"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Στο τέλος, θα νικήσει ο μαρξισμός κεφαλαίου;

ΠΡΟΣΕΞΤΕ ΤΟ...

Atlantico.fr

 Για να γράψουμε την ιστορία των τελευταίων 30 ετών, πρέπει να κάνουμε ένα βήμα πίσω. Η Δύση χαιρέτισε την πτώση του σοβιετικού κομμουνισμού· αλλά μπορεί να είναι σήμερα η ίδια αιχμάλωτη μιας παραφυάδας του μαρξισμού, την οποία θα έχει πολύ μεγαλύτερη δυσκολία να ξεφορτωθεί από ό, τι όταν αντιμετώπιζε τον κομμουνισμό από την άλλη πλευρά του σιδηρού παραπετάσματος. Έχουμε πράγματι δημιουργήσει ένα σύστημα που μπορούμε να αποκαλέσουμε «μαρξιστικό καπιταλισμό».

Στην αρχή, φυσικά, υπάρχει η αποδοχή μιας κινεζικής ιδιαιτερότητας, η οποία  νομιμοποιούσε τη διατήρηση του κινεζικού κομμουνιστικού κόμματος στην εξουσία, ενώ επιθυμούσαμε την εξαφάνιση των κομμουνιστικών κυβερνήσεων στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Αντί να αντιμετωπίζουμε την εξουσία του Πεκίνου με την ίδια απόσταση με αυτήν της Μόσχας, αποφασίσαμε να αναπτύξουμε τις οικονομικές σχέσεις μαζί του. Γνωρίζω πολύ καλά ότι αυτές οι σχέσεις ξεκίνησαν από τον Ρίτσαρντ Νίξον τη δεκαετία του 1970, για χάρη μιας ισορροπίας δυνάμεων εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης. Αλλά ήδη από τη δεκαετία του 1980, υπήρχαν πηγές ανισορροπίας, παράδειγμα όταν οι αμερικανικές υπηρεσίες μοιράζονταν περισσότερες πληροφορίες με τους Κινέζους ομολόγους τους παρά με τους Ευρωπαίους. Και μετά, αφού έπεσε το σοβιετικό καθεστώς, δεν υπήρχε δικαιολογία για την ανάγκη ισχυρότερης συμμαχίας με την Κίνα. Αλλά οι κυβερνήσεις μας έκλεισαν τα μάτια στην καταστολή του 1989 – η πλατεία Tian An Men, η οποία δεν ήταν παρά η κορυφή του παγόβουνου. Και δημιούργησαν μια εμπορική, βιομηχανική και οικονομική σχέση με την Κίνα, αδιανόητη. Αυτό επέτρεψε στην Κίνα να έχει τεράστια αποθέματα δολαρίων και να γίνει το βιομηχανικό εργαστήριο της Δύσης. Αυτό όχι μόνο ενθάρρυνε την μεταφορά θέσεων εργασίας, τη νομισματική και χρηματοπιστωτική άνεση, αλλά νομιμοποίησε την ιδέα ότι ο καπιταλισμός θα μπορούσε να συνυπάρχει με ένα μόνο κόμμα με ολοκληρωτικές τάσεις, που έχει καταδικάσει τις υπερβολές του Μαοϊσμού αλλά ποτέ δεν εγκατέλειψε τον ιδεολογικό πυρήνα του μαρξισμού. Ίσως ο Λένιν το είχε σκεφτεί με τη ΝΕΠ, τη νέα οικονομική πολιτική που δεν είχε χρόνο να εφαρμόσει πριν από το θάνατό του το 1924, αλλά οι Κινέζοι συνειδητοποίησαν την πρώτη παραλλαγή του «μαρξιστικού καπιταλισμού», με την ενθάρρυνση της Δύσης.

    Γνωρίζοντας το κύρος που είχε ο Μαρξισμός στη Δύση καθ’ όλη τη σοβιετική περίοδο, δεν ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο να καλλιεργηθεί μια καινούρια περιπέτεια; 

Όμως οι δυτικοί συντηρητικοί δεν κατάλαβαν τι συνέβαινε στο σπίτι τους. Με πρόσχημα ότι πολλοί εκπρόσωποι της γενιάς του 1968 ασχολήθηκαν με πάθος με τον Σολζενίτσιν, πίστεψαν ότι ο μαρξισμός είχε εκριζωθεί στη Δύση. Αυτό γιατί ξεχάσαμε ότι το 1968 έγινε βέβαια εναντίον του Στάλιν αλλά στο όνομα Τρότσκι, του Μάο ή … του Μαρξ. 

Ο Μαρξ δεν μετέτρεψε σε ύμνους τον θαυμασμό του για τη δύναμη του καπιταλισμού; 

Δεν είναι ο αυθεντικός Μαρξ αυτός που ωθεί τον καπιταλισμό να φτάσει ως το άκρο της λογικής του, να εξαλείψει οριστικά τον παλιό κόσμο, προτού καταστραφεί και παραχωρήσει τη θέση του στον κομμουνισμό; 

Και αυτό δεν είναι που ενστερνίστηκε η γενιά του 1968;  

Προφανώς ανεξάντλητο χρήμα, πανταχού παρούσα χρηματοδότηση, η ευρύτερη δυνατή απορρύθμιση των αγορών, απόλυτα ελεύθερο εμπόριο, αναζήτηση εργασίας στην καλύτερη τιμή, είτε μέσω ανεξέλεγκτης μετανάστευσης ή μετεγκατάστασης βιομηχανικών θέσεων εργασίας: για τρεις δεκαετίες , η Δύση ώθησε στα άκρα τη λογική ενός συστήματος του οποίου ο πνευματικός πρόθυμος υπηρέτης, ο Ζακ Αταλί, σε ένα βιβλίο του, το “Μαρξ και το Πνεύμα του Κόσμου“, το 2005, απέδειξε ότι πραγματοποιούσε αναμφίβολα το μυστικό όνειρο του γενειοφόρου φιλόσοφου. Τροτσκιστές, μαοϊκοί, νεο-μαρξιστές κάθε είδους, καμουφλαρισμένοι ή μη, ώθησαν στα άκρα τη βία ενός δυτικού κόσμου έτοιμου να διεξαγάγει πόλεμο, στο Ιράκ ή αλλού, για να διατηρήσει την εμπιστοσύνη στο νόμισμά του, το δολάριο. Και στις τάξεις των “νεο-συντηρητικών” υπήρχαν πολλοί πρώην μαρξιστές. Στην πραγματικότητα, δεν έπαυσαν να είναι, δεδομένου ότι έμειναν σταθεροί στο στόχο να ανατινάξουν όλες τις κοινωνικές και πολιτιστικές αντιστάσεις στην παγκοσμιοποίηση.

    Οι καινούριοι Δυτικοί Μαρξιστές έχουν γίνει καπιταλιστές, αλλά δεν έχουν εγκαταλείψει σε καμία περίπτωση το λογισμικό που ενστερνίστηκαν κατά τη διαμόρφωσή τους, την καταστροφή του πολιτισμού, των εθνικών πολιτισμών. Βλέπω συχνά τους φίλους μου έκπληκτους που οι μεγάλες εταιρείες σήμερα αναλαμβάνουν τη σκυτάλη των συνθημάτων «αφύπνισης». Για να μην καταλάβουμε ότι μπήκαμε στον κόσμο του «Μαρξιστικού καπιταλισμού». 

Οι νεοφιλελεύθεροι ίσως – πρέπει να – βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της τελευταίας πολιτιστικής μόδας. Καθώς η αριστερά επικεντρωνόταν στην οικονομία της αγοράς για να την αποσπάσει από το εθνικό πλαίσιο και να την ωθήσει σε κάθε υπερβολή, η ιδεολογική ανατροπή μεταμορφωνόταν. Δεν θα τολμούμε πλέον να επικαλούμαστε τον Στάλιν ή τον Μάο (πέρα από κάποιες ψευδο-στρατηγικές κοινοτοπίες) ακόμα και τον Τρότσκι σε κείμενο. Αλλά επειδή είχαμε ξαναδιαβάσει τον νεαρό Μαρξ, υπερ-ατομικιστή. Και επειδή το έργο υπονόμευσης του παραδοσιακού πολιτισμού μπορούσε να συνεχιστεί με ανανεωμένους τον αντιιμπεριαλισμό και τον αντιφασισμό.  

Οτιδήποτε αντιτίθεται στον νεοφιλελευθερισμό, ιδίως στην πολιτική της ελεύθερης κυκλοφορίας των ατόμων, θα είναι πλέον φασιστικό.  

Εκαναν την πολυπολιτισμικότητα εργαλείο για την υπονόμευση των εθνικών ταυτοτήτων.  

Ωθησαν τη σεξουαλική επανάσταση στα άκρα, για να αποσπάσουν οριστικά τη σεξουαλικότητα από την αναπαραγωγή και να την εμπιστευτούν σε ειδικούς τεχνικών αναπαραγωγής.  

Πιάστηκαν από τις περιβαλλοντικές υπερβολές του καπιταλισμού για να διακηρύξουν τον κίνδυνο αυτοκαταστροφής του πλανήτη και την ανάγκη εγκατάστασης μιας μελλοντικής οικολογικής δικτατορίας.

Ο κόσμος στον οποίο ζούμε έχει όντως γίνει καπιταλο-μαρξιστικός

Παράγει υβριδικά όντα όπως ο δικός σας Macron, ο οποίος εξακολουθεί να αποκαλείται φιλελεύθερος – ίσως το πιστεύει – αλλά στην πραγματικότητα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της ρύθμισης του κόσμου σύμφωνα με τα κριτήρια μιας ανεύθυνης τεχνοκρατίας, εμμονικής με την υγεία και το περιβάλλον. 

Η Κίνα σπαρταράει από χαρά διεισδύοντας, με τα δίκτυα επιρροής και τις οικονομικές της συμμετοχές, σε μια Δύση που μοιάζει όλο και περισσότερο με την ίδια, αφού έχει γίνει επίσης μαρξιστο-καπιταλιστική και ασκεί με ζήλο τη λογοκρισία της ελεύθερης σκέψης κάτω από τη διπλή ώθηση του κράτους και της Big Tech. 

Οι μόνοι που αντιστέκονται είναι...

 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΨΥΧΡΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ: 1989: Η απαρχή της αβεβαιότητας

Του Δημήτρη Μακροδημόπουλου.

    Η ιστορική πρωτοτυπία του Ψυχρού Πολέμου

Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου ανέδειξε μια ιστορική πρωτοτυπία που καθορίζει τις παγκόσμιες εξελίξεις. Ενώ μέχρι τότε η ιστορική εμπειρία μας δίδαξε ότι η αναθεώρηση των συνόρων των κρατών συντελείται στην διάρκεια του πολέμου και επισφραγίζεται με τις συνθήκες ειρήνης που ακολουθούν τη λήξη των εχθροπραξιών, με τον Ψυχρό Πόλεμο συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Δηλαδή, προηγήθηκε η «συνθηκολόγηση» της ΕΣΣΔ,  με την υπογραφή της διάλυσης του Συμφώνου της Βαρσοβίας κατά τη σύνοδο κορυφής της ΔΑΣΕ το Νοέμβριο του 1990  στο Παρίσι και ακολούθησαν οι συνέπειες της ψυχροπολεμικής σύγκρουσης που είχε λήξει.  

Ενώ οι συνθήκες ειρήνης οριοθετούν το μέγεθος των συνεπειών του πολέμου, οι συνέπειες του Ψυχρού πολέμου είναι απροσδιόριστες και σε μέγεθος και σε διάρκεια και θα καθορίζουν τις διεθνείς εξελίξεις μέχρις ότου αναδειχθούν δυνάμεις που θα εξισορροπήσουν την αμερικανική υπεροπλία. Μάλιστα, όπως  αποδεικνύει η καθημερινή εμπειρία των εξελίξεων, οι επιπτώσεις του τέλους του Ψυχρού Πολέμου δεν εξαντλούνται  στον πολιτικό χάρτη με την επανένωση και τη διάλυση κρατών, διαδικασία που συνεχίζεται (Μ. Ανατολή, Β. Αφρική, αυτονομιστικά κινήματα).  

Οι συνέπειες αυτού του αντισυμβατικού τέλους του Ψυχρού Πολέμου χωρίς οριοθετήσεις, απελευθέρωσε τις εξελίξεις σε όλους τους τομείς χωρίς περιορισμούς.  

Στην οικονομία διότι επεξέτεινε τη δράση της σε ολόκληρη την υφήλιο, στην πολιτική όπου κυριαρχεί ο νεοφιλελευθερισμός και ιδιαίτερα στον κοινωνικό τομέα, όπου το κεφάλαιο ανακαλεί όλες τις παραχωρήσεις που του επέβαλε ο ιδεολογικός πόλεμος των δύο συστημάτων. Επιπλέον, ο Ψυχρός Πόλεμος ως αντισυμβατικός, αφού δεν προηγήθηκαν του τέλους του μάχες και καταστροφές, δεν συνοδεύτηκε από τη «δημιουργική καταστροφή» των συμβατικών πολέμων, τη σωρό των ερειπίων που κατέλειπαν οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι. Με συνέπεια την αδυναμία απορρόφησης του πλεονάζοντος κεφαλαίου και την όξυνση των ανταγωνισμών των συμφερόντων για την πλήρωση του κενού που δημιούργησε η διάλυση της ΕΣΣΔ. Πρόκειται για μία από τις κύριες αιτίες της οικονομικής κρίσης που βιώνουμε.

    Η Ευρώπη μετά τον Ψυχρό Πόλεμο

Το τέλος του Ψυχρού πολέμου απέδειξε ότι η Ευρώπη δεν κατόρθωσε να ξεπεράσει τις συνέπειες των δύο παγκοσμίων πολέμων που προκάλεσαν οι ενδοευρωπαικοί ανταγωνισμοί διότι ανέδειξε την αδυναμία της να καταλάβει το κενό που άφησε η διάλυση της ΕΣΣΔ, είτε αυτό αφορούσε τις πλουτοπαραγωγικές πηγές είτε την επιρροή της σε ολόκληρο τον κόσμο. Ανεπιφύλακτα μπορούμε να ισχυριστούμε ότι, αντίθετα, ενίσχυσε την επικυριαρχία των ΗΠΑ  και την εξάρτησή της Ευρώπης από την Ουάσινγκτον. Κυρίως όμως η διάλυση της ΕΣΣΔ και του Συμφώνου της Βαρσοβίας, που συσπείρωναν τη Δύση απέναντι στο “αντίπαλο δέος”, επανέφερε τα ρήγματα και τους ανταγωνισμούς ανάμεσα στα ισχυρά κράτη, ιδιαίτερα της Ευρώπης.

Όμως, η σημαντικότερη επίπτωση της διάλυσης της ΕΣΣΔ στην πορεία της Ευρώπης, εστιάζεται στο γεγονός ότι τροχοπέδησε δια παντός την ευρωπαϊκή εμβάθυνση και την ενοποίηση, η οποία ήταν εφικτή στο τότε ολιγομελές σχήμα της ΕΟΚ, το οποίο απαρτίζονταν κατά κανόνα από αναπτυγμένες χώρες. Διότι η επανένωση της Γερμανίας ανέτρεψε τους μέχρι τότε συσχετισμούς εντός της ΕΟΚ ενώ στην ισχύ της προσετέθη και η αύξηση της επιρροής της εντός του ευρωπαϊκού οικοδομήματος με την ένταξη στις ευρωπαϊκές δομές των ανατολικών κρατών, αποδυναμωμένων οικονομικά, επί των οποίων ιστορικά ασκούσε επιρροή. Έτσι, τα 12 κράτη μέλη της ΕΟΚ που υφίσταντο κατά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, αυξήθηκαν το 1995 σε 15 με την προσθήκη άλλων τριών αναπτυγμένων κρατών για να ακολουθήσουν οι διευρύνσεις του 2004, του 2007 και του 2013, με την ένταξη δυσανάλογα μεγάλου αριθμού χωρών στην ΕΕ και στην Ευρωζώνη που κατέστησαν ανέφικτη την πολιτική εμβάθυνση  αλλά και την οικονομική ενοποίηση λόγω της μεγάλης οικονομικής απόκλισής τους.

Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου επέφερε τόσες ανατροπές στην Ευρώπη, όπως η επανένωση της Γερμανίας, η ενσωμάτωση της Ανατολικής Ευρώπης στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ, για τις οποίες δεν υπήρχε το θεσμικό πλαίσιο να τις ενσωματώσει ώστε να οδηγήσει σε ένα ανώτερο στάδιο με αποτέλεσμα την αναβίωση των οικονομικών εθνικισμών και των κοινωνικών αδιεξόδων.

    Το «νόθο τέκνο» του κομμουνισμού αργοπεθαίνει

Με τη διάλυση της ΕΣΣΔ και του Συμφώνου της Βαρσοβίας, η Ε.Ε. απεμπόλησε τις δημοκρατικές αρχές και την υποσχόμενη ευημερία πάνω στις οποίες οικοδομείτο η ΕΟΚ, τις οποίες διασφάλιζε η απειλή του αντίπαλου ιδεολογικού δέους. Όπως διαπιστώνει ο Eric Hobsbawm στην “Εποχή των άκρων”: «Τα πιο διαρκή αποτελέσματα της Οκτωβριανής Επανάστασης, επιδίωξη της οποίας ήταν η ανατροπή του καπιταλισμού, συνίστανται στη διάσωση του ανταγωνιστή της τόσο στην περίοδο του πολέμου όσο και της ειρήνης». Διότι χωρίς τη νίκη της ΕΣΣΔ επί του Χίτλερ «ο Δυτικός κόσμος πιθανότατα θ’ αποτελούνταν σήμερα από μια σειρά παραλλαγών αυταρχικών και φασιστικών καθεστώτων». Ειδικότερα στην περίοδο της ειρήνης μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, «τον ανάγκασε να αυτομεταρρυθμιστεί για ν’ ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις της συστημικής αντιπαράθεσης καπιταλισμού – σοσιαλισμού». Ο Ούλριχ Μπεκ μάλιστα μας υπενθυμίζει ότι «το κοινωνικό κράτος είναι νόθο τέκνο του κομμουνισμού, γεννημένο από το φόβο απέναντί του». Γιαυτό ανακαλείται. Δεν υπήρχε πλέον λόγος το κεφάλαιο να προβαίνει σε παραχωρήσεις

Ούτε βέβαια είναι τυχαίο ότι μετά το 1989 άρχισαν οι μεταναστευτικές ροές προς την Ευρώπη που αποκαθηλώνουν τα «κεκτημένα» των εργαζόμενων. Ο διάσημος οικονομολόγος Σαμίρ Αμίν, σε παλαιότερη συνέντευξη σε αθηναϊκή εφημερίδα, μας υπενθύμισε ότι «όπως είπε κάποτε με κάθε ειλικρίνεια, ο κεντροδεξιός πρόεδρος της Γαλλίας Ζισκάρ ντ’ Εστέν, η Ευρωπαϊκή ενοποίηση καθιστά τον σοσιαλισμό παράνομο. Σήμερα, συνέχισε ο Αμίν, παράνομος στο πλαίσιο της Ε.Ε., είναι όχι μόνο ο σοσιαλισμός αλλά και ο κευνσιανισμός».

    Η «κρίση της νίκης»

Η αλήθεια είναι ότι στη διάρκεια του Ψυχρού πολέμου, η πολιτική ζωή «τσιμεντοποιήθηκε» σε Δύση και Ανατολή με αποτέλεσμα οι θεσμοί του παρελθόντος να παραμένουν αναλλοίωτοι στα κράτη της Δύσης και να εκφράζουν παρωχημένες ανάγκες των κοινωνιών. 

Έτσι δημιουργήθηκε ένας διπλός κόσμος, τα μέρη του οποίου δεν συμπίπτουν: Ένας κόσμος των παρωχημένων πλέον πολιτικών θεσμών και ένας κόσμος της καθημερινής πολιτικής πράξης που ασφυκτιά εγκλωβισμένος στο παλιό πολιτικό πλαίσιο, οι οποίοι ανήκουν στις δύο διαφορετικές εποχές, στην εποχή του Ψυχρού πολέμου και την μετέπειτα Με άλλα λόγια τα αδιέξοδα της σημερινής κοινωνίας συνδέονται με το γεγονός ότι παντού δραστηριοποιούνται αποκλειστικά πολιτικές δυνάμεις και θεσμοί οι οποίοι προϋπήρχαν των αλλαγών και όχι θεσμοί που πρέπει να συγκροτηθούν με προοπτική τα νέα και μελλούμενα προβλήματα. 

Το αρνητικό για τη χώρα μας και την Ευρώπη είναι ότι οι αλλαγές που επιβάλλονται γίνονται με τη λογική του παρελθόντος, πρόκειται δηλαδή για «φτιασιδώματα» που επιτείνουν τα αδιέξοδα αντί να προσφέρουν λύσεις, γιαυτό και κατακρημνίζουν το βιοτικό επίπεδο των λαών.  Αυτό το κενό ανάμεσα σε θεσμούς και σε σημερινές κοινωνικές ανάγκες είναι επόμενο να δημιουργεί ανασφάλεια την οποία οι λαοί προσπαθούν να υπερβούν επιστρέφοντας σε παλιές βεβαιότητες, όπως ο εθνικισμός.

Όπως λέει πάλι ο Ούλριχ Μπεκ, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου η Δύση βιώνει την «κρίση της νίκης», άρα οι στόχοι της κοινωνικής εξέλιξης πρέπει να διατυπωθούν εκ νέου. 

Γιατί; 

Όπως υποστήριξε ο Μοντεσκιέ «οι θεσμοί καταστρέφονται  με τη νίκη τους».  

Ποιος αλλάζει μια «ομάδα» όταν «κερδίζει»; 

Διότι οι θεσμοί ως «επιτυχημένοι» θεωρούνται αναντικατάστατοι με αποτέλεσμα...

 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Τρία πολιτικά οικοσυστήματα στην Ευρώπη

Γράφει ο Τάκης Σ. Παππάς 
Πολιτικός επιστήμονας στο Πανεπιστήμιο του Ελσίνκι και συγγραφέας. 
 
 Υπήρχε μια εποχή, όχι πολλές δεκαετίες πριν, κατά την οποία η Ευρώπη διέθετε ένα και μοναδικό μοντέλο διακυβέρνησης, αυτό δηλαδή που ονομάζουμε φιλελεύθερη δημοκρατία και το οποίο λειτουργεί σε δύο επίπεδα.  
 
Πρώτα ως ένα συγκροτημένο «πολιτικό σύστημα» που προϋποθέτει ελεύθερες και δίκαιες εκλογές, διάκριση των εξουσιών, ισχυρό κράτος δικαίου, κ.ά. και, επίσης, ως συγκεκριμένο «αξιακό σύστημα» που προστατεύει τις ατομικές και κοινωνικές ελευθερίες, τον πλουραλισμό των ιδεών και τον ανοιχτό δημόσιο διάλογο, ανάμεσα σε πολλά άλλα. 
 
 Μετά την πτώση του κομμουνισμού, πολλοί θεώρησαν ότι η επικράτηση του φιλελευθερισμού θα οδηγούσε την Ευρώπη στη δημιουργία ενός ευρέος πολιτικού οικοσυστήματος χωρών, κάθε μία από τις οποίες θα χρησιμοποιούσε τα εργαλεία και θα εφάρμοζε τις αξίες της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Οπως όμως προείπα, αυτή η αντίληψη ανήκει περισσότερο στον προηγούμενο αιώνα.

Στον δικό μας αιώνα, πολλά έχουν ήδη αλλάξει. 
 
Η πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα σημαδεύτηκε από τα μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα, τόσο από τις πρώην κομμουνιστικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης προς τη Δύση, όσο και –κυρίως– από μη ευρωπαϊκές χώρες προς την Ευρώπη.  
 
Παράλληλα, καθώς αυξήθηκαν τα τρομοκρατικά χτυπήματα και άλλες βίαιες ενέργειες (όπως ήταν, για να αναφέρω δύο μόνο παραδείγματα, η δολοφονία το 2004 του σκηνοθέτη Τέο βαν Γκογκ στο Αμστερνταμ ή η επίθεση το 2015 στα γραφεία του σατιρικού Charlie Hebdo στο Παρίσι) από φανατικούς ισλαμιστές, η Ευρώπη έγινε όλο και πιο εχθρική προς το μουσουλμανικό στοιχείο.

Η δεύτερη δεκαετία του αιώνα μας έφερε ακόμη περισσότερες δυσκολίες. 
 
Αρχικά, η χρηματοπιστωτική κρίση βάθυνε περισσότερο το χάσμα εντός της Ευρώπης ανάμεσα στον πλουσιότερο Βορρά και τον φτωχότερο Νότο.  
 
Στη συνέχεια, το μοντέλο της ευρωπαϊκής φιλελεύθερης δημοκρατίας άρχισε να αμφισβητείται από πολλές μεριές και σε κάθε ένα από τα σκέλη του. Η Βρετανία, πρώτα, απέρριψε τον κοινό «ευρωπαϊκό» χαρακτήρα του μοντέλου και, παρότι πιστή στον πολιτικό φιλελευθερισμό, προτίμησε να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ενωση. Η Αμερική, κατόπιν, υπό την ηγεσία ενός κλασικού λαϊκιστή ηγέτη όπως ο Ντόναλντ Τραμπ, αγνόησε επιδεικτικά πολλές από τις αξίες της φιλελεύθερης δημοκρατίας, πράγμα που για πρώτη φορά στη μεταπολεμική ιστορία οδήγησε τα δύο μέρη σε αντίθετες θέσεις, με αποτέλεσμα την αποδυνάμωση του ατλαντικού συμμαχικού άξονα. Τέλος, άλλες χώρες, όπως η Ρωσία και η Τουρκία, απορρίπτουν ακόμη και τον δημοκρατικό χαρακτήρα του ευρωπαϊκού μοντέλου και επιλέγουν τον πολιτικό αυταρχισμό.

Ολες αυτές οι σχετικά πρόσφατες ιστορικές εξελίξεις επηρέασαν βαθύτατα την Ευρώπη και τους πολίτες της, πολλοί από τους οποίους έχασαν την πίστη τους σε αξίες της φιλελεύθερης δημοκρατίας, αν και όχι στην ίδια τη δημοκρατία.  
 
Σταδιακά, εμφανίστηκαν και αναπτύχθηκαν στην Ευρώπη δύο νέα πολιτικά οικοσυστήματα, καθένα από τα οποία αμφισβητεί τη νομιμοποίηση του πρώην κοινά αποδεκτού φιλελεύθερου μοντέλου, είτε εν μέρει είτε συνολικά.

Το πρώτο από τα νέα οικοσυστήματα, που ελλείψει καλύτερου όρου ας το ονομάσουμε νατιβισμό (από το αγγλικό «nativism» με ρίζα στο λατινικό «nativus», ο γηγενής ή αυτόχθων) απαρτίζεται από μία σειρά κομμάτων με σημαντική πλέον εκλογική ισχύ στις περισσότερες χώρες του ευρωπαϊκού πυρήνα καθώς και στη Σκανδιναβία. Τέτοια κόμματα είναι, ενδεικτικά, ο Εθνικός Συναγερμός της Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία, το αυστριακό Κόμμα Ελευθερίας, το Λαϊκό Κόμμα στη Δανία, και η Λέγκα του Σαλβίνι στην Ιταλία. Παρά τις επιμέρους διαφορές τους, όλα αυτά τα κόμματα αμφισβητούν το μοντέλο του ανοιχτού φιλελευθερισμού που αναπτύχθηκε στη σύγχρονη Ευρώπη ως συνέπεια των αλλεπάλληλων διευρύνσεων της Ε.Ε., ιδίως προς τα ανατολικά, των μαζικών μεταναστεύσεων, και της (προσπάθειας) ενσωμάτωσης ξένων, ιδίως αλλόθρησκων, πληθυσμών στην ευρωπαϊκή κουλτούρα και σύστημα αξιών. Με άλλα λόγια, το οικοσύστημα του νατιβισμού δεν είναι αντίθετο με τις θεωρητικές αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Μόνο που, στην πράξη, επιδιώκει έναν φιλελευθερισμό αποκλειστικά για γηγενείς πολίτες. Ετσι, τα κόμματα που απαρτίζουν το συγκεκριμένο οικοσύστημα έχουν τρία αλληλένδετα χαρακτηριστικά: την ξενοφοβία καθώς και τη διπλή τους αντίθεση προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και τον πολυπολιτισμικό χαρακτήρα των κοινωνιών. Κάθε ένα από αυτά τα χαρακτηριστικά βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με τον κλασικό ευρωπαϊκό φιλελευθερισμό που είχε ως κύριο στόχο τη σταδιακή ομοσπονδιοποίηση μιας Ευρώπης που νοείται ανοιχτή και με ποικιλία πολιτισμών.

Το άλλο οικοσύστημα αναπτύσσεται εδώ και καιρό ιδιαίτερα στην Ανατολική Ευρώπη σε ευθεία αντίθεση –και ανοιχτή αντιπαράθεση—με τις παραδοσιακές φιλελεύθερες δημοκρατίες. Εχει ως πυρήνα το δίδυμο Ουγγαρία-Πολωνία, αλλά μπορεί εύκολα να επεκταθεί και σε άλλες χώρες της περιοχής ή και ευρύτερα. Αυτές οι κυβερνήσεις παραβιάζουν τους κανόνες του πολιτικού φιλελευθερισμού, απορρίπτουν τις αξίες του και πολεμούν εναντίον των θεσμών του (όπως είναι η Δικαιοσύνη, ο Τύπος, η λεγόμενη κοινωνία πολιτών, κ.ά.). Η διακυβέρνησή τους είναι ρητά προσανατολισμένη προς τον ανελεύθερο συντηρητικό λαϊκισμό. Ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας Βίκτορ Ορμπαν, για παράδειγμα, καταφέρεται εναντίον της «κοσμοπολίτικης ελίτ» των Βρυξελλών και της ανοιχτής κοινωνίας, ενώ ταυτόχρονα τάσσεται υπέρ της επιστροφής στο έθνος-κράτος, τις αξίες της παραδοσιακής οικογένειας και της χριστιανικής θρησκείας. Εχοντας ήδη πετύχει να αντικαταστήσει στη χώρα του «το ναυάγιο της φιλελεύθερης δημοκρατίας με μια ανελεύθερη χριστιανική δημοκρατία του 21ου αιώνα», ο Ορμπαν και οι ιδεολογικοί του συνοδοιπόροι εργάζονται για την από-νομιμοποίηση του κλασικού φιλελεύθερου μοντέλου σε μεγάλες περιοχές της Ευρώπης.

Τι σημαίνουν όλα αυτά για το μέλλον της φιλελεύθερης δημοκρατικής Ευρώπης; 
 
Πρώτα πρώτα σημαίνουν ότι...
 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Είναι «ηθικός» ο Φιλελευθερισμός;

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ


Ο Μίλτον Φρίντμαν (Milton Friedman, 1912–2006) θεωρείται από πολλούς ως ένας από τους «γκουρού» του σύγχρονου Φιλελευθερισμού. Ενός αλά καρτ Φιλελευθερισμού, βέβαια, ο οποίος εστιάζει σχεδόν αποκλειστικά στην Οικονομία (θα χρησιμοποιήσω εδώ τον καθ’ όλα δόκιμο όρο «νεοφιλελευθερισμός») ενώ ταυτόχρονα καλοδέχεται αυταρχικά πολιτικά καθεστώτα σαν αυτό του Αουγούστο Πινοσέτ στη Χιλή, ή συντηρητικές κυβερνήσεις που επιχείρησαν να καταργήσουν κατακτημένες κοινωνικές ελευθερίες, όπως η κυβέρνηση Ρόναλντ Ρέιγκαν στις ΗΠΑ.


Σε αμέτρητες βιντεοσκοπημένες ομιλίες και συνεντεύξεις του, ακούμε τον Φρίντμαν να θέτει με το γνωστό μειλίχιο ύφος του – που, ας μου επιτραπεί να πω, παραπέμπει μάλλον σε αλαζονική επίγνωση προσωπικής δύναμης παρά σε αυθεντική πραότητα χαρακτήρα – το ρητορικό ερώτημα: «Τι καλύτερο υπάρχει από μία οικειοθελή συναλλαγή ανάμεσα σε ελεύθερους ανθρώπους;»


Όσο και αν, επιφανειακά, το ερώτημα ακούγεται λογικό και αυταπάντητο, μέσα στην (σκόπιμα;) απλοϊκή γενικότητά του παραλείπει να συνυπολογίσει μία σημαντική παράμετρο που αφορά τον συσχετισμό ισχύος ανάμεσα στα «ελεύθερα συναλλασσόμενα» μέρη. Για παράδειγμα, μία διαπραγμάτευση μεταξύ δύο εμπορικών επιχειρήσεων, ή μεταξύ μιας επιχείρησης και ενός ισχυρού εργατικού συνδικάτου, δεν μπορούν να συγκριθούν με εκείνη ενός απλού εργαζόμενου με τον εργοδότη του!


Σε ένα νεοφιλελεύθερο καθεστώς, έτσι, η διαχείριση της ισχύος είναι ένα κατά βάση ηθικό ζήτημα. Ο νεοφιλελευθερισμός απεχθάνεται το κοινωνικό κράτος και πρεσβεύει ότι η όποια κοινωνική αλληλεγγύη θα πρέπει να βασίζεται αποκλειστικά σε ιδιωτική φιλανθρωπία και όχι σε κρατική μέριμνα. Επαφίεται, λοιπόν, στη συνείδηση του «έχοντος» το να εκχωρήσει στον «μη έχοντα» ένα μέρος της δικής του δυνατότητας για περισσότερο αξιοπρεπή επιβίωση και καλύτερες προοπτικές ζωής.


Βέβαια, εξίσου αλά καρτ είναι ο Φιλελευθερισμός που πρεσβεύουν αντίπαλοι του νεοφιλελευθερισμού όπως, π.χ., οι κοινωνικοί φιλελεύθεροι (Liberals) της αμερικανικής Αριστεράς. Σε κοινωνικό επίπεδο, μάχονται υπέρ της προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων, της ατομικής ελευθερίας και της κοινωνικής ισότητας, ενώ υπερασπίζονται το δικαίωμα στην ιδιαιτερότητα και εναντιώνονται σε κάθε μορφή ρατσισμού (με την γενικότερη δυνατή έννοια του όρου). Από την άλλη, όμως, αντιμάχονται την απόλυτη οικονομική ελευθερία και το δικαίωμα στον ανταγωνισμό, ενώ θέτουν περιορισμούς στην ελευθερία του λόγου υιοθετώντας το ανελεύθερο και αντιδημοκρατικό δόγμα της πολιτικής ορθότητας (political correctness).


Οι νεοφιλελεύθεροι δικαίως θα επικαλεστούν τις καταχρήσεις και αδικίες που ενδημούν στο κρατικοκεντρικό σύστημα, έτσι τουλάχιστον όπως το γνωρίζουμε σε αυτήν εδώ τη χώρα. Οι αθρόοι ψηφοθηρικοί διορισμοί σε ένα διαχρονικά δυσλειτουργικό και μη-φιλικό προς τον πολίτη Δημόσιο, οι εκβιαστικές αυθαιρεσίες του συνδικαλιστικού κινήματος των «βολεμένων» που συχνά-πυκνά καταταλαιπωρούν τους πολίτες, η χιονοστιβάδα των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων σε ανθρώπους νέας και παραγωγικής ηλικίας, κλπ., είναι φαινόμενα γνωστά σε όλους. Η μαζική (και, κυρίως, η όχι νόμιμη) μετανάστευση των τελευταίων χρόνων έχει προσθέσει μερικά ακόμα κακώς κείμενα στο κράτος πρόνοιας. Για παράδειγμα, ασφαλιζόμενοι έχουν ακουστεί να παραπονούνται ότι κάποιες φορές δυσκολεύονται να βρουν θέσεις σε δημόσια νοσοκομεία γιατί αυτές είναι ήδη κατειλημμένες από ανθρώπους που ουδέποτε εργάστηκαν (επίσημα, τουλάχιστον) σε αυτή τη χώρα και, ως εκ τούτου, δεν κατέβαλαν το παραμικρό προς συντήρηση του δημόσιου συστήματος Υγείας.


Το λατρεμένο μας κρατικοκεντρικό, Κεϋνσιανής απόχρωσης κοινωνικό σύστημα, λοιπόν, που έθρεψε γενιές και γενιές στη νεότερη Ιστορία μας, αποδείχθηκε προβληματικό στην εφαρμογή του και οδήγησε, τελικά, τη χώρα στη χρεοκοπία. Παρεμπιπτόντως, ας μη θεωρηθεί ότι το αριστερόστροφο αυτό σύστημα εφαρμόζεται αποκλειστικά και μόνο από καλοπροαίρετα και ανθρωπιστικά διακείμενα δημοκρατικά καθεστώτα. Ο πρώτος που το εφάρμοσε στην πράξη (πριν το υιοθετήσει ο ίδιος ο Ρούσβελτ για την αντιμετώπιση της Μεγάλης Οικονομικής Κρίσης του Μεσοπολέμου στην Αμερική) ήταν ένας πολύ γνωστός μας Γερμανός δικτάτορας με περίεργο μουστάκι. Κάπου διάβασα μάλιστα πως, αρχικά, ο ίδιος ο Κέυνς είχε εκφράσει τον θαυμασμό του για την οικονομική πολιτική των Ναζί!


Το ερώτημα, τώρα, είναι: Αν υποτεθεί ότι απέτυχε ο Κέυνς, θα πρέπει άραγε να στραφούμε στον Δαρβίνο;  


Ο Μίλτον Φρίντμαν θα ορκιζόταν ότι αυτός είναι ο μόνος δρόμος για τη σωτηρία! Σε ό,τι αφορά τα καθαρά οικονομικά ζητήματα, αφήνω τους ειδικούς να τον επιβεβαιώσουν ή να τον αμφισβητήσουν. Η Οικονομία, όμως, αντιπροσωπεύει μία μόνο όψη της ζωής. Αν ο άνθρωπος επιδίδεται οικειοθελώς σε φιλανθρωπίες, τούτο δεν το υπαγορεύει η ανάγκη επιβίωσης ή η επιδίωξη περαιτέρω πλουτισμού, αλλά ένα εσωτερικό κίνητρο που σχετίζεται με την ανθρώπινη συνείδηση. Και η συνείδηση είναι εκείνη που καθορίζει τα υποκειμενικά και εξατομικευμένα όρια του ηθικού.


Υπάρχει «ηθική» στον Φιλελευθερισμό – με τον καθολικό και σύμμετρο τρόπο που ορίζεται αυτός στο εξαιρετικά παιδαγωγικό βιβλίο «Φιλελευθερισμός» του Αριστείδη Χατζή;  


Στο σημείο αυτό, θα ήταν χρήσιμο να παραθέσω ως παράδειγμα ένα πραγματικό περιστατικό που μου μετέφερε αυτήκοη μάρτυς:


Η «ψυχή» της γυναικοπαρέας αφηγείτο με κομπασμό και ιδιαίτερα θετική διάθεση μία πρόσφατη εμπειρία της. Είχε βρεθεί προσκεκλημένη σε δείπνο από ένα ζευγάρι γνωστών. Η οικοδέσποινα αντιμετώπιζε από καιρό σοβαρό πρόβλημα υγείας που της είχε προκαλέσει αναπηρία και την υποχρέωνε σε μερική ακινησία. Θέλοντας να προβάλει εμφατικά την δική της καλή κατάσταση υγείας και την άριστη κινητικότητά της, η προσκεκλημένη άρχισε κάποια στιγμή να χορεύει προκλητικά υπό τους ήχους της μουσικής του ραδιοφώνου και το λάγνο βλέμμα τού (προφανώς στερημένου) κυρίου – αλλά και το μελαγχολικό εκείνο της (ήδη παραιτημένης από τη ζωή) συζύγου του...


Κάποιοι αναγνώστες θα μιλήσουν για την πιο απεχθή μορφή ανηθικότητας. Δεν θα διαφωνήσω μαζί τους! Θα επισημάνω, εν τούτοις, ότι, με βάση τις αρχές του Φιλελευθερισμού, η αυτοσχέδια χορεύτρια εξάσκησε ένα αναφαίρετο δικαίωμά της: να ορίζει η ίδια την κίνηση του σώματός της. Εκτός αυτού, δεν προκάλεσε την παραμικρή επιπρόσθετη σωματική βλάβη στην ανάπηρη κυρία. Ο χορός της προσκεκλημένης, λοιπόν, όσο ακραία και αποκρουστική συμπεριφορά και αν θεωρείται, είναι απόλυτα συμβατός με την φιλελεύθερη κοσμοθεώρηση. Το αν είναι ή όχι ηθική πράξη, είναι μια άλλη ιστορία που αφορά, ίσως, κάποιους «οπισθοδρομικούς» φιλοσόφους...


Ο Φιλελευθερισμός, ως γενικότερη κατεύθυνση κοινωνικής ζωής και όχι μόνο ως πολιτικό και οικονομικό σύστημα (όπως έχει καταλήξει να αντιμετωπίζεται), ενώ ωθεί το άτομο στο να αναζητά όλο και περισσότερη ελευθερία, αποποιείται την ευθύνη της ηθικής διαπαιδαγώγησης του ανθρώπου στην διαχείριση της ελευθερίας που αποκτά (θεωρώντας, ίσως, ότι αυτό είναι ζήτημα που θα πρέπει να απασχολεί τη θρησκεία). Θα έλεγε κανείς ότι ο ηθικός προβληματισμός όχι μόνο απουσιάζει από τη φιλελεύθερη κοσμοθεωρία αλλά και αποτελεί ένα είδος «ταμπού» για εκείνη.


Πράγματι, αν αυτονόητα εξαιρέσουμε την υλική βλάβη στο σώμα ή στην περιουσία του συνανθρώπου, καθώς και την συκοφαντική προσβολή της προσωπικότητάς του, ο μόνος γενικά αποδεκτός «ηθικός» κανόνας για τον Φιλελευθερισμό είναι η αποφυγή του περιορισμού της ελευθερίας! Θα μπορούσαμε να πούμε ότι, ως αξιακό σύστημα, ο Φιλελευθερισμός είναι η απόλυτη υπέρβαση της ηθικής. Δεν πρόκειται για ηθικολογική εκτίμηση αλλά για λογική διαπίστωση. Θα επιχειρήσω να το εξηγήσω:

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Περί «νεοφιλελευθερισμού» και άλλες ιστορίες



Αν δεν με απατά η μνήμη μου, τον όρο «νέος φιλελευθερισμός» πρωτοχρησιμοποίησε ο κορυφαίος φιλελεύθερος στοχαστής Φρήντριχ φον Χάγιεκ (1899-1992), στα τέλη της δεκαετίας τού 1940, στο πλαίσιο της συνάντησης της Λέσχης Μον Πελερέν.


Μία Λέσχη στην οποία συμμετείχαν κορυφαίοι φιλελεύθεροι στοχαστές της εποχής εκείνης, όπως ο Αυστροαμερικανός Λούντβιχ φον Μίζες (1881-1973), ο Αμερικανός Μίλτον Φρήντμαν (1912-2006), ο Γερμανός Βίλχελμ Ρέπκε (1899-1966), ο Αυστριακός Καρλ Πόππερ (1902-1994), ο Γάλλος οικονομολόγος Μωρίς Αλλαί (1910-2010), ο Αμερικανός φιλόσοφος Χένρυ Χάζλιτ (1894-1993) και άλλοι 31 διανοούμενοι, ακαδημαϊκοί και δημοσιογράφοι.


Σκοπός της Λέσχης ήταν να επαναφέρει στο πεδίο των ιδεών αλλά και των πολιτικών πρακτικών, έναν καταταλαιπωρημένο φιλελευθερισμό, ο οποίος είχε υποστεί την οικονομική κρίση τού 1929 και είχε βιώσει την άνοδο του εθνικο-σοσιαλισμού και του κομμουνισμού στην Γερμανία και την Σοβιετική Ένωση.


Το 1947, όταν ιδρύεται η Λέσχη Μον Πελερέν σε ένα χωριό της Ελβετίας, οι ιδέες του Τζων Μαίηναρντ Κέϋνς κυριαρχούν στον δυτικό κόσμο και οδηγούν τις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες σε έναν κρατισμό καλών προθέσεων, αλλά αγνώστων συνεπειών.  


Στο πλαίσιο αυτό, ο Γερμανός φιλόσοφος και οικονομολόγος Βίλχελμ Ρέπκε αναπτύσσει την θεωρία της «κοινωνικής οικονομίας της αγοράς» και πιστεύει ότι οι φιλελεύθερες ιδέες πρέπει να επαναδιατυπωθούν στην βάση μίας νέας πραγματικότητας, αισθητά διάφορης από αυτήν που είχε συμβάλει στην γέννησή του.


Υπογραμμίζουμε παρενθετικά ότι την έκφραση «αυθόρμητη τάξη» είχε πρώτος χρησιμοποιήσει ο Βίλχελμ Ρέπκε σε ομιλία του στο πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης όπου και δίδασκε την δεκαετία τού 1930. Στην συνέχεια, βέβαια, την έκφραση αυτή επεξεργάστηκε ως έννοια ο φον Χάγιεκ αναφερόμενος στο περίφημο βιβλίο του Ρέπκε «Τα Οικονομικά της Ελεύθερης Κοινωνίας», βιβλίο που απαγορεύθηκε το 1939 από τους ναζί.


Αναφερόμενος έτσι στην ανάγκη της επαναφοράς στο επίπεδο των ιδεών ενός ανανεωμένου φιλελευθερισμού, ο φον Χάγιεκ στην ομιλία του τότε στην Ελβετία μεταξύ άλλων είπε: «Από προσωπική μου εμπειρία διαπιστώνω ότι το μεγαλύτερο εμπόδιο στην διατήρηση της φιλελεύθερης παράδοσης είναι η φιλοσοφική μας πεποίθηση που υπερεκτιμά τις δυνάμεις του ανθρώπινου λόγου. Έχουμε την αίσθηση, εμείς οι φιλελεύθεροι, ότι η δύναμη του λογισμού μας είναι τέτοια ώστε μπορούμε να επανασχεδιάσουμε την κοινωνία και τις δομές της και να οδηγήσουμε τις προσπάθειές της προς καλύτερες κατευθύνσεις. Δίνουμε μεγάλη έμφαση στον ορθό λόγο, όταν οι εχθροί μας, οι άνθρωποι του ολοκληρωτισμού, κατασκευάζουν με λέξεις ιδεατούς κόσμους και υπόσχονται χαρούμενα αύριο … Πρέπει λοιπόν να δώσουμε μία σοβαρή και υπεύθυνη μάχη στο πεδίο των ιδεών, γιατί αυτές είναι που διαμορφώνουν πολιτικές αντιλήψεις και συμπεριφορές … Η μάχη αυτή δεν είναι ανάγκη να δοθεί με επίκεντρο τους διανοούμενους, γιατί αυτοί είναι που στηρίζουν τον σοσιαλισμό στα λόγια… Διαβρώνουν πνευματικά μία νεολαία η οποία πιστεύει σε “ευτυχισμένα αύριο”, νομίζοντας ότι αυτά προκύπτουν από αγαθές προθέσεις…».


Στην ίδια συνάντηση της Ελβετίας, ο επίσης Αυστριακός Λούντβιχ φον Μίζες, συγγραφέας του περίφημου Human Action, τόνιζε: «Στο σύμπαν δεν υπάρχει ποτέ και πουθενά σταθερότητα και ακινησία. Η αλλαγή και ο μετασχηματισμός είναι βασικά γνωρίσματα της ζωής. Κάθε κατάσταση πραγμάτων είναι παροδική, κάθε εποχή είναι εποχή μετάβασης. Στην ανθρώπινη ζωή δεν υπάρχει ποτέ ηρεμία και γαλήνη. Η ζωή είναι διαδικασία, όχι εμμονή σε ένα status quo. Και όμως, ο ανθρώπινος νους ανέκαθεν πλανιόταν από την εικόνα μίας αμετάβλητης ύπαρξης. Ο ρητός στόχος όλων των ουτοπικών κινημάτων είναι να βάλουν τέλος στην ιστορία και να εγκαθιδρύσουν μία οριστική και μόνιμη ηρεμία. Τα ψυχολογικά αίτια αυτής της τάσης είναι προφανή. Κάθε αλλαγή αλλοιώνει τις εξωτερικές συνθήκες ζωής και ευημερίας και αναγκάζει τους ανθρώπους να προσαρμόζονται στις αλλαγές του περιβάλλοντός τους. Δεν είναι λίγοι όμως αυτοί που αυτό δεν το θέλουν. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αντιδραστικού πνεύματος: Οι συντεχνίες, που εμποδίζουν την είσοδο των νεοφερμένων στον έναν ή τον άλλον κλάδο. Οι αγρότες, που ζητούν προστασία με δασμούς, επιδοτήσεις και “δίκαιες τιμές”. Οι εργαζόμενοι που εχθρεύονται τις τεχνολογικές βελτιώσεις και υποθάλπουν τις αργομισθίες και άλλες παρόμοιες πρακτικές».


Όλες τις παραπάνω κατηγορίες υπερασπίζονται ιδιοτελώς ματαιόδοξοι και αλαζόνες διανοούμενοι και πολιτικοί, οι οποίοι παράλληλα καθυβρίζουν και την ελεύθερη επιχειρηματική δραστηριότητα. Η ματαιόδοξη αλαζονεία των ανθρώπων των γραμμάτων και των μποέμ καλλιτεχνών απορρίπτει τις δραστηριότητες των επιχειρηματιών ως μην πνευματική επιδίωξη του κέρδους για το κέρδος.


Η αλήθεια είναι ότι οι επιχειρηματίες και οι ιδρυτές επιχειρήσεων επιδεικνύουν περισσότερες πνευματικές ικανότητες και μεγαλύτερη διορατικότητα απ’ ό,τι ο μέσος συγγραφέας και ζωγράφος. Η κατωτερότητα πολλών αυτοαποκαλούμενων διανοούμενων εκφράζεται ακριβώς στο γεγονός ότι αποτυγχάνουν να αναγνωρίσουν πόση ικανότητα και μυαλό απαιτεί η επιτυχής λειτουργία μίας επιχείρησης.


Η ανάδυση μίας πολυάριθμης τάξης τέτοιων ελαφρόμυαλων διανοούμενων είναι ένα από τα λιγότερο ευπρόσδεκτα φαινόμενα της εποχής του νεότερου καπιταλισμού. Η φορτικότητά τους απωθεί τους οξυδερκείς ανθρώπους. Είναι μπελάς. Δεν θα έβλαπτε άμεσα κανέναν αν μπορούσε να γίνει κάτι για να τούς κοπεί η φόρα ή, ακόμα καλύτερα, για να εξαλειφθούν ολοσχερώς οι κλίκες τους και οι παρέες τους.


«Εντούτοις, η ελευθερία είναι αδιαίρετη. Οποιαδήποτε απόπειρα περιορισμού της ελευθερίας των παρακμιακών, ενοχλητικών ανθρώπων των γραμμάτων και των ψευτοκαλλιτεχνών θα έδινε στις αρχές την εξουσία να καθορίζουν τί είναι καλό και τί κακό. Θα κοινωνικοποιούσε την πνευματική και καλλιτεχνική προσπάθεια. Είναι αμφίβολο αν θα απομάκρυνε τους άχρηστους και τους ανάρμοστους. Είναι όμως βέβαιο ότι θα ύψωνε ανυπέρβλητα εμπόδια στον δρόμο της δημιουργικής ιδιοφυΐας. Στις κατεστημένες εξουσίες δεν αρέσουν οι νέες ιδέες. Αντίκεινται σε κάθε είδους καινοτομία. Διανοούμενοι και πολιτικοί ενδιαφέρονται μόνον για την εξουσία, επικαλούμενοι την “πρόοδο”. Η κυριαρχία τους θα κατέληγε σε άτεγκτη πειθάρχηση. Θα επέφερε τελμάτωση και παρακμή».


Από τις παραπάνω αποσπασματικές εισηγήσεις των φον Χάγιεκ και φον Μίζες προκύπτει ξεκάθαρα ότι το 1947, ήτοι πριν 70 χρόνια, οι δύο στοχαστές, πρώτον, έβλεπαν μακρυά και, δεύτερον, αποκαλούσαν «νέον φιλελευθερισμό» στην ουσία μία ιδεολογική αναγέννηση του παραδοσιακού φιλελευθερισμού. Έκριναν δε ότι, μπροστά στην ιδεολογική επίθεση των “σωτήρων” του κόσμου, έπρεπε και η φιλελεύθερη φιλοσοφία να κατέβει ένα σκαλί πιο κάτω. Να γίνει, δηλαδή, προσιτή στους απλούς πολίτες –τα θύματα μίας μαζικής αποπληροφόρησης, που στηρίζεται στον φόβο και σε προτάγματα κενά περιεχομένου.


Αυτό επετεύχθη εν μέρει την περίοδο της πρωθυπουργίας Μάργκαρετ Θάτσερ στο Ηνωμένο Βασίλειο και της προεδρίας Ρόναλντ Ρήγκαν στις ΗΠΑ. Οι δύο ηγέτες τότε του δυτικού κόσμου έδωσαν...

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Φιλελευθερισμός και νεοφιλελευθερισμός

Γράφει ο Νίκος Μουζέλης 
Ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας LSE.
Οι έννοιες και του φιλελευθερισμού και του νεοφιλελευθερισμού, όπως όλοι οι βασικοί όροι στις κοινωνικές επιστήμες, είναι πολυσημικές. Δηλαδή αλλάζουν σημασία ανάλογα με το πλαίσιο στο οποίο χρησιμοποιούνται.
Φιλελευθερισμός

Ο φιλελευθερισμός ως ιδεολογία και πρακτική αναπτύχθηκε στην εποχή του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης. Κυρίως στον 19ο αιώνα, στην Ευρώπη αλλά και στη Λατινική Αμερική, παρατηρούμε κινήματα και κόμματα που εναντιώνονται στα αυταρχικά καθεστώτα και στην πολιτική καταπίεση πιο γενικά. Δίνουν έμφαση στην ελευθερία του ατόμου και στην εξάπλωση αστικών και πολιτικών δικαιωμάτων στα λαϊκά στρώματα.  
Ως ιδεολογία ο φιλελευθερισμός πήρε και συντηρητικές και προοδευτικές μορφές. Στην πρώτη περίπτωση η ελευθερία του ατόμου δεν πρέπει να περιορίζεται στον πολιτικό χώρο μόνο. Στο πλαίσιο των αγορών, τα δρώντα υποκείμενα πρέπει να λειτουργούν ελεύθερα, πρέπει να απαλλαχθούν από περιορισμούς που το κράτος επιβάλλει.

Για παράδειγμα, στο επίπεδο της θεωρίας ο John Stuart Mill, ένας από τους βασικούς θεωρητικούς του κλασικού φιλελευθερισμού, υποστηρίζει στο πρώιμο έργο του τις ελεύθερες αγορές ως μία από τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη ατομικών δικαιωμάτων στους υπόλοιπους θεσμικούς χώρους. Στο ύστερο έργο του όμως αλλάζει γνώμη. Η ελευθερία της αγοράς πρέπει να περιοριστεί από ένα παρεμβατικό κράτος, που είναι ο μόνος τρόπος να αμβλυνθούν οι ανισότητες και οι αδικίες που ο οικονομικός φιλελευθερισμός δημιουργεί. Ετσι, στο επίπεδο της πολιτικής πρακτικής, βλέπουμε στη Βρετανία στις αρχές του 20ού αιώνα το κίνημα του «κοινωνικού φιλελευθερισμού» που ακολουθεί τις ύστερες θέσεις του Mills.

Οσο για τον συντηρητικό φιλελευθερισμό, ένα καλό παράδειγμα είναι οι θέσεις του αρχηγού του φιλελεύθερου κόμματος στις πρόσφατες γερμανικές εκλογές. Ο τελευταίος είναι υπέρ της επιβολής μιας πιο αυστηρής λιτότητας και δημοσιονομικής πειθαρχίας έναντι των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου. Δεν τον απασχολεί καθόλου το εντεινόμενο χάσμα μεταξύ της χώρας του που συσσωρεύει έναν τεράστιο όγκο πλεονασμάτων και των συστηματικών ελλειμμάτων των νοτιοευρωπαϊκών οικονομιών. Η λογική του βασίζεται στην ιδέα πως αν υπάρχουν ανισότητες στον χώρο της ευρωζώνης, δεν φταίει η Γερμανία για αυτό, αλλά χώρες όπου ο τρόπος ζωής των πολιτών τους οδηγεί στη χαλαρότητα, στην τάση να ξοδεύει κάποιος περισσότερο από ό,τι κερδίζει και, όπως στην περίπτωση της Ελλάδας, στην τεμπελιά και στην ανευθυνότητα. Επομένως, δεν είναι υποχρεωμένη η χώρα του, με χρήματα του γερμανικού λαού, να βοηθά τους «άσωτους» Νοτιοευρωπαίους.

Στα παραπάνω βλέπουμε τη βασική διαφορά μεταξύ του συντηρητικού και του κοινωνικού φιλελευθερισμού. Αν δεν λάβουμε υπόψη μας αυτή τη διαφορά, δεν μπορούμε να καταλάβουμε και την πρόσφατη δήλωση του Γιώργου Καμίνη ότι είναι και φιλελεύθερος και αριστερός. Δεν πρόκειται για οξύμωρο σχήμα, αλλά για τον βασικό ορισμό του προοδευτικού, κοινωνικού φιλελευθερισμού.

Νεοφιλελευθερισμός

Πολλοί απορρίπτουν την έννοια του νεοφιλελευθερισμού, με το επιχείρημα ότι συχνά δεν τη βρίσκουμε στα επιστημονικά κείμενα των οικονομολόγων. Είναι όμως προφανές ότι σήμερα πρόκειται για μια έννοια που, στον χώρο των κοινωνικών επιστημών αλλά και στον καθημερινό λόγο, χρησιμοποιείται ευρέως, όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και παγκοσμίως. Είναι λοιπόν απαραίτητο να διευκρινίσουμε πως αυτός ο όρος χρησιμοποιείται στο πλαίσιο της σημερινής παγκοσμιοποίησης.

Συχνά συγχέεται η φιλελεύθερη με τη νεοφιλελεύθερη οικονομία. Αυτό είναι παραπλανητικό. Για παράδειγμα, η φιλελεύθερη οικονομία στον 19ο αιώνα ήταν προφανώς διαφορετική από την παγκοσμιοποιημένη οικονομία του 21ου αιώνα. Μια κύρια διαφορά είναι πως η προηγούμενη παγκοσμιοποίηση (1860-1914) ήταν πολύ πιο περιορισμένη. Οι επιχειρήσεις με παγκόσμια εμβέλεια δεν μπορούσαν να διεισδύσουν στην περιφέρεια των εθνικών αγορών στον βαθμό που οι πολυεθνικές το πετυχαίνουν σήμερα. Αν σκεφτεί κανείς πως μια επιχείρηση όπως η Siemens έχει υποκαταστήματα σε όλες σχεδόν τις πόλεις του πλανήτη, αντιλαμβάνεται τον βαθμό διείσδυσης του πολυεθνικού κεφαλαίου σήμερα. Κάτι παρόμοιο, για τεχνικούς και άλλους λόγους, ήταν αδύνατον να επιτευχθεί στον 19ο αιώνα. Είναι ακριβώς για αυτόν τον λόγο που το κράτος-έθνος, μετά το άνοιγμα των παγκόσμιων αγορών στη δεκαετία του 1980 και μετά, έχασε ένα μέρος της αυτονομίας του - κυρίως τη δυνατότητά του να ελέγχει τις κινήσεις των κεφαλαίων εντός των εθνικών συνόρων.

Βέβαια, εδώ πρέπει να τονιστεί πως η σημερινή, σε σχέση με την προηγούμενη, παγκοσμιοποίηση δεν έχει μόνο επιπτώσεις (π.χ. ανισότητες, οικολογική καταστροφή κ.τ.λ.), αλλά και θετικές συνέπειες. Οπως τονίζουν οι υποστηρικτές της παγκόσμιας νεοφιλελεύθερης οικονομίας, το άνοιγμα των παγκόσμιων αγορών έχει οδηγήσει, κυρίως στις αναδυόμενες οικονομίες, στη θεαματική μείωση της απόλυτης φτώχειας. Αυτό το πρωτοφανές επίτευγμα οδήγησε πάνω από ένα δισεκατομμύριο ανθρώπους σε μια κατάσταση όπου μια κακή σοδειά ή μια οικονομική κρίση δεν οδηγεί πια σε πλήρη εξαθλίωση ή στον θάνατο.

Από την άλλη μεριά, κυρίως η Αριστερά βλέπει μόνο τα αρνητικά χαρακτηριστικά του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού
Αγνοεί πώς είναι το άνοιγμα των παγκόσμιων αγορών στη δεκαετία του 1990 που οδήγησε εν μέρει στη μείωση της απόλυτης φτώχειας. Υποστηρίζει ότι ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός γενικά μοιάζει με μια αμαξοστοιχία που δεν έχει φρένα - αφού ο πολιτικός έλεγχος που υπήρχε στη «χρυσή εποχή» της Σοσιαλδημοκρατίας (1945-1975) δεν υπάρχει σήμερα. Σύμφωνα με την Αριστερά, όσο ζούμε σε μια εποχή όπου δεν υπάρχουν παγκόσμιοι πολιτικοί μηχανισμοί που να ελέγχουν αποτελεσματικά τον κυρίαρχο χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό-καζίνο, ο κόσμος οδηγείται σε ένα απερίγραπτο χάος, σε μια συνεχή αβεβαιότητα.

Συμπέρασμα

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ: Ο νεοφιλελευθερισμός, τα φετίχ και η... απάτη



«Το σίδερο σκουριάζει όταν δεν δουλεύεται, το στάσιμο νερό χάνει την αγνότητά του και τελικά βρωμίζει, παγώνει. Η δε έλλειψη δράσης απονεκρώνει το μυαλό…»
Λεονάρντο ντα Βίντσι

 
Πριν από μερικά χρόνια, με αφορμή ένα πολιτικο-φιλοσοφικό μνημόσυνο για τον αείμνηστο Ζαν-Φρανσουά Ρεβέλ (με τον οποίο με συνέδεε στενή πνευματική φιλία), βρεθήκαμε σε ένα φιλικό σπίτι στο Παρίσι με τον γνωστό φιλελεύθερο Περουβιανό συγγραφέα Mario Vargas Llosa. Στη διάρκεια της συζήτησης που είχαμε -στην οποία συμμετείχαν και άλλοι γνωστοί διανοούμενοι- μας διηγήθηκε μία μικρή ιστορία.


Είπε ότι σε μία κωμόπολη της Μάλαγα στην Ισπανία έγινε δημοψήφισμα. Οι κάτοικοι ρωτήθηκαν αν προτιμούν την ανθρωπότητα ή τον νεοφιλελευθερισμό ως τρόπο διακυβέρνησής της. 


Το αποτέλεσμα ήταν 514 ψήφοι υπέρ της ανθρωπότητας και 4 υπέρ του νεοφιλελευθερισμού.


«Αυτές οι τέσσερις ψήφοι μπήκαν για καλά στο μυαλό μου και μου έθεσαν ένα δραματικό δίλημμα.  


Είχα να κάνω με τέσσερις αδίστακτους τυχοδιώκτες, ικανούς να πλήξουν την ανθρωπότητα στο όνομα του νεοφιλελευθερισμού, ή επρόκειτο για σοφούς;


Η δεύτερη εκδοχή είναι η σωστή. Ζούμε σε μία περίοδο που χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη ενός ευρύτατου πολιτικού και ιδεολογικού κινήματος, με γερές αρθρώσεις στην αριστερά, στο κέντρο και στη δεξιά και το οποίο παρουσιάζει μια ενιαία απέχθεια για την ελευθερία ως λύση στα προβλήματα της ανθρωπότητας.


Το κίνημα αυτό, αν και πολιτικά ετερόκλητο, δημιούργησε έναν φανταστικό εχθρό, τον «νεοφιλελευθερισμό», τον οποίο επικαλείται για να καλλιεργεί τον φόβο


Επίσης, με περισσή παντογνωσία, πολλοί κοινωνιολόγοι και πολιτικοί επιστήμονες συνταυτίζουν τον «νεοφιλελευθερισμό» και με την αποκαλούμενη «μοναδική σκέψη», στην οποία και αποδίδουν τα παρελθόντα και μέλλοντα δεινά της ανθρωπότητας.


Κατά τα λεγόμενά τους, ο «νεοφιλελευθερισμός» είναι ένοχος για όλα τα κακά που υπάρχουν στον πλανήτη και υπαίτιος για όλες τις καταστροφές. 


Είναι σαφές ότι για μιαν ακόμη φορά στην ιστορία του ανθρώπου δημιουργείται ένα «φετίχ», το οποίο εξυπηρετεί συγκεκριμένα συμφέροντα και επιδιώκει να δημιουργήσει τέτοια πνευματικά ρήγματα ώστε οι εχθροί της ελευθερίας να καταστρέψουν αυτό που δεν μπόρεσε να συντρίψει ο μαρξισμός-λενινισμός και ο ναζισμός: το πνεύμα».


Αυτά τα μεστά σε περιεχόμενο λόγια μάς είπε ο Mario Vargas Llosa, τονίζοντας ότι πίσω από τη δαιμονολογία του νεοφιλελευθερισμού υποκρύπτεται μία κυριολεκτικά αισχρή πνευματική απάτη. Η οποία, ωστόσο, δεν συνιστά κάτι το πρωτόγνωρο.


Οι άνθρωποι του ολοκληρωτισμού μόνον έτσι επιβιώνουν πολιτικά. Με την εξαπάτηση, το ψέμα, τη διαστρέβλωση, την παραπληροφόρηση. Η λέξη νεοφιλελεύθερος -και όλα τα παράγωγά της- είναι κενή περιεχομένου. Σε αντίθεση με τον μαρξισμό και τις διάφορες μορφές φασισμού, ο πραγματικός φιλελευθερισμός απέχει πολύ από το να αποτελεί δόγμα.


Με άλλα λόγια, ο φιλελευθερισμός δεν είναι μια κλειστή και αυτάρκης ιδεολογία, με προκατασκευασμένες απαντήσεις και λύσεις σε όλα τα κοινωνικά προβλήματα. Αντίθετα, όπως προκύπτει από τη φιλοσοφία των Λοκ, Σαίη, Αρόν, Πόπερ και άλλων κορυφαίων φιλελεύθερων στοχαστών, ο φιλελευθερισμός από κάθε άποψη, με επίκεντρο την πολιτική και οικονομική ελευθερία, χαρακτηρίζεται από μεγάλη ποικιλία τάσεων και εκδοχών, χάρη στις οποίες μπορεί να προσαρμόζεται και να αυτοτροφοδοτείται.


Στο πλαίσιο αυτό, δεν υπάρχει παλαιός και νέος φιλελευθερισμός, αλλά ούτε και είναι δυνατόν να υπάρξει. Ο Ρεϊμόν Αρόν, πριν πολλά χρόνια, στο βιβλίο του «Το όπιο των διανοουμένων», έγραφε ότι ο φιλελευθερισμός είναι κριτικός, ανεκτικός, μονίμως ανανεούμενος όπως το νερό του ποταμού, άρα δεν μπορεί να είναι ούτε παλαιός, ούτε νέος. Είναι, απλά, μια μορφή σεβασμού της ελευθερίας.


«Η έκφραση “νεο”», κατά τον M.V. Llosa, «δεν σημαίνει απολύτως τίποτε. Συνεπώς, η λέξη νεοφιλελευθερισμός δεν εκφράζει μια θεωρητική πραγματικότητα. Τουναντίον, είναι ένα όπλο εννοιολογικής υποβάθμισης του φιλελευθερισμού, με απώτερο και ανομολόγητο στόχο την καταρράκωση της έννοιας και της αίσθησης της ελευθερίας. Η τελευταία, στο μέτρο που αναπτύσσεται και διευρύνεται, προκαλεί τρόμο στους φορείς του ολοκληρωτισμού, του σκοταδισμού και της ασυναρτησίας.
Είναι έτσι φυσικό να πολεμούν με λύσσα το πνεύμα της ελευθερίας, ώστε να εμποδίσουν τη διάδοσή του. Οι άνθρωποι αυτοί γνωρίζουν ότι η κουλτούρα της ελευθερίας δεν έχει μη αναστρέψιμο χαρακτήρα. Άρα, όσο την υπονομεύουν, τόσο υποσκάπτουν και τους μηχανισμούς της προστασίας της. Χρησιμοποιούν έτσι τις νέες μάσκες του εθνικισμού και του θρησκευτικού φανατισμού, που σήμερα συνιστούν και τους πιο σκληρούς εχθρούς της δημοκρατίας».


Γιατί όμως αυτό το μίσος κατά του φιλελευθερισμού; 


Την απάντηση δίνει ο Γάλλος σοσιαλιστής οικονομολόγος και διανοούμενος, καθηγητής Πιερ Ροζανβαλόν:

ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ - ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Οι αντι-φιλελεύθεροι μύθοι και η αλήθεια





Είναι πλέον μόδα. Μετά την παταγώδη κατάρρευση του κομμουνισμού και την παρεξηγημένη «προφητεία» του Φράνσις Φουκουγιάμα περί του τέλους της ιστορίας, οι κάτοχοι των «απόλυτων αληθειών» και οι λοιποί «σωτήρες» του ανθρώπινου γένους βρήκαν τον... εχθρό. Για όλα φταίει η ελευθερία.


Έτσι, ο φιλελευθερισμός, που είναι ο φιλοσοφικός και πολιτικός εκφραστής της, από καιρό τώρα κατηγορείται για όλα τα δεινά που πλήττουν την ανθρωπότητα. Η φτώχεια, η ανεργία, η χρηματοοικονομική κρίση, η καταστροφή του περιβάλλοντος, ακόμα και οι φυσικές καταστροφές, οφείλονται στον φιλελευθερισμό. Ο τελευταίος ευθύνεται επίσης για την απληστία και την απαξίωση των ανθρωπιστικών αξιών, φαινόμενα που κυριαρχούν στην αποκαλούμενη νεοφιλελεύθερη οικονομία.


Στην βάση αυτού του σοβαρού κατηγορητηρίου και θεωρώντας ότι οικονομία και πολιτική είναι επιστήμες, θελήσαμε να επαληθεύσουμε το κατηγορητήριο, όπως επιβάλλει η επιστημονική μέθοδος.


Ξεκινήσαμε από την οικονομία. 


 Πρώτη διαπίστωσή μας είναι ότι, στην κατάταξη των φτωχότερων χωρών του πλανήτη μας, καμμία από αυτές δεν επικαλείται τον φιλελευθερισμό. Η Κίνα έχει κομμουνιστικό καθεστώς, στην Βραζιλία πάνω από δεκαετία κυβερνούν οι σοσιαλιστές, στην Κούβα ο κομμουνισμός συμπλήρωσε πενήντα και πλέον χρόνια, στην Αφρική τα περισσότερα καθεστώτα θεωρούν εκτός νόμου τον φιλελευθερισμό και ορκίζονται στο όνομα του σοσιαλισμού. Στον δε αραβικό κόσμο κυριαρχούν αντιφιλελεύθερες μοναρχίες και στο Ιράν δεσπόζει ο θεοκρατικός αυταρχισμός. Έτσι, από αριθμητικής πλευράς, από τα 7 δισεκατομμύρια ψυχές που είναι ο πληθυσμός του πλανήτη μας, τα 5,2 δισεκατομμύρια τελούν υπό αντιφιλελεύθερα καθεστώτα.


Μία άλλη σημαντική διαπίστωση είναι ότι οι μεγαλύτερες περιβαλλοντικές ζημιές καταγράφονται στην Κίνα, στην Αφρική, στον Αμαζόνιο, στην Ρωσία και στην Κεντρική Ασία –περιοχές που ουδέποτε γνώρισαν τον φιλελευθερισμό και είναι πολύ αμφίβολο αν ποτέ θα τον γνωρίσουν.


Παρατηρώντας επίσης την ετήσια κατάταξη για τις χώρες με την μεγαλύτερη διαφθορά στον κόσμο, την οποία καταρτίζει η οργάνωση Διεθνής Διαφάνεια, παρατηρούμε ότι στις 50 πρώτες θέσεις δεν υπάρχει καμία χώρα με φιλελεύθερο καθεστώς, ή ακόμα και κατ' επίφασιν φιλελεύθερο. Αντιθέτως, οι χώρες με ανύπαρκτο ή πολύ χαμηλό δείκτη διαφθοράς (Φινλανδία, Δανία, Σουηδία, κ.ά.) είναι όλες δημοκρατικές και πολιτικο-οικονομικά φιλελεύθερες.


Η ίδια ακριβώς παρατήρηση ισχύει και για την προστασία και τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Στην σχετική κατάταξη που δημοσιεύει κάθε χρόνο η οργάνωση Freedom House, η υπεροχή των χωρών με φιλελεύθερα καθεστώτα είναι συντριπτική και σχεδόν σε καμμία από αυτές δεν ισχύει η θανατική ποινή. Όσον αφορά δε στην ελευθερία εκφράσεως και Τύπου, σύμφωνα με τα στοιχεία των οργανώσεων Ρεπόρτερ Χωρίς Σύνορα και Ένωση Ευρωπαίων Δημοσιογράφων, οι διαφορές μεταξύ φιλελεύθερων και αντιφιλελεύθερων χωρών είναι κραυγαλέες.


Οι αυταρχικές και αντιφιλελεύθερες χώρες κατέχουν επίσης τα σκήπτρα και στο οικονομικό έγκλημα. Στο εμπόριο ναρκωτικών πρωταγωνιστούν οι σοσιαλιστικές χώρες της Λατινικής Αμερικής. Στην εμπορία όπλων και λευκής σαρκός τα πρωτεία κατέχουν αφρικανικές δεσποτείες, αυταρχικά καθεστώτα της Κεντρικής Ασίας και η Ρωσία. Η δε ιδιωτική πειρατεία οργιάζει στην Αφρική, εκεί όπου κυριαρχούν τα πιο εγκληματικά καθεστώτα.


Ας επανέλθουμε στην οικονομία


Οι εχθροί του φιλελευθερισμού υποστηρίζουν ότι η κρίση του 2007 είναι αποτέλεσμα νεοφιλελεύθερων επιλογών που υιοθετήθηκαν από τις κυβερνήσεις Ρήγκαν-Θάτσερ στις αρχές της δεκαετίας του 1980 και που οδήγησαν στην απελευθέρωση της παγκόσμιας κίνησης κεφαλαίων. Ο ισχυρισμός αυτός, αν και έχει κάποια θεωρητική βάση, δεν επαρκεί καθόλου ως επιστημονική επαλήθευση διότι τα πραγματικά γεγονότα άλλα δηλούν:


Πρώτον, η μεγάλη διεθνής κίνηση κεφαλαίων ξεκίνησε το 1971, με την κατάργηση της Συμφωνίας του Μπρέττον-Γουντς και την ανάδειξη του δολαρίου σε παγκόσμιο αποταμιευτικό νόμισμα. Στόχος της τότε κυβερνήσεως των ΗΠΑ ήταν η τόνωση της δημοσιονομικής δραστηριότητας μέσω της έκδοσης κρατικού χρήματος, η άνοδος του δημόσιου χρέους για την χρηματοδότηση του πολέμου στο Βιετνάμ και η αύξηση της κατανάλωσης με διαφόρων μορφών δανεισμό. Με άλλα λόγια, η τότε πολιτική του προέδρου Νίξον ήταν αμιγώς κεϋνσιανής εμπνεύσεως, δηλαδή σαφώς αντιφιλελεύθερη, γι αυτό και είχε δεχθεί αυστηρή κριτική από οικονομολόγους όπως ο Μίλτον Φρήντμαν, ο Μωρίς Αλλαί και ο Τζαίημς Μπιουκάναν –άπαντες νομπελίστες.


Αναφέρουμε χαρακτηριστικά ότι το 1971, μετά την κατάργηση του Μπρέττον-Γουντς, ο μέγας φιλελεύθερος οικονομολόγος Λούντβιχ φον Μίζες (άγνωστος στην Ελλάδα), αν και 90 ετών, δήλωνε τα εξής προφητικά: «Η κατάργηση του Μπρέττον-Γουντς δίνει την ευκαιρία στις κρατικές κεντρικές τράπεζες να ακολουθούν επεκτατικές νομισματικές πολιτικές, οι οποίες σε βάθος χρόνου θα δημιουργούν την μία μετά την άλλη οικονομική κρίση».


Στην μετά το Μπρέττον-Γουντς εποχή, ήλθε να προστεθεί η πετρελαϊκή κρίση του 1973 –η οποία έδωσε την ευκαιρία στους Άραβες δικτάτορες και μονάρχες να ρίξουν στις διεθνείς αγορές περί τα 200 δισεκατομμύρια δολλάρια, τα οποία ζητούσαν ασφάλεια και καλές αποδόσεις. Στην βάση αυτού του πακτωλού πετροδολλαρίων άρχισαν να δημιουργούνται και τα πρώτα «περίεργα» τραπεζικά προϊόντα, κύριο αντικείμενο των οποίων ήταν η χρηματοδότηση κρατών.


Σημειώνουμε ότι την περίοδο 1974-1981 το κρατικό χρέος των ΗΠΑ αυξήθηκε κατά 40% κα το αντίστοιχο της τότε Σοβιετικής Ένωσης κατά 100%. Στην Ευρώπη, στην διάρκεια της δεκαετίας του 1980, που είναι και αυτή της σταδιακής απελευθερώσεως της κίνησης κεφαλαίων, οι σοσιαλιστικές κυβερνήσεις Μιττεράν στην Γαλλία, Γκονζάλες στην Ισπανία, Κράξι στην Ιταλία, Σοάρες στην Πορτογαλία και Ανδρέα Παπανδρέου στην Ελλάδα, τριπλασίασαν κατά μέσον όρο τα δημόσια χρέη των χωρών τους και τα ανέβασαν κατά μέσον όρο, από 26% του ΑΕΠ το 1981, σε 81% το 1989.


Η συνέχεια είναι γνωστή –στην δε Ελλάδα υπήρξε η αφετηρία της «Μεγάλης Ληστείας», για την οποία ετοιμάζουμε ειδικό πόνημα.

Ερώτημα: