσοι επιμένουν στη διατήρηση μιας αυτοτελούς οντότητας που θα φέρει την ονομασία «ΣΥΡΙΖΑ» –ακόμη κι αν έχει αδειάσει από ανθρώπους– συναισθάνονται ότι δεν έχουν θέση στο σχήμα Τσίπρα. Δεν τους θέλει. Αρα, αν ο ΣΥΡΙΖΑ ολοκληρώσει την αυτοδιάλυσή του, μένουν στον δρόμο. Μένουν χωρίς όχημα για να διεκδικήσουν, κόντρα σε όλα τα προγνωστικά, την εκλογική τους επιβίωση.

Εχει δίκιο και ο Αλέξης Τσίπρας, που συνεχίζει παραδειγματικά την τακτική του εξώστη. Λίγες ώρες μετά την οικειοθελή παράδοση του ΣΥΡΙΖΑ στα πόδια του πρώην πρωθυπουργού, η ΕΛΑΣ διοχέτευε στον Τύπο διαρροή που επαναλάμβανε την περιφρόνηση προς όλους τους ενδιαφερομένους: Βουλευτές δεν παίρνουμε. Ρεζερβέ δεν κρατάμε. Οποιος θέλει να παραιτηθεί από την έδρα του.

Και το καλύτερο/χειρότερο: Οποιος θέλει, να μπει στο site μας και να γραφτεί μέλος.

Γιατί ο Τσίπρας δεν φροντίζει να ενσωματώσει πιο κομψά όσους θέλει από το πρώην κόμμα του;

Γιατί επιδεικνύει τόσο ωμά τον αρχηγισμό του;

Διότι μπορεί. Οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν ότι η εκλογική βάση του ΣΥΡΙΖΑ μετακινείται «αύτανδρη» στην ΕΛΑΣ. Το πρώιμο εύρημα απλώς αποδεικνύει αυτό που ξέραμε ήδη: ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ο Τσίπρας.

Χωρίς αυτόν, η χιλιοτραγουδισμένη «ιστορική», «ανανεωτική» Αριστερά θα ήταν καταδικασμένη να παραπαίει στο χείλος του εξωκοινοβουλευτικού περιθωρίου.

Ο Τσίπρας δεν έκανε χρήση αυτής της ισχύος όσο ήταν επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ.

Η ανοχή που επέδειξε απέναντι σε συνιστώσες και πρόσωπα που τον αμφισβη-τούσαν ευθέως, του έβαζαν όρους και θόλωναν τη γραμμή του με τις μπαλοθιές τους, ήταν δυσανάλογη με τη δύναμη που είχε στο εσωτερικό του κόμματος. Το καλοκαίρι του 2015 έχασε σχεδόν το ένα τρίτο των βουλευτών του (Λαφαζάνη, Ζωή, Βαρουφάκη και λοιπές δυνάμεις). Εκλογική δύναμη, όμως, δεν έχασε. Αυτήν τη μετρημένη στην κάλπη επιρροή του δεν την άσκησε ποτέ.

Φαίνεται ότι την ασκεί τώρα αναδρομικά – και ολίγον εκδικητικά. Δεν έδιωξε ποτέ τον Τσακαλώτο. Δεν διέγραψε ποτέ (οριστικά) τον Πολάκη. Διαγράφει τώρα τον ΣΥΡΙΖΑ με άνεση. Εκανε «φου» και σκόρπισαν.

Αν ακούει κάτι άναρθρο από το βάθος της πλατείας Κουμουνδούρου η Ρένα Δούρου…

 

ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ - ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ: Με το ένα μάτι στο γήπεδο και το άλλο στην «παράγκα» των χρυσοκάνθαρων και των ολιγαρχών που εμπορεύονται το κοσμικό όπιο των λαών

 

Μουντιάλ, η κρυφή ιστορία των αναθέσεων: Σκάνδαλα, δωροδοκίες και δολοπλοκίες 

Του ΜΙΧΑΛΗ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗ 

Η γιορτή ξεκίνησε στην Πόλη του Μεξικού. Οποιος ήθελε να μπει στο γήπεδο για να δει το πρώτο παιχνίδι μπορεί να έβρισκε την Τετάρτη εισιτήριο στην πλατφόρμα μεταπώλησης της FIFA: Το πιο φθηνό κόστιζε 4.219 ευρώ.

Είναι ποδόσφαιρο αυτό;

Μπορεί το άθλημα που υποτίθεται ότι ρίζωσε στα αστικά κέντρα της πρώιμης βιομηχανικής επανάστασης, επειδή οι μάζες που μετακινούνταν από την ύπαιθρο για να δουλέψουν στις νέες μονάδες παραγωγής είχαν ανάγκη να καλλιεργήσουν νέες συλλογικότητες, να έχει γίνει θέαμα μόνο για τις ελίτ;

Μπορεί οι πολλοί που του δίνουν την ψυχή του και την αίγλη του, να το παρακολουθούν μόνο μέσα από τις οθόνες;

Ο Τζιάνι Ινφαντίνο θα κάγχαζε με αυτές τις αφελείς, αρχαιοσοσιαλιστικές ενστάσεις. Ρωσία – Κατάρ – τραμπική Αμερική. Τα «δικά του» Μουντιάλ σχηματίζουν στον χάρτη μια περιοδεία στις εστίες του νέου αυταρχισμού.

Μπορεί να είναι τυχαίο. Μπορεί και όχι. Οταν ο Ινφαντίνο, πριν από δέκα χρόνια στη Ζυρίχη, διεκδικούσε την προεδρία της FIFA, δεν είχε κρυφτεί. Είχε υποσχεθεί στους συνέδρους ότι θα πολλαπλασίαζε το «μέρισμα» στα μέλη της Ομοσπονδίας. «Οταν μιλάω για νούμερα, ξέρω τι λέω. Τα λεφτά της FIFA είναι δικά σας λεφτά».

Ο Ινφαντίνο –δηλαδή η διεθνής οργάνωση που διευθύνει επί μία δεκαετία– προβλέπεται ότι θα διαχειριστεί μέσα στον επόμενο τετραετή κύκλο εργασιών της 14 δισ. δολάρια.

Τα 2,7 δισ. θα πάνε στις εθνικές ομοσπονδίες (απόδειξη ότι τήρησε την προεκλογική του υπόσχεση).

Πάνω από 2,5 δισ. θα είναι τα έσοδα μόνο από τα εισιτήρια του φετινού Μουντιάλ.

Αυτή η γκρίζα λογιστική, σε συνδυασμό με τη δημόσια ανταλλαγή σιελορροϊκών κολακειών –και επικερδών συναλλαγών– μεταξύ του Ινφαντίνο και του Τραμπ, μπορεί να ασκήσει μεγάλη ξενερωτική επίδραση. Ο ποδοσφαιρόφιλος πρέπει να απωθήσει τη μηχανή πίσω από την παράσταση, για να μπορέσει να απολαύσει το θέαμα χωρίς ηθικοπολιτικούς περισπασμούς. Εκτός αν η συνείδησή του είναι τόσο επιδέξια, που να μπορεί να κάνει και τα δύο:

Με το ένα μάτι να χαίρεται το παιχνίδι στην τηλεόραση και με το άλλο να διατηρεί την επίγνωση του παρασκηνίου – των χρυσοκάνθαρων και των ολιγαρχών που εμπορεύονται το κοσμικό όπιο των λαών.

Κι όμως, ακόμη και πίσω από τον κυνικό υπερπαράγοντα της διεθνούς παράγκας κρύβεται μια ωραία ποδοσφαιρική ιστορία – που τη διηγείται σε ένα εκτενές πορτρέτο ο New Yorker.

Οταν η Ιταλία πήρε το Παγκόσμιο Κύπελλο το 1982, ο Ινφαντίνο ήταν...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΞΥΛΟΛΙΟΚΙΝΗΤΟΣ ΚΑΡΥΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ: Τι κοινό έχει η νεοφώτιστη πολιτικός με το «φαινόμενο Κασσελάκη»;

 Του ΜΙΧΑΛΗ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗ

Σεπτέμβριο δεν τον ήξερε κανείς.

Ιούνιο, εννέα μήνες μετά, έπαιρνε 14,92% στις ευρωεκλογές.

Είχε κληρονομήσει ένα ηττημένο κόμμα, το οποίο πρόλαβε να υποστεί μια σοβαρή διάσπαση. Ωστόσο, κατάφερε να κρατήσει τη δεύτερη θέση, μπροστά από το ΠΑΣΟΚ. Σήμερα, δύο χρόνια μετά εκείνο το σχεδόν 15%, δεν τον βρίσκουν καν οι δημοσκοπήσεις.

Θα μπορούσε κανείς να συγκρίνει τον Στέφανο Κασσελάκη με τη Μαρία Καρυστιανού.

Οι διαφορές είναι πολλές.

Εκείνος δεν έφτασε ποτέ τη δική της δημοτικότητα. Δεν γέμισε ποτέ πλατείες και στάδια.

Εκείνος κουβαλούσε τα βάρη του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και τον οργανωτικό του σκελετό. Είχε ένα γραφείο να καθίσει, μια κοινοβουλευτική ομάδα, μια εφημερίδα, ένα ραδιόφωνο.

Αρα, πού πατάει η σύγκριση;

Αν τον Ιούνιο του 2024 δεν είχαμε ευρωεκλογές, αλλά εθνικές, ο Κασσελάκης θα είχε προλάβει να μετατρέψει την περιέργεια για το πρόσωπό του σε ψήφο. Θα είχε πιθανότητες να είναι αρχηγός της κοινοβουλευτικής αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ο χρόνος λειτούργησε εις βάρος του.

Τώρα, με κάποιους –λίγους ή λιγότερους– μήνες να απομένουν μέχρι την εθνική κάλπη, η Καρυστιανού φαίνεται ότι βιάστηκε. Εχει συγκεντρώσει ένα κεφάλαιο βαθύτερης κοινωνικής αποδοχής – συναισθηματικής ταύτισης που ο μετεωρίτης από τις ΗΠΑ δεν μπόρεσε ποτέ να εμπνεύσει. Η έκθεσή της στην πολιτική σκηνή, όμως, δημιουργεί την εντύπωση ότι το κεφάλαιο μπορεί πολύ γρήγορα να σκορπιστεί.

Η εμφάνισή της στο «Ολύμπιον», πλάι σε σοσιαλμιντιακές διασημότητες της μιας ανάρτησης και Ρασπουτινίσκους που επιχειρούν φανερά από την πρώτη ημέρα να την πατρονάρουν, δείχνει πόσο επισφαλής μπορεί να είναι ο δείκτης της δημοφιλίας. Αναγνωρισιμότητα δεν σημαίνει εμπιστοσύνη.

 

Ακόμη κι έτσι, όμως, το αναγνωρίσιμο πρόσωπο μπορεί να έχει μια σχετική εκλογική επιτυχία, βασιζόμενη όχι στην αξιοπιστία, αλλά στο συναίσθημα. Στο μέρος εκείνο της εκλογικής επικράτειας όπου η Καρυστιανού επέλεξε για να δώσει το στίγμα της, έχουν ευδοκιμήσει πρόσωπα και σχήματα των οποίων η απήχηση δεν εξηγείται με βάση την πολιτική ορθοδοξία.

Μπορεί εύκολα να φανταστεί κανείς, προτού καν δει τις πρώτες δημοσκοπήσεις, ότι η Καρυστιανού θα έχει επιρροή στο κοινό του Βελόπουλου, της Νίκης, της Λατινοπούλου. Το βεληνεκές αυτό δεν είναι αρκετό για να αλλάξει τον χάρτη. Μπορεί όμως να προκαλέσει μικρές ανακατατάξεις στο δεξί κέρας της αντιπολίτευσης.

Οπως για τον Κασσελάκη, έτσι και για την Καρυστιανού, ο χρόνος δεν είναι σύμμαχος. Στη θυμική ψήφο προτεραιότητα έχει η φαντασία.

Η πραγματικότητα της πολιτικού Καρυστιανού θα απορροφά κάθε μέρα συμβολική ισχύ από το ρεζερβουάρ της Καρυστιανού των συλλαλητηρίων. Η μία πολιτική οντότητα τρέφεται από την άλλη.

Φαίνεται ήδη ότι…