"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΠΡΟΥΣΑΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΠΡΟΥΣΑΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΚΟΙΝΩΝΙΑ και ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Πώς γεννήθηκαν η Αριστερά και η Δεξιά;



Δύο καίρια ζητήματα απασχολούσαν τα μέλη της συντακτικής συνέλευσης στην επαναστατημένη Γαλλία του 1789.  


Το πρώτο αφορούσε το πώς θα εξασφαλιζόταν η ομαλή λειτουργία του πολιτεύματος σε μια συνταγματική μοναρχία. 


Και το δεύτερο, ως πού θα έφτανε η εξουσία του βασιλιά.


Το πρώτο συζητήθηκε στις 10 Σεπτεμβρίου του 1789. Μερικοί φοβούνταν ότι το εκλεγμένο από τον λαό κοινοβούλιο θα βρισκόταν πάντα σε αντιπαράθεση με τον βασιλιά. Ζητούσαν να υπάρχει και μια γερουσία από ισόβια μέλη. Έλεγαν: «Αν υπάρχει μόνο μια εξουσία, θα καταβροχθίσει τα πάντα όπως έγινε με την απολυταρχική μοναρχία επί τόσους αιώνες. Αν υπάρχουν δύο (βουλή και βασιλιάς), θα ανταγωνίζονται ώσπου η μια να συντρίψει την άλλη. Αν υπάρχουν τρεις, θα δημιουργείται ισορροπία».


Οι αντίθετοί τους απάντησαν ότι η γερουσία μοιραία θα μεταβαλλόταν σε όργανο της αριστοκρατίας, αν τα μέλη της ήταν ισόβια, ή σε όργανο του βασιλιά, αν αυτός τα διόριζε. Αν πάλι τα μέλη της εκλέγονταν με καθολική ψηφοφορία, η γερουσία θα ήταν ισοδύναμη με τη βουλή και άρα περιττή.


Οι συζητήσεις και οι αντιπαραθέσεις κράτησαν όλη μέρα. Τη νύχτα έγινε η ψηφοφορία. Η ιδέα να υπάρξει γερουσία απορρίφθηκε με το 80% των ψήφων. Το αποτέλεσμα πανηγυρίστηκε με ενθουσιασμό ως λαϊκή νίκη.  


Το επόμενο θέμα ήταν εξίσου σοβαρό.  


Οι δύο παρατάξεις, στις 11 Σεπτεμβρίου του 1789, κατέλαβαν τα έδρανα, στα οποία κάθονταν και την προηγουμένη: Στα δεξιά της αίθουσας οι οπαδοί της γερουσίας και στ’ αριστερά οι αντίθετοι. 


Θα κουβέντιαζαν ως πού μπορούσε να φτάσει το δικαίωμα αρνησικυρίας (βέτο) του βασιλιά.


Και πάλι υπήρχαν δύο απόψεις. 


Αυτοί που την προηγουμένη υποστήριζαν πως έπρεπε να υπάρχει γερουσία, τώρα πρότειναν ο βασιλιάς να έχει απόλυτο βέτο: Όταν θα το ασκούσε εναντίον μιας απόφασης της βουλής, η απόφαση αυτή δεν θα μπορούσε να ισχύσει


Οι αντίπαλοί τους αντιτάσσανε πως έτσι η βουλή δεν θα νομοθετούσε αλλά απλά θα υπέβαλλε αιτήσεις, που ο βασιλιάς θα δεχόταν ή όχι, κατά τα συμφέροντά του. Αντιπρότειναν το βέτο να είναι ανασταλτικό: Να αναστέλλει την εφαρμογή μιας απόφασης για ένα ορισμένο διάστημα. Αν, μετά το διάστημα αυτό, η βουλή ξανάπαιρνε την ίδια απόφαση, η θέλησή της θα επιβαλλόταν.


Και πάλι οι συζητήσεις και οι διαξιφισμοί κράτησαν όλη μέρα. Υπήρχε όμως ένα φραστικό πρόβλημα:

  Το πώς αποκαλούσαν οι μεν τους δε. 


Ριζοσπάστες και συντηρητικοί; 
Προοδευτικοί και οπισθοδρομικοί; 
Δημοκράτες και βασιλικοί; 


Κανένας χαρακτηρισμός δεν ταίριαζε, αφού όλοι τάσσονταν υπέρ μιας βασιλευόμενης δημοκρατίας κι όλοι ήταν επαναστάτες. 


 Κάποια στιγμή, η λύση βρέθηκε από τις θέσεις που κατείχαν οι υποστηριχτές των δυο απόψεων: 


Δεξιοί οι οπαδοί του απόλυτου βέτο, αριστεροί οι οπαδοί του ανασταλτικού.


Η ιδέα του απόλυτου βέτο απορρίφθηκε με τα δύο τρίτα των ψήφων. Όμως, από τις 11 Σεπτεμβρίου του 1789, δυο νέοι όροι προστέθηκαν στην πολιτική ορολογία: 


Η Αριστερά, που εκφράζει κάθε προχωρημένη άποψη, και η Δεξιά, που εκφράζει κάθε διατήρηση και συνέχεια με την πραγματοποίηση μικρών βημάτων. 


Στις μέρες μας όμως, όταν κάποιος αποκαλεί δεξιό έναν αντίθετό του, εννοεί πως είναι συντηρητικός, οπισθοδρομικός κι ενάντιος στη διεύρυνση των λαϊκών δικαιωμάτων. Κι όταν, αντίθετα, τον αποκαλεί αριστερό, εννοεί πως είναι εξτρεμιστής, επαναστάτης και ανατρεπτικός.


Τίποτα δεν ήταν τυχαίο. Στις 23 Ιουνίου του 1789, όταν ο Λουδοβίκος ΙΣΤ’ ξανάνοιξε την αίθουσα όπου συνεδρίαζαν οι τρεις τάξεις, κάθισε ο ίδιος στο κέντρο. 


Δεξιά του, έσπευσαν να καθίσουν οι εκπρόσωποι των αριστοκρατών, θεωρώντας τιμητικό το να στέκονται «δεξιά του βασιλιά» κι αφήνοντας αναγκαστικά την αριστερή πλευρά στην τρίτη τάξη του λαού. Η δεύτερη τάξη (των κληρικών) εκπροσωπευόταν από τον κατώτερο κλήρο, που είχε επαναστατήσει εναντίον των επισκόπων και είχε ενωθεί με την τρίτη τάξη, στην οποία ουσιαστικά ανήκε. Μετά την αποχώρηση του βασιλιά και των βασιλοφρόνων, οι εκπρόσωποι συνέχιζαν να κάθονται στις αρχικές τους θέσεις. Φυσικό ήταν οι στερημένοι από κάθε δικαίωμα στην εξουσία εκπρόσωποι του λαού και του απλού κλήρου (συνολικά 900 άτομα) να δυσπιστούν σε κάθε δυνατότητα του βασιλιά να κάνει ό,τι θέλει. Κι επίσης φυσικό ήταν οι εκπρόσωποι των αριστοκρατών (αρχικά, 300 άτομα) να μην μπορούν εύκολα να αποδεχτούν το ξεγύμνωμα εκείνου που ως πριν από λίγους μήνες ήταν ο απόλυτος μονάρχης.


Έτσι κι αλλιώς, και τα δυο ζητήματα που απασχόλησαν τη συντακτική συνέλευση τις κρίσιμες εκείνες μέρες, αποδείχτηκαν εφήμερα: Στις 22 Σεπτεμβρίου του 1792, η γαλλική επανάσταση κατάργησε τη βασιλεία και διακήρυξε τη δημοκρατία.  


Ήδη, από το 1791, αριστερός σήμαινε οπαδός της επανάστασης, οπαδός της αλλαγής. Και δεξιός ο αντίθετος στην αλλαγή κι ακόμα ο οπαδός της επαναφοράς κάποιων καταργημένων θεσμών ή και της πλήρους επιστροφής στο παρελθόν.


Στα 1815, μετά την εξορία του Μεγάλου Ναπολέοντα και την παλινόρθωση των Βουρβόνων, αριστερός σήμαινε «θετικός απέναντι στους σκοπούς, στους στόχους και στην πρακτική της επανάστασης του 1789». Και δεξιός, αντίθετος σε όλα αυτά. 


 Από το 1852 (χρονιά που ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης έγινε «αυτοκράτορας με την ψήφο του λαού» ως Ναπολέων Γ’), αριστερός σήμαινε και ενάντιος στον κλήρο, ενώ δεξιός ότι αποδεχόταν την ύπαρξή του.


Με την άνοδο του σοσιαλισμού, η Αριστερά και η Δεξιά απέκτησαν νέες αποχρώσεις που είχαν να κάνουν με τον παρεμβατικό ή όχι ρόλο του κράτους στην οικονομία:



ΕΠΟΣ ΤΟΥ '40: Το «Όχι» του 1940



Ενδεχομένως και να το έλεγε το «όχι» ο Ιωάννης Μεταξάς, αν είχε τα περιθώρια. Το γεγονός όμως είναι ότι ούτε «ναι» ούτε «όχι» είχε τη δυνατότητα να πει. Επειδή ούτε κόκκος διαπραγμάτευσης υπήρξε. Απλά, του ανακοινώθηκε ότι ξεκινά ιταλική εισβολή στην Ελλάδα. Η οποία Ελλάδα είπε έμπρακτα «όχι» στα πεδία των μαχών. Ένα οργισμένο «όχι» από το σύνολο των Ελλήνων που οι ίδιοι οι Ιταλοί φασίστες είχαν φροντίσει με την ηλιθιότητά τους να χαλυβδώσουν και να ενώσουν. Διότι ο Μουσολίνι κατάφερε να στρέψει εναντίον του και τους φασίστες και τους φιλοναζί Έλληνες. Με την απρόκλητη και θρασύδειλη επίθεση στην Τήνο και τον τορπιλισμό της «Έλλης», είχε προσβάλει και το θρησκευτικό και το πατριωτικό συναίσθημα του ελληνικού λαού και είχε μεταστρέψει εναντίον του ακόμα και τους πιο φανατικούς μοναρχοφασίστες. Ακριβώς όπως ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Κλίντον, εξήντα χρόνια αργότερα, έστρεψε εναντίον του ακόμα και τους πιο φιλοαμερικανούς της ελληνικής Δεξιάς, χτυπώντας άνανδρα τη Σερβία.


Στα απομνημονεύματά του, ο τότε πρεσβευτής της Ιταλίας στην Αθήνα Εμανουέλε Γκράτσι γράφει:


«Το έγκλημα της Τήνου είχε ως αποτέλεσμα, για να μην πω έκανε το θαύμα, να δημιουργηθεί σε όλη την Ελλάδα μια απόλυτη ενότητα ψυχών. Μοναρχικοί και βενιζελικοί, οπαδοί και αντίπαλοι της 4ης Αυγούστου, πείστηκαν πως ένα μόνο αδυσώπητο εχθρό έχει η Ελλάδα: Την Ιταλία. Και πως θα ήταν προτιμότερο να αντιμετωπιστεί ο εχθρός με ανδρισμό παρά να υποχωρήσει το ελληνικό έθνος μπροστά σε έναν εχθρό που δε δίσταζε να μεταχειρίζεται τέτοια μέσα».


Το ότι η Ιταλία θα επιχειρούσε εισβολή στην Ελλάδα από τα ελληνοαλβανικά σύνορα ήταν κοινή πεποίθηση για τους Έλληνες. Την ακριβή ημερομηνία αγνοούσαν


Ο Μεταξάς την έμαθε στις 23 Οκτωβρίου, όταν ο πρεσβευτής της Ελλάδας στη Ρώμη, Ιωάννης Πολίτης, του τηλεγράφησε ότι η εισβολή είχε προσδιοριστεί για το διάστημα ανάμεσα στις 25 και 28 του μήνα.  


Στην κρίσιμη στιγμή, ώρα 5.30 το πρωί της 28ης Οκτωβρίου, τα διατάγματα της επιστράτευσης του ναυτικού, της κήρυξης της χώρας σε κατάσταση πολιορκίας, της κήρυξης της αεροπορίας σε εμπόλεμη κατάσταση, της ανάληψης της γενικής αρχηγίας των ενόπλων δυνάμεων από τον βασιλιά Γεώργιο, του διορισμού του Αλέξανδρου Παπάγου ως αρχιστράτηγου των δυνάμεων ξηράς και όλα τα παρεπόμενα ήταν έτοιμα και απλά υπογράφτηκαν από τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου.


Στην Ήπειρο, η 8η μεραρχία γνώριζε ακόμα και τη «διαδρομή» που οι Ιταλοί στρατηγοί είχαν επιλέξει! Πορεία προς τα Ιωάννινα και όχι προς τη Φλώρινα και τη Θεσσαλονίκη, επειδή αυτήν την είχαν αφήσει στη Βουλγαρία, καθώς οι επιτελείς του Μουσολίνι πίστευαν ότι οι Βούλγαροι θα εισέβαλλαν ταυτόχρονα με τους Ιταλούς. Οι Έλληνες γνώριζαν πολύ καλά ότι, εκείνη τουλάχιστον τη στιγμή, από τους Βουλγάρους δεν κινδύνευαν. Σχεδίασαν μια σειρά από εκπλήξεις που αποδείχτηκαν οδυνηρές για τους εισβολείς. Και είχαν εκπονήσει σχέδιο μεταφοράς δυνάμεων από τα ελληνοβουλγαρικά στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Εφαρμόστηκε αμέσως μόλις εκδηλώθηκε η ιταλική επίθεση.


Νύχτα Σαββάτου 26 προς 27 Οκτωβρίου, ο πρεσβευτής της Ιταλίας στην Αθήνα Εμανουέλε Γκράτσι έδινε δεξίωση στην πρεσβεία με σκοπό «την αναθέρμανση των σχέσεων φιλίας, που ενώνουν τους δύο λαούς». Την ίδια νύχτα 26 προς 27 Οκτωβρίου, αρμόδιοι υπάλληλοι της ιταλικής πρεσβείας αποκρυπτογραφούσαν το κείμενο του τελεσιγράφου που σε δόσεις ερχόταν από τη Ρώμη και που ο Γκράτσι έπρεπε να επιδώσει στον Μεταξά. Δεξίωση και αποκρυπτογράφηση κράτησαν ως τις πρωινές ώρες. Ξημερώματα Κυριακής 27 Οκτωβρίου, ο Γκράτσι έμαθε τι ακριβώς έπρεπε να κάνει. Έδωσε τις δέουσες εντολές και πήγε για ύπνο.


Ο Μεταξάς κατοικούσε σε ένα παλιό διώροφο αρχοντικό, στην Κηφισιά. Μαζί του έμενε ένας ακόλουθος που κοιμόταν σε δωμάτιο στο ισόγειο. Σε μια σκοπιά έξω από τη σιδερένια πόρτα του κήπου εναλλάσσονταν μέρα νύχτα χωροφύλακες φρουροί. Το πάτημα ενός κουμπιού στη σκοπιά έκανε ένα ηλεκτρικό κουδούνι να ηχήσει στο δωμάτιο του ακόλουθου.


Ο Γκράτσι κατοικούσε στο κτίριο της ιταλικής πρεσβείας στην Αθήνα. Μεσάνυχτα Κυριακής 27 προς 28 Οκτωβρίου ειδοποίησε τον στρατιωτικό του ακόλουθο να πάει στην πρεσβεία με το αυτοκίνητό του. Ειδοποίησε και τον Αλβανό Ντεσάντο, επίσημο διερμηνέα του. Λίγο μετά τις 2 τα ξημερώματα, το αυτοκίνητο του στρατιωτικού ακολούθου έβγαινε από το κήπο της πρεσβείας. Οδηγούσε ο ίδιος ο ακόλουθος. Στη θέση του συνοδηγού ο Ντεσάντο. Πίσω, ο Γκράτσι. Είχε διαλέξει αυτόν τον τρόπο για να μην προκαλέσει ανησυχίες στους όποιους ξενύχτηδες θα τύχαινε να συναντήσουν. Η πρεσβευτική λιμουζίνα σίγουρα θα προκαλούσε υποψίες τέτοια άγρια ώρα.


Τρεις παρά δέκα, το αυτοκίνητο έφτασε έξω από την πόρτα του αρχοντικού στην Κηφισιά. Ο Ντεσάντο βγήκε και πλησίασε τον χωροφύλακα φρουρό. Ο πρεσβευτής της Ιταλίας επιθυμούσε να δει τον πρωθυπουργό για μια εξαιρετικά επείγουσα υπόθεση. Ο φρουρός πάτησε το κουμπί. Το κουδούνι ήχησε στο δωμάτιο του ακόλουθου. Ξύπνησε. Από το παράθυρό του, είδε το αυτοκίνητο του διπλωματικού σώματος. Είδε και το σημαιάκι με τις τρεις κάθετες λουρίδες. Χρώματα δεν αναγνώρισε στο σκοτάδι. Ανέβηκε στο υπνοδωμάτιο του Μεταξά και τον ξύπνησε.


«Ήρθε κάποιος ξένος διπλωμάτης και σας γυρεύει. Μάλλον της γαλλικής πρεσβείας».


Ο Μεταξάς κοίταξε το ρολόι.


«Τέτοια ώρα;», μουρμούρισε υποψιασμένος. Πέρασε μια ρόμπα πάνω από τις πιτζάμες του και κατέβηκε στον κήπο. Από μια πλαϊνή πόρτα, έριξε μια ματιά στο αυτοκίνητο, αναγνώρισε την ιταλική σημαία και κατάλαβε. Ξαναμπήκε στον κήπο, πήγε στην κεντρική πόρτα, την άνοιξε, χαιρέτησε τον Γκράτσι και είπε στον χωροφύλακα να τους αφήσει να περάσουν. Ο Αλβανός και ο στρατιωτικός ακόλουθος προτίμησαν να μείνουν στον κήπο. Ο Γκράτσι κι ο Μεταξάς ανέβηκαν στο σαλονάκι του πρώτου ορόφου. Γνώριζαν και οι δύο γαλλικά και δεν χρειάζονταν διερμηνέα. Κάθισαν. Ο Γκράτσι μπήκε αμέσως στο θέμα:


«Με έχουν επιφορτίσει να σας επιδώσω αυτή τη διακοίνωση», είπε. 


Ο Μεταξάς πήρε το έγγραφο κι άρχισε να διαβάζει: Η Ιταλία κατηγορούσε την Ελλάδα ότι παραβίασε τις αρχές της ουδετερότητας, παραχώρησε διευκολύνσεις στον βρετανικό στόλο και καταπίεζε τους Αλβανούς της Τσαμουριάς. Για όλα αυτά, η Ιταλία ζητούσε να εγκατασταθούν ιταλικές δυνάμεις σε στρατηγικά σημεία, ώστε να διασφαλιστεί η ελληνική ουδετερότητα, ειδάλλως «κάθε αντίδραση θα καμφθεί δια των όπλων». 


Το τελεσίγραφο εξέπνεε στις 6 το πρωί της 28ης του Οκτώβρη του 1940. Ο Μεταξάς κοίταξε το ρολόι του. Περασμένες τρεις!


«Alors, c’ est la guerre» (λοιπόν, έχουμε πόλεμο), διαπίστωσε.


«Δεν είναι απαραίτητο», απάντησε ο Γκράτσι και συμπλήρωσε: «Η ιταλική κυβέρνηση ελπίζει ότι θα αποδεχτείτε τους όρους της και θα επιτρέψετε να περάσει ο ιταλικός στρατός».


Με κάποια δόση ειρωνείας, ο Μεταξάς τον ρώτησε:


«Και πώς πιστεύετε ότι μπορεί να γίνει αυτό; Λέτε ότι θα ξεκινήσετε επίθεση στις 6 το πρωί, σε λιγότερο από τρεις ώρες. Ακόμα και να το ήθελα, φαντάζεστε ότι σ’ αυτό το διάστημα προλαβαίνω να ξυπνήσω τον βασιλιά και να τον ενημερώσω, να ειδοποιήσω υπουργό Στρατιωτικών και γενικό επιτελείο, να θέσω σε κίνηση τις τηλεγραφικές υπηρεσίες, να συγκαλέσω υπουργικό συμβούλιο και να παρθούν οι σχετικές αποφάσεις; Και έστω ότι γίνονται όλα αυτά. Ποια είναι τα στρατηγικά σημεία που θέλει να καταλάβει η κυβέρνησή σας;».


«Δεν έχω ιδέα», απάντησε αυθόρμητα ο Γκράτσι.


«Επομένως, έχουμε πόλεμο», επανέλαβε ο Μεταξάς. Ο Γκράτσι ψέλλισε ότι ελπίζει πως όχι, και αποχώρησε. Κοντοστάθηκε ακούγοντας τον Μεταξά να σχολιάζει:
«Vous êtes les plus forts» (είστε οι πιο δυνατοί).


Γράφει στα απομνημονεύματά του ο Γκράτσι:

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΥΡΙΖΟΠΛΗΚΤΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Η μεταξωτή φανφάρα (Ο Πρωθυπουργός μας είπε ότι η συμφωνία με την COSCO για τον Πειραιά είναι «κίνηση που θα καταστήσει τον Δρόμο του Μεταξιού συντομότερο». Ακόμα και αν ξέρει για τι πράγμα μιλάει, τον έχει προλάβει εδώ και 30 χρόνια ο δικτάτορας της Τουρκίας, στρατηγός Εβρέν…)

 

Η φανφάρα ταιριάζει απόλυτα στα ολοκληρωτικά καθεστώτα και ο Πρωθυπουργός μας φαίνεται ότι έχει αθεράπευτα εθιστεί σ’ αυτήν. Αν και εκλεγμένη, η κυβέρνησή του τείνει να καταστήσει τη χώρα κράτος ολοκληρωτικό, όπου ελευθερία, μέλλον και ζωή θα έχουν μόνον οι στρατιές των ακολουθούντων:


«Κίνηση που θα καταστήσει τον δρόμο του μεταξιού συντομότερο», χαρακτήρισε την υπογραφή της συμφωνίας του ΤΑΙΠΕΔ με την Cosco για τον ΟΛΠ, η οποία έγινε λίγο μετά τις 12.00 το μεσημέρι της Παρασκευής στο Μέγαρο Μαξίμου.


Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω, αν έχει ιδέα για ποιο πράγμα μιλάει, αλλά και στις δηλώσεις του έρχεται δεύτερος, με καθυστέρηση ακριβώς 30 χρόνων.


 Τον πρόλαβαν ο δικτάτορας της Τουρκίας, στρατηγός Εβρέν, και ο «πρωθυπουργός» του, Τουργκούτ Οζάλ, όταν η χώρα έμπαινε σε μια Κοινή Αγορά των ασιατικών ισλαμικών χωρών και δημιουργούσε δυο κέντρα ισλαμικών ερευνών, ένα πολιτικοοικονομικό στην Αγκυρα και ένα ιστορικοπολιτιστικό στην Κωνσταντινούπολη. Σκοπός ήταν να μετατραπεί σε ηγέτη των μουσουλμανικών κρατών.


Σε αυτά τα πλαίσια, η Τουρκία είχε ξεκινήσει επαφές και με την Κίνα και, στις 13 Μαΐου 1986, ανάγγειλε την «επαναλειτουργία του αρχαίου δρόμου του μεταξιού, που θα ένωνε, σιδηροδρομικά αυτή τη φορά, την Τουρκία με την Κίνα συντομεύοντας το ταξίδι κατά δέκα ημέρες».


Φανφάρα ήταν τότε του Οζάλ, φανφάρα είναι και τώρα του Τσίπρα. Επειδή, πια... 

ΧΡΟΝΟΣ - ΙΣΤΟΡΙΑ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Μετρώντας τον δίσεκτο χρόνο: μια αρχαία (αιγυπτιακή) υπόθεση

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ


Ο 20ός αιώνας ήταν, και το απέδειξε εμπράκτως, δίσεκτος: με σεισμούς λοιμούς, καταποντισμούς και τους μοναδικούς δύο παγκόσμιους πολέμους να έχουν γίνει στα δικά του χρόνια. Ηταν ο μόνος δίσεκτος στη μέση επτά «φυσιολογικών» αιώνων, ανάμεσα στους οποίους και ο 21ος.


Δίσεκτοι είναι οι «επαιώνιοι» χρόνοι, των οποίων ο Φεβρουάριος έχει 29 μέρες. Και ο Φεβρουάριος του 2000 (τελευταίος του 20ού αιώνα) είχε 29 ημέρες, αντίθετα με το 1900 και το 2100, που έχουν τον δεύτερό τους μήνα κανονικό «Κουτσοφλέβαρο». Επειδή δίσεκτοι αιώνες είναι αυτοί, των οποίων ο αριθμός ετών διαιρείται ακριβώς με το 400. Και το 2000 όντως διαιρείται.


Είναι η απαραίτητη διορθωτική παρέμβαση στη μέτρηση του χρόνου, για να μη φθάσει κάποτε η στιγμή να λέμε ότι έχουμε Αύγουστο και στην Πάρνηθα να χιονίζει. Κάτι που σίγουρα θα συνέβαινε, αν μέναμε στα παλιά, επειδή και μόνον οι αρχαίοι Αιγύπτιοι αδιαφόρησαν εξοργιστικά και δεν φρόντισαν έγκαιρα να διορθώσουν τα πράγματα, ώστε τουλάχιστον ν’ αποφεύγαμε τους καβγάδες και το σχίσμα των παλαιοημερολογιτών.


Πρακτικοί άνθρωποι οι αρχαίοι Αιγύπτιοι ιερείς κρατούσαν για τον εαυτό τους τις μελέτες, τα πορίσματα και τα συμπεράσματα από τις παρατηρήσεις τους πάνω στην κίνηση των πλανητών αλλά εφάρμοσαν πρώτοι ένα καθ’ όλα άψογο ημερολόγιο, με βάση τις φουσκονεριές του Νείλου, ώστε αστρονομία και ποταμός να καθορίζουν τις προθεσμίες καταβολής των φόρων στους θεούς, με φυσικούς διαχειριστές τους επί Γης εκπροσώπους τους, μέλη του ιερατείου.


Το αρχαίο αιγυπτιακό ημερολόγιο διέθετε τρεις εποχές με τέσσερις μήνες καθεμιά τους.  


Η πρώτη εποχή ήταν αυτή, κατά την οποία ο Νείλος πλημμύριζε. Διαρκούσε ώσπου ν’ αποσυρθούν τα νερά και ν’ αφήσουν στα χωράφια την πολύτιμη μαύρη λάσπη. Ακολουθούσε η εποχή των καλλιεργειών. Κι έπειτα, ερχόταν η τρίτη και τελευταία εποχή, αυτή της συγκομιδής και της καταβολής των φόρων, οι οποίοι είχαν προκαθοριστεί με βάση τα «νειλόμετρα»: κλασικό νειλόμετρο υπήρχε στον ναό του θεού Κροκόδειλου που κτίστηκε επί Πτολεμαίων στο Κομόμπο. Είναι ένα πηγάδι με ραβδώσεις, που φιλοξενούσε τους ιερούς κροκόδειλους και ταυτόχρονα φανέρωνε το ύψος της στάθμης του ποταμού, άρα και την ποσότητα της μαύρης λάσπης που εναπέθετε στα χωράφια. Προϋπολόγιζαν έτσι την ποσότητα της παραγωγής και καθόριζαν τον φόρο.


Πρωτοχρονιά για τους αρχαίους Αιγύπτιους ήταν η μέρα που ο Σείριος ανέτελλε ταυτόχρονα με τον Ηλιο. Με τον κάθε μήνα να έχει τριάντα μέρες για να συμβαδίζει με το φεγγάρι (29,5 μέρες ο σεληνιακός μήνα) και ν’ απεικονίζεται στην ιερογλυφική γραφή με το σχήμα του μισοφέγγαρου και δίπλα του ένα αστεράκι. Κι επειδή οι εποχές με τον ήλιο συμβαδίζουν και όχι με το φεγγάρι, στο τέλος του δωδέκατου μήνα πρόσθεταν άλλες πέντε μέρες και ξεμπέρδευαν.


Για το μέτρημα της ώρας, οι Αιγύπτιοι χρησιμοποιούσαν την κλεψύδρα, την οποία υποτίθεται ότι ανακάλυψε ο θεός της Δικαιοσύνης, ο Θωθ που συνεργάστηκε με τον Οσιρη σε μια γιγάντια προσπάθεια να εκπολιτίσουν τους ανθρώπους. Το αρχαιότερο όμως γνωστό στον κόσμο ρολόι βρίσκεται στο μουσείο του Βερολίνου, είναι αιγυπτιακό και χρονολογείται ότι ανήκει στην εποχή της βασίλισσας Χασεπσούτ και του Φαραώ Θούθμωση Γ’ (1505 – 1350 π. Χ.). Πρόκειται για μια ξύλινη σφαίρα εκτεθειμένη στον ήλιο και χωρισμένη σε έξι τμήματα (έξι ώρες) με ένα ραβδί κατάλληλα τοποθετημένο. Ανάλογα με το τμήμα στο οποίο έπεφτε η σκιά του ραβδιού, γνώριζαν, ποια ώρα ήταν. Μετρούσαν είτε με βάση την ανατολή του ήλιου είτε ξεκινώντας από το μεσημέρι.


Στην αρχή, ούτε οι Αιγύπτιοι ούτε οι Κινέζοι που επίσης διέθεταν ημερολόγιο από τους πριν από το 2000 π. Χ. χρόνους ούτε άλλος κανένας ενδιαφέρθηκε να βάλει μια σειρά στις χρονιές και να τις μετρά, από κάπου ξεκινώντας. Όταν κάποτε αποφάσισαν ν’ αρχίσουν το μέτρημα, προσπάθησαν να βρουν ποιος Φαραώ διαδέχθηκε ποιον, πόσο έμεινε στην εξουσία κ.λπ. Δημιουργήθηκε «μπάχαλο» που ακόμα μπερδεύει τους επιστήμονες


Στον ελληνικό χώρο, το μέτρημα ξεκίνησε κάπως αυθαίρετα με την αρίθμηση των Ολυμπιάδων, τοποθετώντας την πρώτη σε μια εποχή 776 χρόνια π. Χ. Για να προσδιορίσουν πότε έγινε κάτι, έλεγαν π.χ. «τον τάδε χρόνο μετά την δείνα Ολυμπιάδα». Οι Αθηναίοι μετρούσαν από το 753 π. Χ., χρονιά που ανέλαβε ο πρώτος άρχοντας με δεκαετή θητεία. Μετά, όριζαν τη χρονιά με βάση το όνομα του πρώτου από τους εννιά άρχοντες που διοικούσαν την πόλη και που γι’ αυτό ονομαζόταν «επώνυμος».


Ο χρόνος, στην Αθήνα, χωριζόταν σε δώδεκα σεληνιακούς μήνες. Κι επειδή ο σεληνιακός μήνας διαρκεί 29,5 μέρες, βόλεψαν την κατάσταση βάζοντας τους μονούς μήνες να έχουν τριάντα ημέρες και τους ζυγούς 29. Έτσι, υπήρχαν οι εξής μήνες:

1oς Εκατομβαιών (30 μέρες), περίπου ο σημερινός Ιούλιος.

2ος Μεταγειτνιών (29), περίπου ο σημερινός Αύγουστος.

3ος Βοηδρομιών (30), περίπου ο σημερινός Σεπτέμβριος.

4ος Πυανεψιών (29), τέλη Σεπτεμβρίου με τέλη Οκτωβρίου. Την έβδομη μέρα του μήνα αυτού τελούσαν τα «Πυανέψια», μια αγροτική γιορτή προς τιμή του Απόλλωνα.

5ος Μαιμακτηριών (30), τέλη Οκτωβρίου με τέλη Νοεμβρίου. Τον μήνα αυτόν τελούσαν τα «Μαιμακτήρια», γιορτές προς τιμή του Μαιμάκτου Διός που ταράζει τον ουρανό προαναγγέλλοντας την έλευση του χειμώνα.

6ος Ποσειδεών (29), περίπου στα όρια του σημερινού Δεκεμβρίου.

7ος Γαμηλιών (30), περίπου Ιανουάριος. Ήταν ο ιερός μήνας της Ηρας κι αυτός που προτιμιόταν από τους μελλόνυμφους για τους γάμους.

8ος Ανθεστηριών (29), περίπου Φεβρουάριος με μέσα Μαρτίου.

9ος Ελαφηβολιών (30), μέσα Μαρτίου με μέσα Απριλίου. Συνέπιπτε με μια γιορτή θυσίας ελαφιών και με τα Μεγάλα Διονύσια.

10ος Μουνυχιών (29), μέσα Απριλίου με μέσα Μαΐου. Την 16η μέρα τελούσαν τα «Μουνίχια», γιορτή προς τιμή της Άρτεμης που «φώτισε τους Αθηναίους ως πανσέληνος κατά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας» (Μουνιχία, η περιοχή του Πειραιά που υποτίθεται ότι ιδρύθηκε από τον Θράκα ήρωα Μούνιχο).

11ος Θαργηλιών (30), περίπου Μάιος. Την 6η και 7η μέρα τελούσαν τα «Θαργήλια», τη γιορτή των γενεθλίων του Απόλλωνα και της Άρτεμης με καθαρμό πόλης και λιθοβολισμό δύο καταδικασμένων σε θάνατο κακούργων.

12ος Σκιρροφοριών (29), περίπου ο σημερινός Ιούνιος.


Με όλα αυτά, όμως, η χρονιά στην αρχαία Αθήνα μετρούσε 354 μέρες αντί για τις 365 του ηλιακού έτους. Για να κλείσουν το χάσμα, κάθε δυο χρόνια πρόσθεταν κι έναν 13ο μήνα, που ονομαζόταν Ποσειδεών Β’ και διαρκούσε 22 ημέρες. Και πάλι όμως προέκυπτε αναντιστοιχία με την πραγματικότητα, οπότε, γύρω στην εποχή των περσικών πολέμων, κατασκεύασαν κύκλους οχτώ ετών με εμβόλιμους μήνες, που όμως προκαλούσαν πονοκέφαλο στους μη ειδικούς. Στην εποχή του Περικλή, ο Μέτων (γιατρός, γεωμέτρης, αρχιτέκτονας κι αστρονόμος) ανέλαβε να διορθώσει την κατάσταση φτιάχνοντας κύκλους των 19 χρόνων, στο τέλος των οποίων συνέπιπταν οι σεληνιακές και οι ηλιακές χρονιές. Νέα διόρθωση έγινε, έναν αιώνα αργότερα, από τον Κάλιππο τον Κυζικηνό.


Οι Ρωμαίοι είχαν το δικό τους ημερολόγιο, με τον χρόνο να διαρκεί 304 μέρες. Οταν είδαν ότι κάτι δεν πάει καλά, εναρμονίστηκαν με το αιγυπτιακό. Οι Αιγύπτιοι όμως αδιαφόρησαν για το γεγονός ότι, με βάση την κίνηση των πλανητών, ο χρόνος διαρκεί 365 ημέρες και έξι ώρες.


 Για αιώνες τον μετρούσαν χωρίς να λογαριάζουν το εξάωρο που περίσσευε. Στα 46 π. Χ., άλλα έλεγε το ημερολόγιο κι άλλα μαρτυρούσαν οι εποχές. Ήταν πια, το σωτήριο έτος 708 από την κτήση της Ρώμης. Ο ισχυρός άνδρας της εποχής, ο Ιούλιος Καίσαρας, το διαπίστωσε και διέταξε τους Έλληνες αστρονόμους της Αλεξάνδρειας να διορθώσουν το λάθος. Τη δουλειά ανέλαβε ο επιφανής Αλεξανδρινός Σωσιγένης που δημιούργησε αυτό, το οποίο ονομάζουμε «Ιουλιανό ημερολόγιο»: Καθιέρωσε το έτος των 365 ημερών με μια πρόσθετη ημέρα κάθε τέσσερα χρόνια. Είναι η «δίσεκτη» χρονιά με τον Φεβρουάριο να αριθμεί 29 μέρες.


Ετσι όμως, κάθε 128 χρόνια, το έτος ήταν μεγαλύτερο από το κανονικό κατά μία ημέρα. Με αποτέλεσμα, στα 1582, να υπάρχει καθυστέρηση δέκα ημερών


Ο τότε πάπας, Γρηγόριος ΙΓ’, το εναρμόνισε με την πραγματικότητα, θεσπίζοντας...

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ: Kαλικάντζαροι και Αϊ Βασίλης


Στη στροφή της Ιστορίας, τα Βαλκάνια βρέθηκαν στο σταυροδρόμι ανάμεσα στη Δύση, όπου ο χριστιανισμός αντρειωνόταν κάτω από άγριους διωγμούς κι απλωνόταν ως η θρησκεία της ελπίδας και στην Ανατολή, όπου οι χριστιανοί είχαν πια την πολυτέλεια να αναλώνονται στις θεολογικές διαμάχες, που προκαλούσαν οι αιρέσεις


Η απειλή του μανιχαϊσμού εμφανίστηκε τα 241 (μ.Χ.) καθώς ο νεαρός Πέρσης, Μάνης, αυτοαναγορεύτηκε Μεσσίας, απεσταλμένος του Θεού με καθήκον να βάλει την ανθρωπότητα στον σωστό δρόμο.


Είχε βάλει κάτω ζωροαστρισμό, μιθραϊσμό, ιουδαϊσμό και γνωστικισμό και είχε πάρει από κάθε μια θρησκεία όσα νόμιζε καλύτερα, συνθέτοντας μια δική του κοσμοθεωρία:


«Ο κόσμος αποτελείται από δυο αντίπαλα βασίλεια: του Σκοταδιού και του Φωτός. Η Γη ανήκει στο βασίλειο του Σκοταδιού με τον άνθρωπο να είναι δημιούργημα του Σατανά. Παρ’ όλα αυτά, οι άγγελοι του Θεού του Φωτός, έβαλαν κρυφά μέσα στον άνθρωπο μερικά καλά στοιχεία, όπως το πνεύμα, την εξυπνάδα και τη λογική. Ακόμα και η γυναίκα έχει μερικές φωτεινές αναλαμπές, αν και είναι το αριστούργημα του Σατανά, ο πιο καλός του πράκτορας για να βάλει τον άνδρα σε πειρασμό. Αν ο άνθρωπος αρνηθεί τη σαρκική επαφή, την ειδωλολατρία και τη μαγεία κι αν κάνει ασκητική ζωή χορτοφαγίας και νηστείας, τότε τα φωτεινά σημεία που υπάρχουν μέσα του θα υπερισχύσουν των σατανικών ορμών και θα τον οδηγήσουν στη σωτηρία».


Επί τριάντα ολόκληρα χρόνια, ο Μάνης δίδασκε τη νέα θρησκεία, προκαλώντας την οργή του ιερατείου των μάγων της Περσίας. Επιτέλους, στα 271, κατάφεραν να πετύχουν τη θανατική του καταδίκη. Ο Μάνης σταυρώθηκε ενώ οι δικαστές του τον έγδαραν, γέμισαν το δέρμα του με άχυρα και το κρέμασαν σε μια πύλη, στα Σούσα. Δεν αναστήθηκε. Το μαρτύριό του όμως προκάλεσε αυτό που οι μάγοι είχαν φοβηθεί. Η πίστη μεταβλήθηκε σε άγριο φανατισμό κι εξαπλώθηκε ταχύτατα σε ολόκληρη τη Δυτική Ασία και τη Βόρεια Αφρική. Εναν αιώνα αργότερα, ο Άγιος Αυγουστίνος των Καθολικών (354 – 430) προσχωρούσε στον μανιχαϊσμό, στον οποίο θήτευσε δέκα ολόκληρα χρόνια, πριν να τον κερδίσει οριστικά ο χριστιανισμός. Οι πιστοί της θρησκείας υπέστησαν μαζί με τους χριστιανούς τους σκληρούς διωγμούς του Διοκλητιανού, επέζησαν, επιβίωσαν και μετά την εξάπλωση του ισλαμισμού αλλά, από εκεί κι έπειτα, άρχισαν να λιγοστεύουν. Επαψαν να υφίστανται, στα χρόνια του Τζένγκινς Χαν (1155 – 1227). Η θρησκεία τους άντεξε χίλια χρόνια.


Νωρίτερα, στα 178, ένας επικούρειος φιλόσοφος, ο Κέλσος, τον οποίο γνωρίζουμε μέσα από τα καταγγελτικά κείμενα του απολογητή της χριστιανικής θρησκείας, Ωριγένη, ηγήθηκε μιας φιλοσοφικής αντεπίθεσης των ιδεών του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Χαρακτήρισε αναξιόπιστες τις γραφές και ονόμασε τον χριστιανισμό «ελπίδα των σκωλήκων», κοροϊδεύοντας το πώς ο Θεός, όταν σαν μάγειρας βάλει φωτιά, θα ψήσει όλους τους άλλους πλην των χριστιανών, ζώντων και νεκρών. Και έκανε έκκληση στον λαό να επιστρέψει στην πατρογονική θρησκεία και να συνεργαστεί για το καλό της αυτοκρατορίας. Η αντεπίθεση αυτή συντηρήθηκε έναν αιώνα αργότερα από τον επιφανέστερο των νεοπλατωνικών φιλοσόφων, Πλωτίνο (204 – 270).


Στην εποχή όμως του Μεγάλου Κωνσταντίνου και των διαδόχων του, και ο μανιχαϊσμός και ο μιθραϊσμός βρίσκονταν σε έξαρση. Με τη βοήθεια της κρατικής μηχανής, η Εκκλησία επιχείρησε τη μεγάλη επέμβαση.


Η αρχαιοελληνική πρωτοχρονιά συνέπιπτε με την αρχή της άνοιξης, όταν σηματοδοτούσε το ξανάνιωμα και τραγουδούσε τη ζωή η νέα βλάστηση, αν και οι Αθηναίοι ξεκινούσαν τη χρονιά περίπου τον δικό μας Ιούλιο (Εκατομβαιών). Κι όλοι ήξεραν ότι τέλη Φεβρουαρίου με αρχές Μαρτίου (στη γιορτή των Ανθεστηρίων), ο Αδης μένει ανοιχτός και οι ψυχές βγαίνουν στην επιφάνεια, ενοχλούν τους ζωντανούς και μαγαρίζουν τις τροφές. Οι Αθηναίοι έκαναν χίλια κόλπα για να κρατήσουν τις ψυχές μακριά κι όλη μέρα μουρμούριζαν «θύραζε, Κήρες, ουκέτ’ Ανθεστήρια!».


Οι Ρωμαίοι ξεκινούσαν τη χρονιά την 1η Μαρτίου. Τότε ήταν που αποφάσιζαν οι νεκροί τους να βγουν από τους τάφους και ν’ αρχίσουν το σεργιάνι στα παλιά τους λημέρια. Από τις εννιά του μήνα, οι Ρωμαίοι οργάνωναν νυχτερινές γιορτές (λεμούρια ή λεμουράλια) για να τους εξευμενίσουν και να τους πείσουν να επιστρέψουν στον Άδη. Ανάλογα έθιμα είχαν και οι αρχαίοι Πρώσοι, Νορμανδοί, Ιρλανδοί κ.λπ. Στις σκανδιναβικές χώρες, μάλιστα, τους άφηναν τη νύχτα φαγητό μπας και το φάνε, ευχαριστηθούν και πάψουν να ενοχλούν.


Στα 153 π.Χ., αποφασίστηκε οι ανώτατοι άρχοντες του ρωμαϊκού κράτους να αναλαμβάνουν τα καθήκοντά τους την 1η Ιανουαρίου. Από την ίδια χρονιά, η πρωτοχρονιά μεταφέρθηκε στην ίδια μέρα. Η Καππαδοκία της Μικράς Ασίας, όπου και η Καισάρεια, κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους το 17 (μ.Χ.). Μαζί με την πρωτοχρονιά, μεταφέρθηκε εκεί και η εποχή που οι ψυχές των νεκρών βγαίνουν στη γη σεργιάνι. Μασκαρεύονταν μάλιστα και πείραζαν τους ζωντανούς που κανονικά δεν έπρεπε να κυκλοφορούν στους δρόμους. Στην Καππαδοκία πίστεψαν πως απαλλάσσονται από αυτόν τον μπελά στις 8 Ιανουαρίου.

Με την επικράτηση του χριστιανισμού, η πρωτοχρονιά μεταφέρθηκε στις 6 Ιανουαρίου, ημέρα των Φώτων και της πνευματικής γέννησης του Χριστού. Η εμφάνιση του Θεανθρώπου ήταν ένας καλός λόγος για να πάρουν δρόμο οι ψυχές των νεκρών. Εξαφανίζονταν, λοιπόν, στις 6 κι όχι πια στις 8 του Ιανουαρίου. Ομως, η χριστιανική θρησκεία είχε να παλέψει και με τις βαθιά ριζωμένες αρχαίες δοξασίες που αποδεικνύονταν πολύ πιο επικίνδυνος εχθρός από τους παλιούς αυτοκράτορες των εποχών των διωγμών. Ο κύριος αντίπαλος, ο Μίθρας, ήταν ο ανίκητος θεός Ηλιος του οποίου τη γέννηση γιόρταζαν οι πιστοί του στις 25 Δεκεμβρίου.


Στα 354 μ.Χ., η χριστιανική Εκκλησία της Ρώμης διαχώρισε τη γέννηση από τη βάπτιση του Χριστού και καθιέρωσε την 25η Δεκεμβρίου ως ημέρα των Χριστουγέννων. Ο Χριστός έγινε ο Ηλιος που φέρνει το φως στον κόσμο και με τη γέννησή του ξεκινά η νέα χρονιά. Η χριστιανική πρωτοχρονιά μεταφέρθηκε στη μέρα αυτή. Όμως, φως σημαίνει ζωή. Χριστός σημαίνει ανάσταση. Κάτω, στον Αδη, κάτι έπρεπε να γίνει με τις ψυχές των νεκρών.


Η Γη δεν μπορεί να στέκεται στο κενό. Κάπου πρέπει να στηρίζεται. Και φυσικά, το στήριγμά της δεν μπορεί να είναι άλλο από ένα δέντρο. Υπάρχουν, όμως, και κάποια δαιμονικά, περίεργα όντα. Μοιάζουν με τους ανθρώπους αλλά είναι μαύροι, τριχωτοί κι άσχημοι και πολύ ψηλοί, με κόκκινα μάτια, πόδια τράγου και φορούν σιδερένια παπούτσια. Δε μοιάζουν ακριβώς με τις ψυχές των νεκρών αλλά κρατούν ένα τεράστιο πριόνι κι όλο τον χρόνο κόβουν το δέντρο, να γκρεμίσουν τη Γη. Πάνω που κοντεύουν να τα καταφέρουν, γεννιέται ο Χριστός, οπότε το δέντρο ξαναγίνεται, τα δαιμόνια μανιάζουν, βγαίνουν στη γη κι αρχίζουν να ξεσπάνε στους ανθρώπους. Είναι οι καλικάντζαροι που έρχονται 25 Δεκεμβρίου, μπαίνουν στα σπίτια από την καπνοδόχο, κατουρούν τη φωτιά, μαγαρίζουν τα φαγητά, καβαλικεύουν τους ανθρώπους στους ώμους, βγαίνουν στον δρόμο και πειράζουν τους διαβάτες κι όλα αυτά ως τα Φώτα, οπότε ξαναγυρνούν κάτω από τη Γη και ξαναπιάνουν το πριόνι να κόψουν το δέντρο.


Ο Μέγας Βασίλειος ήταν 24χρονος νεαρός, όταν αποφασίστηκε η γέννηση του Χριστού να γιορτάζεται στις 25 Δεκεμβρίου. Γεννήθηκε το 330, χρονιά που η οικουμένη είχε στραμμένο το βλέμμα της στα εγκαίνια της νέας πρωτεύουσας της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας: της Κωνσταντινούπολης. Ανήκοντας σε πλούσια οικογένεια, μπόρεσε να σπουδάσει στην πατρίδα του, Καισάρεια, στην ανερχόμενη Κωνσταντινούπολη αλλά και στην Αθήνα που τότε ακόμα διατηρούσε σχεδόν ακέραιο το αρχαίο της μεγαλείο. Διδάχθηκε φιλοσοφία, αστρονομία, ρητορική κι άλλες επιστήμες και βάλθηκε να ταξιδεύει. Γνώρισε την Αίγυπτο, τη Συρία και την Παλαιστίνη κι επέστρεψε στην πατρίδα του πλούσιος σε γνώσεις κι εμπειρίες. Εκεί, μοίρασε την περιουσία των γονιών του στους φτωχούς, εγκατέλειψε γι’ άλλη μια φορά την πόλη του και πήγε καλόγερος στον Πόντο. Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος. Στα 370, όταν πια ήταν σαράντα χρόνων, εκλέχθηκε επίσκοπος Καισάρειας.


Η φήμη του ως φωτισμένου, φιλάνθρωπου και μαχητή της ορθοδοξίας απλώθηκε σύντομα παντού. Από τους ελάχιστους ιερωμένους που μπόρεσαν να συνδυάσουν τη διδασκαλία της χριστιανικής θρησκείας με το μεγαλείο της ελληνικής αρχαιότητας, προέτρεπε τους νέους να διαβάζουν τα αρχαία ελληνικά κείμενα κι άφησε παιδαγωγικό σύγγραμμα με τίτλο «Προς τους νέους, όπως εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων».


Στα 49 του, ανήμερα της 1ης Ιανουαρίου του 379, έκλεισε τα μάτια του για πάντα. Η Καισάρεια, η μεγαλούπολη των 400.000 κατοίκων, που τον γέννησε και τον ανέθρεψε, βυθίστηκε στο πένθος. Ο Βασίλειος έμελλε να γίνει θρύλος.


Στα 1582, ο πάπας Γρηγόριος επέβαλε την ημερολογιακή μεταρρύθμιση καθιερώνοντας το νέο ημερολόγιο, που διόρθωνε το παλιό του Ιουλίου Καίσαρα. Μίθρας, λεμουράλια και οι ειδωλολατρικές δοξασίες του παρελθόντος είχαν πια σβήσει. Η χριστιανική πρωτοχρονιά μεταφέρθηκε πάλι στην 1η Ιανουαρίου με τον Χριστό να εξακολουθεί να γεννιέται στις 25 Δεκεμβρίου και να βαπτίζεται στις 6 Ιανουαρίου σκορπώντας τρόμο στους καλικάντζαρους.


Ετσι όμως, ο Άγιος Βασίλειος βρέθηκε να πεθαίνει Πρωτοχρονιά. Η φιλανθρωπία και η φροντίδα του για τη μόρφωση των νέων τον είχαν ήδη κάνει σεβαστό κι αγαπητό στον λαό. Η συγκυρία του θανάτου ανήμερα της 1ης του νέου έτους τον μετέφερε στον χώρο του θρύλου. Η Εκκλησία τον ονόμασε Μέγα και τον ανακήρυξε άγιο. 


Στη λαϊκή φαντασία, όμως, έγινε ο «Άγιος Βασίλης», μοναδικός ευπρόσδεκτος επισκέπτης από την καμινάδα. Οι ρωμαϊκές καλένδες των σπονδών στον Ιανό (απ’ όπου και ο Ιανουάριος) αντικαταστάθηκαν από τα κάλαντα, καθώς «άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία» και γίνεται «φορέας και χορηγός των ευχών και της ευλογίας, την οποίαν ο άνθρωπος (στην αρχή μιας νέας περιόδου) προσδοκά και ελπίζει από τον δοτήρα των αγαθών, τον Θεόν» (Γ.Α. Μέγας). Και φυσικά προσπαθεί να τον δελεάσει προσφέροντάς του τιμητικά κομμάτι από την έτσι κι αλλιώς δική του «βασιλόπιτα».


Στο πρόσωπο του Άι Βασίλη συγχωνεύτηκαν αρχαίες μνήμες, έθιμα ξένων λαών, δυτικές συνήθειες και λαϊκές δοξασίες και δημιούργησαν τον άξιο συμπρωταγωνιστή των εορτών του Δωδεκαήμερου. Που αρχίζει με τη γέννηση και τελειώνει με τη βάπτιση του Χριστού αλλά κυριαρχείται από την εύθυμη μορφή του Αϊ Βασίλη που φέρνει δώρα κι ελπίδες για μια καλύτερη χρονιά. Άλλωστε, για τον λαό, Χριστός και Αϊ Βασίλης τα κουβεντιάζουν κάπου κάπου:

ΙΣΤΟΡΙΚΑ - ΤΟΥΡΚΙΑ: Πογκρόμ στην Πόλη: 60 χρόνια



Δυο Έλληνες νεκροί. Ο ένας, γέρος καλόγερος που κάηκε ζωντανός μέσα στη μονή Βαλουκλή όπου συλήθηκαν και οι τάφοι των πατριαρχών. Συλήθηκε και το ελληνικό νεκροταφείο του Σισλή. Από τις 84 ελληνορθόδοξες εκκλησίες της Κωνσταντινούπολης, άθικτες έμειναν οι εννέα. Οι 29 καταστράφηκαν από πυρκαγιές, οι 46 λεηλατήθηκαν. Ορδές βαρβάρων έκαψαν τις ελληνικές συνοικίες, λήστεψαν όποιον Έλληνα βρήκαν μπροστά τους και κατέστρεψαν τα ελληνικά μαγαζιά, αφού πρώτα άρπαξαν εμπορεύματα και εξοπλισμό. Ούτε οι σχολές γλίτωσαν. Αφαιρέθηκαν όσα μπορούσαν να μεταφερθούν, από τα ασημικά ως τα μολύβια του «Ζαππείου Παρθεναγωγείου» και της «Μεγάλης του Γένους Σχολής». Καταστράφηκαν εγκαταστάσεις ελληνικών εφημερίδων. 


Ήταν 6 Σεπτεμβρίου του 1955. Ξεκίνησε με την προβοκάτσια στο σπίτι του Κεμάλ στη Θεσσαλονίκη κι εξελίχθηκε στη νύχτα του μεγάλου πογκρόμ στην Πόλη, αρχή του τέλους για το εκεί ελληνικό στοιχείο.


Ματωμένη, με τις πληγές από τον εμφύλιο ορθάνοιχτες και στον απόηχο του διχασμού, η Ελλάδα μπήκε κλονισμένη στη δεκαετία του ’50:


Στις 5 Ιανουαρίου (1950), πρωθυπουργός ανέλαβε ο Τζον Θεοτόκης. Η άρση του στρατιωτικού νόμου δημοσιεύτηκε στις 9 του επόμενου μήνα. Οι εκλογές (22 Μαρτίου του 1951) ανέδειξαν κυβέρνηση με εναλλασσόμενους πρωθυπουργούς τον Νικόλαο Πλαστήρα και τον Σοφοκλή Βενιζέλο. Η Ελλάδα μπήκε στο ΝΑΤΟ στις 15 του Μαΐου (η απόφαση της Βουλής, 18 Φεβρουαρίου του 1952). Ο γραμματέας του παράνομου ΚΚΕ, Νίκος Ζαχαριάδης, καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο (1953). Αυτοκτόνησε στη Σοβιετική Ένωση. Στο μεταξύ, με το σύστημα (πλειοψηφικό με στενή περιφέρεια) των εκλογών του 1952 (16 Νοεμβρίου), ο Ελληνικός Συναγερμός του στρατηγού Αλέξανδρου Παπάγου έβγαλε 247 βουλευτές με το 49,2% των ψήφων. Πλαστήρας και Τσαλδάρης δεν κατάφεραν να εκλεγούν ούτε βουλευτές. Η κυβέρνηση προχώρησε στην υπογραφή βαλκανικού συμφώνου με την Τουρκία και τη Γιουγκοσλαβία (Άγκυρα, 28 Φεβρουαρίου του 1953), ενώ βελτίωσε και τις σχέσεις με τους λοιπούς γείτονες. Στις 2 Ιουνίου του 1954, η Αθήνα υποδεχόταν τον Τίτο. Στις 9 Αυγούστου, το βαλκανικό σύμφωνο μετατρεπόταν σε αμυντική συμμαχία.


Στην Τουρκία, οι εκλογές έγιναν στις 14 Μαΐου του 1950. Το κεμαλικό Λαϊκό κόμμα καταποντίστηκε. Πανίσχυρο με 408 έδρες, το Δημοκρατικό κόμμα ανάδειξε πρόεδρο της Δημοκρατίας τον Τζελάλ Μπαγιάρ και πρωθυπουργό τον Ατνάν Μεντερές. Είχε έρθει η δική τους ώρα για το μεγάλο φαγοπότι. Πρώτα όμως, έπρεπε να δείξουν τη συνέπειά τους στα δυτικά ιδεώδη.


Η Τουρκία μπήκε στο ΝΑΤΟ, έστειλε και 4.500 στρατιώτες στην Κορέα, υπέγραψε το «βαλκανικό σύμφωνο» κι έστησε το «Σύμφωνο της Βαγδάτης», έναν μουσουλμανικό κρίκο (Τουρκία, Ιράκ, Ιράν {τότε Περσία} και Πακιστάν, με διαιτητή τη Βρετανία) στην αλυσίδα ανάμεσα στο ΝΑΤΟ και το αντίστοιχό του στον Ειρηνικό, ΣΕΑΤΟ. 


Μετά, άρχισαν τις καταχρήσεις. Η αντιπολίτευση διαμαρτυρήθηκε λέγοντας περίπου ότι «κι εμείς φάγαμε αλλά όχι κι έτσι». Ο Μεντερές ανακάλυψε τους «αντεθνικώς δρώντες» κι άρχισε διωγμούς εφαρμόζοντας καταπιεστικά μέτρα, οι φτωχοί δεν έβρισκαν στον ήλιο μοίρα και τα σκάνδαλα συγκλόνιζαν τη χώρα. Ο Μεντερές έστρεψε τα πεινασμένα πλήθη στο μεγάλο «εθνικό θέμα της Κύπρου».


Αφότου ανέλαβε πρωθυπουργός της Βρετανίας, στα 1940, ο Ουίνστον Τσόρτσιλ μιλούσε για αυτοδιάθεση των λαών μετά τη νίκη στον πόλεμο εναντίον της χιτλερικής Γερμανίας, ενώ πάνω από 35.000 Κύπριοι κατατάχθηκαν στον βρετανικό στρατό. Η Αγγλία κατάργησε τους περιορισμούς που είχαν επιβληθεί στο νησί από το 1931. Στα 1946 επέτρεψε να επιστρέψει από την εξορία ο μητροπολίτης Κυρήνειας, Μακάριος. Το 1947 εκλέχτηκε αρχιεπίσκοπος (Μακάριος Β’). Οι αγγλικές υποσχέσεις είχαν λησμονηθεί. Άρχισε να εργάζεται με όλες του τις δυνάμεις για την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Από το 1948, στενό του συνεργάτη και συμπαραστάτη είχε τον Μιχάλη Μούσκο, επίσκοπο Κιτίου. Μαζί οργάνωσαν και διεκπεραίωσαν το δημοψήφισμα του 1950. Την ίδια χρονιά, ο αρχιεπίσκοπος πέθανε στα 80 του χρόνια. Νέος εκλέχτηκε ο Μιχάλης Μούσκος, που διάλεξε το όνομα Μακάριος Γ’.


Τα 224.747 «ναι στην ένωση με την Ελλάδα» του δημοψηφίσματος δεν αναγνωρίστηκαν από τους Άγγλους, το θέμα έφτασε στον ΟΗΕ, όπου παραμερίστηκε (http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.history&id=40318) και οι Κύπριοι πήραν τα όπλα. 


Ο ένοπλος απελευθερωτικός αγώνας ξεκίνησε τυπικά την 1η Απριλίου του 1955 με τη διακήρυξη της ΕΟΚΑ (Εθνικής Οργάνωσης Κυπρίων Αγωνιστών). Θέλοντας και μη, οι Βρετανοί αναγκάζονταν να αντιμετωπίσουν αυτό που ονομάστηκε «κυπριακό πρόβλημα». Ο και τότε πρωθυπουργός τους, 80χρονος Ουίνστον Τσόρτσιλ, παραιτήθηκε στις 5 Απριλίου. Ο διάδοχός του, Άντονι Ίντεν, χρησιμοποίησε την πανουργία της αγγλικής διπλωματίας, εφαρμόζοντας την πάγια τακτική του διχασμού. Από το πουθενά, οι Τουρκοκύπριοι, 18% του πληθυσμού στη μεγαλόνησο (81% οι Ελληνοκύπριοι), χρησιμοποιήθηκαν ως τουρκικό άλλοθι για τη διεκδίκηση του νησιού.


Στις 23 Αυγούστου του 1955, μόλις πέντε μήνες μετά την πρώτη προκήρυξη της ΕΟΚΑ, ο Ατνάν Μεντερές δήλωνε πως η Κύπρος ή θα έμενε κάτω από την αγγλική κυριαρχία ή θα δινόταν στη χώρα του. Στις αρχές Σεπτεμβρίου, μια τριμερής διάσκεψη ξεκινούσε τις εργασίες της στο Λονδίνο. Για τις 7 του μήνα, η τουρκική κυβέρνηση είχε δώσει άδεια να γίνει συλλαλητήριο «κατά των ιμπεριαλιστικών βλέψεων της Ελλάδας στην Κύπρο». Δε θα γινόταν ποτέ.


Μεσημέρι, 6 Σεπτεμβρίου του 1955, η εφημερίδα «Ινσταμπούλ Εξπρές» κυκλοφόρησε με τεράστιους τίτλους: 

ΙΣΤΟΡΙΚΑ: Ο «αγώνας δρόμου» για την πρώτη ατομική βόμβα

Η ατομική βόμβα Little Boy που έπεσε στη Χιροσίμα, λίγο πριν την φορτώσουν στο Εnola Gay.

EΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Του ΚΑΡΟΛΟΥ ΜΠΡΟΥΣΑΛΗ

Παρακολουθούσε μια τον εξηντάρη επιστήμονα που αγόρευε συνεπαρμένος και μια τον συνεργάτη του που χαμογελούσε θριαμβευτικά και κουνούσε επιδοκιμαστικά το κεφάλι του. 


Δεν καταλάβαινε τίποτα. Στο μυαλό του στριφογύριζαν οι εικόνες από διάφορα μεσαιωνικά βασανιστήρια και προσπαθούσε να φανταστεί, ποιο από αυτά θα διάλεγε για να εκδικηθεί εκείνους που τον είχαν πείσει να δεχτεί τον διάσημο φυσικομαθηματικό σε ακρόαση.


«Με παρακολουθείτε, κύριε πρόεδρε;».


Τινάχτηκε στην πολυθρόνα του και δικαιολογήθηκε: «Προσπαθώ, κύριε καθηγητά. Προσπαθώ».


Ο επιστήμονας επιχείρησε να τα κάνει πιο λιανά: «Είναι απλό, κύριε πρόεδρε. Αν εξαφανιστεί ένα γραμμάριο από οποιοδήποτε υλικό, θα προκληθεί ενέργεια ίση με 25.000.000 κιλοβατώρια. Αυτό, για παράδειγμα, γίνεται με τη διείσδυση ενός γρήγορου νετρονίου στον πυρήνα ενός ατόμου του ουρανίου 235. Έτσι, διαταράσσεται η ισορροπία στον πυρήνα, ο οποίος χωρίζεται σε δύο μέρη με συνολική μάζα μικρότερη από την αρχική. Η μάζα που λείπει, έχει μεταβληθεί σε τρομακτική ενέργεια. Μαζί της έχουν απελευθερωθεί και δυο τρία νετρόνια που κατευθύνονται σε άλλους πυρήνες, τους διασπούν και πάει λέγοντας, δημιουργώντας τις λεγόμενες αλυσιδωτές αντιδράσεις, για τις οποίες έχει γράψει αναλυτικά ο κύριος Λίο Σίρλαντ».


Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Φραγκλίνος Ντελάνο Ρούσβελτ, ανακάθισε πελαγωμένος.
«Και λοιπόν;», αναρωτήθηκε μεγαλόφωνα.


Ο Άλμπερτ Αϊνστάιν είχε συνηθίσει να μην τον καταλαβαίνουν. Εξήγησε: «Έχει αποδειχτεί πως τα άτομα του ουρανίου 235 και του πλουτωνίου έχουν την ιδιότητα να διασπώνται αυτόματα, όταν η μάζα τους γίνει μεγαλύτερη από ένα όριο που ονομάζουμε κρίσιμο. Δεν έχουμε, λοιπόν, παρά να βάλουμε σε μια θήκη δυο μάζες μικρότερες από το κρίσιμο όριο και να τις συνενώσουμε την κατάλληλη στιγμή σχηματίζοντας μια νέα μάζα μεγαλύτερη από το κρίσιμο όριο. Θα αποκτήσουμε την ατομική βόμβα».


Ναι, τώρα το πράγμα αποκτούσε κάποιο ενδιαφέρον.


«Μου μιλάτε για νέο όπλο;».


Τα μάτια του Αϊνστάιν έλαμψαν. Επιτέλους. Ο ακροατής του είχε αρχίσει να μπαίνει στο νόημα.


«Δεν πρόκειται για κάποιο νέο όπλο αλλά για ΤΟ όπλο», είπε με έμφαση: «Η ατομική βόμβα θα προκαλέσει έκρηξη ίση με αυτήν που μπορούν να πετύχουν 200.000 τόνοι νιτρογλυκερίνης. Αρκεί να πέσει μία για να τελειώσει ο πόλεμος».


Ο πρόεδρος Ρούσβελτ δεν είχε αναστολές.


«Φτιάξτε την», είπε και διέταξε τον συνεργάτη του να φροντίσει, ώστε ο επιστήμονας να έχει ό,τι ζητήσει.


Η γερμανοεβραϊκή οικογένεια Αϊνστάιν ζούσε στην Ουλμ, μια πόλη πάνω στον Δούναβη, στην περιοχή της Βυρτεμβέργης κοντά στα σύνορα με τη Γαλλία και την Ελβετία. Εκεί, γεννήθηκε ο Άλμπερτ Αϊνστάιν στις 14 Μαρτίου 1879. Πήγε σχολείο στο Μόναχο, όπου ο δάσκαλος των μαθηματικών τον άφησε στην ίδια τάξη συνιστώντας να παρατήσει τα γράμματα και να μάθει καμιά τέχνη. Ευτυχώς για την ανθρωπότητα, η οικογένεια μετακόμισε στην Ιταλία κι ο Άλμπερτ στην Ελβετία όπου τέλειωσε το γυμνάσιο. Μπήκε στο πανεπιστήμιο της Ζυρίχης, σπούδασε φυσικομαθηματικά, πήρε πτυχίο το 1902 και διδακτορικό δίπλωμα το 1905, σε ηλικία 26 χρόνων. Τότε ήταν που δημοσίευσε το πρώτο μέρος της θεωρίας της σχετικότητας.


Στα 1909, εκλέχτηκε έκτακτος καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Ζυρίχης, το 1911 τακτικός στο πανεπιστήμιο της Πράγας και το 1912 καθηγητής στο πολυτεχνείο της Ζυρίχης. Τον επόμενο χρόνο, έγινε μέλος της Ακαδημίας της Πρωσίας και καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Βερολίνου, όπου έμεινε σχεδόν είκοσι χρόνια. Στο διάστημα αυτό, η φήμη του μεγάλωνε όλο και πιο πολύ. Στα 1915, ανακοίνωσε το δεύτερο μέρος της θεωρίας της σχετικότητας και στα 1921 τιμήθηκε με το βραβείο νόμπελ.


Τα σύννεφα του ναζισμού είχαν αρχίσει να σκιάζουν τον γερμανικό ορίζοντα σαν ακόμα μακρινή απειλή για τους εβραίους, όταν το 1932 ο Αϊνστάιν προσκλήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Από εκεί, έστειλε στο Βερολίνο την παραίτησή του. Δίδαξε σε πολλά πανεπιστήμια, πήρε την αμερικανική υπηκοότητα (1940) κι έγινε καθηγητής του Πρίνστον. Ήταν υπέρμαχος της πνευματικής ελευθερίας αλλά και βαθιά ποτισμένος με τις σιωνιστικές ιδέες. Η απαλλαγή της ανθρωπότητας από τον Χίτλερ και τον ναζισμό τον απασχολούσε ιδιαίτερα.


Λίγες ημέρες πριν από την γερμανική εισβολή στην Πολωνία, τον Αύγουστο του 1939, αυτός και ο επίσης διάσημος φυσικός Λίο Σίρλαρντ, που από το 1933 είχε μιλήσει για την πυρηνική αλυσιδωτή αντίδραση, συνυπέγραψαν επιστολή προς τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Φραγκλίνο Ρούσβελτ. Τον προειδοποιούσαν ότι οι Γερμανοί εργάζονταν για την κατασκευή της ατομικής βόμβας, που θα ήταν ολέθρια για την ανθρωπότητα στα χέρια του Χίτλερ. Του ζητούσαν να χρηματοδοτήσει την κατασκευή της βόμβας και, όταν θα ήταν έτοιμη να δοκιμαστεί, να το πράξει σε κάποιο ερημονήσι, παρουσία εκπροσώπων από όλον τον κόσμο: Στη θέα του αποτελέσματος, ήταν βέβαιοι πως «ο εχθρός θα συνθηκολογήσει οπότε θα αποφευχθεί ο θάνατος χιλιάδων ανθρώπων και θα επιτευχθεί ειρήνη».


Στα 1941, μπόρεσε να δει τον πρόεδρο Φραγκλίνο Ρούσβελτ και να του προτείνει να κατασκευάσουν την ατομική βόμβα, χρησιμοποιώντας την πυρηνική ενέργεια. Ο Ρούσβελτ δέχτηκε κι ο Αϊνστάιν άρχισε να εργάζεται σε ένα μυστικό εργαστήριο.


Τον Μάρτιο του 1942, ένα μικρό καράβι έπλεε στη Βόρεια Θάλασσα με κατεύθυνση από την κατεχόμενη Νορβηγία προς τη Σκοτία. Οι αγγλικές υπηρεσίες το εντόπισαν και κινητοποιήθηκαν, επειδή φοβήθηκαν απόπειρα διείσδυσης κατασκόπων. Όμως, το μικρό πλοίο είχε ένα μόνο επιβάτη: Τον Έινερ Σκίναρλαντ, Νορβηγό αντιστασιακό. Ερχόταν να ειδοποιήσει ότι 160 χλμ. δυτικά από την πρωτεύουσα της Νορβηγίας, Όσλο, στην πόλη Βέρμοκ, οι Γερμανοί έβαλαν μπροστά ένα εργοστάσιο με σκοπό να παράγουν «βαρύ νερό».


Η είδηση αναστάτωσε Λονδίνο και Ουάσινγκτον, καθώς ήδη γνώριζαν πως η παραγωγή του μια μόνο χρησιμότητα μπορούσε να έχει εκείνη τη στιγμή: Την κατασκευή της ατομικής βόμβας. Αν οι Γερμανοί κατάφερναν κάτι τέτοιο, η νίκη θα ήταν δική τους.  


Ο Αϊνστάιν, που ρωτήθηκε, ύψωσε τα χέρια. Αν οι ναζί βρίσκονταν στο σημείο να παράγουν βαρύ νερό, σήμαινε ότι προηγούνταν από τους Αμερικανούς, που ακόμα βρίσκονταν μακριά από το στόχο τους. Ένας διπλός αγώνας δρόμου ξεκίνησε με στόχο την επίσπευση των ερευνών από τη μια και την καταστροφή του γερμανικού εργοστασίου από την άλλη.


Οχτώ μέρες αργότερα, ο Σκίναρλαντ περνούσε πάλι στην πατρίδα του για να ετοιμάσει το έδαφος σε μια αεροπορική επίθεση κατά του Βέρμοκ. Η επίθεση απέτυχε.


Τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς, στις ΗΠΑ, ο φυσικός Ρόμπερτ Οπενχάιμερ κλήθηκε ως επιστημονικός διευθυντής να τρέξει το «πρόγραμμα Μανχάταν»: Την κατασκευή της ατομικής βόμβας. 


Ξεκίνησε πυρετώδης δουλειά στην περιοχή Λος Άλαμος του Νέου Μεξικού, όπου στήθηκε μυστικός ερευνητικός σταθμός. Περίπου τρεις χιλιάδες επιστήμονες και υπαλληλικό προσωπικό έφτασαν να εργάζονται εκεί.


Το Νοέμβριο (πάντα το 1942), μια ομάδα 36 Άγγλων κομάντος αποβιβάστηκε στη Νορβηγία με αποστολή να καταστρέψει το εργοστάσιο των Γερμανών. Κι αυτή η αποστολή απέτυχε


Στις 28 Φεβρουαρίου 1943, μια νορβηγική αντιστασιακή ομάδα επανέλαβε το εγχείρημα αλλά δεν κατάφερε τίποτα. Αλώβητο το εργοστάσιο συνέχιζε να δουλεύει. 


Στις 16 Νοεμβρίου 1943, μια γιγάντια αμερικανική επιχείρηση με 158 βομβαρδιστικά αεροπλάνα χτύπησε το Βέρμοκ. Επτά πατώματα κάτω από την επιφάνεια της γης, το εργοστάσιο συνέχιζε να λειτουργεί. Στις αρχές του 1944, το βαρύ νερό ήταν έτοιμο.


Το μοιραίο λάθος οι Γερμανοί το έκαναν στις 20 Φεβρουαρίου 1944: 

1453-1821: 124 επαναστάσεις ενάντια στους Οθωμανούς


Ένας ταχυδρόμος έφερε το δυσάρεστο μήνυμα στην Υψηλή Πύλη, την 1η Μαρτίου του 1821: Ο υπασπιστής του τσάρου Αλέξανδρου Α’ της Ρωσίας, στρατηγός Αλέξανδρος Υψηλάντης, εδώ και πέντε μέρες, ξεσήκωσε τους Έλληνες της Μολδοβλαχίας σε επανάσταση και βοηθά και τους Βλάχους του Βλαδιμηρέσκου που επαναστάτησαν από τις 17 Ιανουαρίου. Για τον σουλτάνο Μαχμούτ Β’, το μήνυμα ήταν σαφές: Ο τσάρος παρασπόνδησε τη στιγμή που η Οθωμανική αυτοκρατορία είχε προβλήματα και προσπαθούσε να του πάρει κι άλλα εδάφη. Το ίδιο άλλωστε είχε κάνει και η μεγάλη Αικατερίνη, καμιά τριανταριά χρόνια πριν.


Με τον Αλή πασά επαναστατημένο και τους Σουλιώτες να έχουν γυρίσει στα μέρη τους και να ξαναχτυπούν τους Τούρκους στην Ήπειρο, με τους Μολδαβούς ξεσηκωμένους στον Δούναβη και με προβλήματα στην Περσία, στη Συρία (με τους Δρούσους), στην Αραβία (με τους σεΐχηδες) και στην Αίγυπτο που έδειχνε χωριστικές τάσεις, ένα του έλειπε του Μαχμούτ: Ν’ ανοίξει μέτωπο και με τους Ρώσους. Θα περνούσε καιρός, ώσπου να μάθει πως ο τσάρος δεν είχε καμιά σχέση. Ως τότε, η ασπίδα της επανάστασης θα κρατούσε τους Τούρκους μακριά από την Πελοπόννησο. Το σχέδιο της Φιλικής Εταιρείας πετύχαινε στο ακέραιο.


Στις 21 Φεβρουαρίου, οι Έλληνες είχαν την πρώτη τους «ανεπίσημη» σύγκρουση με τους Τούρκους, τους οποίους εξόντωσαν στο Γαλάτσι της Μολδαβίας. Στις 23 του μήνα, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης είχε απευθυνθεί «προς το έθνος της Μολδαβίας» διαβεβαιώνοντάς τους ότι οι Έλληνες θα σταθούν στο πλευρό τους. Ήταν 24 Φεβρουαρίου του 1821, όταν, στο Ιάσιο της Μολδαβίας, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης δημοσιοποίησε την προκήρυξή του με τίτλο «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος». Ήταν η προκήρυξη της επανάστασης. Άρχιζε με την αναγγελία: «Η ώρα ήλθεν, ω Έλληνες». Και κατέληγε: «Εις τα όπλα, λοιπόν, φίλοι, η Πατρίς μας προσκαλεί». Την ίδια μέρα, έγραφε στον τσάρο, ζητώντας τη βοήθειά του.


Τα νέα έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη την 1η Μαρτίου, μέρα που ο Υψηλάντης άφηνε το Ιάσιο και με 2000 επαναστάτες βάδιζε δυτικά, παραγγέλλοντας στους Έλληνες ναυτικούς, στο Γαλάτσι, ν’ αναπλεύσουν τον Δούναβη και να χτυπήσουν τα τουρκικά πλοία. Έφτασε στο Βουκουρέστι.


Αντιδρώντας, ο σουλτάνος Μαχμούτ ετοίμαζε θρησκευτικό πόλεμο φανατίζοντας τους Τούρκους. Προγραμμάτισε γενική σφαγή των χριστιανών. Όμως, ο ανώτατος θρησκευτικός αρχηγός των Οθωμανών, Χατζή Χαλίλ εφέντης, αρνήθηκε να υπογράψει τον φετφά. Την ίδια ώρα, 49 Φαναριώτες που κατείχαν ανώτατες θέσεις, υπέγραφαν κοινή δήλωση ότι «το γένος αγνοεί την επαναστατικήν εταιρείαν». Στις 23 Μαρτίου, διαβάστηκε στις εκκλησίες αμνηστία του σουλτάνου προς τους επαναστάτες, με την προϋπόθεση ότι θα κατέθεταν τα όπλα, και αφορισμός του Αλέξανδρου Υψηλάντη από το ορθόδοξο πατριαρχείο. Ο αφορισμός υπογράφηκε με τη σκέψη ότι έτσι θα γλίτωναν οι Έλληνες της Πόλης. Όμως, από τις 24 Μαρτίου, οι Τούρκοι άρχισαν να δολοφονούν όποιον είχε ίδιο όνομα με κάποιον επαναστάτη.


Έτσι κι αλλιώς, η επανάσταση δεν μπορούσε πια ν’ ανακοπεί. Την ημέρα, που οι επαναστάτες αφορίζονταν (23 Μαρτίου), η Μεσηνιακή Σύγκλητος ανήγγειλε την επίσημη έναρξη του Αγώνα, με την «προειδοποίησιν προς τας ευρωπαϊκάς αυλάς». Ανάλογη προκήρυξη επιδιδόταν στους προξένους των ευρωπαϊκών δυνάμεων, στις 26 Μαρτίου, από το Αχαϊκό Διευθυντήριο.


Ήταν ο 124ος ξεσηκωμός. Στα αμέτρητα χρόνια της σκλαβιάς, είχαν προηγηθεί 123 ξεσηκωμοί κατά των Τούρκων. Οι περισσότεροι, αυθόρμητοι κι απαράσκευοι. Όχι λίγοι, με προτροπή ξένων δυνάμεων που εγκατέλειπαν στην πορεία τους ξεσηκωμένους. Πνίγηκαν όλες στο αίμα.


Ήταν στα 1481, μόλις 28 χρόνια μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης, όταν ο Κορκόδειλος Κλαδάς και οι Μανιάτες αγωνιστές επαναστάτησαν. Έφτασαν ως την Ήπειρο κι απελευθέρωσαν την περιοχή της Χιμάρας. Αβοήθητος από τη Δύση, που τον είχε ενθαρρύνει, ο Κλαδάς αιχμαλωτίστηκε, εννέα χρόνια αργότερα, και γδάρθηκε ζωντανός.


Ήταν το 1489, όταν ο τελευταίος του βυζαντινού αυτοκρατορικού οίκου Ανδρέας Παλαιολόγος σήκωσε την επαναστατική σημαία στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα. Από το 1492, ο επαναστατικός άνεμος πήρε τη μορφή σταυροφορίας με σύμμαχο τον Κάρολο Η’ της Γαλλίας. Πέντε χιλιάδες επαναστάτες απελευθέρωσαν την Ήπειρο και μεγάλο μέρος της Θεσσαλίας. Ο αγώνας είναι τόσο δυνατός (γράφει ο Κωνσταντίνος Σάθας), ώστε οι Τούρκοι «αποσύρονται εκ των παραλίων και ετοιμάζονται να εγκαταλείψωσι την Κωνσταντινούπολιν». Όμως, συνασπισμός χριστιανικών κρατών συμμαχεί κατά του Καρόλου, που αναγκάζεται να γυρίσει στη Γαλλία. Αβοήθητοι, οι Έλληνες σφάζονται ανηλεώς. Το 1496, η επανάσταση έχει σβήσει.


Νέες επαναστατικές κινήσεις, από το 1525 ως το 1533, κατέληξαν στη σφαγή των Ελλήνων:


Στη Ρόδο, του μητροπολίτη Ευθυμίου και των προυχόντων. Στην Πελοπόννησο, των επαναστατών που εγκαταλείφθηκαν στη Μεθώνη από τους ιππότες της Μάλτας. Και, το 1565, πνίγεται στο αίμα ο ξεσηκωμός στην Ήπειρο, με αιτία το παιδομάζωμα.


Η ναυμαχία της Ναυπάκτου, το 1571 με την καταστροφή του τουρκικού στόλου, έδωσε νέες ελπίδες στους ραγιάδες. Η συμμαχία Ενετών, Ισπανών και πάπα ώθησε σε νέα επανάσταση. Οι ξεσηκωμένοι εγκαταλείφθηκαν για μια ακόμη φορά. Ακολούθησαν σφαγές στην Παρνασσίδα, στη Θεσσαλονίκη, στο Αιγαίο. Οι μητροπολίτες Πατρών και Θεσσαλονίκης κάηκαν ζωντανοί.


Νέος ξεσηκωμός στην Ακαρνανία και την Ήπειρο, το 1585: Οι αρματολοί της Βόνιτσας Θόδωρος Μπούας Γρίβας και της Ηπείρου Πούλιος, Δράκος και Μαλάμος ελευθέρωσαν Βόνιτσα, Ξηρόμερο, Άρτα και βάδισαν για τα Γιάννενα. Νικήθηκαν, όμως, και οι πολλοί σκοτώθηκαν. Ο Μπούας έφυγε στην Ιθάκη, όπου πέθανε υποκύπτοντας στις πληγές του. Εκατόν πενήντα χρόνια αργότερα, οι κλέφτες του Γιάννη Μπουκουβάλα πήραν εκδίκηση πολεμώντας τους προγόνους του Αλή πασά.


Από το 1609 ως το 1624, ο δούκας του Νέβερ της Γαλλίας και Έλληνες συνωμότες οργάνωσαν ένα φιλόδοξο σχέδιο για να διώξουν τους Τούρκους από την Ελλάδα και δημιούργησαν τη χριστιανική στρατιά που θα ενωνόταν με τους επαναστάτες. Το σχέδιο ποτέ δεν μπήκε σ’ εφαρμογή. Όμως, στα δεκαπέντε αυτά χρόνια, οι Μανιάτες επαναστάτησαν κάμποσες φορές, ενώ ο μητροπολίτης Τρίκκης Διονύσιος ξεσήκωσε τους χωρικούς και, το 1616, εκστράτευσε στα Γιάννενα και κυρίευσε την πόλη. Νικήθηκε τελικά, αιχμαλωτίστηκε και γδάρθηκε ζωντανός. Το 1659, ξέσπασε νέα επανάσταση των Μανιατών που κράτησε ως το 1667. Τρία χρόνια αργότερα, οι Στεφανόπουλοι και άλλοι Μανιάτες έφυγαν στην Κορσική.


Αλλεπάλληλοι ξεσηκωμοί των Ελλήνων, από το 1660, υποκινήθηκαν από τους Ενετούς. Ο Μοροζίνι ναυμαχούσε και πολεμούσε τους Τούρκους, ενισχυμένος από ενθουσιώδεις Έλληνες επαναστάτες. Πεθαίνει το 1694 στο Ναύπλιο αλλ’ ο ξεσηκωμός συνεχιζόταν. Το 1699, το βασίλειο της Πελοποννήσου πέρασε στους Ενετούς. Το κράτησαν ως το 1716, οπότε το ξαναπήραν οι Τούρκοι.


Όμως, από το 1711, μια ακόμη μεγάλη δύναμη ενεπλάκη στην Ελλάδα: