"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΡΕΛΙΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΡΕΛΙΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΝουΔο-γαλαζαίοι ΕΘΝΙΚΟΙ ΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΕΣ: Αν έλεγε “παραιτούμαι” και “παραπέμψτε με”, δεν θα ήταν Καραμανλής ο Γ’, ο μικρός…

 

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΡΕΛΙΑ

Κάθε άνθρωπος που κουβαλάει-καλώς ή κακώς- ένα τόσο ασήκωτο φορτίο, όπως αυτό των 57 νεκρών των Τεμπών, έχει το ιερό δικαίωμα της απολογίας.
Το έχει, ασφαλέστατα και ο Κώστας Αχ. Καραμανλής.

Αλλά σ’ αυτήν πρέπει να είναι σεμνός και ταπεινός (όπως έλεγε ο εξάδελφός του, πρώην πρωθυπουργός) και πάνω απ’ όλα τολμηρός και θαρραλέος. Και δεν ήταν.

Και επειδή σ’ αυτήν την τραγωδία σχεδόν τα πάντα έχουν ειπωθεί και δεν αξίζει να πελαγοδρομούμε, ας πούμε ανοιχτά και καθαρά: τι ΔΕΝ έχει κάνει ο Κώστας Αχ. Καραμανλής, τι ΜΠΟΡΕΙ να κάνει έστω και τώρα και τι ΠΡΕΠΕΙ να κάνει ο πρωθυπουργός στην αποψινή ομιλία του.

Πρώτον, ο Κώστας Αχ. Καραμανλής είχε την ευκαιρία χτες στη Βουλή να πει απλά και καθαρά:
«Κυρίες και κύριοι βουλευτές, έκανα λάθος που ήμουν ξανά υποψήφιος βουλευτής. Έπρεπε να μην είμαι μέχρι να εκκαθαριστεί πλήρως η τραγωδία, πολιτικά και δικαστικά και να επέλθει η κάθαρση. Γι’ αυτό, διευκολύνοντας τον πρωθυπουργό και το κόμμα μου, παραιτούμαι σήμερα από βουλευτής και θα μείνω εκτός πολιτικής μέχρι να επέλθει αυτή η κάθαρση». Αυτή θα ήταν μια- όχι προσχηματική και υποκριτική- ανάληψη της πλήρους πολιτικής ευθύνης. Και ο πρώην υπουργός ΔΕΝ το έκανε.

Δεύτερον, ο Κώστας Αχ. Καραμανλής, αντί να ζητάει από τους πολιτικούς αντιπάλους του να το κάνουν, να ζητήσει Ο ΙΔΙΟΣ να συσταθεί η λεγόμενη Προανακριτική Επιτροπή της Βουλής, για να διερευνήσει ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες του. Και όχι μόνον αυτό. Να ζητήσει Ο ΙΔΙΟΣ από τους συναδέλφους του της ΝΔ να ψηφίσουν υπέρ της παραπομπής του. Έτσι, θα έπειθε τους πάντες ότι πιστεύει στην αθωότητά του, την οποία ,άλλωστε, θα διαπίστωναν-όχι οι βουλευτές, αλλά- οι δικαστές. Γιατί αυτό που πονηρά αποκρύπτεται είναι ότι, με την τελευταία τροποποίηση του νόμου περί ευθύνης των υπουργών, στο Ειδικό Δικαστήριο δεν παραπέμπουν οι βουλευτές, αλλά το Δικαστικό Συμβούλιο, που αποτελείται από ανώτατους δικαστές (Αρεοπαγίτες και Συμβούλους Επικρατείας). Αυτοί θα αποφάσιζαν για την παραπομπή ή μη του πρώην υπουργού. Και, φυσικά, αν δεν υπήρχε καμία σοβαρή ένδειξη και καμιά «αιτιώδης συνάφεια», ο Κώστας Αχ. Καραμανλής θα αποδιδόταν λευκός και θα επανερχόταν θριαμβευτής στην πολιτική.

Όμως, ο πρώην υπουργός ΔΕΝ τόλμησε να κάνει ούτε το ένα ούτε το άλλο. Και κατά τούτο δεν ισχύει η διαβεβαίωσή του ότι «δεν κρύβεται». Κρύβεται από τις πολιτικές ευθύνες. Κι οχυρώνεται πίσω από τον πλειοψηφία του κόμματός του όσον αφορά τις ενδεχόμενες ποινικές.

Υπάρχει ακόμη καιρός να διορθωθούν τα πράγματα.  

Και αυτός μπορεί να γίνει με δύο τρόπους:

Ή ο πρώην υπουργός να τα κάνει σήμερα μόνος του και να κερδίσει-τότε δικαιολογημένα- όλο το χειροκρότημα των συναδέλφων του. 

Ή να τα κάνει ο πρωθυπουργός. Στην αποψινή ομιλία του, αντί να ψάχνει δικαιολογίες και να ασχολείται με τον Κασσελάκη και τον Ανδρουλάκη, ας κάνει δύο καθαρές ανακοινώσεις: ο πρώην υπουργός δεν θα είναι βουλευτής μέχρι να εκκαθαριστεί πλήρως η τραγωδία και θα συσταθεί αμέσως Προανακριτική Επιτροπή.

Δυοίν θάττερον: 

Αν ο Κώστας Αχ. Καραμανλής δεν το κάνει, απλώς θα επιβεβαιώσει ότι είναι «Καραμανλής ο Γ’, ο μικρός».  

Και αν ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν το κάνει, απλώς θα επιβεβαιώσει ότι...

 

ΣΥΡΙΖΑίικο ΣΟΥΡΓΕΛΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: Ένα κόμμα παρακολουθεί ατάραχο τη σουργελοποίησή του…

 


Toυ Γιώργου Καρελιά

Ήταν κάποτε ένα κόμμα της Αριστεράς

Ήταν μικρό, αλλά είχε αρχηγούς με προσωπικότητα: Δρακόπουλος, Μπανιάς, Κύρκος, Δαμανάκη, Κωνσταντόπουλος, Αλαβάνος. 

Έγινε μεγάλο και κυβέρνησε: Τσίπρας.

Στις τελευταίες εκλογές ηττήθηκε συντριπτικά. Και τα απελπισμένα μέλη του, η πλειοψηφία τους, έκαναν το απονενοημένο διάβημα. Εξέλεξαν αρχηγό έναν ουρανοκατέβατο, παντελώς άσχετο με την Αριστερά: Κασσελάκης.

Έκτοτε παρακολουθούμε ένα κόμμα σε αφασία να παρακολουθεί τη σουργελοποίησή του: ο αρχηγός στο γυμναστήριο, ο αρχηγός στην καφετέρια, ο αρχηγός παντρεύεται, ο αρχηγός δανείζει το κόμμα του, ο αρχηγός πάει διακοπές, ο αρχηγός πάει για κούρεμα. Και λίγο πριν καταταγεί στο στρατό πάει σε τηλεοπτικό στούντιο και δείχνει τις αστακοκοσμημένες κάλτσες του. Η χαρά του Λιάγκα. 

Η επόμενη επίσκεψη μπορεί να είναι στην Αννίτα Πάνια

Ο αρχηγός δεν έχει ενδοιασμούς. Ο υπερχειλίζων μπιζιμποντισμός του καλύπτει κάθε πτυχή της ασόβαρης πολιτικής.

Ένα κόμμα που κάποτε ήταν αριστερό παρακολουθεί τη σταδιακή αποσύνθεσή του

Τα στελέχη του έχουν συμβιβαστεί με τις καθημερινές παραστάσεις ενός αρχηγού – σόουμαν, που είναι φορέας ενός (κακέκτυπου) τραμπισμού ή μπερλουσκονισμού, πασπαλισμένου με “αριστερές” ατάκες μέσα από επιμελημένα βιντεάκια. 

Τα στελέχη του δεν ενοχλούνται από δηλώσεις και πράξεις που κάποτε ήταν αδιανόητες για κόμμα και δη της Αριστεράς. 

Δεν τους απασχολεί ο διαρκής (εξ)ευτελισμός της κομματικής λειτουργίας και της πολιτικής πράξης.  

Συμπεριφέρονται δουλικά απέναντι στον αρχηγό που τους αγνοεί και τους ανακοινώνει τις αποφάσεις του από το ΤikTok.

Σε άλλες εποχές...

 

ΣΥΡΙΖΑΝΕΛέητο ΣΟΥΡΓΕΛΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΙΚΟ: Η μυωπία Τσίπρα και η χλεύη του Καμμένου…



Χρειάστηκε να περάσουν τρία χρόνια για να συμπεριφερθεί ένας υπουργός της κυβέρνησης Τσίπρα με κανονικό τρόπο. Ενας υπουργός που αισθάνεται ότι μένει ακάλυπτος από τον πρωθυπουργό και παραιτείται.  


Ετσι πρέπει να γίνεται. Αυτό έκανε ο Νίκος Κοτζιάς και ευτυχώς που το έκανε. Το θλιβερό είναι ότι αυτή η παραίτηση γίνεται υπό τα χάχανα του Πάνου Καμμένου. Και το ακόμα θλιβερότερο: ο Αλέξης Τσίπρας έχει αποκτήσει υψηλό βαθμό πολιτικής μυωπίας και σε λίγο δεν θα βρίσκει γυαλιά, για να βλέπει λίγο πιο πέρα από τη μύτη του.  


Η παραίτηση Κοτζιά δεν αλλάζει κάτι στους κυβερνητικούς συσχετισμούς(ο παραιτηθείς υπουργός δεν ανήκει στον ΣΥΡΙΖΑ), ούτε στον σχεδιασμό των δύο συνεταίρων. Όμως, μπορεί να αποδειχθεί καίριο λάθος στις επιλογές του κ. Τσίπρα και των συν αυτώ. Διότι στέλνει λάθος μηνύματα. 


Ας τα δούμε αναλυτικά


Η σύμπλευση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ για τον σχηματισμό κυβέρνησης ήταν μονόδρομος πριν από τέσσερα χρόνια, αφού ο κ. Τσίπρας και οι συν αυτώ δεν θα μπορούσαν να συνεργαστούν με κόμματα του «παλαιού καθεστώτος», εν προκειμένω με το ΠΑΣΟΚ. Βεβαίως, τον Σεπτέμβριο του 2015 και αφού ο κ. Τσίπρας είχε κάνει τη στροφή προς την Ευρώπη και τα Μνημόνια, κάλλιστα θα μπορούσε να συνεργαστεί με το νεόκοπο Ποτάμι, το οποίο δεν βαρυνόταν με παλιές κυβερνητικές αμαρτίες. Δεν έγινε και η συνέχιση της σύμπλευσης με τον Καμμένο ήταν αναγκαστική


Ο συνεταιρισμός αυτός είχε νόημα μέχρι πρότινος, όσο υπήρχε και ο στόχος «να βγάλουμε τη χώρα από τα μνημόνια». Μετά τον Αύγουστο άρχισε να φαίνεται ότι ο Καμμένος ήταν ένα βαρίδι για τον ΣΥΡΙΖΑ. Η δε υπόθεση της Συμφωνίας των Πρεσπών το έκανε ασήκωτο.  


Η Συμφωνία αυτή δεν εντάσσεται στις άλλες, τόσες και τόσες, περιπτώσεις που οι ΑΝΕΛ έβγαιναν έξω από την κυβερνητική γραμμή και δεν ψήφιζαν κυβερνητικά νομοσχέδια. Είναι ζήτημα ζωής και θανάτου για τον Πάνο Καμμένο. Γι’ αυτό και αντιμετώπιση του προβλήματος ήταν εξαρχής μυωπική εκ μέρους του πρωθυπουργού. Για τρεις λόγους: 


– Πρώτον, διότι είναι αδιανόητη η διαρκής- και προκλητικά επιδεικτική- διαφωνία υπουργού σε μια κορυφαία κυβερνητική επιλογή. Ο κ. Τσίπρας το επέτρεψε. 


– Δεύτερον, διότι είναι αδιανόητο ένας υπουργός να αναπτύσσει πρωτοβουλίες για να υπονομεύσει αυτήν την κορυφαία κυβερνητική επιλογή, όπως έκανε ο κ. Καμμένος στην Αμερική. Ο κ. Τσίπρας το ανέχτηκε.


– Τρίτον, διότι ο κ. Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχουν να περιμένουν τίποτα για το μέλλον από τον κ. Καμμένο. Είναι καμένο χαρτί. Αυτό το βλέπουν πολύ καλά όσα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ στηλιτεύουν την στάση του κ. Καμένου, αλλά δεν το βλέπουν οι αμβλύωπες υπουργοί-φίλοι του κ. Καμμένου, οι οποίοι καίγονται για λίγους μήνες εξουσίας παραπάνω.


 Όμως, αυτήν την εξουσία δεν μπορεί να τους την στερήσει ο κ. Καμμένος, διότι...

ΣΥΡΙΖΟΣΟΥΡΓΕΛΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΙΚΟ: Αν ισχύει το «αν», ζήτω που τη βάψαμε…



Εδώ και εννιά χρόνια η Ελλάδα κάνει, στην οικονομική της πολιτική, ό,τι της υπαγορεύουν οι δανειστές της (οι Ευρωπαίοι και το ΔΝΤ) και, κατά καιρούς, εισπράττει τα «εύσημα» από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης, που δίνουν το «σήμα» για αυτό που θα πουν οι περίφημες «αγορές». 


Επί εννιά χρόνια γίνεται αυτό, ανεξαρτήτως κυβερνήσεων. Τα ίδια έκανε η πρώτη μνημονιακή κυβέρνηση (ακραιφνώς σοσιαλιστική – του Γιώργου Παπανδρέου), τα ίδια η δεύτερη (τουρλού ΠΑΣΟΚ-ΝΔ-ΛΑΟΣ, υπό τον Λουκά Παπαδήμο), τα ίδια η τρίτη (Σαμαρά-Βενιζέλου-Κουβέλη), τα ίδια και η σημερινή (αριστεροδεξιά υπό τον Αλέξη Τσίπρα). 


Η συνταγή είναι πάνω-κάτω ίδια, με λίγες αποχρώσεις: διαρκής λιτότητα, με μείωση των εισοδημάτων και μεγαλύτερη φορολογία, με στόχο το συμμάζεμα, την εξάλειψη των ελλειμμάτων και την εξυπηρέτηση του χρέους μέσα σε λογικά όρια, τουλάχιστον έως το 2036.  


Τον περασμένο Αύγουστο η συνταγή αυτή έφτασε στο τέλος της. Εληξε το τρίτο Μνημόνιο και άρχισε η συζήτηση για το «πώς», το «γιατί» και το «μετά». Τα δύο πρώτα δεν έχουν πλέον σημασία. Από τη στιγμή που κανένας -ούτε η Ελλάδα ούτε οι δανειστές της- δεν συζητεί για νέο Μνημόνιο, αυτό πάει. Το «μετά», όμως, έχει τεράστια σημασία. Για δύο λόγους: 


– Πρώτον, διότι από όσα θα γίνουν σε αυτήν την πρώτη φάση της μεταμνημονιακής περιόδου (η οποία μπορεί να κρατήσει από πέντε έως 14 μήνες) θα εξαρτηθούν οι πολιτικές εξελίξεις: το αποτέλεσμα των εκλογών και η κυβέρνηση που θα σχηματισθεί μετά από αυτές.  


– Δεύτερον (και σημαντικότερο), διότι αυτή η πρώτη μεταμνημονιακή περίοδος μπορεί να σημαδέψει ανεξίτηλα την επόμενη. Μάλιστα, αν οι εξελίξεις στην Ευρώπη πάρουν στραβό δρόμο (αναταραχή στην Ιταλία και Ευρωεκλογές του Μαΐου του 2019), μπορεί η Ελλάδα να βρεθεί προ δραματικών διλημμάτων.  


Τι συμβαίνει σήμερα;  


Το εξής παράδοξο.  


Οι δανειστές λένε ότι η Ελλάδα εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του τρίτου Μνημονίου, έχει καλές οικονομικές επιδόσεις και μπαίνει στη μεταμνημονιακή εποχή ομαλά. Ακόμα και το συνήθως δύστροπο ΔΝΤ πρόβαλε θετική εικόνα . Από την άλλη, οι περίφημες «αγορές» δυστροπούν και κρατάνε ψηλά τα επιτόκια δανεισμού της χώρας, γεγονός που οδηγεί σε αναβολή της όποιας απόπειρας «εξόδου στις αγορές».  


Δύο είναι οι προβαλλόμενες αιτίες: τα «κόκκινα» δάνεια των τραπεζών και η διαφαινόμενη ακύρωση της περικοπής των συντάξεων. Βεβαίως, η σημαντικότερη αιτία μπορεί να είναι η αναταραχή με την Ιταλία, αλλά ας το αφήσουμε αυτό κι ας επικεντρωθούμε τα δικά μας.


 1. Τα «κόκκινα» δάνεια δεν φαίνεται να είναι ισχυρός λόγος. Oχι μόνο γιατί είναι παλιό πρόβλημα (υπήρχε και πριν από μήνες και πέρσι και τότε τα σπρεντ έπεφταν), αλλά και γιατί οι Οίκοι Αξιολόγησης αναβαθμίζουν τις ελληνικές τράπεζες


2. Επομένως, μπορεί να υποθέσει κανείς ότι οι «αγορές» τσινάνε επειδή η κυβέρνηση εμφανίζεται αποφασισμένη να δείξει ότι η έξοδος από τα Μνημόνια έχει και κάποιο πρακτικό αντίκρισμα στους πολίτες: δεν θα μειωθούν οι συντάξεις, θα γίνουν και κάποιες άλλες «παροχές», κ.ά. Αν ισχύει το δεύτερο, ζήτω που τη βάψαμε! 


 Γιατί; 


Γιατί...

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΑΥΡΟΓΙΑΛΟΥΡΟΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Ενας άθλιος νόμος οπλίζει ασύδοτους πολιτικούς



Δουλειά των δημοσιογράφων είναι να πληροφορούν, να σχολιάζουν και να κριτικάρουν τις πράξεις και τις παραλείψεις των πολιτικών.  


Αυτό, βέβαια, δεν αρέσει στους πολιτικούς, τους αρέσει μόνο να ακούνε και να διαβάζουν όσα συμφωνούν μαζί τους. Υπάρχουν και λίγες τιμητικές εξαιρέσεις, που απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα.  


Οι πολιτικοί έχουν ασυλία. Ετσι, αν τους μηνύσει ένας πολίτης, δεν πάνε στο δικαστήριο, όπως οι πολίτες. Πρέπει να άρει την ασυλία τους η Βουλή. Δεν συμβαίνει συχνά.  


Οι ίδιοι, όμως, με βάση τον ισχύοντα νόμο, μπορούν να μηνύουν εφημερίδες και δημοσιογράφους ακόμα και για αδικήματα λόγου! Και να ζητούν, μάλιστα, τη σύλληψή τους, αφού τα αδικήματα Τύπου χαρακτηρίζονται αυτόφωρα!  


Κάπως έτσι πριν από μερικούς μήνες ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς ζήτησε και πέτυχε τη σύλληψη ενός δημοσιογράφου που τον θεωρεί πολιτικό αντίπαλό του, για μια ανάρτησή του στο facebook


Kάπως έτσι χτες Σάββατο ο υπουργός Αμυνας Πάνος Καμμένος ζήτησε τη σύλληψη άλλων δημοσιογράφων για ένα δημοσίευμα   


Πρόκειται για άθλια πρακτική, που στηρίζεται σε έναν άθλιο νόμο.  


Γιατί είναι άθλια:  


Πρώτον, διότι ο πολιτικός έχει τη δυνατότητα να απαντήσει και να απαιτήσει να δημοσιευθεί η απάντησή του. Αν δεν δημοσιευθεί, η εφημερίδα απειλείται και με υψηλές χρηματικές ποινές. 


Δεύτερον, διότι η πρακτική αυτή δεν αποσκοπεί στην προστασία των πολιτικών. Εχει στόχο τον εκφοβισμό των μέσων ενημέρωσης, ώστε να αποφεύγουν να ασχολούνται με τα έργα και τις ημέρες στους. 


Τρίτον, διότι δεν υπάρχει ισονομία στα όπλα. Οι δημοσιογράφοι μπορεί να συλληφθούν και να δικαστούν, οι πολιτικοί ποτέ ή σπανίως. Εχουν ασυλία. Και αυτό πρέπει να αλλάξει.  


Ποια είναι η λύση; 


Να καταργηθεί ρητά η αυτόφωρη διαδικασία στα αδικήματα Τύπου. 


Να προβλέπεται, επίσης ρητά, ότι το έντυπο υποχρεούται να δημοσιεύει αμέσως την απάντηση του θιγόμενου και να ανακαλεί το δυσφημιστικό δημοσίευμα, αν είναι τέτοιο.  


Αν επιμείνει, πρέπει να το τεκμηριώνει, αλλιώς το λόγο θα έχουν τα δικαστήρια. 


Οι αυτόφωρες συλλήψεις έτσι κι αλλιώς δεν προσφέρουν τίποτα. Συνήθως η υπόθεση πάει σε τακτική δικάσιμο ή στο αρχείο.  


Και στο παρελθόν είχαμε εκφοβιστικές και λογοκριτικές παρεμβάσεις στον Τύπο, με διάφορες αφορμές (ένα παράδειγμα εδώ). Όμως, τα τελευταία χρόνια το κακό έχει παραγίνει.


 Ειδικά ο πολιτικός τυχοδιώκτης Καμμένος, ο οποίος στο παρελθόν έχει συκοφαντήσει ασύστολα κόμματα και πολιτικούς αντιπάλους του, έχει εξελιχθεί σε Τυποδιώχτη. Τον ενοχλεί το παραμικρό και κάνει σωρηδόν μηνύσεις και αγωγές (ένα παράδειγμα εδώ).  


Επειδή από το κόμμα του εξαρτάται η βιωσιμότητα της κυβέρνησης, είναι ανεξέλεγκτος. 


Ο Πρωθυπουργός, ο οποίος ακούει και διαβάζει πολύ περισσότερα που στρέφονται εναντίον του, αλλά δεν καταφεύγει-ευτυχώς- στην ίδια άθλια πρακτική, δεν μπορεί να τον (συμ)μαζέψει. Μπορεί, όμως, να κάνει κάτι άλλο:  

ΣΥΡΙΖΟ-ΝουΔο-ΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΙΚΟ: Ενα-δυο εμπάργκο οδηγούν στην εξουσία…



Στη ΝΔ είναι ενθουσιασμένοι με το εμπάργκο που έκαναν στην ΕΡΤ. Ετυχε να το διαπιστώσουμε την ώρα που ανακοινωνόταν, ιδίοις όμμασι και ιδίοις ωσί, από τα πλέον αρμόδια (πιο αρμόδια δεν γίνεται…) χείλη. Θεωρούν ότι έτσι προσθέτουν πόντους στη μάχη της προπαγάνδας, που οδηγεί προς την εξουσία. Και δεν έχουν κανένα λόγο να λαμβάνουν υπόψη τους κάποιες –περιθωριακές έτσι κι αλλιώς– ενστάσεις ότι τα εμπάργκο και η προληπτική λογοκρισία στα ΜΜΕ μπορεί να οδηγήσει σε καταστάσεις τύπου Τραμπ, Πούτιν, Ορμπαν και τα παρόμοια.  


Από την σκοπιά τους έχουν (σχεδόν) απόλυτο δίκιο. Για δύο λόγους


Πρώτον, διότι το μεγάλο κομματικό κοινό δεν έχει τέτοιες ευαισθησίες και ενθουσιάζεται με τις «σκληρές» αποφάσεις που κατατροπώνουν τον μιντιακό «αντίπαλο», εν προκειμένω την ΕΡΤ, που ελέγχεται από τον αντίπαλο στην διεκδίκηση της εξουσίας (ΣΥΡΙΖΑ)


Δεύτερο- και σημαντικότερο- διότι βαδίζουν πάνω σε σίγουρα βήματα, τα οποία χρησιμοποίησε επιτυχώς και ο ΣΥΡΙΖΑ. Όταν ήταν στην αντιπολίτευση, στοχοποιούσε κάθε εχθρική ή ενοχλητική φωνή στα ΜΜΕ, έκανε εμπάργκο στο Μέγκα- την ναυαρχίδα της αντιΣΥΡΙΖΑ προπαγάνδα- και δεν έχασε τίποτα. Θριάμβευσε σε τέσσερις εκλογικές αναμετρήσεις. Γιατί, λοιπόν, να το αλλάξει σήμερα η ΝΔ;  


Δεν έχει κανένα λόγο. Κυριαρχεί στα ιδιωτικά ΜΜΕ, στοχοποιεί την ΕΡΤ(δεν υπάρχει ευκολότερος στόχος για κάθε αντιπολίτευση), ενθουσιάζεται το μεγάλο κομματικό κοινό και όλα πάνε πρίμα. Oλα, εκτός από κάποιες θεμελιώδεις αρχές.  


Μια από αυτές είναι και επικοινωνιακή. Και λέει ότι ένας πρωθυπουργός, ένας υπουργός, ένα κόμμα, ένας αρχηγός, ένας εκπρόσωπός του μπορούν να περάσουν καλύτερα την προπαγάνδα τους μέσα από ένα «εχθρικό» μέσο ενημέρωσης. Για παράδειγμα, ο ΣΥΡΙΖΑ περνούσε μια χαρά την αντιμνημονιακή προπαγάνδα του μέσα από το Mega πριν του κάνει εμπάργκο. Αντίστοιχα, σήμερα οι της ΝΔ μια χαρά μπορούν να περάσουν τη δική τους μέσα από την κυβερνητική (ΣΥΡΙΖΑϊκή) ΕΡΤ


Για παράδειγμα, ποιος θα ήταν ο αντίκτυπος αν ένας εκπρόσωπος της ΝΔ έβγαινε στην επίμαχη εκπομπή «Δεύτερη Ματιά» ( την οποία, περιέργως, όλοι λοιδορούν και απαξιώνουν, αλλά διαπιστώνω ότι την παρακολουθούν επισταμένως…) και απαντούσε, με συντριπτικά επιχειρήματα, στο «επιχείρημα» ενός δημοσιογράφου ότι ο λόγος Μητσοτάκη του θύμισε κάποιον… θεωρητικό του φασισμού της δεκαετίας του ’30; 


 Ομως, αυτό θέλει άλλη αντίληψη και, κυρίως, κάποια προσπάθεια, ενώ το εμπάργκο είναι «ηρωϊκή» απάντηση και αποδοτική μέθοδος. 


Και τώρα τρία γενικότερα συμπεράσματα:  


1. Η ΕΡΤ είναι κρατικό μαγαζί και ως τέτοιο (θα) ελέγχεται από την εκάστοτε κυβέρνηση. Δεν πρέπει να υπάρχουν αυταπάτες. Κάθε κυβέρνηση κάνει και ακρότητες. Διαχρονικά, από την δεκαετία του ’70, που θυμάμαι εγώ, έτσι συμβαίνει. Λύση δεν υπάρχει. Μόνο αν μια ευρεία πλειοψηφία ψηφίσει ένα νόμο που θα αφήνει στο μαγαζί απόλυτη αυτονομία και ανεξαρτησία στη βάση ενός κοινά αποδεκτού πλαισίου αρχών. Αδύνατον. Η ανάγκη ελέγχου της προπαγάνδας δεν το επιτρέπει. 


2. Ο ισχυρισμός ότι στην κρατική ΕΡΤ δεν επιτρέπεται να γίνονται σχόλια γιατί την πληρώνουμε όλοι, ενώ στα ιδιωτικά κανάλια επιτρέπονται τα πάντα γιατί πληρώνει ο ιδιοκτήτης είναι επιεικώς απαράδεκτος. Διότι δικαιολογεί την ασυδοσία των ιδιωτικών ΜΜΕ και, ως αντίδραση, δικαιολογεί και την «άμυνα» των κυβερνήσεων μέσω των κρατικών. Αν οι ιδιώτες λένε ό,τι θέλουν και η ΕΡΤ είναι μόνο για τις κομματικές ανακοινώσεις (να τις μεταδίδει κατά τη σειρά της κοινοβουλευτικής δύναμης και όλοι να είναι ικανοποιημένοι…) δεν έχει λόγο ύπαρξης. Στα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη τα δημόσια κανάλια είναι τα πιο ισχυρά και πιο αξιόπιστα (Βρετανία, Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία). 


3. Ο δημόσιος λόγος είναι απολύτως ελεύθερος, υπό μια απαράβατη προϋπόθεση: ότι δεν παραβιάζει τον ποινικό νόμο. Γι’ αυτό και το Σύνταγμα λέει ότι η προληπτική λογοκρισία απαγορεύεται. Γι’ αυτό και κάποιος μπορεί να λέει και να γράφει ότι ο Μητσοτάκης του θυμίζει έναν θεωρητικό του ιταλικού φασισμού και κάποιος άλλος ότι ο Τσίπρας είναι σταλινοφασίστας και (ο ευρωπαίος) Μαδούρο. Αν δεν μπορεί να το πει υπό το φόβο του εμπάργκο, δεν έχουμε ελευθερία στην έκφραση.  


Αυτός που ακούει και διαβάζει μπορεί να καταλάβει. Και έχει το δικαίωμα της επιλογής. Δεν βλέπει την ΕΡΤ αλλά τον ΣΚΑΪ και αντιστρόφως (συμβολικά τα παραδείγματα ως σηματοδοτούντα την κυβερνητική ή αντιπολιτευτική προπαγάνδα).


 Αυτός είναι ένας τρόπος αντιμετώπισης της μιας ή της άλλης προπαγανδιστικής καταιγίδας: ακούμε και διαβάζουμε μόνο όσα μας αρέσουν. Είναι η τέλεια συνταγή για ένα πειθαρχημένο και ελεγχόμενο κοινωνικό σώμα. Αυτό βολεύει τις κυβερνήσεις και τα κόμματα. Δεν (πρέπει να) βολεύει τους πολίτες, τουλάχιστον όσους έχουν μεγαλύτερες αξιώσεις και δεν εμπιστεύονται άκριτα όσους τους λένε μόνο όσα τους αρέσουν. 


Ο πολίτης, που θέλει να ακούει και να διαβάζει πολλά, για να μη γίνεται έρμαιο της προπαγάνδας, πρέπει να μην βγάζει ποτέ από το νου του αυτό που είχε γράψει ο Τζορτζ Οργουελ: 

ΕΘΝΙΚΑ ΣΟΥΡΓΕΛΑ - ΣΥΡΙΖΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: Συνενοχή όχι. Μήπως βλακεία;



Είμαι από εκείνους που δεν πιστεύουν ότι οι κυβερνήσεις ανέχονται ή, ακόμα χειρότερα, ευνοούν τη βία και την ανομία. Πολύ απλά διότι δεν τις συμφέρει. Στο τέλος το πληρώνουν εκλογικά. Βεβαίως, οι αντιπολιτεύσεις σπεύδουν να εκμεταλλευθούν τα σχετικά κρούσματα, αλλά κι αυτές το κάνουν για ψηφοθηρία, χωρίς να συνυπολογίζουν ότι θα έρθει η στιγμή να υποστούν τα ίδια, όταν θα αντιμετωπίσουν το πρόβλημα από κυβερνητική θέση.



Υπενθυμίζω ότι στη δεκαετία του ’80, περίοδος έντονης δράσης της 17 Νοέμβρη, η τότε αντιπολιτευόμενη ΝΔ προσπαθούσε να αποκομίσει πολιτικο-εκλογικά οφέλη κατηγορώντας το ΠΑΣΟΚ περίπου ως φωλιά τρομοκρατών. Μάλιστα, φέρελπις τότε βουλευτής της είχε εκδώσει ολόκληρο βιβλίο, για να υποστηρίξει ότι η τρομοκρατική ομάδα ήταν κάτι σαν πράσινη κλαδική οργάνωση (ναι, πρόκειται για τον σημερινό κυβερνητικό εταίρο Πάνο Καμμένο).


Βεβαίως, το 1989 το ΠΑΣΟΚ έπεσε από την κυβέρνηση και ανέλαβε η ΝΔ του (μακαρίτη) Μητσοτάκη. Αλλά δεν κατάφερε να πιάσει την 17 Νοέμβρη.  


Και πώς να την πιάσει, αφού πίστευε και ερευνούσε σε λάθος κατεύθυνση; 


 Χρειάστηκε να περάσουν άλλα 12 χρόνια για να εξαρθρωθεί η οργάνωση από μια άλλη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ.  


Συμπέρασμα πρώτο: δεν συνέφερε το ΠΑΣΟΚ η δράση της τρομοκρατίας, απλώς δεν μπορούσε να την αντιμετωπίσει, διότι έψαχνε σε λάθος κατεύθυνση. Οπως και η ΝΔ, άλλωστε.



Παράδειγμα δεύτερο: το 2008 κάηκε η Αθήνα (κυριολεκτικά). Δεν κυβερνούσε το (ανεκτικό, ας πούμε) ΠΑΣΟΚ. Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε δεν είχε 3%. Η ΝΔ του Κώστα Καραμανλή κυβερνούσε και πάει πολύ να της χρεώσει κάποιος ανοχή στη βία και στην ανομία. Απλώς η τότε κυβέρνηση είτε ήταν ανίκανη να την αντιμετωπίσει είτε έκρινε ότι τα πράγματα θα γίνονταν χειρότερα, αν δρούσε διαφορετικά, δηλαδή με υπέρμετρη αστυνομική βία. Ο νυν Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος, τότε υπουργός Εσωτερικών, είχε αντιδράσει στην πρόταση για πιο σκληρή στάση της Αστυνομίας και για κήρυξη της πόλης σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Ισως και να είχε δίκιο


Συμπέρασμα δεύτερο: βία και ανομία δεν έχουμε μόνο επί κυβερνήσεων που -υποτίθεται ότι- την ανέχονται.



Ολα αυτά τα υπενθυμίζουμε για να φτάσουμε στα σημερινά


Η κυβέρνηση Τσίπρα κατηγορείται διαρκώς ότι ανέχεται την ανομία και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ότι την υποθάλπει. Η αντιπολίτευση παίζει το γνωστό παιχνίδι. Τζογάρει με το θέμα, που πουλάει, ελπίζοντας και σε εκλογικά οφέλη.



Φυσικά, δεν είναι όλα τα κρούσματα βίας και ανομίας ίδια. Τα τρικάκια και οι μπογιές του Ρουβίκωνα δεν έχουν καμιά σχέση με τη βόμβα στον Παπαδήμο και (το τελευταίο) με την επίθεση εναντίον του λεωφορείου με τους αστυνομικούς στη Θεσσαλονίκη. Ο ποινικός νομοθέτης είναι σαφής. Τα πρώτα είναι πταίσματα ή ελαφρά πλημμελήματα, τα δεύτερα είναι δολοφονικές ενέργειες.



Ανάλογη πρέπει να είναι η αντιμετώπιση. Για παράδειγμα, ο αρμόδιος υπουργός μπορεί να λέει ότι οι του Ρουβίκωνα κάνουν «ακτιβιστικές ενέργειες». Μικρό το κακό ή το λάθος. Αλλά η περίπτωση της Θεσσαλονίκης δεν είναι το ίδιο. Μάλιστα, αν οι δράστες κατέφυγαν -όπως καταγγέλλεται- στο χώρο του Πανεπιστημίου, ήρθε η ώρα να τελειώσει το καλαμπούρι περί πανεπιστημιακού ασύλου. Ετσι κι αλλιώς ο νόμος δεν προβλέπει άσυλο για προστασία ατόμων που διαπράττουν κακουργήματα. Κι αν δεν το καταλαβαίνει ο Νίκος Τόσκας, κάποιος πρέπει να του το εξηγήσει.



Πριν από πολλά χρόνια ένας υπουργός είχε δηλώσει ότι δεν είχε καταλάβει πως ένας επιχειρηματίας ήταν απατεώνας και «τύλιξε» την κυβέρνηση. Μια εφημερίδα τού απηύθυνε κάθε μέρα το ερώτημα: «Συνένοχος ή βλάξ;».



Η βία κι η ανομία στρέφεται κατά των κυβερνήσεων


Σήμερα προκαλεί ζημιά στην κυβέρνηση Τσίπρα, όπως σωστά δήλωσε ο κ. Τόσκας. Φυσικά, δεν μπορεί να του αποδοθεί η πρώτη κατηγορία του ερωτήματος (συνενοχή). Ομως, ο ίδιος καλείται να αποδείξει δεν είναι βλακώδης η στάση του σε περιστατικά όπως της Θεσσαλονίκης.



Εκτός αν πιστεύει αυτό που έχει πει ο Ναπολέων: 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΨΕΚΑΣΜΕΝΟΣ ΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ο Ερντογάν, ο Πούτιν και οι «έξυπνοι» Ελληνες…




Οι Ελληνες είναι, ανάλογα με την εποχή, προοδευτικοί ή συντηρητικοί, φιλοευρωπαίοι (όταν τρέχουν αβέρτα τα ευρώ) ή αντιευρωπαίοι (όταν έρχονται Μνημόνια), αντιαμερικανοί (γενικώς) ή φιλοαμερικανοί (για να βγάζουν το άχτι τους με τους Ευρωπαίους, που τους «βασανίζουν»).

Αυτά, λοιπόν, αλλάζουν κατά καιρούς. Το μόνο που παραμένει σταθερό είναι ο φιλορωσισμός των Ελλήνων.



Ο Πούτιν θεωρείται ο …ιδανικός ηγέτης εδώ και πολλά χρόνια.


Περισσότερα εδώ.


Στην πραγματικότητα οι Ελληνες είναι οι από τους πιο ανενημέρωτους λαούς του προηγμένου κόσμου, στον οποίο ανήκουν. Ή ενημερώνονται από «πηγές» τέτοιες που τους οδηγούν στο συμπέρασμα ότι μας ψεκάζουν. Κάπως έτσι διαμορφώνονται και συμπεράσματα του τύπου ότι οι Γερμανοί και οι Γάλλοι (που μας έδωσαν τα περισσότερα δανεικά για να μην χρεοκοπήσουμε) είναι εχθροί μας, ενώ οι ορθόδοξοι αδελφοί Ρώσοι (που δεν έδωσαν ρούβλι τσακιστό – όχι ότι είχαν υποχρέωση να δώσουν) είναι φίλοι μας. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τους Αμερικανούς, οι οποίοι σε όλη την περίοδο της κρίσης έλεγαν ωραία λόγια, αλλά δεν έβαζαν το χέρι στην τσέπη (εδώ).


Φυσικά, η διαμόρφωση αυτής της πεποίθησης οφείλεται στην εσκεμμένη παραπληροφόρηση, η οποία προσέλαβε θηριώδεις διαστάσεις από το 2009 και μετά. Από την εποχή της κυβέρνηση Γιώργου Παπανδρέου ακόμα η μυθολογία, ψεκασμένων ή μη, ήθελε την Ρωσία πρόθυμη να μας στείλει πολλά δισεκατομμύρια, ώστε να γλιτώσουμε από τα νύχια των δυτικών «τοκογλύφων». Μόνο που η πραγματικότητα που βρήκε ο τότε πρωθυπουργός στη Μόσχα ήταν οδυνηρά διαφορετική: τον παρέπεμψαν στο ΔΝΤ και στην Παγκόσμια Τράπεζα (εδώ).


Αλλά οι ψεκασμένοι και οι μπουρδολόγοι επανήλθαν δριμύτεροι μερικά χρόνια αργότερα, τάζοντας ξανά πακτωλό ρωσικής βοήθειας. Τότε που κάποιοι τραβολογούσαν τον Αλέξη Τσίπρα στην Μόσχα, όπου πήρε την οριστική κρυάδα και ούτε ρούβλι τσακιστό (εδώ).


Παρόλα αυτά ο μύθος του Πούτιν δεν υποχώρησε, όπως δείχνουν οι περισσότερες έρευνες από τότε. Βεβαίως, τώρα αρχίζουν κάπως να αλλάζουν τα δεδομένα, αφού έχει αρχίσει να παίρνει διαστάσεις το «τακίμιασμα» του συντρόφου Βλαντίμιρ με τον καρντάση Ταγίπ. Κάτι που καθιστά απολύτως σαφές ότι...

ΣΥΡΙΖΑΝΕΛέητη ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΗ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗ ΚΟΛΟΜΒΙΑ: Ο Σαββίδης εξευτελίζει την «εξυγίανση» του Τσίπρα…



Λίγες ημέρες μετά την δεύτερη εκλογική του νίκη (2015) ο Αλέξης Τσίπρας έκανε μια δήλωση που προκάλεσε αίσθηση. «Υπάρχει παρακράτος στο ποδόσφαιρο», είπε. Βεβαίως, για όσους παρακολουθούν στοιχειωδώς τα γεγονότα, δεν εκόμισε γλαύκα εις Αθήνας. Γνωρίζουν τι γίνεται στο ποδόσφαιρο. Ηταν, όμως, η πρώτη φορά που το έλεγε Πρωθυπουργός και μάλιστα υποσχόμενος κάθαρση (εδώ). Εναν χρόνο μετά ο κ. Τσίπρας το επανέλαβε, κατά τη διάρκεια συνάντησής του με βετεράνους ποδοσφαιριστές (εδώ).


Ακολούθησαν αλλαγές νόμων, μια προσωρινή διακοπή του Πρωταθλήματος και συνεχείς προειδοποιήσεις των αρμόδιων υπουργών για δραστικά μέτρα. Αλλαξε και η διοίκηση της ΕΠΟ και δημιουργήθηκαν προσδοκίες ότι κάτι μπορεί να αλλάξει προς το καλύτερο, εφόσον η πολιτική βούληση φαινόταν δεδομένη, τουλάχιστον σε επίπεδο διακηρύξεων.


Ωσπου φτάσαμε σε δύο γεγονότα τη χτεσινή Κυριακή:


Πρώτον, μια δικαστική απόφαση, η οποία εκδόθηκε εσπευσμένα μέσα στη νύχτα και ευνοούσε εμφανώς μια ομάδα. Ολως περιέργως είναι η ομάδα που ο Πρωθυπουργός είχε «προβλέψει» μισοαστεία-μισοσοβαρά ότι θα πάρει το πρωτάθλημα (εδώ), αν και ο ίδιος είναι οπαδός άλλης ομάδας!


Δεύτερον, όλα αυτά δεν θα είχαν καμιά σημασία, αν δεν ακολουθούσαν τα γεγονότα στον βραδινό αγώνα ΠΑΟΚ-ΑΕΚ στη Θεσσαλονίκη, με την εισβολή στο αγωνιστικό χώρο του οπλισμένου ιδιοκτήτη της τοπικής ομάδας Ιβάν Σαββίδη.


Ασφαλώς, δεν είναι η πρώτη φορά που ομάδες ευνοούνται ή αδικούνται από δικαστικές αποφάσεις. Ούτε είναι η πρώτη φορά που ιδιοκτήτες ομάδες εισβάλλουν στον αγωνιστικό χώρο και απειλούν διαιτητές, αστυνομικούς και παράγοντες αντίπαλης ομάδας.  


Όμως, είναι η πρώτη φορά που ένας ιδιοκτήτης ομάδας εξευτελίζει στην πράξη την προσπάθεια μιας κυβέρνησης (έστω σε επίπεδο διακηρύξεων) να επιφέρει ένα είδος εξυγίανσης στο ποδόσφαιρο.


Ο ιδιοκτήτης αυτός δεν είναι τυχαίος.


  Είναι ο φιλικότερος στη σημερινή κυβέρνηση επιχειρηματίας. Εχει στενές προσωπικές σχέσεις με τον υπουργό Αμυνας Πάνο Καμμένο. Η κυβέρνηση τον διευκόλυνε σε επιχειρηματικές του κινήσεις, ακόμα και με νομοθετικές πρωτοβουλίες. Τα μέσα ενημέρωσης που ελέγχει υποστηρίζουν ανοιχτά την κυβέρνηση.


Ολα αυτά εξηγούν εν μέρει και την χτεσινή συμπεριφορά του. Ο κ. Σαββίδης, προφανώς, αισθάνεται ότι έχει κάποιου είδους ασυλία. Και γι’ αυτό, αποθρασυμένος, εισέβαλε στο γήπεδο οπλισμένος, με τις εικόνες να κάνουν τον γύρο του κόσμου.


Είναι προφανές ότι οι εξελίξεις στο ποδόσφαιρο έχουν πλέον πολιτικοποιηθεί, καθώς όλοι συνδέουν τα τελευταία γεγονότα με τη σχέση που υπάρχει μεταξύ του κ. Σαββίδη και της κυβέρνησης. Η οποία έχει την ευθύνη να καταστήσει σαφή τη θέση της. Δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από τις δικαστικές αποφάσεις. Γι΄αυτό υπάρχει υπουργός αρμόδιος για τον αθλητισμό.


Διαφορετικά...

ΔΙΕΘΝΗ ΣΟΥΡΓΕΛΑ - ΕΘΝΙΚΑ ΞΕΦΤΙΛΙΚΙΑ: Ο Παυλόπουλος σε ρόλο (μισο)Καμμένου;



Ας ξεκινήσουμε με ένα παράδειγμα από την παλιότερη πολιτική ζωή. Κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’80, σε μια δεξίωση στο Προεδρικό Μέγαρο για τους ανθρώπους του Τύπου, ένας δημοσιογράφος της εποχής απευθύνθηκε στον τότε Πρόεδρο Κωνσταντίνο Καραμανλή: «Κύριε πρόeδρε, εσείς είσθε μεν, κατά το Σύνταγμα, ανεύθυνος άρχων, αλλά θα θέλαμε τη γνώμη σας…».


Δεν πρόλαβε να αποσώσει τη φράση του και ο Καραμανλής τον διέκοψε με μια κίνηση του χεριού του. Και εμφανώς… μπαρουτιασμένος του είπε: «Ανεύθυνος είσαι εσύ και όλο σου το σόι»! Ή κάπως έτσι, δεν παίρνω όρκο, το είχα ακούσει από όσους βρίσκονταν στην ομήγυρη.


Τι νόημα έχει αυτό το περιστατικό σήμερα; 


Εχει, για δύο λόγους


Πρώτον, διότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν είναι διακοσμητικό πρόσωπο. Ασφαλώς δεν έχει πολλές και σημαντικές αρμοδιότητες (το σύστημά μας είναι πρωθυπουργοκεντρικό), αλλά έχει δικαίωμα και υποχρέωση να μιλάει. 


 Δεύτερον, αυτά που λέει δεν πρέπει να έρχονται σε προφανή αντίθεση με όσα λέει η κυβέρνηση και, σε ορισμένες περιπτώσεις, πρέπει να (προ)εγκρίνονται από αυτήν. Ετσι λέει το Σύνταγμα. Το ξακαθαρίσαμε.


Ο σημερινός Πρόεδρος της Δημοκρατίας επιδεικνύει έναν υπερβάλλοντα μπιζομποντισμό, επί το ελληνικότερον πολυπραγμοσύνη. Μιλάει πολύ και παντού. Και όταν μεν μιλάει για τον εθελοντισμό, τους δωρητές σώματος ή τις ηρωϊκές μάχες της Ιστορίας, κανένα πρόβλημα. Όμως, όταν επιλέγει, συστηματικά, να μιλάει για ανοικτά εθνικά θέματα κατά τρόπον που μπορεί να δυσκολεύει τη λύση τους ή να επιτείνει την όξυνση των σχέσεων με άλλες χώρες, πρέπει να είναι διπλά προσεκτικός. 


Ας δούμε δύο παραδείγματα από όσα είπε πρόσφατα.


1. Οπου σταθεί κι όπου βρεθεί ο κ. Παυλόπουλος θέτει ως απαράβατο όρο για συμφωνία στο Μακεδονικό την προκαταβολική αλλαγή του Συντάγματος της γειτονικής χώρας. Ομως, όλοι γνωρίζουν ότι κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο σε αυτή τη φάση για πρακτικούς λόγους (έλλειψη αναγκαίας πλειοψηφίας και στενά χρονικά περιθώρια). Ετσι, προκρίνεται η λύση της διεθνούς συμφωνίας, η οποία κατοχυρώνει καλύτερα την Ελλάδα. Διότι το Σύνταγμα μπορεί να το αλλάξει μια επόμενη κυβέρνηση, τη διεθνή συμφωνία όχι. Προς αυτή τη λύση προσανατολίζεται και η σημερινή κυβέρνηση(ειδικά ο κ. Κοτζιάς). Αλλά την έχει υποδείξει και –ο καθόλου… ύποπτος για φιλοκυβερνητισμό ασφαλώς– Ευάγγελος Βενιζέλος (εδώ). Ο οποίος υπενθύμισε ότι και η Ενδιάμεση Συμφωνία του 1995 τέτοια συμφωνία ήταν και οδήγησε σε αναθεώρηση βασικών άρθρων του Συντάγματος της ΠΓΔΜ. Οσοι, λοιπόν, θέλουν να βρεθεί λύση συμβάλλουν εποικοδομητικά, όσοι δεν θέλουν πλειοδοτούν σε «μακεδονισμό». Ο κ. Παυλόπουλος σε ποια πλευρά είναι; Ας το ξεκαθαρίσει με την κυβέρνηση, η οποία φαίνεται ότι είναι με την πρώτη.


2. Ο κ. Παυλόπουλος, ως γνώστης του διεθνούς δικαίου, πολύ καλά κάνει και το επικαλείται διαρκώς, για να αποκρούσει την τουρκική προκλητικότητα. Αυτή είναι η μόνιμη επιλογή όλων των ελληνικών κυβερνήσεων. Ομως, τις προάλλες, προφανώς επηρεασμένος από την τουρκική στάση στην υπόθεση των δύο κρατούμενων Ελλήνων στρατιωτικών, διέπραξε μια γκάφα. Μιλώντας στην Πιερία, πέρα από τα διάφορα ηρωϊκά (αποδεκτά), είπε επί λέξει: «Μπορούμε να μην έχουμε το έδαφος που ιστορικά θα μας αναλογούσε…». 


 Τι χρειαζόταν αυτό;  


Σε κάποιους μπορεί να θυμίζει εκείνο το «να πάρουμε την Πόλη και την Αγιά Σοφιά». Σε κάποιους άλλους εκείνο του Ερντογάν για «τα σύνορα της καρδιάς μας». Ηταν μια αστοχία, που επέτρεψε στο υπουργείο Εξωτερικών της Τουρκίας να κάνει (άκουσον άκουσον…) μαθήματα διεθνούς δικαίου.


Μέχρι τώρα ξέραμε ότι τον ρόλο του υπερπατριώτη έχει αναλάβει ο Πάνος Καμμένος. Στο Μακεδονικό έχει καβαλήσει τον Βουκεφάλα, υπονομεύοντας τις προσπάθειες της κυβέρνησης στην οποία μετέχει. Δυστυχώς, ο κ. Τσίπρας του το επιτρέπει. Στα ελληνοτουρκικά ο Καμμένος ήταν που ακολουθούσε, ως μη όφειλε, τις τουρκικές προκλήσεις (εδώ και εδώ). Σήμερα έχει βάλει την ουρά στα σκέλια.


Ομως, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας...

ΣΥΡΙΖΟ-ΝουΔο-ΠΑΣΟΚο-ΣΟΥΡΓΕΛΑΡΑΔΙΚΟ: Γυρολόγοι και καταφερτζήδες…



Υπάρχει μια κατηγορία πολιτικών που ειδικεύεται στις μεταγραφές. Αλλάζει τα κόμματα σαν τα πουκάμισα. Είναι οι γυρολόγοι.



Φυσικά, καμιά σχέση με το παλαιό συμπαθές επάγγελμα του γυρολόγου (πραματευτή), που γυρνούσε στα χωριά της ελληνικής επαρχίας πουλώντας μικροπράγματα, για να αναθρέψει τα παιδιά του. 


Οι γυρολόγοι της πολιτικής δεν πουλάνε μικροπράγματα. Πουλάνε ιδεολογία (παντός είδους), πατριωτισμό, ευρωπαϊσμό, ριζοσπαστισμό και οτιδήποτε άλλο έχει πέραση κατά καιρούς. Και το επάγγελμά τους είναι πολύ προσοδοφόρο. Αλλωστε γι’ αυτό αλλάζουν φανέλα, για να κρατήσουν την καρέκλα κάθε φορά ΟΦΑ (Οπου Φυσάει ο Ανεμος).





Ευκαιρίας δοθείσης, μου ήρθαν στο νου ορισμένα παραδείγματα, που άλλοτε τα κατάφεραν (οι περισσότεροι) και άλλοτε όχι:



– Στις 5 Ιανουαρίου του 2015 η βουλευτής (επί πολλές τετραετίες) και υπουργός του ΠΑΣΟΚ Αντζελα Γκερέκου κάνει τη βαρυσήμαντη δήλωση: «Δεν θα μπορούσα παρά να συνεχίσω όπως ακριβώς ξεκίνησα, ως υποψήφια του ΠΑΣΟΚ στην Κέρκυρα». Τρεις μέρες αργότερα κάνει νέα δήλωση: «Δεν θα μπορούσα παρά να ανταποκριθώ στην πρόσκληση του Αντώνη Σαμαρά…». Υποψήφια με τη ΝΔ. Οι ψηφοφόροι δεν επιδοκίμασαν την «συνέπειά» της.



– Ο Βασίλης Οικονόμου ήταν μέχρι το 2011 βουλευτής του ΠΑΣΟΚ. Εφυγε κι έφτιαξε το «Αρμα Πολιτών» μαζί με έναν συνάδελφό του. Εφυγε κι από εκεί κι έφτιαξε τους δικούς του «Ελεύθερους Πολίτες». Το διέλυσε κι αυτό κι έγινε βουλευτής με την ΔΗΜΑΡ. Οταν η ΔΗΜΑΡ άρχισε να παίρνει την κατηφόρα, έγινε ανεξάρτητος. Αρχισε να αναζητεί νέα στέγη (στο Ποτάμι, στο ΠΑΣΟΚ ξανά) και τη βρήκε στη ΝΔ. Τα κατάφερε, έχει μόνιμη έδρα στη Βουλή, οι ψηφοφόροι επιβραβεύουν…



– Η Θεοδώρα Τζάκρη, βουλευτής και υπουργός του ΠΑΣΟΚ, ψήφισε τρία Μνημόνια: του Γιώργου Παπανδρέου, του Λουκά Παπαδήμου και του Αντώνη Σαμαρά. Και μετά βρήκε στέγη στον ΣΥΡΙΖΑ ως «αντιμνημονιακή». Οι ψηφοφόροι πάλι επιβράβευσαν.



Ενδεικτικά είναι τα παραδείγματα, υπάρχουν κι άλλοι πολλοί. 


Ερχόμαστε τώρα στο σημερινό παράδειγμα, που ήταν και η αφορμή για να τα θυμηθούμε όλα αυτά. Η Κατερίνα Μάρκου τον Ιούνιο του 2012 εξελέγη βουλευτής με την αριστερή ΔΗΜΑΡ. Το 2014, όταν η ΔΗΜΑΡ διαλυόταν, ανεξαρτητοποιήθηκε. Το 2015 μεταπήδησε στο Ποτάμι. Το 2016, όταν το Ποτάμι άρχισε να παίρνει την κάτω βόλτα, μεταπήδησε ξανά στην τάξη των ανεξαρτήτων. Χθες ανακοινώθηκε η προσχώρησή της στην Νέα Δημοκρατία (εδώ). Πήγε στη ΝΔ -λέει- επειδή «κινδυνεύει η Δημοκρατία». Και ο Κυριάκος Μητσοτάκης την περιμάζεψε «προκειμένου να συμβάλει στην ανόρθωση του τόπου» (έτσι ανακοίνωσε). Βέβαια, το Ποτάμι, το πρώην κόμμα της, λέει ότι το έκανε «για την καρέκλα της» και συνεχάρη τόσο την ίδια όσο και «τη σύγχρονη και ευρωπαϊκή ΝΔ».



Ομως, για τους επιτηδείους και τους καταφερτζήδες τα λέει καλύτερα αυτή η κυπριακή παροιμία:

ΣΥΡΙΖΟΣΟΥΡΓΕΛΑΡΑΔΙΚΟ: Το ακαταλόγιστο και η ευθύνη…



Η αναπληρώτρια υπουργός Ράνια Αντωνοπούλου δεν διέπραξε καμιά παρανομία. Ο,τι έκανε προβλέπεται από το νόμο, έπαιρνε ένα επίδομα όπως και τόσοι άλλοι υπουργοί και βουλευτές.



Η Αντωνοπούλου είναι μια μορφωμένη γυναίκα με διεθνή παρουσία. Επομένως το διανοητικό της επίπεδο είναι, θεωρητικά, πάνω από το επίπεδο του μέσου ανθρώπου. Αρα γι’ αυτήν δεν μπορεί να ισχύει η ρήση του Αϊνστάιν «δύο πράγματα είναι άπειρα, το Σύμπαν και η ανθρώπινη βλακεία. Και για το Σύμπαν διατηρώ κάποιες αμφιβολίες».



Η υπουργός Αντωνοπούλου ζήτησε να πάρει επίδομα ενοικίου την ώρα που ή ίδια και συνάδελφοί της έκαναν περικοπές σε γλίσχρα εισοδήματα εκατομμυρίων πολιτών.  


Πήρε το επίδομα ενώ είχε σπίτι για να μείνει και λεφτά για να νοικιάσει άλλο εκεί που ήθελε. 


 Όλα αυτά σημαίνουν ότι (δεν διέπραξε μεν καμιά παρανομία αλλά) δεν κατάλαβε το μέγεθος της πρόκλησης που έκανε. Είναι αυτό που λέει ο Αϊνστάιν.



Ακόμα και όταν βούιξε ο τόπος, η περί ης ο λόγος δεν αντελήφθη τι συνέβαινε. Γι’ αυτό και δήλωσε ότι θα επιστρέψει τα χρήματα, αλλά θα παραμείνει στη θέση της. Ενώ θα έπρεπε να πει το αντίθετο. Να κρατήσει τα χρήματα, εφόσον νομίμως τα πήρε. Και να υποβάλει την παραίτησή της μόνο για λόγους ευθιξίας.



Τέτοιες συμπεριφορές δείχνουν ότι ορισμένα δημόσια πρόσωπα είναι ξεκομμένα από την πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα που τα περιβάλλει. Και γι’ αυτό έχουν, κατά κάποιον τρόπο, το ακαταλόγιστο. Το οποίο προβλέπεται ακόμα και για πολύ βαρύτερα ποινικά αδικήματα, ο δράστης των οποίων απαλλάσσεται.



Φυσικά, στην πολιτική απαλλαγή λόγω βλακείας δεν προβλέπεται. Θα έπρεπε να προβλέπεται λόγω ακαταλογίστου. 


 Αντί, λοιπόν, ο Πρωθυπουργός να την αποπέμψει, δια της εκβιασθείσης παραιτήσεως, θα ήταν καλύτερα να την κάνει υπουργό περιορισμένης ευθύνης και να της αναθέσει να εκπονήσει μια μελέτη με θέμα «πώς να καταβάλλεται σε υπουργούς και βουλευτές επίδομα ακαταλογίστου»!



Κι επειδή, με αφορμή την περίπτωση Αντωνοπούλου, ξαναήρθαν στην επιφάνεια έννοιες όπως «πολιτική ευθύνη», «ηθικό πλεονέκτημα», «νόμιμο και ηθικό», ας το ξεκαθαρίσουμε:



Πρώτον, στην πολιτική δεν υφίσταται κανένα ηθικό πλεονέκτημα, ούτε αυτό είναι «δεξιό», «κεντρώο» ή «αριστερό». Δεν μετράει η ηθικολογία. Μετράει η συναίσθηση της ευθύνης και η ανάληψή της, όταν έρχεται η ώρα. Διαφορετικά, ισχύει αυτό που έχει πει ο αμερικανός κωμικός Γκράουτσο Μαρξ: «Αυτές είναι οι αρχές μου. Κι αν δεν σου αρέσουν, εντάξει έχω κι άλλες».



Δεύτερον, η πολιτική ευθύνη -σε αντίθεση με την ποινική-...