"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΡΩΤΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΡΩΤΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Ερωτική inverter επιστολή

Inverter σημαίνει αντιστροφέας. Κι αν, έρωτα εσύ, σαν αίσθημα και σαν θαυμαστή εκδοχή ζωής, δεν είσαι ο μόνος κι ο απαράμιλλος αντιστροφέας, εκείνο δηλαδή το άλογο κίνητρο, που αντιστρέφει τελείως και ανατρέπει εκ βάθρων την άνυδρη καθημερινότητα και την πνιγηρή εσωστρέφεια, τότε ποιος δικαιούται να λάβει αυτόν τον χαρακτηρισμό; 


Αντιστρέφεις και ανατρέπεις τα πάντα, ερωτικό αντικείμενο του πόθου.  


Χτίζεις το Σύμπαν από την αρχή, ριπή με ριπή, αίσθηση με αίσθηση, άγγιγμα με άγγιγμα.  

Οικοδομείς κλίμα και ανάσα, σαν να είναι η πρώτη μέρα της Δημιουργίας. Γιατί ατμόσφαιρα και μόνον ήταν ο Παράδεισος και μόνον εσύ, γλυκύθυμο ερωτικό αντικείμενο, μπορείς, ακόμη και τώρα, να την επανασυστήσεις, να την επιβάλλεις παντού γύρω σου μ’ ένα θαύμα ξανά και από την αρχή.  


Δικοί σου όλοι οι άνεμοι. Εσύ τους εκκινείς. Εσύ ορίζεις την ένταση, τη διεύθυνση, την ισχύ τους. Εσύ, φρενοκλόπε και λυσιμελή, εξαπολύεις κατά την ακριβή σου βούληση και την αυστηρά προγραμματισμένη ιδιοσυστασία σου, ριπαίους και κυματιστούς, τον μαΐστρο και τον πουνέντε, τον μπάτη και την όστρια του μικρού, καθημερινού βίου, του περίκλειστου χώρου μας. Έρωτα αναπότρεπτε, εσύ καθορίζεις θερμοκρασίες και βαρομετρικές πιέσεις, μποφόρια και καλόδεχτες νηνεμίες. Κι από το τόσο ψηλά, που σ’ έχω τοποθετήσει, ήσυχα, ανεπαίσθητα, ειρηνικά ακούγεται ο συριστικός, ύπουλα υποβλητικός ήχος σου. Ένα σςςςςς διαρκές και υπόκωφο -μόνο από τις μυημένες και τους μυημένους ακουστό -, που υποβάλλει και σοφά διαμοιράζει αναψυχή και γαλήνη, καταλλαγή και δροσιά ψυχής και σώματος. 


Οι απόκρυφες εκροές σου, έρωτα άκτιστε, νεράκι του Θεού είναι, γάργαρο και απιονισμένο, που ρέει μυστικά και ευφραίνει θερμόπληκτους και διψασμένους σε ερήμους και ξερότοπους μπετονένιους. 


Μακριά σου δεν υπάρχουν καλοκαίρια, έρωτα λάβρε και αβρέ. 


Χωρίς εσένα η ζωή είναι κόλαση πυρφόρος και ο βίος αβίωτος. 


Χωρίς τις κυματιστές θωπείες του δροσερού μικροκλίματος σου, πόσο και γιατί κανείς ν’ αντέξει; 


Κι επειδή έρωτας που δεν ομολογείται, ποτέ δεν ήταν έρωτας, δημόσια μ’ αυτές τις λέξεις εδώ, το ομολογώ:  

ΑΝΘΡΩΠΟΣ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Ερως και Θάνατος

 Toυ ΜΙΧΑΛΗ ΜΗΤΣΟΥ

Οι φωτιές προκαλούν απόγνωση. Η εξαφάνιση ενός ακόμη λευκορώσου ακτιβιστή προκαλεί αηδία. Παρ’ όλα αυτά, ή ακριβώς γι’ αυτά, θέλω να γράψω σήμερα για κάτι άλλο. Θέλω να μεταφέρω μια ερωτική ιστορία, όπως δημοσιεύτηκε  στην «Corriere della Sera».

Ο Πάολο Κρέπετ είναι ένας γνωστός ιταλός ψυχίατρος. Κι όταν η εφημερίδα τού ζήτησε στο πλαίσιο των γνωστών καλοκαιρινών αφιερωμάτων να μιλήσει για τον έρωτα που νοσταλγεί περισσότερο, εκείνος γύρισε πίσω στο καλοκαίρι του 1976. Μαζί με τον Φραντσέσκο, έναν φίλο του που είναι σήμερα διάσημος ανοσολόγος, έκαναν τον γύρο της Ιταλίας με τις αγαπημένες τους Triumph. Αλλά οι μοτοσικλέτες χάλασαν κι εκείνοι βρέθηκαν με κάποιον τρόπο στην Ιο. Εκεί γνώρισε, και ερωτεύτηκε, μια νεαρή νοσοκόμα από τη Βόννη.

Eνα ελληνικό νησί είναι πράγματι ο ιδανικός τόπος για ένα ειδύλλιο, παρατηρεί η ρομαντική δημοσιογράφος. 

«Θα σας απογοητεύσω, αλλά αυτό το υπέροχο κυκλαδίτικο νησί έχει ένα υποβλητικό νεκροταφείο. Εκεί τη γνώρισα».  

Καμιά αντίρρηση, συνεχίζει απτόητη η συνάδελφος, αλλά δεν θα ήταν καταλληλότερη για το πρώτο φιλί μια παραλία την ώρα του ηλιοβασιλέματος; 

«Οχι, γιατί εκείνο το κορίτσι είχε μακριά μαλλιά και φορούσε όμορφα ρούχα, χρωματιστά κι αέρινα. Οσο για το νεκροταφείο, βρισκόταν σε έναν λόφο και φυσούσε ένα ωραίο αεράκι, αναζωογονητικό και σκανδαλιάρικο».

Ερως και Θάνατος. Ο ψυχίατρος δεν το διευκρινίζει, αλλά ίσως να αναφέρεται στον πρωτοκυκλαδικό οικισμό Σκάρκου, στον Κάτω Κάμπο της Ιου, όπου βρίσκεται και νεκροταφείο της ίδιας περιόδου. Ισως και όχι – τι σημασία έχει άλλωστε; To νεαρό ζευγάρι πέρασε καλά, για τον Φραντσέσκο δεν ξέρουμε, αλλά τα έχουν αυτά οι ανδρικές φιλίες. 

Υστερα πήρε ο καθένας τον δρόμο του. 

Την αναζήτησε στη συνέχεια τη νοσοκόμα ο Πάολο; 

«Μου είχε αφήσει έναν αριθμό τηλεφώνου και τους επόμενους μήνες προσπάθησα να τη βρω, αλλά χωρίς επιτυχία».  

Τα έχουν αυτά οι έρωτες. Μήπως δεν ήθελε εκείνη να τη βρουν;  

«Ναι, μπορεί. Εγώ πάντως προσπάθησα. Και τότε δεν ήταν όπως σήμερα, που είναι αδύνατο να πεις αντίο έτσι όπως είμαστε όλοι δικτυωμένοι».

Εχει δίκιο ο Πάολο. Κι εγώ δεν θα ξεχάσω εκείνο τον...

 

ΑΝΘΡΩΠΟΣ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ: "elpizw mia mera na me prose3eis "

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Toυ OLD-BOY

Μάλλον κάπως έτσι λειτουργεί ο έρωτας, όπως υπαινίσσεται ο -κατά πάσα πιθανότητα- έφηβος φίλος μας: ως μια ελπίδα προσοχής

Μπορούμε δηλαδή να τον δούμε να νιώθει, όσο εκείνη δεν τον προσέχει, αόρατος. Κι αυτός της επισημαίνει ακριβώς ότι είναι ορατός και υπαρκτός και αυθύπαρκτος και ξεχωριστός από όλους τους άλλους συμμαθητές

Υπάρχω, της λέει, είναι σαφές ότι υπάρχω, εγώ το ξέρω ότι υπάρχω, αυτό που βράζει μέσα μου με πείθει ότι υπάρχω, αλλά αν δεν σταθεί επιτέλους το βλέμμα σου επάνω μου, αν δεν με εντοπίσεις επιτέλους, αν δεν με προσέξεις επιτέλους, αν δεν καταλάβεις επιτέλους ότι είμαι άξιος της προσοχής σου, αν δεν αξιωθώ επιτέλους το βλέμμα σου, θα μένω πάντα κι εγώ με την αμφιβολία για το πόσο ορατός είμαι, για το πόσο ξεχωριστός είμαι, για το πόσο αξίζω να προσεχτώ.  

Πρόσεξέ με. Με το βλέμμά σου ανάσυρέ με από τους αόρατους. Κατάστησέ με ορατό, κατάστησέ με φωτεινό, βγάλε με στο φως. Δες με. Και βλέποντάς με εσύ, θα με δω επιτέλους κι εγώ. Χωρίς την αμφιβολία. Πρόσεξέ με - διάλεξέ με - δικαίωσέ με. 

Ο έρωτας είναι ένα διαρκές παιχνίδι ανασφάλειας, επιβεβαίωσης, ταυτότητας:

ΑΝΘΡΩΠΟΣ - ΕΡΩΤΑΣ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Το «ερωτικό πάθος»: μύθος ή πραγματικότητα;

 

Γράφει ο Καθηγητής Γιώργος Πιπερόπουλος

     Ελπίζω οι φίλες και φίλοι του blog να αντιληφθούν ότι επέλεξα να παρουσιάσω στο σημερινό, καθιερωμένο εβδομαδιαίο άρθρο μου στην φιλόξενη για μένα ελληνική «μπλογκόσφαιρα» (αποφεύγω, ως γνωστόν, Τηλεόραση και Ραδιόφωνο) αντικειμενικά το θέμα του «ερωτικού πάθους».

Αφορμή μου έδωσε το γεγονός ότι αυτές τις ημέρες αποκαλύπτονται ξαφνικά και  καθημερινά ιστορίες βιασμών και αχαλίνωτου ερωτισμού επωνύμων που υπέρ-καλύπτονται από τα ελληνικά ΜΜΕ (Μέσα Μαζικού Εκμαυλισμού).

     Αναφέρθηκα στο θέμα στο προηγούμενο άρθρο μου που φιλοξενήθηκε εδώ με τον προφανώς Αριστοφανικά ειρωνικό τίτλο: «Τα κλειδιά του Μάκη και ο Φανοστάτης της ΔΕΗ» 

     Δεν υπήρξε, ίσως, εποχή ούτε και ανθρώπινο κοινωνικό σύστημα, όπου τα θέματα που σχετίζονται με τη σεξουαλική συμπεριφορά ατόμων και ομάδων να μην είχαν μια ξέχωρα σημαντική θέση μέσα στα ποικίλα άλλα θέματα ψυχοκοινωνικού προβληματισμού.

     Στις δυτικές κοινωνίες, σημαντική υπήρξε η επίδραση της Βικτωριανής ηθικής του «διπλού στάνταρτ», που ξεκίνησε από την Αγγλία και την πουριτανή βασίλισσά της Βικτωρία (η οποία λέγεται ότι, έχοντας η ίδια προβλήματα, ανάγκασε τους πάντες να …αποστραφούν το σεξ) και επεκτάθηκε σε όλα τα κοινωνικά συστήματα.

     Όπως και αν το δει κανείς το όλο θέμα της ανθρώπινης σεξουαλικότητας, παραμένει αναμφισβήτητη η πραγματικότητα ότι αποτελεί μία κραυγαλέα αντινομία, μια τρανταχτή όσο και αξιοπερίεργη αντίθεση ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία. Συγκεκριμένα, η σεξουαλική επιθυμία, ως φυσιολογική λειτουργία, είναι η πρώτη που αδρανοποιείται, αμέσως μόλις παρουσιαστεί στον οργανισμό μια κάποια έστω ασήμαντη οργανική ή ψυχοκοινωνική διαταραχή (ένας πονοκέφαλος, λίγος πυρετός, ένα συνάχι και, φυσικά, μια μεγάλη σύγχυση ή κάποια ψυχική δυσφορία - άμεσα μειώνουν τη σεξουαλική μας επιθυμία). Και όμως, στο όνομα αυτής της επιθυμίας, της αδήριτης πραγματικότητας του ‘σεξουαλικού πάθους’ έχουν γίνει και συνεχίζονται να γίνονται (με καθημερινή συχνότητα, όπως μας πληροφορούν οι αστυνομικοί συντάκτες ραδιοτηλεοπτικών σταθμών και εφημερίδων) συμπλοκές, μαχαιρώματα, αιματηρές συγκρούσεις και φονικά τύπου «την σκότωσα επειδή την…αγαπούσα!»

     Σε ιστορική ανασκόπηση είναι τεράστια η καταγραφή κάθε είδους επιδόσεων, περιστατικών και επεισοδίων ερωτικού πάθους από επώνυμους και από ανώνυμους, που με το προσωπικό τους δράμα επιβεβαιώνουν την αντινομία που προαναφέρθηκε.

     Ξεκινώντας από τον Τρώα πρίγκιπα Πάρι και την ωραία Ελένη της Σπάρτης και τις Βιβλικές μαρτυρίες του τύπου της Σαλώμης φτάνουμε σε ιστορίες καθημερινής επίδοσης μεγάλων και μικρών αστέρων του Χόλυγουντ, οι οποίοι συνεχίζουν να δημιουργούν πηχυαίους τίτλους και ‘γαργαλιστικά ρεπορτάζ’ με τις κάθε είδους εμπλοκές τους σεξουαλικού πάθους και παράφορων ερωτικών επιδόσεων.

     Η ψυχαναλυτική θεωρία προώθησε τη θεωρητική υπόθεση ότι ο άνθρωπος γεννιέται με ολάκερη την ψυχοσεξουαλική του ενέργεια, με όλα του τα αποθέματα συγκεντρωμένα στο  λίμπιντο (libido), το οποίο και διαφέρει από άτομο σε άτομο, αλλά και ανάμεσα στα δύο φύλα.

     Αν και δεν έχει ακόμη εντοπιστεί το ‘γιατί’ κάποιων συγκεκριμένων γονιδίων, που μεταφέρουν το κληρονομικό ‘μήνυμα’ της ποιοτικής και ποσοτικής οντότητας και έντασης του λίμπιντο στον καθένα μας, είναι τεκμηριωμένο το γεγονός ότι όπως ανάμεσα στα διάφορα άτομα υπάρχουν τα δεδομένα των σωματικών διαφορών (όπως υπάρχουν ψηλοί και κοντοί, ευτραφείς και αδύνατες) έτσι μπορούμε να διακρίνουμε εύκολα τα ερωτικά έντονα από τα ερωτικά υποτονικά άτομα, και θα μπορούσαμε να το κάνουμε αν δεν μας σταματούσαν τα κάθε είδους ταμπού εντυπωσιακών μύθων και φοβερής παραπληροφόρησης.

     Μπορεί η Αφροδίτη της Μήλου να γοήτευσε, να ερέθισε, να συγκίνησε και να συγκινεί μυριάδες αγοριών, ανδρών, αλλά και γυναικών, αλλά όπως μας πληροφορεί η ιστορία και η Κλεοπάτρα, βασίλισσα της Αιγύπτου, δεν αρκέστηκε να γοητέψει και να τυλίξει στο ερωτικό πάθος τον Ιούλιο Καίσαρα και τον Μάρκο Αντώνιο, και λέγεται ότι εκτόνωνε συχνά το ερωτικό της πάθος σε συνευρέσεις με μέλη της Ρωμαϊκής στρατιωτικής αποστολής στην Αίγυπτο.

     Το ερωτικό πάθος υπήρξε αντικείμενο προβληματισμού της Αθηναϊκής ομήγυρης του Σωκράτη, του Πλάτωνα και του Αλκιβιάδη, και όπως αναφέρεται ιστορικά πολλών αυτοκρατόρων της Ρώμης και της Κωνσταντινούπολης.

     Υπάρχουν συμπεριφοριστές ψυχολόγοι (behaviorists), οι οποίοι διατείνονται ότι η σεξουαλική μας δραστηριότητα, η επιθυμία, που σε αρκετούς και αρκετές εξελίσσεται σε ‘αχαλίνωτο πάθος’, σαν κάθε άλλη οργανική και ψυχοκοινωνική μας λειτουργία, υπόκειται στις διαδικασίες και τις αρχές της μάθησης! Με άλλα λόγια, το άτομο μαθαίνει να έχει σεξουαλική ζωή και οι επιδόσεις του στον έρωτα, ακόμα και το παράφορο ερωτικό πάθος, δεν είναι κάτι τι με το οποίο γεννιέται, αλλά κάτι που μαθαίνει, μια διάσταση του εαυτού του που την αποκτά με τις εμπειρίες του καθώς διαμορφώνει μέσα από αποδεκτά (ή μέσα από απαγορευμένα) συστήματα και μεθόδους τον τρόπο εκτόνωσης των σεξουαλικών του επιθυμιών.

     Σύμφωνα, λοιπόν, με τους συμπεριφοριστές ψυχολόγους ακόμα και οι περιπτώσεις ερωτικού πάθους που αποτέλεσαν σημεία αναφοράς στην ανθρώπινη ιστορία αλλά και εκατομμύρια άλλων περιστατικών που απλά περνούν ανώνυμα στην καθημερινότητα της πολυτάραχης εποχής μας, είναι απλά και μόνο περιπτώσεις... μάθησης!

     Τα πράγματα, όμως, πιστεύουν πολλοί κοινωνιολόγοι και ψυχολόγοι, όπως και τόσα και τόσα άλλα θέματα της ατομικής και συλλογικής ανθρώπινης συμπεριφοράς, δεν είναι ούτε τόσο απλά, ούτε αποκλειστικά και μόνο υπόθεση μάθησης!

     Υπάρχουν περιπτώσεις, όπου το ερωτικό πάθος αποτελεί απόληξη κάποιων ψυχικών τραυμάτων και βιωμάτων, που ενώ λειτουργούν ως αιτιολογικό υπόβαθρο ερωτικού πάθους ενδέχεται να μην συνειδητοποιούνται από το άτομο. Με άλλα λόγια, το άτομο πιστεύει ότι δεν αντιμετωπίζει σεξουαλικό πρόβλημα, έστω και όταν η συμπεριφορά του το επιβεβαιώνει για κάθε αντικειμενικό παρατηρητή, ακριβώς επειδή οι μηχανισμοί άμυνας του “εγώ” του, του αποκλείουν πιθανότητα συνειδητοποίησης του ερωτικού του πάθους...

     Ο πατέρας της ψυχανάλυσης, SigmundFreud, συνέβαλε στη δημιουργία ενός μύθου που αμφισβητήθηκε έντονα, όταν επέμενε ότι οι γυναίκες έχουν ‘σωστό’ οργασμό μόνον όταν αυτός είναι κολπικός οργασμός και ότι κάθε άλλο είδος οργασμού τις μετέβαλλε αυτόματα σε... αδικημένα πρόσωπα! Για πολλές δεκαετίες μυριάδες γυναικών υπέστησαν το μαρτύριο της αυτό-αμφισβήτησης, αναγκάστηκαν να ‘προσποιηθούν’ ότι έχουν οργασμούς όταν δεν έχουν και οδήγησαν και τους ερωτικούς τους παρτενέρ (συντρόφους ή συζύγους) σε ψυχολογικό προβληματισμό με το πραγματικό ή φανταστικό ‘ερωτικό πάθος’ τους που παρουσιαζόταν... ακόρεστο!

     Σύγχρονες σχετικές έρευνες έχουν απολήξει στο συμπέρασμα ότι σπάνια το ερωτικό πάθος έχει σαν βάση κάποια εμφανή ενδοκρινολογική διαταραχή (αν και συχνά κάποιες διακυμάνσεις στα οιστρογόνα και ανδρογόνα έχουν αντίκτυπο στη σεξουαλική συμπεριφορά του ατόμου).

     Στις περισσότερες κλινικές περιπτώσεις έντονου και αχαλίνωτου ερωτικού πάθους σε άνδρες και γυναίκες το αιτιολογικό υπόβαθρο φαίνεται να είναι...

 

ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ - ΕΡΩΤΑΣ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Ξεχνάμε για λίγο τον Covid-19 για να θυμηθούμε τον Έρωτα!…

Γράφει ο Καθηγητής Γιώργος Πιπερόπουλος

     Καθώς αποχαιρετάμε το καλοκαίρι του 2020, ένα καλοκαίρι που όμοιό του ΔΕΝ έζησε καμία από τις 3 γενιές Ελλήνων που αθροίζουμε τα 10,5 περίπου εκατομμύρια κατοίκων σε αυτόν τον ευλογημένο τόπο, στην απίστευτης καλλονής απόληξη της χερσονήσου του Αίμου, ελπίζω να μην παρεξηγηθεί το σημερινό μου άρθρο προτρέποντας να θυμηθούμε παλιοί και νέοι εκείνα που ξεπερνώντας τον covid-19, ομορφαίνουν τη ζωή...
 
     Οι αρχαίοι διατείνονταν «όμοιος ομοίω αεί πελάζει...» και η αρχαϊκή Μούσα σε μία κλασικά ρομαντική θεώρηση περιέγραψε τον έρωτα ως έναν «ανίκητο μαχητή...» και εμείς οι Νεοέλληνες πιστεύουμε πως «τα ετερώνυμα έλκονται».
 
     Δεν είναι θέμα ‘καλοκαιρινού προβληματισμού’ αλλά πάντα επίκαιρο το ερώτημα ποιόν ή ποια να επιλέξουμε ως ταίρι, ως σύντροφο, όσοι και όσες δεν διαθέτουνε ταίρι, και πώς να ξαναβρούνε εκείνη την εντυπωσιακά συγκινητική απογείωση του έρωτα, εκείνη την ανεπανάληπτα γλυκιά ζεστασιά του να ξέρει κανείς ότι και αγαπά και τον αγαπούν όταν συμβαίνει να είμαστε κιόλας δεσμευμένοι είτε με γάμο είτε με «ρητή συμφωνία»;
 
     Η επιλογή του προσώπου που θα καταλήξει να γίνει σύντροφος ή συντρόφισσά μας μοιάζει σε πολλές πτυχές της με τη διαδικασία της οικονομικής συνεργασίας ή συναλλαγής – χωρίς, βέβαια, να χαρακτηρίζεται από την ψυχρότητα ή και την πεζότητα των οικονομικών παραμέτρων. 
 
     Επιλέγουμε για σύντροφο το άτομο που μας προσφέρει περισσότερα από όσα μας κοστίζει. Η θεωρία αυτή ταυτίζει τη διαδικασία της επιλογής με τρεις αξίες που ενσαρκώνει το άτομο που επιλέγουμε σαν σύντροφο ερωτικό ή και σαν σύζυγο και συγκεκριμένα:
 
     Πρώτον, διαλέγοντας ένα άτομο που είναι «ενδιαφέρων τύπος», διαθέτει πλούσια φαντασία και έχει καλές κοινωνικοοικονομικές διασυνδέσεις που μας είναι χρήσιμες ενεργούμε με βάση την «ερεθιστική» αξία.
 
     Δεύτερον, όταν το πρόσωπο είναι συνεργάσιμο και μας βοηθά, διαθέτει μπόλικο ενθουσιασμό και θυσιάζει για μας ώρες και ενέργεια βοηθώντας μας να επιτύχουμε τους στόχους μας, τότε ενεργούμε με βάση τη «χρησιμότητά» του.
 
     Τρίτον, το άτομο που μας συμπαραστέκεται, μας ενθαρρύνει στις δύσκολες στιγμές μας και μας επιβραβεύει αναγνωρίζοντας τις επιτυχίες μας το επιλέγουμε γιατί δρα «ενισχυτικά» στην οντότητα του ΕΓΩ μας.
 
     Υπάρχει η άποψη στην ψυχοδυναμική θεωρία, σύμφωνα με την οποία καθοριστικό στοιχείο της επιλογής μας αποτελεί και το βιωματικό (ατομικό και συλλογικό) υποσυνείδητο υλικό που ο καθένας μας διαθέτει. 
 
     Ο Carl Jung (όπως και ο Σωκράτης και ο Πλάτωνας) θεώρησε ότι σε κάθε άτομο προϋπάρχει ένα συγκεκριμένο «αρχέτυπο» ή ένα «ιδεώδες» αναφορικά με τη γυναίκα ή τον άνδρα που μας ταιριάζει. 
 
     Όταν το άτομο συναντήσει, έστω τυχαία και αναπάντεχα, το πρόσωπο, εκείνον ή εκείνη, που ανταποκρίνεται στο δεδομένο «αρχέτυπό» του η αναγνώριση είναι άμεση και το αποτέλεσμα είναι αρχικά η σύναψη φιλίας (όταν έχουμε άτομα του ίδιου φύλου), ενώ σε περίπτωση που έχουμε άτομα αντίθετου φύλου τότε έχουμε εκείνο το ανεξήγητο «ΚΕΡΑΥΝΟΒΟΛΗΜΑ» του έρωτα...Σύμφωνα με τα δεδομένα της σύγχρονης ψυχοδυναμικής θεωρίας που ανταποκρίνεται στο λαϊκό μας απόφθεγμα (και τον σχετικό νόμο της Φυσικής), υπάρχει η άποψη ότι «τα ετερώνυμα έλκονται».
 
     Στη διαδικασία επιλογής της ή του συντρόφου ισχύει για τον καθένα και την καθεμιά μας «η Αρχή της συμπλήρωσης» ή, με άλλα λόγια, το άτομο που διακρίνεται από την ανάγκη του να κυριαρχεί και να εξουσιάζει τους άλλους έλκεται από άτομα που διακρίνονται ως προσωπικότητες ενός «παθητικού - εξαρτημένου» τύπου, όπως και για την επιθυμία τους να παραδοθούν στην κυριαρχία κάποιου άλλου και να υποταχθούν στην εξουσία αυτού ή αυτής  της συντρόφου.
 
     Είναι αλήθεια, βέβαια, ότι και μία σειρά ψυχοκοινωνικών, οικονομικών, φυσιογνωμικών αλλά και οικολογικών παραγόντων (όπως το θέμα γειτόνεψης της κατοικίας) υπεισέρχονται στη διαδικασία αξιολόγησης και επιλογής φίλων και εραστών ή μελλοντικών συντρόφων γάμου.
 
     Οι ρομαντικές σχέσεις, και όχι βέβαια οι σχέσεις ενός εφήμερου έρωτα, απαιτούν πρόσθετα θεμελιακά στοιχεία, τα οποία θα ταξινομήσω σε τέσσερις μεγάλες κατηγορίες:

ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Normal People: Πώς ερωτεύονται οι ευφυείς


 
Toυ Άρη Αλεξανδρή

Υπάρχει μια πολύ διαδεδομένη αντίληψη ότι ο έρωτας είναι συναισθηματική κατάσταση οικουμενική μέσα στην τυραννικότητά της, μία περιπέτεια σχεδόν δημοκρατική δηλαδή, υπό την έννοια ότι όλοι τη βιώνουν με βασανιστικό τρόπο


Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, ο έρωτας είναι ένα πράγμα που δοκιμάζει και ισοπεδώνει όλους τους ανθρώπους το ίδιο, -πλούσιους, φτωχούς, όμορφους, άσχημους, γυναίκες, άντρες,- ως εμπειρία σωματική και χημική, η οποία καταργεί τις διακρίσεις όπως τις καταργεί μία ασθένεια. Όσο κι αν διαφέρουν τα συμπτώματα στον κάθε άρρωστο, η αρρώστια στη βάση της είναι η ίδια


Όμως αυτή η θεωρία είναι εσφαλμένη. 


Στον έρωτα υποφέρουν περισσότερο απ’ όλους οι ευφυείς.
 
Βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο της Sally Rooney, το Normal People αφηγείται ακριβώς αυτό. 


Όσο κλισέ κι αν είναι μια ερωτική ιστορία, όσο αναγνωρίσιμα κι αν είναι τα βήματα προς τη συναισθηματική και σωματική εξάρτηση από ορισμένο πρόσωπο, όσο γνωστές και χιλιοειπωμένες κι αν είναι όλες οι εκφάνσεις της μανίας με την επιβεβαίωση ενός ξεχωριστού κάποιου, οι ευφυείς άνθρωποι είναι καταδικασμένοι να βιώνουν τη διαδικασία αυτή διαφορετικά από τον μέσο όρο. Γιατί, σε αντίθεση με τον μέσο όρο, αυτοί καταλαβαίνουν τον παραλογισμό και τη ματαιότητα, αντιλαμβάνονται την πλάνη τους, έχουν επίγνωση των αδυναμιών τους και υποφέρουν διπλά γιατί ζουν παράλληλα και μέσα στο σύννεφο και κάτω από αυτό.
 
Οι ευφυείς άνθρωποι όπως η Marianne και ο Connell, δεν μπορούν να ζήσουν αν δεν αναλύσουν. Επεξεργάζονται τη ζωή όπως αναπνέουν, και ακτινογραφούν τους εαυτούς τους και τους άλλους αυτοματικά, ακόμη κι αν δεν το κάνουν καλά. 


Η κατάρα της υψηλής νοημοσύνης είναι πως δουλεύει απρόσκλητη. Αυτό σημαίνει πως μαζί με τη χαρά της συναισθηματικής έκρηξης ή τη λύπη της ματαίωσης, φέρουν πάντα και το βάρος της υπερβολικής συνειδητότητας. Μία φωνή που τους λέει ότι η χαρά τους έχει ψεγάδια και δεν είναι για πάντα, κι ότι η απογοήτευσή τους δεν είναι περισσότερο πρωτότυπη ή οριστική από οποιουδήποτε άλλου.  


Ο ρεαλισμός του πνεύματός τους μπλέκεται με τον φόρτο των συναισθημάτων τους και τους βυθίζει σε μία κατάσταση που...

ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΗΛΙΘΙΟΙ - ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Άμα είσαι ερωτευμένος…



Εδώ και δυο μήνες που ισχύει η καραντίνα και γενικά τα μέτρα που «απαγορεύουν» τις συναναστροφές, τις αγκαλιές, κλπ, αυτούς που λυπάμαι πιο πολύ είναι οι νέοι.
 
Μιλάω για τους 20 something, που δεν μπορούν να συνευρεθούν, να γλεντήσουν, να σαχλαμαρίσουν, και να ερωτευτούν.

Αν κρίνω από τη δική μου νιότη, η κατάσταση για όλα αυτά τα νέα παιδιά πρέπει να είναι αφόρητη…

Βέβαια, οι εποχές είναι εντελώς διαφορετικές, όπως διαφορετικοί είναι πλέον και οι νέοι μας, αφού πολλά από εκείνα που απασχολούσαν τη γενιά μου τους σημερινούς τους αφήνουν αδιάφορους.
 
Παρ’ όλα αυτά, πρέπει να είναι πολύ δύσκολο το να είσαι νέος και ερωτευμένος στα χρόνια του κορονοϊού, και να μην μπορείς να ξεδώσεις, ή να τιθασεύσεις τις ορμόνες και τις αχαλίνωτες ορμές σου.
 
Έτσι λοιπόν, ένας 20χρονος ερωτευμένος Αμερικάνος, τρελάθηκε από την αγαμία, και σκαρφίστηκε ένα κόλπο για να μπορέσει να επισκεφτεί την αγαπημένη του που ζει στη Γερμανία.
 
Τι έκανε;  


Ταξίδεψε από την Washington DC στη Φρανκφούρτη, με πτήση της United Airlines, παρά το γεγονός ότι η Γερμανία απαγορεύει λόγω της πανδημίας σε Αμερικανούς να εισέρχονται στη χώρα.
 
Μόλις λοιπόν αποβιβάστηκε από το αεροσκάφος ο πολυμήχανος ερωτιάρης φόρεσε ένα κίτρινο φοσφοριζέ γιλέκο που είχε αγοράσει από την Αμερική, και παρέκαμψε τις ουρές στον έλεγχο των διαβατηρίων παίρνοντας στα χέρια του δυο κάδους απορριμμάτων, και προσπάθησε να τους αδειάσει σε χώρο πίσω από τα γκισέ ελέγχου, προσποιούμενος τον εργαζόμενο στη καθαριότητα του αεροδρομίου.
 
Δυστυχώς όμως για αυτόν...

ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Ο ιός ως συνωμοσία για να ξανακερδίσουμε τους/τις πρώην μας, ακόμα κι αν δεν βρεθούμε ποτέ ξανά μαζί

Απόσπασμα από το κείμενο του Paul B. Preciado με τίτλο "The Losers Conspiracy" που δημοσιεύτηκε στο Αrt Forum 

Μετάφραση: Δ. Πολιτάκης
Αρρώστησα στο Παρίσι την Τετάρτη 11 Μαρτίου, πριν ανακοινωθούν από την γαλλική κυβέρνηση τα μέτρα απομόνωσης του πληθυσμού.

Όταν σηκώθηκα από το κρεβάτι στις 19 Μαρτίου, κάτι παραπάνω από μια εβδομάδα μετά, ο κόσμος είχε αλλάξει. Όταν χώθηκα στο κρεβάτι μου ο κόσμος έμοιαζε ακόμα κοντινός, συλλογικός, παχύρρευστος, βρώμικος. Όταν σηκώθηκα, είχε γίνει μακρινός, ατομικός, στεγνός και κλινικός.  

Στη διάρκεια της αρρώστιας, δεν μπορούσα να αποτιμήσω αυτό που συνέβαινε από πολιτική ή οικονομική σκοπιά αφού ο πυρετός και η δυσφορία είχαν καταβάλλει κάθε ζωτική μου ενέργεια. Κανείς δεν κάθεται να φιλοσοφήσει την ώρα που το κεφάλι του κοντεύει να εκραγεί. Κάποιες στιγμές κατάφερνα να παρακολουθήσω για λίγο ειδήσεις, πράγμα που χειροτέρευε την κατάστασή μου. Ήταν αδύνατον να ξεχωρίσω την πραγματικότητα από ένα κακό όνειρο, και τα πρωτοσέλιδα με τάραζαν πιο πολύ από τα πυρετώδη παραληρήματά μου. Στο τέλος, αποφάσισα, ως μια αγχολυτική μέθοδο απελπισίας, να μην επισκεφτώ ούτε μια ιστοσελίδα για δύο ολόκληρες μέρες. Εν μέρει, αποδίδω την σωτηρία μου σ΄ αυτήν την απόφαση... 

Δεν ήταν τόσο ότι είχα δυσκολία στην αναπνοή, όσο ότι μου φαινόταν δύσκολο να πιστέψω ότι θα συνεχίσω να αναπνέω. Δεν φοβόμουν ότι θα πεθάνω. Φοβόμουν ότι θα πεθάνω μόνος... 

Το πρώτο πράγμα που έκανα όταν σηκώθηκα τελικά μετά από μια βδομάδα που μου φάνηκε πελώρια και παράξενη όσο μια ανεξερεύνητη ήπειρος, ήταν να ρωτήσω τον εαυτό μου: Κάτω από ποιες συνθήκες και με ποιον τρόπο αξίζει πλέον να ζει κανείς;...

Με τη νέα μορφή που έχουν πάρει τα πράγματα μετά τον ιό, αυτό που έμοιαζε με προσωρινό lockdown, φαίνεται ότι θα συνεχιστεί για την υπόλοιπη ζωή μας. Ίσως αλλάξουν και πάλι τα πράγματα στο μέλλον, αλλά μάλλον όχι για εμάς που έχουμε ήδη περάσει τα σαράντα. Αυτή είναι η νέα πραγματικότητα. Η ζωή μετά από την μεγάλη μετάλλαξη... 

Το δεύτερο πράγμα που έκανα, πριν μπορέσω να απαντήσω στο ερώτημα που υπέβαλλα στον εαυτό μου, ήταν να κάτσω και να γράψω ένα ερωτικό γράμμα. Από όλες τις σχετικές με την πανδημία θεωρίες συνωμοσίας, η πιο ελκυστική για μένα είναι αυτή σύμφωνα με την οποία ο ιός δημιουργήθηκε σε ένα εργαστήριο έτσι ώστε όλοι οι losers του πλανήτη να ξανακερδίσουν τους/τις πρώην τους, χωρίς να είναι απαραίτητα υποχρεωμένοι να βρεθούν ξανά μαζί. 

Με όλο τον λυρισμό και την αγωνία που είχε συσσωρευτεί μέσα μου όλη την εβδομάδα που ήμουν άρρωστος, φοβισμένος και αβέβαιος για όλα, το γράμμα στην πρώην μου δεν ήταν μόνο μια ποιητική και απελπισμένη διακήρυξη αγάπης, ήταν πάνω από όλα ένα ντροπιαστικό ντοκουμέντο για αυτόν που το υπέγραφε. Αν όμως τα πράγματα δεν αλλάξουν ποτέ, αν όσοι ζουν μακριά δεν θα μπορέσουν ποτέ ξανά να αγγίξουν ο ένας τον άλλον, τι σημασία έχει αν γίνεται κανείς γελοίος εξ αποστάσεως;  

Τι νόημα έχει να δηλώνεις στο πρόσωπο που αγαπάς ότι το αγαπάς, γνωρίζοντας ότι κατά πάσα πιθανότητα σε έχει ξεχάσει ή σε έχει αντικαταστήσει, και ότι, σε κάθε περίπτωση, δεν θα μπορέσεις να το ξαναδείς; 

 Η νέα κατάσταση των πραγμάτων, στην γρανιτένια ακινησία της, ανεβάζει σε νέα επίπεδα το «δεν γαμιέται», παρά το ρίσκο της γελοιοποίησης. 

Έγραψα λοιπόν στο χέρι αυτό το ωραίο και φριχτά αξιοθρήνητο γράμμα, το έβαλα σε έναν λαμπερό, λευκό φάκελο, πάνω στον οποίο σημείωσα με το πιο καλλιγραφικό μου γράψιμο το όνομα και την διεύθυνση της πρώην μου. Ντύθηκα, έβαλα τη μάσκα, τα γάντια και τα παπούτσια μου που τα είχα αφήσει έξω από την πόρτα, και κατέβηκα στην είσοδο.  

Βγαίνοντας, κοντοστάθηκα και αντί να συνεχίσω προς τον δρόμο, έστριψα στον ακάλυπτο χώρο που είναι ο κάδος σκουπιδιών του κτιρίου.  

Άνοιξα τον κάδο ανακύκλωσης και...

ΚΟΙΝΩΝΙΑ - ΑΝΘΡΩΠΟΣ: Ανέραστη γυμνότητα



Γ​​ράφει η Κλαρίσε Λισπέκτορ, μεγάλο όνομα του 20ού αιώνα στην τέχνη του μυθιστορήματος – αντιγράφω από το βιβλίο της «Τα κατά Α.Γ. πάθη» (εκδόσεις Αντίποδες, σε μετάφραση του Μάριου Χατζηπροκοπίου):

«Πάντα έδειχνα να προτιμώ την παρωδία, μου ήταν χρήσιμη. Το να μιμούμαι τη ζωή ενδεχομένως μου έδινε σιγουριά, ακριβώς επειδή η ζωή ως μίμηση δεν ήταν η δική μου ζωή, επομένως ούτε και δική μου ευθύνη. Η απομίμηση της ζωής μού χάριζε μιαν ανάλαφρη γενικευμένη ευχαρίστηση, που ίσως να πήγαζε από το γεγονός ότι ο κόσμος δεν ταυτιζόταν με το εγώ μου, δεν ήμουν εγώ ο κόσμος, ήταν έξω από μένα και μπορούσα να τον απολαύσω.  

Ετσι έκανα και με τους άντρες, τους κατακτούσα χωρίς να τους ταυτίζω με το εγώ μου, μπορούσα επομένως να τους θαυμάζω και να τους αγαπώ, όπως αγαπάει κανείς ειλικρινά μιαν ιδέα: δίχως εγωισμούς. Αφού δεν ήταν δικοί μου, ποτέ δεν τους βασάνισα.

Ακριβώς όπως αγαπάμε μιαν ιδέα… Αντιμετωπίζω τον κόσμο όπως είναι: Δεν είναι το εγώ μου ούτε δικός μου. Και το εγώ μου, χάρη στη μίμηση της ζωής, ήταν σαν να μην είμαι εγώ, κάτι πιο ευρύχωρο από το να είμαι εγώ – μια ανύπαρκτη ζωή με κυριαρχούσε ολόκληρη και με μονοπωλούσε, όπως μια επινόηση».


Σκέφτομαι, πως αν η Αναγέννηση, ο Διαφωτισμός, η Νεωτερικότητα δεν ήταν εποχή, αλλά μια έλλογη αυτοσυνείδητη ύπαρξη, ένας «κοινωνικός μεταρρυθμιστής», θα δήλωνε την ταυτότητά του με τα παραπάνω λόγια της Κλαρίσε Λισπέκτορ. 


Θα μπορούσε ο κάθε αναγνώστης να βεβαιώσει του λόγου μου το ασφαλές, συμπεραίνοντας τον γενικό αφορισμό από μιαν ελάχιστη λεπτομερειακή παρατήρηση: Σε επόμενη έξοδό του στους δρόμους της Αθήνας η όποιου άλλου αστικού κέντρου, τώρα το κατακαλόκαιρο, να παρατηρήσει ο καθένας ψύχραιμα τις αμφιέσεις (ή ελαχιστοποιημένες περιστολές της γυμνότητας) ολόγυρά του.


Αν καταφέρουμε να μηδενίσουμε το «κοντέρ» των ηθικιστικών ή ευαγωγίας αντανακλαστικών μας, θα υποθέσουμε με ψυχραιμία δύο ενδεχόμενα εξίσου πιθανά:  


Ή το απλοϊκό, μη ρεαλιστικό ενδεχόμενο ότι ο θηλυκός πληθυσμός της χώρας, νεαρής και μέσης ηλικίας, κυκλοφορεί εκτός σπιτιού μόνο για να επιδείξει σκόπιμα όσα σωματικά του προσόντα είναι ικανά να εξάψουν τις αρσενικές ορέξεις.


 Ή ότι έχουν απλώς εγκαταλειφθεί στην εποχική («πολιτισμική») παρωδία, όπως τη σκιαγραφεί η Κλαρίσε Λισπέκτορ: Με πρόσχημα τον γενικό κανόνα («αυτό φοριέται σήμερα») απομιμούνται μια ζωή που δεν είναι δική τους, ούτε ευθύνη τους ούτε ο κόσμος τους, ούτε η ποθούμενη ίσως απόλαυσή τους. Εκδέχονται τη ζωή σαν μια επινόηση, «ακριβώς όπως αγαπάμε μια ιδέα».


Περιφέρουν το εγώ τους σεξουαλικά αποδεσμευμένο από την κοινωνική σύμβαση, αλλά ως αδίστακτη πρόκληση, προκειμένου να εισπράττει (το εγώ τους) την ένταση των ορέξεων του περίγυρου σαν ναρκισσιστική ηδονή.  


Σοφά είχε διαγνώσει ο Νίτσε ότι: «ξέρει καλά η σκύλα η ηδυπάθεια, να ζητιανεύει ένα κομμάτι πνεύμα, όταν της αρνούνται ένα κομμάτι κρέας». Ο ίδιος μάς βεβαίωσε, επίσης χωρίς επιφυλάξεις, ότι «στον αληθινό έρωτα η ψυχή σκεπάζει το σώμα». Δεν το σκεπάζει από ντροπή («η αγάπη ου γινώσκει την αιδώ») ούτε το εξιδανικεύει με την κρυφιότητα. Το «σκεπάζει» θα πει: χαρίζει ο αληθινός έρωτας στο αγαπημένο κορμί τη μοναδικότητα (ανομοιότητα, ενεργό ετερότητα) που μόνο η «ψυχή» αναγνωρίζει σε ένα μουσικό κομμάτι ή σε ζωγραφικό πίνακα – σε κάθε ενεργούμενη «προσωπική» ετερότητα.


Οποια «καλλονή» κι αν ποθήσει ένας άνδρας, είναι σίγουρο ότι κάποτε θα συναντήσει κάποιο συγκριτικά γοητευτικότερο βλέμμα, πιο κρουστά στήθη, πιο καλλίγραμμα πόδια. Μόνο αν του χαριστεί ο έρωτας θα ανακαλύψει, τι σημαίνει μοναδικό και ανεπανάληπτο βλέμμα, απαρόμοιαστη σωματική ομορφιά


Αν ο θεσμός του γάμου (που «οι ρίζες του χάνονται στα βάθη της προϊστορίας» – Καστοριάδης) φθίνει σήμερα, σαν είδος που απειλείται με εξαφάνιση, είναι γιατί...

ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Σε εκείνην κάνεις δώρο τη ζωή σου



Η πρόσφατη τραγωδία της Ρόδου συγκλόνισε το πανελλήνιο – πώς θα μπορούσε να συμβεί διαφορετικά; 


Μία κοπέλα δολοφονείται εν ψυχρώ επειδή δεν υποτάχθηκε σεξουαλικά. Δυo συνομήλικοί της αποκαλύπτονται ως τέρατα, πωρωμένα, στυγνά, στεγνά από κάθε ψήγμα ανθρωπιάς, ενσαρκώσεις του απόλυτου κακού. 


Και η κοινή γνώμη, ο καθένας από εμάς, να μην ξέρει τι να πρωτοαισθανθεί. Να θρηνήσει το θύμα; Να καταραστεί τους θύτες; Να συμπαρασταθεί – από απόσταση, νοερά έστω – στο πένθος των γονιών; Να τον πιάσει τρόμος για τα παιδιά, για τις γυναίκες, για όποιο αγαπημένο πρόσωπό του είναι – φύσει ή θέσει – ευάλωτο, κινδυνεύει να βρεθεί στη στροφή του δρόμου αντιμέτωπο με την άφατη φρίκη;


Κατά την εθνική μας συνήθεια, πέρα από όλα τα παραπάνω, προχωρήσαμε ευθύς και σε ενδελεχείς αναλύσεις. Αναζητήσαμε – με βάση την πείρα, τις ιδέες και τις εμμονές μας – τα αίτια της συμφοράς. Οι λέξεις μας κάλυψαν πάλι ολόκληρο το φάσμα ανάμεσα στην οξυδέρκεια και στην ανοησία. Κάποιοι επεσήμαναν – ορθά κατά την άποψή μου – πως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορούν να καταστούν θανάσιμες παγίδες.  


«Συναντάς», «γνωρίζεις», «συναναστρέφεσαι» μέσα στο Διαδίκτυο ανθρώπους που συχνά φοράνε μάσκες. Ωραιοποιούν την εικόνα τους, καλύπτουν πονηρά οτιδήποτε θα μπορούσε να σε απωθήσει. Οταν φτάνει η ώρα τής διά ζώσης συνάντησης, έχεις ήδη φλερτάρει, ίσως και τσιμπηθεί ακόμα με το κατασκευασμένο είδωλο. Και αν η πραγματικότητα σε απογοητεύσει, πιθανόν να μην έχεις τα αντανακλαστικά να το βάλεις εγκαίρως στα πόδια…  


Κάποιοι άλλοι ενοχοποίησαν την πατριαρχία. Εξέλαβαν το φονικό στη Ρόδο σαν την ακραία εκδήλωση μιας κοινής αντρικής συμπεριφοράς. Βρήκαν την αφορμή για να αναθεματίσουν συλλήβδην τα αρσενικά. Παρουσιάστηκε – για να ριφθεί στο πυρ το εξώτερον – ο μέσος ετεροφυλόφιλος άντρας σαν ένας άξεστος λιγούρης, που απλώνει τα «κουλά» του όπου βρει, που δεν αποδέχεται την άρνηση της γυναίκας, που δεν διστάζει να βιάσει ή να εκβιάσει προκειμένου να εκτονώσει τις ορμές του. Ξεσπάθωσε η πολιτική ορθότης και η πιο ακραία έκφανση του «me too». Επεσε ο πέλεκυς επί δικαίων και αδίκων.


Εν γνώσει των συνεπειών τού να πηγαίνεις κόντρα στο ρεύμα, ορθώνω ανάστημα. Υπερασπίζομαι το φύλο μου.


Ελάχιστοι άντρες – βαριές ψυχοπαθολογικές περιπτώσεις – είναι εν δυνάμει βιαστές. Οχι επειδή όλοι οι υπόλοιποι διαπνέονται αναγκαστικά από πραότητα, ομνύουν στα ανθρώπινα δικαιώματα και στις κατακτήσεις του φεμινισμού. Μα απλούστατα διότι εκείνο που ονειρεύεται, λαχταράει ο καθένας μας – ασχέτως φύλου – είναι να γοητεύσει και να γοητευθεί. Να ερωτευθεί και να τον ερωτευθούν. 


Στον έναν ο οποίος εκδηλώνει βαναυσότητα, στον έναν που μεταχειρίζεται αθέμιτα, έκνομα μέσα προκειμένου να επιβάλει την επιθυμία του, αντιστοιχούν μυριάδες που ξεροσταλιάζουν στο κατώφλι της δέσποινας των λογισμών τους. Που αντιμετωπίζουν το κορίτσι σαν πρόγευση Παράδεισου. Σαν ρόδο του Ισπαχάν που θα ανοίξει τα πέταλά του μονάχα εφόσον το ίδιο θελήσει.  


Ευθύς μόλις συνειδητοποιήσει τον εαυτό του και μέχρι να του βγει η ψυχή, ο άντρας άλλο δεν πασχίζει παρά να αποδειχτεί άξιος του ερωτικού του ινδάλματος.  


Για μια Μαρία βαράει τρίποντα στην αυλή του σχολείου. 


Για μια Ελένη γρατζουνάει την κιθάρα στην πενταήμερη.  


Για μια Κατερίνα γράφει ποιήματα στη σκοπιά… 


Τα επιτεύγματα, οι κατακτήσεις του, θα έχαναν το νόημά τους εάν δεν απευθύνονταν στη γυναίκα, η οποία πιθανόν να αλλάζει πρόσωπα μα παραμένει εσαεί η έμπνευση. Το βαθύ κίνητρό του.


Δεν αρνούμαι ότι η κοινωνία μας είναι φαλλοκρατικά δομημένη, πως δίνει περισσότερα προνόμια και ευκαιρίες στα αρσενικά. Ούτε απαξιώνω κατ" ελάχιστον τις κατακτήσεις και τα φλέγοντα αιτήματα του γυναικείου κινήματος. Λέω απλώς πως αν κοιτάξεις πίσω από τους θεσμούς και τις πολιτικές κατασκευές, θα διακρίνεις την αρχέγονη θεά, Εύα ταυτόχρονα και Λίλιθ. Από εκείνην προέρχεσαι. Σε εκείνην κάνεις κάθε μέρα δώρο το είναι και το έχειν σου. Και αγωνιάς να σε δεχθεί στους κόλπους της.


Υπάρχουν ασφαλώς παντού και πάντα Ηρόστρατοι, δυστυχισμένα, μισερά πλάσματα που πυρπολούν ναούς – ο κάθε άνθρωπος είναι ένας ναός που βαδίζει. Που μην μπορώντας να αγαπήσουν και να αγαπηθούν, αναζητούν την ηδονή τους στην υποταγή, στη συντριβή του άλλου. Μα...

ΕΡΩΤΑΣ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Η ξεχασμένη τέχνη του φλερτ

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Της ΡΕΑΣ ΒΙΤΑΛΗ


Ταχυδρομείο. Ουρά βαρβάτη. Χαρτάκι νούμερο 78. Εξυπηρετείται το 35. Χέσε μέσα!


Κάθομαι στη δεύτερη σειρά, ακριανή καρέκλα. Μπροστά μου κυρία θαμπή. Μπαίνει κύριος τύπου Κωνσταντάρας. Αφήνει μυρουδιά καθαριότητας και κολόνιας. Πλησιάζει την καρέκλα δίπλα στην κυρία. Άπλετος χώρος, ωστόσο... Κάνει μια κίνηση σαν να τη ζητήσει για χορό, απλώνει το χέρι του μπροστά και το πηγαίνει προς τα πίσω, αλλάζοντας τη φορά της παλάμης κατά τη διαδρομή. «Θα μπορούσα, ωραία μου κυρία;» τη ρωτάει, υπονοώντας «θα μπορούσα να καθίσω δίπλα σας;».  


Η θαμπή κυρία φωτίζεται σαν χριστουγεννιάτικο δέντρο μόλις το βάζεις σε πρίζα. Συγχρόνως ψηλώνει, αν και καθιστή.


Μετά από λίγο την κατασκοπεύω να τακτοποιεί τα μαλλιά της βάζοντας μια τούφα πίσω από το αφτί της.  


Βεβαίως πιάνουν μια κουβέντα με ενδιάμεσες στάσεις αμηχανίας από την πλευρά της γυναίκας, βεβαίως του χαμογελάει όταν έρχεται η σειρά της να σηκωθεί και βεβαίως τον αποχαιρετάει, εκείνον προσωπικά, όταν φεύγει, με ένα «Καλή σας μέρα, λοιπόν... ». Το «λοιπόν» με εκκρεμότητα τελείας κάνει τη διαφορά. 


Κοίτα τι θαύματα κάνει ένα «Ωραία μου κυρία» σ΄ ένα ταχυδρομείο. Η τέχνη του φλερτ. Η υψηλή τέχνη. Ξεχασμένη. 


Θυμάστε μια φράση της Μερκούρη; «Δεν βγαίνω, πια, τα βράδια γιατί δεν φλερτάρουν οι άνθρωποι. Τι νόημα έχει να βγεις αν δεν φλερτάρεις».


Το φλερτ είναι η μαγεία του μινιμαλισμού στο λόγο και η ετοιμότητα του χιούμορ. 


Το φλερτ θέλει χρόνο, το φλερτ θέλει μυαλό σπίρτο...  


Μάλλον, τώρα που το σκέφτομαι, θέλει το κλάσμα του δευτερολέπτου που το σπίρτο τρίβεται στο σπιρτόκουτο και κάνει εκείνα τα βεγγαλικά, τα τόσα δα, που δεν γίνονται όμως φωτιά. Και λες, αφελώς, «πτου! Δεν άναψε». Μα θα έχανες τα βεγγαλικά της στιγμής! 


Μιλάω για σπίρτα σε χρόνια πυρομανών. Δεν «το έχουν» τα χρόνια μας, ούτε «το έχουμε» ως λαός. Έχουμε παραπάνω δόση καχυποψίας απ΄ όση αναλογεί σε φλερτ. Μια καλή κουβέντα και ολόκληρος μηχανισμός τρόμου και πιθανοτήτων μπαίνει μπροστά με τη μια...  

Και τι θέλει αυτός; Και μήπως πάει να με κλέψει;  
Και σφίγγεις την τσάντα


Από το «για ποια με πέρασε;» μέχρι του να σφίγγεις την τσάντα μη σε κλέψουν, είναι γενιές δρόμος! Έχουμε και ακραία κτητικότητα. Μεσογειακό ταμπεραμέντο μπορείς και να το πεις για να το εξευμενίσεις.


Το φλερτ δεν διεκδικεί. Είναι ένα...

ΕΡΩΤΑΣ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Έρωτας στα χρόνια του γραμμοφώνου…


“Ποιός γυρεύει τον άλλο, ποιός φωνάζει – ακούς;
Είμαι εγώ που φωνάζω κι είμ’ εγώ που κλαίω, μ’ακούς;
Σ’αγαπώ, σ’αγαπώ μ’ακούς;”

Το παραπάνω απόσπασμα είναι, ίσως, από το πιο ερωτικό και βαθιά τρυφερό ποίημα που έχει γραφτεί ποτέ – το “Μονόγραμμα” του Οδυσσέα Ελύτη.


Πρόκειται για μια ερωτική τραγωδία καθώς οι δύο ερωτευμένοι αντιμετωπίζουν σφοδρή εναντίωση στον έρωτά τους. Η κοπέλα μην αντέχοντας την κοινωνική κατακραυγή, αυτοκτονεί. Ο αγαπημένος της, εξαιτίας του πρόωρου και αιφνίδιου θανάτου της, οδηγείται σε ένα θρηνητικό μονόλογο. Με το χαρακτήρα της ερωτικής εξομολόγησης απευθύνεται σε εκείνη που έφυγε, έστω και αν δεν υπάρχει πια δυνατότητα για απόκριση.


Πόσοι και πόσοι έρωτες στη λογοτεχνία δεν έχουν αφήσει ιστορία; 


Ρωμαίος και Ιουλιέτα, Ερωφίλη και Ερωτόκριτος, Άννα Καρένινα και Αλεξάντρ Βρόνσκι είναι λίγα μόνο παραδείγματα.


Όσο πιο πίσω ανατρέξουμε σε εποχές, τόσο πιο μεγάλη πιθανότητα να συναντήσουμε ένα γενναίο, αληθινό έρωτα. Ενώ όσο πιο πολύ πλησιάζουμε στο σήμερα…οι πιθανότητες, δυστυχώς, ελαχιστοποιούνται.


Όσα χρόνια και αν περάσουν, κάποιες εικόνες θα μείνουν αναλλοίωτες στη μνήμη μου. Στο σπίτι της γιαγιάς μου, χειμώνας, κουλουριασμένη δίπλα στο τζάκι να ακούω ιστορίες της, ενώ το πικάπ παίζει τραγούδια της δικής της εποχής. “Ας ερχόσουν για λίγο, μοναχά για ένα βράδυ…” με την αισθαντική φωνή της Δανάης Στρατηγοπούλου.


“Με τον παππού σου γνωριστήκαμε όταν είμασταν 15 χρονών. Μιλήσαν οι ματιές μας. Μεσολάβησε ο πόλεμος. Ήξερα ότι μια μέρα θα είμασταν μαζί και τον περίμενα.” μου εξιστορεί η γιαγιά. 


“Μα πώς μίλησαν οι ματιές σας; Πώς ήξερες ότι έπρεπε να τον εμπιστευτείς και να τον περιμένεις; τη ρωτάω με απορία.


“Ξέρεις, παιδί μου… Μπορεί οι επόμενες γενιές από τη δική μου να προόδευσαν στην επιστήμη, στην τεχνολογία… Έχασαν όμως κάτι πολύτιμο. Την εμπιστοσύνη και την αγάπη. Εμείς τότε με ένα βλέμμα κι ένα άγγιγμα στο χέρι , νοιώθαμε πως είχαμε όλον τον κόσμο δικό μας.” μου απάντησε. Και φυσικά είχε απόλυτο δίκιο.


Νοσταλγώ μια εποχή που δεν έζησα αλλά γνώρισα μέσα από όμορφες ιστορίες που άκουσα από εκείνη και από ανθρώπους -κυρίως- της δικής της γενιάς.


Τότε που ο άντρας δε δίσταζε να ρισκάρει να διεκδικήσει μια γυναίκα.


Τότε που επιθυμούσε μόνο εκείνη τη μία και μοναδική, δίχως να έχει στο μυαλό του εναλλακτικές. Ακόμα και αν εκείνη δεν  ανταποκρινόταν αμέσως, εκείνος είχε την υπομονή και τον τρόπο να της αποδείξει ότι είχε αληθινά συναισθήματα και πως άξιζε να είναι μαζί του.


Τότε που κανένας δεν “κρυβόταν” πίσω από την οθόνη ενός κινητού ή υπολογιστή για να εκφράσει το ενδιαφέρον του. 


Τότε που ο ένας  άκουγε τη φωνή του άλλου ενώ κοιτάζονταν στα μάτια. Τότε που εκείνος δε φοβόταν τόσο πολύ-όπως σήμερα- μήπως η γυναίκα που ποθούσε δεν τον επιθυμούσε. Γιατί ακόμα και αν αυτό συνέβαινε, ήξερε, τουλάχιστον, ότι είχε τολμήσει και προσπαθήσει.


Τότε που απλά και μόνο η “κατάκτηση” μια γυναίκας δεν ήταν αυτοσκοπός. Γιατί σημασία για εκείνον είχε να κάνει ότι ήταν εφικτό να την κρατήσει δίπλα του ευτυχισμένη.


Τότε που το “σε θέλω” το εννοούσαν και δεν ήταν ευκαιριακό.  


Τότε που το “σ’αγαπώ”, τολμούσαν να το πουν όχι απλά και μόνο για να εντυπωσιάσουν. Αλλά γιατί σε αυτό καθρεφτιζόταν η δύναμη και η αλήθεια της ψυχή τους.


Τότε που...