Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΗΞΟΥΡΙΩΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΗΞΟΥΡΙΩΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Μύθοι και αλήθειες για την κοινωνική συνοχή
Του Ιωαννη Ληξουριωτη
Καθηγητή Εργατικού Δικαίου του Παντείου Πανεπιστημίου.
Από το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης στη χώρα μας, την άνοιξη του 2010, μια μεγάλη μερίδα του πολιτικού και συνδικαλιστικού κόσμου θυμήθηκε την ανάγκη διατήρησης της «κοινωνικής συνοχής» και άρχισε να αντιμετωπίζει κάθε σκέψη, κάθε πρόταση, κάθε υπαινιγμό για οποιαδήποτε αλλαγή στο πεδίο της αγοράς εργασίας και της πολιτικής της απασχόλησης ως ανοίκεια προσπάθεια ρηγμάτωσής της.
Προφανώς, η αντίδραση αυτή εδράζεται στην αντίληψη ότι όταν άρχισε να εκδηλώνεται στην Ελλάδα η οικονομική κρίση, η «κοινωνική συνοχή» βρισκόταν σε εξαιρετικό ή έστω σε ικανοποιητικό επίπεδο και ότι οποιαδήποτε αναδιάταξη του νομικο-θεσμικού τοπίου της αγοράς εργασίας μοιραία θα οδηγούσε στην υπονόμευσή της.
Εχουμε όμως διαμετρικά αντίθετη γνώμη και θεωρούμε ότι η προβολή αυτής της θέσης υποκρύπτει ανομολόγητη άρνηση προνομιακών ομάδων απέναντι σε οποιαδήποτε αλλαγή των εργαλείων εξυπηρέτησης του πελατειακού, κρατικοδίαιτου και συντεχνιακού συστήματος συμφερόντων.
Η «κοινωνική συνοχή» είναι μια σύνθετη κατάσταση και εκφράζει τον βαθμό και την ποιότητα της έντασης των σχέσεων που υπάρχουν μεταξύ των μελών μιας κοινωνίας. Στη θετική της κατεύθυνση αποτυπώνει έναν υψηλό βαθμό συνέργειας μεταξύ των κοινωνικών συντελεστών (προσώπων, φορέων, οργανισμών) και μια κατάσταση καλής λειτουργίας της κοινωνίας με εμφανείς εκφράσεις κοινωνικής αλληλεγγύης και έκδηλη εγκατάσταση ισχυρής «κοινωνικής συνείδησης». Προσθέτως, η κοινωνική συνοχή εδράζεται κατ’ ανάγκην σε κοινωνικές και πολιτικές αντιλήψεις που αποδέχονται την ειρηνική διευθέτηση των αντιτιθεμένων συμφερόντων μεταξύ των κοινωνικών ομάδων και την επιδίωξη συναινετικών λύσεων των διαφορών με αμοιβαία οφέλη.
Σε μεγάλο βαθμό, το επίπεδο της συνοχής μιας κοινωνίας συνδέεται με την κατάσταση της αγοράς εργασίας και τις ευκαιρίες στην απασχόληση. Αυτό σημαίνει ότι βρίσκεται σε άμεση εξάρτηση και επηρεάζεται ισχυρά από την επεξεργασία και ορθή εφαρμογή μεταρρυθμιστικών πολιτικών που διασφαλίζουν την απασχόληση και οδηγούν στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, επιδιώκουν την σχετικά ισοδύναμη αύξηση του ενεργού δυναμικού στις διάφορες περιφέρειες, στοχεύουν στη μείωση του χάσματος της κατάστασης της απασχόλησης μεταξύ διαφόρων ηλικιακών και άλλων κοινωνικών ομάδων και, ειδικότερα, αντιμετωπίζουν με σοβαρότητα το πρόβλημα της ανεργίας των νέων και των γυναικών.
Με άλλα λόγια, η «κοινωνική συνοχή» διψά από μεταρρυθμιστικές παρεμβάσεις, με τις οποίες θα διευκολύνεται η επανένταξη στην αγορά εργασίας των ανέργων και η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Εξάλλου, είναι προφανές ότι το επίπεδο της κοινωνικής συνοχής σε μια χώρα δεν μπορεί να βρίσκεται σε υψηλό σημείο όταν είναι ανύπαρκτος ή μηδαμινός ο βαθμός κοινωνικής νομιμοποίησης των εκπροσώπων των διαφόρων κοινωνικών ομάδων, καθώς και όταν ελλείπει ή είναι στρεβλή η αυτοσυνειδησία αυτών.
Πώς όμως θα μπορούσε να πειστεί κανείς ότι το επίπεδο της «κοινωνικής συνοχής» στη χώρα μας ήταν ζηλευτό στις αρχές του 2010, τότε που η καυτή λάβα των αδιεξόδων άρχισε να κυλά από μικρότερους και μεγαλύτερους κρατήρες προς την καθημερινότητα των πολιτών, τότε που η τέφρα της κρίσης άρχισε να καλύπτει όλους τους τομείς και εκφάνσεις της οικονομικής και κοινωνικής ζωής; Πώς θα μπορούσε να υφίσταται σε στοιχειωδώς ανεκτά επίπεδα η κοινωνική συνοχή το 2010 όταν η γενική ανεργία ήδη κάλπαζε προς το 15%, η ανεργία των γυναικών έτεινε στο 20%, η ανεργία των νέων κοντοζύγωνε στο 30%, ενώ σε ορισμένες περιφέρειες της χώρας έβαινε προς διπλάσιες τιμές από ό,τι σε άλλες;
Ποιο επίπεδο συνοχής θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε σε μια κοινωνία, όπως η ελληνική, στην οποία ήταν, και εξακολουθεί να είναι, άκρως υποβαθμισμένο και έχει όλως επιφανειακό χαρακτήρα το εργαλείο του διαρκούς και ειλικρινούς διαλόγου μεταξύ των εκπροσώπων των κοινωνικών ομάδων;
Πώς θα μπορούσε να ήταν εδραιωμένη η συνοχή σε μια κοινωνία στην οποία δεν γίνεται αμοιβαία παραδεκτή η ύπαρξη και η ανάγκη προαγωγής κάποιων κοινών συμφερόντων και η αναγκαιότητα επιδίωξης ισορροπιών μεταξύ κοινωνικών ομάδων;
Πώς θα μπορούσε να είχε σχηματιστεί κοινωνική συνοχή σε μια κοινωνία εθισμένη στον άγριο πολιτικό λόγο και στην ακραία συγκρουσιακή πολιτική πρακτική;
Πού θα μπορούσε να είχε βασιστεί η συνοχή, όταν το «δίκαιο του εργάτη» αντιπαραβάλλεται και επιδιώκει να παραμερίσει βάρβαρα το «κράτος δικαίου» και όταν αυτοί που υπεραμύνονται της κοινωνικής συνοχής προωθούν λογικές αυτοδικίας και κοινωνικών αυτοματισμών αντιλαμβανόμενοι τη βία ως «μαμή» της Ιστορίας;
Ετικέτες
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ,
ΑΠΟΨΕΙΣ,
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ,
ΚΟΙΝΩΝΙΑ,
ΛΗΞΟΥΡΙΩΤΗΣ,
ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Το Δίκιο και το Δίκαιο
Του Ιωαννη Ληξουριωτη
(Καθηγητή Εργατικού Δικαίου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο)
Είναι του συρμού να θεωρείται «φιλεργατικό» το συνθηματολογικά συνήθως εκφερόμενο ιδεολόγημα ότι «νόμος είναι το δίκ (α) ιο του εργάτη». Οι τροβαδούροι ενός τέτοιου ιδεολογήματος παραπλανούν τους εργάτες όταν τους διαβεβαιώνουν ότι το «δίκιο» τους αποτελεί γενικώς παραδεκτό «νόμο».
Εν πρώτοις, το «δίκιο» αυτό δεν το επιλέγουν ελεύθερα οι ίδιοι, αλλά πρόκειται για «δίκιο» που επιλέγουν γι’ αυτούς κάποιοι πολιτικοί ή και συνδικαλιστικοί ινστρούκτορες που διατείνονται ότι τους εκπροσωπούν.
Κατά δεύτερο λόγο, το ιδεολόγημα αυτό συσκοτίζει τα σημαινόμενα των λέξεων «δίκιο», «νόμος» και «Δίκαιο», ο συσκοτισμός δε αυτός επιτείνεται με τη συνεχή εναλλαγή του υποκειμένου «εργάτης», με αυτό του «εργαζόμενου» ή με το αφηρημένο υποκείμενο «λαός» («νόμος είναι το δίκιο του λαού»), έννοιες στις οποίες συμπεριλαμβάνει ή αφαιρεί κανείς αυθαίρετα όποια ειδικότερη κοινωνική ομάδα ή κατηγορία πολιτών επιθυμεί.
Τέλος, το ιδεολόγημα αυτό, με την επαναστατικοφανή και αλαζονική εκφορά του, αποκρύπτει ότι ο καθένας μπορεί μεν να ορίζει και να διεκδικεί το «δίκιο» του, μόνος του ή με μια ομάδα στην οποία οικειοθελώς εντάσσεται, αλλά δεν μπορεί, στους κόλπους μιας συντεταγμένης δημοκρατίας, να επιβάλλει στους λοιπούς πολίτες ως «Νόμο», ό, τι θεωρεί ή του λένε ότι αποτελεί «συμφέρον» του.
Για να μετουσιωθούν τα «δίκια» (δηλαδή τα συμφέροντα) κοινωνικών ή συντεχνιακών ομάδων σε «Δίκαιο», εις τρόπον ώστε να επιτρέπεται η επιβολή τους στους λοιπούς πολίτες, δεν αρκεί η απλή επιθυμία της ίδιας της ομάδας να τα μετατρέψει σε «δικαιώματα», αλλά απαιτείται η τήρηση κοινώς αποδεκτών κανόνων και η δραστηριοποίηση των πολιτειακών θεσμών. Το «δίκιο» (συμφέρον) της ομάδας γίνεται «Δίκαιο» όλων (δηλαδή δεσμεύει το σύνολο της κοινωνίας), μόνο μετά τη «νομιμοποίησή» του από τη δράση των συντεταγμένων πολιτειακών οργάνων (βλ. Βουλή). Συνεπώς, οι συνθηματολόγοι-υποστηρικτές του ιδεολογήματος ότι το «δίκιο του εργάτη αποτελεί νόμο», οραματίζονται (ανομολόγητα) μια πολιτεία της οποίας κάθε ομάδα θα επιβάλει αυθαίρετα και βίαια το «δίκιο» της (τα συμφέροντά της) στο σύνολο των πολιτών.
Εάν μια κοινωνική ομάδα «δικαιούται» να αναγορεύει σε «Δίκαιο» το ιδιοτελές της συμφέρον, το ίδιο «δικαίωμα» πρέπει να αναγνωριστεί και στις λοιπές ομάδες και συνεπώς η κάθε ομάδα θα προσπαθεί να επιβάλλει το συντεχνιακό της «δίκιο» ως «Νόμο» της πολιτείας. Στο μέτρο λοιπόν που κάποιοι από τους «εργάτες», διαπαιδαγωγημένοι από βουλησιαρχικά ιδεολογήματα περί κοινωνικών «νομοτελειών», αναγορεύουν άκοπα το κάθε «δίκιο» τους σε Νόμο, καταλαμβάνοντας δημόσιες υπηρεσίες, αποκλείοντας εισόδους δημόσιων και ιδιωτικών επιχειρήσεων ή απεργώντας χωρίς να τηρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις, με τη σειρά τους, κάποιοι αγρότες θεωρούν αυτονόητα «θεμιτό» να επιβάλουν το δικό τους «δίκιο», αποκλείοντας και αυτοί εθνικές οδούς ή ραίνοντας με γάλα Νομαρχίες. Με τη σειρά τους, οι φοιτητές θεωρούν κάτι σαν «φυσικό δικαίωμά» τους να υπαγορεύουν ένα «δίκιο» στα μέτρα τους, με το κτίσιμο καθηγητών στα γραφεία τους ή με την παρεμπόδιση της διδασκαλίας στα πανεπιστήμια.
Ετσι, στη χώρα μας, διάφορες κοινωνικές ομάδες και κατηγορίες πολιτών έχουν αρχίσει να «εθίζονται» στην έκφραση τέτοιων αντιλήψεων. Ο «ιός» της αυτονόητης «δικαιοποίησης» του κάθε συντεχνιακού συμφέροντος έχει αρχίσει να μολύνει διάφορες κοινωνικές ομάδες και συντεχνίες: αυτοκινητιστές, δικηγόροι, γιατροί, φαρμακοποιοί, μηχανικοί, πωλητές λαϊκών αγορών, ακόμη και οι πάροικοι των εθνικών οδών, που αυτοχριζόμενοι «Ρομπέν των οδών», χαρίζουν τα διόδια στους χρήστες οδηγούς, ουσιαστικά όμως τους εξαναγκάζουν να παρανομούν, εμποδίζοντάς τους να τα πληρώσουν.
Ολοι αυτοί και πολλοί άλλοι, έχουν αρχίσει να υιοθετούν το περί «δικαίου» ιδεολόγημα των συνδικαλιστών και όλο και συχνότερα επιβάλλουν το δικό τους «δίκιο», υποβάλλοντας η μία ομάδα την άλλη και όλοι μαζί τον ελληνικό λαό σε μικρότερες ή μεγαλύτερες «τυραννίες» και «καταναγκασμούς» και «δουλείες».
Η ανοχή του κράτους στην αναγόρευση του «συμφέροντος» μιας κοινωνικής ομάδας (λ. χ. των «εργατών») σε «Δίκαιο», αναπόφευκτα «νομιμοποιεί» κάθε άλλη κοινωνική ή συντεχνιακή ομάδα να λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο. Ετσι, «πνίγεται» η κοινωνία από τα αλλεπάλληλα κύματα των επιμέρους συντεχνιακών «δίκ (α) ιων», τα οποία την οδηγούν στην πλήρη ανομία και τελικώς στην αυτοδιάλυση. Στο σημείο αυτό η Δημοκρατία πεθαίνει.
ΠΗΓΗ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Ετικέτες
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ,
ΑΠΟΨΕΙΣ,
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ,
ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ,
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ,
ΚΟΙΝΩΝΙΑ,
ΛΗΞΟΥΡΙΩΤΗΣ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


