"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΙΑΡΧΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΙΑΡΧΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟΣΟΥΡΓΕΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Το γκελ της γελοιότητας

 

Του ΘΑΝΑΣΗ ΝΙΑΡΧΟΥ

Θυμάμαι τον Γιάννη Τσαρούχη που επαναλάμβανε συχνά – την είχε γράψει άλλωστε – τη φράση «ένας τρόπος υπάρχει για να καταργήσουμε τους κλέφτες, να τους περιφρονήσουμε».  

Φαινόταν, για τους περισσότερους, σαν ένα ακόμη παραδοξολόγημά του αν και δεν ήταν λίγοι όσοι το κατανοούσαν σαν μια αλήθεια, που σε μια πρώτη ανάγνωση σήμαινε πως αφού όσοι τρόποι είχαν δοκιμαστεί προκειμένου να εκλείψουν οι κλέφτες, είχαν αποτύχει, είχε έρθει η ώρα να επιχειρηθεί ένας τρόπος που, αν και φαινομενικά ο πιο ανίσχυρος, δεν αποκλειόταν να αποδειχθεί ο πιο αποτελεσματικός. Μας ξαναήρθε έντονα στον νου η φράση αυτή παρακολουθώντας τον τελευταίο καιρό, μια κυριολεκτικά αποθεωτική στην ουσία αντίδραση, έστω και αν γίνεται με τον μανδύα μιας καταπελτικής κριτικής, για νεόκοπα πρόσωπα της πολιτικής μας ζωής, έστω και αν η καταγωγή τους θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως καλλιτεχνική – ο Θεός να την κάνει.

Χρειάζεται να δηλωθεί από την αρχή και απερίφραστα πως οποιαδήποτε συμπεριφορά χαρακτηρίζεται με τόσο καταιγιστικό δημόσια τρόπο ως γελοία, δεν αποβαίνει ποτέ σε βάρος του γελοιοποιούμενου -πολύ περισσότερο όταν ο τελευταίος φαίνεται να έχει υπολογίσει με κινήσεις μελετημένες σε αυτήν – διαφορετικά γιατί θα φορούσε ένα πουκάμισο με σαράντα παπαγαλάκια – τα μέτρησε ο συνάδελφος Κώστας Γιαννακίδης – και όχι ένα λευκό, γαλάζιο ή γκρι πουκάμισο;  

Να σοβαρευτούμε και μάλιστα επειγόντως.

Οταν η γελοιότητα υπογραμμίζεται με έναν τόσο εκκωφαντικό τρόπο, γίνεται για τους ανεγκέφαλους, τους αφελείς και τους νοσηρά φιλόδοξους (που δεν φαίνεται να είναι και λίγοι) απεράντως περισσότερο επιθυμητή σε σχέση με τη σοβαρότητα – τόσο περισσότερο που η τελευταία φαντάζει και σχετικά έστω αντιπαθής καθώς πρόκειται για μια έννοια κατεστημένη. Με την επιπλέον δυσάρεστη συνέπεια σε σχέση με την καταγγελλόμενη γελοιότητα, να μπορεί να χαρακτηρίζεται η τελευταία ως μια αντικατεστημένη και προοδευτική έκφραση.

Χρειάζεται μεγάλη προσοχή όταν επιλέγεις το ποιους αξίζει τον κόπο να κρίνεις και να κατακρίνεις, γιατί διατρέχεις τον κίνδυνο αν και θεωρείς τον εαυτό σου απέναντί τους, να έχεις εξελιχθεί στον καλύτερο τους σύμμαχο. Και ενώ νομίζεις πως τους έχεις του χεριού σου, να είναι αυτοί που σε χειρίζονται τελικά στην έστω πολύ αγνή – αν και όχι πάντα – πρόθεσή σου να διορθώσεις τα κακώς κείμενα. Οταν οι δημόσιες συνθήκες έχουν διαμορφωθεί με τρόπο ώστε η καταγγελλόμενη γελοιότητα να λειτουργεί ως διαφήμιση, επόμενο είναι αντί για τη συρρίκνωσή της να έχουμε μια γιγάντωσή της και μάλιστα ανεξέλεγκτη.

Μέσα σε μια κοινωνία – όχι μόνο την ελληνική αλλά και την παγκόσμια – με τη δημοσιότητα να συνιστά αφ’ εαυτής μια αξία – ανεξάρτητα με τον τρόπο που έχει κατακτηθεί – χρειάζεται αν μη τι άλλο, μια αναθεώρηση ως προς τα μέσα ελέγχου, επιδοκιμασίας ή κατακεραύνωσής της. 

Η πολύ σωστή και έντιμη στάση των ελεγκτικών, δημοσιογραφικώς κυρίως, μηχανισμών, πως δεν μπορεί να παραμένει ασχολίαστη οποιαδήποτε συμπεριφορά αποκτά δημόσιο χαρακτήρα, είχε νόημα όταν η συμπεριφορά αυτή δεν οργανωνόταν συνειδητά προκειμένου να επισύρει τη μήνιν ή την κατακραυγή τους. 

Εκτός και αν δεχτούμε...

 

ΚΟΙΝΩΝΙΑ: «Εικόνα σου είμαι…»

 

Του ΘΑΝΑΣΗ ΝΙΑΡΧΟΥ

«Και μέσα από την κόλασή μου / στο φωνάζω / εικόνα σου είμαι κοινωνία / και σου μοιάζω».

Αιφνιδιαστικά μας ήρθαν στο μυαλό οι στίχοι αυτοί από το ποίημα «Αμαρτωλό» (ένα ιδιαίτερα δημοφιλές ποίημα της πεζογράφου Γαλάτειας Καζαντζάκη που έχει μάλιστα μελοποιηθεί), παρακολουθώντας τον συμμετέχοντα σε ένα τηλεπαιχνίδι να απαντά με άνεση σε μια από τις ερωτήσεις της παρουσιάστριας.  

Η ερώτηση ήταν ποιο είναι το επάγγελμα ενός «επεισοδιακού» και «πασπαρτού» προσώπου σε διάφορες τηλεοπτικές εκπομπές, για να ακουστεί η απάντηση: «Κομμωτής».

Ενώ στην αμέσως επόμενη ερώτηση «ποιο ήταν το όνομα της μητέρας της Ιφιγένειας» (της αρχαίας), η παρουσιάστρια εισέπραξε ως απάντηση από τον ίδιο συμμετέχοντα μια παρατεταμένη βουβαμάρα

Αυτό που σκέφτεται κανείς είναι (η παρατήρηση δεν περιέχει κανενός είδος ρατσισμό) πώς θα ήταν δυνατόν οποιοσδήποτε γνωρίζει την κύρια επαγγελματική ιδιότητα ενός τηλεοπτικού προσώπου (που δεν είναι δα και η Μενεγάκη ή η Σκορδά) θα μπορούσε να γνωρίζει το όνομα της Κλυταιμνήστρας (είναι και δυσκολοπρόφερτο).

Αναρωτιέται κανείς γιατί μπορεί να σηκώνει τους ώμους ή να σχολιάζει χαλαρά ένα περιστατικό όταν με μια λάθος απάντηση που δίνεται, ή που δεν δίνεται, δεν εκτίθεται απλώς μόνο ο άνθρωπος που την εκστομίζει ή δεν την εκστομίζει, αλλά και ένας ολόκληρος κόσμος που θα ήταν σε θέση να απαντήσει σωστά πρόθυμα όμως χρησιμοποιούμε γι’ αυτόν την καταδικαστική απόφανση «μήπως δεν είναι πάρα πολλοί που δεν θα το γνωρίζουν;».

Η συκοφαντία που φαίνεται συνήθως να έχει ως στόχο ένα συγκεκριμένο άνθρωπο, γίνεται απείρως πιο αποτελεσματική όταν αναφέρεται σε ένα σύνολο άγνωστων ανθρώπων, μεγάλο ή μικρό αδιάφορο, αφού έστω και ως θεωρητική υπόσταση τους καθιστά ύποπτους στα μάτια μας, με αποτέλεσμα να επιφυλασσόμαστε σε πρόσωπα κάθε άλλο παρά άξια επιφύλαξης – το αντίθετο θα έλεγε κανείς. Αν κάθε καταδικαστέα πράξη μέσα στον κόσμο παραμένει για τη συνείδησή μας τρομακτική, δεν είναι γιατί τη χρεώνεται αποκλειστικά ο άνθρωπος που την εκτελεί. Είναι γιατί απηχεί τη συναίνεση και τη συγκατάθεση ενός μεγάλου αριθμού ανθρώπων που δεν αποκλείεται στην πραγματικότητα η αποστροφή τους να είναι εξίσου μεγάλη όση και εκείνων που εκφράζονται εναντίον της με στεντόρεια φωνή.

Δυστυχώς οι άνθρωποι δεν μπορεί την κάθε στιγμή να είμαστε σε επαφή με το «όλον». Η απρεπής συμπεριφορά ενός υπαλλήλου σε ένα κατάστημα τροφίμων ή η βάρβαρη συμπεριφορά ενός οδηγού ταξί μονοπωλούν τη συνείδησή μας σαν να είναι τα μοναδικά δυσάρεστα περιστατικά που συμβαίνουν την ίδια στιγμή στον κόσμο. Αντίθετα, η μεγάλη εικόνα του κόσμου είτε περιλαμβάνει τον πόλεμο στην Ουκρανία είτε τη βάρκα με τους εκατόν πενήντα υποψήφιους να χαθούν λαθρομετανάστες δεν μας εξοργίζουν όσο κάτι απείρως μικρότερης σημασίας παρατηρούμε δίπλα μας ή συμβαίνει στους ίδιους.  

Οσο και αν θέλουμε να πιστεύουμε πως είμαστε όλοι οι άνθρωποι συγκοινωνούντα δοχεία, υποχρεωνόμαστε συχνά...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΣΥΡΙΖΟΑΓΡΑΜΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Οι λέξεις είναι πολιτισμός

 

Του ΘΑΝΑΣΗ ΝΙΑΡΧΟΥ

Μην ξεχνάμε πως οι λέξεις είναι πολιτισμός. Ακόμη και μια λέξη που εκφράζει μια απεχθή ή μισητή έννοια, αφού έχει μορφοποιήσει κάτι που υπάρχει, έχει δώσει υπόσταση σε κάτι που αν δεν το γνωρίζαμε, ενδεχομένως δεν θα μπορούσαμε και να το αντιμετωπίσουμε. Πόσο μάλλον μια λέξη που από συστάσεώς της, ως έννοια, αποδίδει κάτι υψηλό, ευγενικό, σαν ιδεώδες να πούμε.
 

Οπως για παράδειγμα η λέξη «αλληλεγγύη» που, κατά τον Γεώργιο Μπαμπινιώτη, σημαίνει «τη σχέση αμοιβαίας ηθικής ή υλικής στήριξης μεταξύ ατόμων, συνήθως στο πλαίσιο ενός συνόλου, π.χ. οικογένειας, ομάδας, τάξης».  

Ομως στο θέμα μας

Ακούσαμε πριν από λίγες μέρες τον εκπρόσωπο Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ να λέει πως το κόμμα του «ρίχνεται στη μάχη της αλληλεγγύης προκειμένου να βοηθήσει τους πυρόπληκτους». Δεν χρειάζεται να προσπαθήσει πολύ για να θυμηθεί κανείς πως το έναυσμα ώστε η λέξη «μάχη» να χρησιμοποιείται για «ψύλλου πήδημα» εδώ και είκοσι έξι χρόνια υπήρξε ο Ανδρέας Παπανδρέου με το «δίνει μάχη για τη ζωή του». Τώρα τι είδους μάχη είναι αυτή που δίνει κανείς όταν εκείνο που του συμβαίνει δεν το επέλεξε ο ίδιος, αλλά του ήρθε κατακέφαλα, εξ ουρανού, και επομένως δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά, δεν φαίνεται να το αναρωτιέται κανείς που συνειδητοποιεί τις λέξεις ως ξέφραγο αμπέλι, φτάνει να ηχούν ως εύσημα.

Μακάρι να ήταν μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ που θα μπορούσε να κατηγορηθεί για την άστοχη χρήση μιας λέξης. Δυστυχώς όλα τα κόμματα ανεξαιρέτως φαίνεται να πιστεύουν πως όσο πιο στρογγυλεμένες και αξιοπρεπώς εκφέρονται οι λέξεις τόσο πιο υποφερτή γίνεται η πραγματικότητα, ενώ αντίθετα όσο πιο βάρβαρες και εκχυδαϊσμένες ακούγονται τόσο πιο ουσιαστική είναι η κριτική που της γίνεται (της πραγματικότητας).  

Ωστόσο αν απομονώνουμε σήμερα τη «μάχη της αλληλεγγύης» είναι γιατί στον συνδυασμό τους φαίνεται να δεινοπαθούν εξίσου και οι δύο λέξεις. Η λέξη «μάχη», καθώς προϋποθέτει οργάνωση και προπαντός μια εμπόλεμη συνθήκη, δεν θα μπορούσε ποτέ να εγγυηθεί την αξιοποίηση και την άνθηση μιας λέξης όπως η «αλληλεγγύη», που φτάνει όχι μόνο στο αποκορύφωμά της, αλλά ακόμη και στους πρόποδες της εννοιολογικής της υπόστασης, όταν φέρνει στην επιφάνεια μια αυθόρμητη ανάγκη να υπάρξεις εσύ ο ίδιος χάρη στη βοήθεια που προσφέρεις σε έναν άλλον ή σε κάποιους άλλους ανθρώπους.

Η αλληλεγγύη έχει νόημα όταν υπάρχει χωρίς καμιά λογική επεξεργασία και όχι γιατί χρειάστηκε να ξεπεράσει κανείς τα μύρια όσα εξωτερικά ή εσωτερικά εμπόδια προκειμένου να την εκφράσει ως μια μορφή μάχης. 

Διαφορετικά...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Μεταξουργείο, ώρα 1 π.μ.

 

Του ΘΑΝΑΣΗ ΝΙΑΡΧΟΥ

Μία ώρα μετά τα μεσάνυχτα, σε διανυκτερεύον self service εστιατόριο της πλατείας Μεταξουργείου, ο ηλικιωμένος πελάτης έχει καθίσει σε ένα τραπεζάκι τοποθετημένο στην αριστερή πλευρά της εισόδου του καταστήματος και μάλλον ανόρεχτα τρώει το κοτόπουλο με τα μακαρόνια, χωρίς να αγγίζει τη μερίδα το ψωμί που, αν και δεν το ζήτησε, ο υπάλληλος τοποθέτησε πάνω στον δίσκο.

Στα σκορπισμένα στο πεζοδρόμιο οκτώ τραπεζάκια με τους δώδεκα ακριβώς θαμώνες που, είτε μόνοι τους είτε κατά ζεύγη, καταλαμβάνουν, θα έλεγες πως μάλλον ένα πρόσχημα υπήρξε η «στάση» τους για φαγητό, έτσι όπως όλοι τους κοιτάζουν απλανώς μπροστά τους ή προς τα πάνω. Ωστόσο είναι παρατηρημένο σε όλους τους αντίστοιχους χώρους πως πρόκειται για μιαν ώρα που, αν και δεν φαίνεται να προμηνύει οτιδήποτε, θα συμβεί πάντα κάτι ώστε τη βραδιά όχι απλώς να τη θεωρείς αξιομνημόνευτη, αλλά κάθε φορά που θα επανέρχεται μέσα σου να θυμάσαι με ακρίβεια το τι είχες αισθανθεί και πρωτίστως το τι είχες σκεφθεί.

Σε όσο χρόνο χρειάστηκε – ενάμισι περίπου λεπτό – προκειμένου ο ηλικιωμένος πελάτης να μπει στο κατάστημα, να ζητήσει μερικές χαρτοπετσέτες και να επιστρέψει στο τραπεζάκι «του», ένας ρακένδυτος, γενειοφόρος περαστικός είχε κυριολεκτικά «ριχτεί» στο πιάτο με το κοτόπουλο και τα μακαρόνια και αφού τα είχε καταβροχθίσει, με το στόμα του να παραμένει μπουκωμένο, απομακρυνόταν κρατώντας σφιχτά στη χούφτα του τη μερίδα το ψωμί που είχε μείνει ανέγγιχτη πάνω στον δίσκο. 

Κανείς από τους πέντε θαμώνες που υπήρξαν οι πλησιέστεροι μάρτυρες του περιστατικού δεν έδειξε στον «δράστη», προς τιμήν τους, πως αντελήφθη την κίνησή του, ενώ με έναν εξίσου νοήμονα τρόπο διασταυρώθηκε το βλέμμα τους με το βλέμμα του ανθρώπου του ήδη χορτάτου με το ένα τρίτο της ποσότητας που είχε προλάβει να καταναλώσει σε σχέση με το κοτόπουλο και τα μακαρόνια.

Οσο και αν θεωρούμε φυσικό να μας ταράζει ένα περιστατικό πολύ περισσότερο όταν το διαπιστώνουμε «ιδίοις όμμασι», δεν παύει να αναρωτιέται κανείς γιατί αυτή η ταραχή δεν κατορθώνει να μεταστοιχειωθεί σε μια συνείδηση αν όχι αποτρεπτική τουλάχιστον υπονομευτική ενός καθεστώτος που, έστω και αν δεν είναι η καθημερινότητά μας, ξέρουμε πολύ καλά πως υπάρχει. Και επιπλέον τι είναι αυτό που μας μεταβάλλει με τόση μάλιστα προθυμία, από πλευράς μας, σε αναξιοπρεπείς ώστε να ενδιαφερόμαστε, για παράδειγμα, για το ιωβηλαίο της βασίλισσας Ελισάβετ, να επιδιώκουμε δηλαδή, έστω σε πληροφοριακό επίπεδο, τη «σχέση» με ένα άτομο που δεν θα αποκτήσουμε ποτέ την ελάχιστη επαφή μαζί του, ή αν συνέβαινε να υπάρξει μια φευγαλέα έστω επαφή, θα του ήταν μια σκέτη ενόχληση;

Πώς γίνεται να οργανωνόμαστε εσωτερικά ώστε να ενδιαφερόμαστε με έναν λυσσαλέο μάλιστα τρόπο για ένα άτομο επώνυμο που δεν έχει την ανάγκη μας και να είναι τόσο δύσκολο...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Καλομαθημένοι - Η δεκαετία του '60 και η Ελλάδα

Του ΘΑΝΑΣΗ ΝΙΑΡΧΟΥ

Oσους μας παρέλαβε η αρχή της δεκαετίας του ’60 ως εφήβους για να μας παραδώσει στα τέλη της σε νεανική ηλικία, έστω και με τη μεσολάβηση της χούντας, που ήθελε τέσσερα ακόμη χρόνια για να «ολοκληρωθεί», μπορούμε να λογαριαζόμαστε μια ιδιαίτερα τυχερή γενιά κατά τούτο:Ηταν τόσα τα σημαντικά πολιτικά, κοινωνικά και καλλιτεχνικά γεγονότα στον κόσμο ολόκληρο, και στον τόπο μας αναμφισβήτητα, ώστε δεν υπήρχε περίπτωση ακόμη και ο πιο ανυποψίαστος ή μακάριος να φανταστεί πως όταν θα αναπολούσε μετά από χρόνια τη ζωή του, θα το έκανε απαριθμώντας «κατακτήσεις» που θα είχανε ως σημείο αναφοράς τον ίδιο και τα έργα του.Ηταν τόσο καταλυτικά όσα συνέβαιναν σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά και στον τόπο μας, όπως σημειώσαμε, ώστε δικαιολογημένα ο καθένας να λογαριάζει πως το «βιογραφικό» του θα μπορούσε να συγκροτηθεί με αναφορά την προσωπική του ένταξη, πρακτική ή πνευματική, είτε επρόκειτο για τους «Λαμπράκηδες» είτε για το «Πέρσι στο Μάριενμπαντ» του Αλέν Ρενέ, και δευτερευόντως αν έχτισε ένα σπίτι, αν έγραψε ένα βιβλίο ή αν έκανε διακοπές στη Θάσο, στη Σαντορίνη ή στις Μαλδίβες. Οσους μάλιστα είχανε αντίστοιχες φιλοδοξίες φάνταζαν στα μάτια μας ως αποδιοπομπαίοι μικροαστοί που το μέλλον θα τους έκανε να οικτίρουν τους εαυτούς τους, ενώ όλοι οι υπόλοιποι θα είχαμε δικαιωθεί όσον αφορά τις επιλογές μας.

Τόση ήταν μάλιστα η βεβαιότητα ως προς την εξέλιξη που προσδοκούσαμε ώστε ό,τι εξαιρούνταν ενός μέλλοντος διαφορετικού σε σχέση με το παρόν που βιώναμε, αλλά ταυτόχρονα εξίσου δημιουργικού για όλους τους ανθρώπους, να λογαριάζεται ως συνωμοσία συντηρητικών, καταχθόνιων δυνάμεων.  

Ρομαντισμός, αφέλεια ή άγνοια, οτιδήποτε και αν μας καταλογιστεί ως χαρακτηριστικό για τα χρόνια της δεκαετίας του ’60, ποιος δεν θα ορκιζόταν με το χέρι στην καρδιά πως η συνέχεια, όσο διορατικός και αν ήταν, δεν θα μπορούσε όχι μόνο να την υπολογίσει αλλά ούτε καν να τη φανταστεί. 

Οταν τη δεκαετία του ’50 και του ’60 οι γονείς μας και οι γιαγιάδες μας είχανε την ευαισθησία, αν υπήρχε κάποια ευμάρεια στην οικογένεια, εμείς τα παιδιά να τρώμε το απογευματινό κολατσιό – φέτες ψωμί αλειμμένες με βούτυρο – μέσα στο σπίτι, πριν βγούμε να παίξουμε στον δρόμο ώστε να μην προκαλούμε ή να κάνουμε τα άλλα παιδιά να ζηλέψουν, που τρώγανε σκέτο το ψωμί με λίγη ζάχαρη από πάνω, ποιος θα το φανταζόταν ότι ένας ολόκληρος κόσμος σήμερα θα οργανωνόταν προκειμένου να επιδεικνύει ανερυθρίαστα επί 24ώρου βάσεως τις γαστρονομικές του απολαύσεις σε ανθρώπους – τους έχουμε όλοι μας δει – που ψάχνουν το φαγητό τους στα σκουπίδια;

Δύο φράσεις, ανάμεσα σε πολλές άλλες, είχαν κυκλοφορήσει ευρέως και κάθε άλλο παρά συνωμοτικά τη δεκαετία του ’60. 

 Η μία, αγνώστου καταγωγής – είχε δημοσιευθεί στην «Επιθεώρηση Τέχνης» – έλεγε «δεν μπορεί να είσαι χορτάτος παρά μόνο τη στιγμή που όλοι θα έχουνε χορτάσει, δεν μπορεί να είσαι ελεύθερος παρά μόνο τη στιγμή που όλοι θα είναι ελεύθεροι». 

Η δεύτερη ανήκει στον Γιώργο Θεοτοκά και έλεγε... 

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Συνοικία ο εφιάλτης

 

Του ΘΑΝΑΣΗ ΝΙΑΡΧΟΥ

Είχε γυριστεί τη δεκαετία του ’60 μια ταινία που, έστω και αν δεν παίζεται συχνά στην τηλεόραση, η ανάμνησή της για όσους την είχαν δει παραμένει εντονότατη, ανεξίτηλη.  

«Συνοικία το όνειρο» ήταν ο τίτλος της. Σε σενάριο του μέγιστου ποιητή Τάσου Λειβαδίτη και του πεζογράφου Κώστα Κοτζιά, με τον Αλέκο Αλεξανδράκη να υπογράφει τη σκηνοθεσία και να παίζει τον πρωταγωνιστικό ρόλο και με μια πλειάδα λαμπρών ηθοποιών, όπως η Αλίκη Γεωργούλη, η Αλέκα Παΐζη, ο Μάνος Κατράκης, ο Βάσος Ανδρονίδης, η Αθανασία Μουστάκα και η Σαπφώ Νοταρά. Αναμφισβήτητα εξίσου πρωταγωνιστικός υπήρξε ο ρόλος της μυθικής πια μουσικής του Μίκη Θεοδωράκη.  

Η ταινία είχε γυριστεί εξ ολοκλήρου στην περιοχή του Ασυρμάτου (τα σημερινά Κάτω Πετράλωνα) και, παρά τον τίτλο της, έλαμπε χάρη σε έναν προβληματισμό που κάθε άλλο παρά συνοικιακού πνεύματος ήταν. 

Ο όρος «οικουμενικότητα» δεν ήταν ακόμα σε «κυκλοφορία» και έφτανε να τον χρησιμοποιήσει κανείς για να χαρακτηριστεί κομμουνιστής. Τι καιροί, Θεέ μου! Χρειάστηκε να περάσουν εξήντα χρόνια όχι απλά για να νοσταλγήσουμε μια ταινία, όσο για να συνειδητοποιήσουμε με πόσο ανάποδο τρόπο εξελίχθηκαν τα πράγματα. Τόσο ανάποδο ώστε θα ήταν αδύνατον να τον υπολογίσει κανείς όταν οραματιζόταν ή, για να χαμηλώσουμε τους τόνους, πως για να ανθίζει στα 1962 ένα δυνατό ενδιαφέρον για το τι συμβαίνει σε μια δοκιμαζόμενη περιοχή της πρωτεύουσας όπως η Αθήνα, εξήντα χρόνια αργότερα το ενδιαφέρον θα είχε εξελιχθεί σε μια πλήθουσα πραγματικότητα.

Δεν έχεις παρά να ρίξεις μια ματιά, ή έστω δειγματοληπτικά, στην πλειοψηφία των σίριαλ που προβάλλονται στην τηλεόραση. Σχεδόν σαν να μην υπάρχει τίποτα άλλο παρά οι διαπροσωπικές σχέσεις όπως εξελίσσονται μέσα σε ένα δωμάτιο διαμερίσματος, και μάλιστα σχέσεις που «εγγυώνται» τη σπουδαιότητα της σημασίας τους η ξεσυνέρια και η μιζέρια, η τριβή ανάμεσα σε νεαρά κυρίως ζευγάρια με την αποθέωση του «πού πήγες;», «τι έκανες;», «ποιον είδες;», «με ποιον ήσουν;», «γιατί άργησες;», «καλά, πάλι θα ξαναβγείς;». Χώρια μια κλειστή πόρτα που τη χτυπάει αιφνίδια κάποιος, ή κάποιος κρυφακούει πίσω της ώστε θα έλεγες πως τείνει να γίνει η sine qua non προϋπόθεση για την επιτυχία ενός σίριαλ. Ουδέποτε η ελληνική κοινωνία παραστάθηκε μάρτυρας μιας ακένωτης ασημαντολογίας που, επιπλέον, παρουσιάζεται ως προϋπόθεση ενός υψηλού επιπέδου, κοινωνική συνθήκη, και ενός αδιαμφισβήτητου πολιτικού αναβαθμού.

Το αδιέξοδο των αδιεξόδων. 

Το τίποτε αντικαθίσταται καθημερινά από το τίποτε, χωρίς να μπορεί επιπλέον να υπολογίζει κανείς σε έναν φυσιολογικό κορεσμό, όπως συμβαίνει πάντα όταν τα πράγματα γίνονται πομπωδώς και ακατασχέτως πανομοιότυπα και ίδια. Με το να δέχεσαι ως μάννα εξ ουρανού, ιδιαίτερα στην περιοχή της τέχνης, ό,τι συμβαίνει να το γνωρίζεις από πρώτο χέρι, κάτι δηλαδή που θα συμβεί έτσι κι αλλιώς σε όλες τις σχέσεις και σε όλα τα περιβάλλοντα, μεταφέρεσαι χωρίς να το συνειδητοποιείς βαθμιαία σε μια συνθήκη που οτιδήποτε άλλο διεκτραγωδείται στον ευρύτερο ορίζοντά σου χάνει την αιχμηρότητά του, γίνεται σχεδόν κάτι γραφικό.  

Ο υγιής κοσμοπολιτισμός που χαρακτήριζε ακόμα και πρωτόλειες μορφές τέχνης τη δεκαετία του ’60, έχει αντικατασταθεί με...

 

ΚΟΙΝΩΝΙΑ και ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΣΟΥΡΓΕΛΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ζώνη αγνότητας

 

Του ΘΑΝΑΣΗ ΝΙΑΡΧΟΥ

Θα τη χαρακτήριζε κανείς ως μια ιδιότυπη «ζώνη αγνότητας» που επιτρέπει σε ένα ολόκληρο σώμα να προσβάλλεται, να δηλητηριάζεται, να δοκιμάζεται με λογής δραματικές περιπέτειες, μια ορισμένη όμως περιοχή του να παραμένει αμόλυντη και ανεπηρέαστη από οτιδήποτε συμβαίνει γύρω του. Και αν υπήρξε μια τέτοια ζώνη αφορά σε εποχές που η υποκρισία τουλάχιστον σε θέματα ηθικής λογαριαζόταν προτιμητέα σε σχέση με μια ειλικρίνεια οπωσδήποτε πιο λυτρωτική γενικότερα για τις ζωές των ανθρώπων.

Μοιάζουν φαινομενικώς άσχετα μεταξύ τους τα καταγγελλόμενα περιστατικά, αλλά όσο και αν τοποθετούνται σε μιαν απόσταση το λιγότερο είκοσι χρόνων ανάμεσά τους, διαφέρουν τόσο όσο δυο σταγόνες νερό. Για χρόνια στην είσοδο του Δήμου Δάφνης, όπως ερχόσουν από την οδό Βουλιαγμένης, στο ύψος μιας μικρής πλατείας υπήρχε μια πινακίδα όπου διάβαζες με τεράστια μαύρα γράμματα: «Αποπυρηνικοποιημένη περιοχή». Δεν μπορεί να ξέρει κανείς σε ποιον βαθμό λειτούργησε αποτρεπτικά η υπογράμμιση της Δάφνης ως αποπυρηνικοποιημένης περιοχής και σε ένα ενδεχόμενο -όπως δεν αποκλείεται να παρουσιάστηκε μέσα στα χρόνια της πολυετούς παρουσίας της πινακίδας – να είχε κινδυνεύσει η Αττική με την εγκατάσταση μιας πυρηνικής μονάδας, αλλά η Δάφνη διαφύλαξε την προνομιούχα απομόνωσή της.

Θα ήταν ανακουφιστικό να μάθαινε κανείς πως έχει συμβεί κάτι αντίστοιχο, όσο και αν ταυτόχρονα δεν μπορείς να μη σκεφτείς πώς θα ήταν δυνατόν μια πρωτεύουσα ή ένα λεκανοπέδιο να έχει μεταβληθεί σε ένα πυρηνικό Κούγκι και μια περιοχή να έχει παραμείνει ανέπαφη επειδή κάτι τέτοιο υπήρξε απόφαση ενός δημοτικού συμβουλίου. Οταν η εγχώρια και η διεθνής επικαιρότητα «τρέχουν» με χίλια, φαίνεται ως ένα βόλεμα το να αρπάζεται κανείς από περιστατικά που έχουν συμβεί πριν από είκοσι, δέκα, πέντε ή και έναν ακόμη χρόνο προκειμένου να γράψει το εβδομαδιαίο του άρθρο. Θα μπορούσε λοιπόν να χαρακτηριστεί ακόμη και υπεκφυγή ο σχολιασμός της «αποπυρηνικοποιημένης ζώνης» του Δήμου Δάφνης, αν δεν συνδυαζόταν με ένα άλλο περιστατικό που συνέβη μόλις πριν από δύο μήνες.

Ηταν η κατηγορηματική δήλωση ενός μεσήλικα στις τηλεοράσεις, με αφορμή μια ομάδα ανήλικων νεαρών σε ένα βόρειο προάστιο της πρωτεύουσας που για άγνωστους λόγους ξυλοκόπησε άγρια έναν συμμαθητή της. Απορούσε ο πενηνταπεντάχρονος κάτοικος του προαστίου πώς είναι δυνατόν να συμβαίνει κάτι τέτοιο σε μια περιοχή «που δεν είχε παρουσιάσει κανένα αντίστοιχο κρούσμα στο παρελθόν». Για να συμπεράνει πως «επρόκειτο μάλλον για παιδιά που είχαν μεταναστεύσει στο βόρειο προάστιο από τις δυτικές συνοικίες της Αθήνας».

Πόσα καντάρια αφέλειας ή βλακείας χρειάζεται πια να διαθέτεις ώστε να πιστεύεις πως ο κόσμος μπορεί να θεωρείται ως κάτι τόσο στεγανοποιημένο ώστε να συνορεύουν χωρίς να αλληλοεπηρεάζονται οι «γειτονιές των αγγέλων» με τις «γειτονιές των διαβόλων», οι τίμιοι με τους ανέντιμους, οι βλάκες με τους έξυπνους, οι έκδοτοι με τους ηθικολόγους.

Είναι να τρομάζει κανείς καθώς όσο περισσότερο φαίνεται να αποκτά ο άνθρωπος μια οικουμενική συνείδηση των προβλημάτων και βαθμιαία να μεταβάλλεται σε μέλος μιας παγκόσμιας κοινότητας, τόσο φαίνεται να επιστρέφει σε μια συνοικιακή αντίληψη των πραγμάτων. Σαν να πιστεύει πως αν λύσει το οποιοδήποτε πρόβλημα στη γειτονιά του, η λύση θα αφορά και στο ίδιο ακριβώς πρόβλημα που θα έχει παρουσιαστεί στη γειτονική του περιοχή, στη γειτονική του πόλη, ή στη γειτονική του χώρα.

Εγραψε βέβαια κάποτε ο Ρίλκε πως «αν ο καθένας καθαρίσει το κατώφλι του σπιτιού του, σε λίγο η πόλη θα λάμψει ολόκληρη».  

Αντιλαμβανόμαστε όμως όλοι μας πως...

 

ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Τα βρώμικα λεφτά


Toυ ΘΑΝΑΣΗ ΝΙΑΡΧΟΥ

Για οποιονδήποτε θα πίστευε πως δεν θα μπορούσε να ζήσει την αποκάλυψη ή έστω κάτι εξόχως ποιητικό παρά μόνο μέσα στη φύση, στη σιωπή ενός μοναστηριού, στην αίθουσα ενός θεάτρου ή στο πολύχρωμο μιας άγνωστης πολιτείας τις νυχτερινές ώρες, ενώ θα έμενε δύσπιστος σε οποιονδήποτε χώρο «ύποπτης» συναλλαγής, θα αρκούσε η μνεία ενός περιστατικού όπως εκείνα που προορίζονται να μην τα μάθεις ποτέ, παρά αν εντελώς τυχαία τα πληροφορηθείς.

Εννοούμε λοιπόν μια γυναίκα εκδιδόμενη που όταν επρόκειτο να πάει στην εκκλησία – και εκκλησιαζόταν τακτικότατα – δεν χρησιμοποιούσε ποτέ δικά της χρήματα προκειμένου να ανάψει τα τέσσερα κεριά που άναβε την κάθε φορά – ήταν αλλοδαπή -, τα δύο για τα παιδιά της (τους είχε πει ότι καθάριζε σπίτια στη χώρα μας) και τα δύο για τους πεθαμένους γονείς της. Είχε συνεννοηθεί με μια γειτόνισσά της, υπάλληλο στο σουπερμάρκετ, που της έδινε σε χαρτονόμισμα των 5 ευρώ το αντίστοιχο σε κέρματα συνήθως ποσό που της εγχείριζε η εκδιδόμενη.

Δεν ξέρει τι να πρωτοθαυμάσει κανείς, πρωτίστως βέβαια αν σκεφτεί τη σχεδόν αποκλειστική σχέση που είχε εγκαταστήσει με την έννοια του «θείου» στη ζωή της, σε βαθμό που να το αναγνωρίζει, εκ προοιμίου, αν όχι ως συναινετικό, οπωσδήποτε ως αθωωτικό για τις πράξεις της, φτάνει να μην το έθιγε με τη χρησιμοποίηση των χρημάτων που της απέφερε το επάγγελμά της. Με το «θείο» μάλιστα να της συμπαρίσταται όσο δεν θα το έκαναν ποτέ οι ίδιοι οι άνθρωποι, αφού τους τελευταίους θα ήταν αδύνατον να τους εμπιστευθεί ή να συνάψει έστω μαζί τους ένα σύμφωνο σιωπής, αν τολμούσε να τους αποκαλύψει το τι έκανε. Η ελευθερία της απερίφραστης αποδοχής σε σχέση με το ποια ήταν μπορούσε να υπάρξει μόνο χάρη στο «θείο», έστω και αν για την εξαγορά του χρησιμοποιούνταν ένα τόσο ευτελές αντίτιμο.

Μια εξαγορά που στην περίπτωση ενός φιλοσόφου, ενός διανοουμένου ή ενός πλουσίου θα ηχούσε ως μια βρώμικη δοσοληψία, στην εκδιδόμενη διατηρούσε όλα τα εχέγγυα μιας πνευματικής σχέσης υψηλότατου επιπέδου. Στην πραγματικότητα, μια πράξη κάθαρσης που θα ήταν αδύνατον να την επιτύχει – όπως άλλωστε κάθε άνθρωπος – σε όσα σημεία της ζωής της θα το επιθυμούσε, την διεκδικούσε με έναν αυτοσχεδιαστικό τρόπο στην κορυφαία της ανάγκη, αυτή για επικοινωνία. Το ακόμη πιο αξιοθαύμαστο είναι πως ενώ η σωτηρία της θα ήταν για οποιονδήποτε συμβουλευόταν να προσπαθήσει να αλλάξει τη ζωή της ή μάλλον το επάγγελμά της, η ίδια είχε κατορθώσει να διασωθεί – όχι απλώς να διασωθεί, αλλά να λυτρωθεί – χωρίς να αλλάξει τίποτα απολύτως, με τον μοναδικό τρόπο που προσφέρεται σε όλους τους ανθρώπους, πόρνους, έκδοτους, έντιμους, φρόνιμους. Με την καταχώριση μιας υπέρβασης στη ζωή μας που όσο πιο μυστική παραμένει τόσο πιο αποτελεσματική γίνεται σε σχέση με το πρόβλημα που μας απασχολεί.

Η πόρνη, πρόσωπο καταλυτικό της κοινωνίας, ακόμη και αν δεν ανατρέξει κανείς στα χρόνια του Χριστού και περιοριστεί σε σύγχρονες μαρτυρίες, θα παρατηρήσει σε όλες τους μια υψηλή έννοια διδαχής και προσφοράς, σε αντίθεση με υψηλά ιστάμενα πρόσωπα – κυρίως πολιτικά – που...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΣΟΥΡΓΕΛΟΨΩΝΑΡΟΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Υπέρ ανωνύμων

Toυ ΘΑΝΑΣΗ ΝΙΑΡΧΟΥ

Εδώ είστε και εδώ είμαστε. Αν όλο αυτό που χαρακτηρίζεται ως «απόστημα» το τελευταίο διάστημα με τις αποκαλύψεις που γίνονται φτάσει να σπάσει και δεν ξαναδημιουργηθεί, εμένα να μου τρυπήσετε τη μύτη.  

Για τον απλούστατο λόγο ότι οι όντως, όχι βέβαια πρωτάκουστες – όσο τρομερές και αν είναι – αποκαλύψεις επιχειρούνται με έναν τρόπο που εστιάζει και στρέφει το ενδιαφέρον αποκλειστικά στα πρόσωπα, σχεδόν αγνοώντας ότι τα πρόσωπα είναι πάντα οι συμπτωματικοί φορείς – δηλαδή ότι είναι αυτά και δεν είναι κάποια άλλα – και ότι οι κύριοι πρωταγωνιστές είναι μια σύνθεση κοινωνικών και ηθικών συνθηκών που υπαγορεύουν ανάλογες συμπεριφορές. 

Βέβαια η δεύτερη παράμετρος για να αντιμετωπιστεί χρειάζονται «κότσια», πνευματικά και πολιτικά, ενώ η πρώτη δεν απαιτεί παρά μόνο διάθεση για κουτσομπολιό που δεν έλειψε ποτέ σε κανέναν τόπο και σε καμιά εποχή, άρα και στον δικό μας τόπο και στη δική μας εποχή.
 

Μια τέτοια θεώρηση δεν καταργεί την ευθύνη των συγκεκριμένων ατόμων που κατηγορούνται για όσα κατηγορούνται, απλώς θέτει κάποια όρια ώστε ο στιγματισμός τους χωρίς να γίνεται λιγότερο ανώδυνος να μην είναι αυτός που ενδιαφέρει αποκλειστικά. Αφού ένας «διασυρμός» που έχει προκληθεί χάρη σε πολλαπλές καταγγελίες και αποκαλύψεις, με εμφανή την πρόθεση όσες έπονται να είναι όλο και πιο επιδεινωμένες σε σχέση με όσες έχουν προηγηθεί, καταλήγει σε μια Βαβέλ φωνών ώστε το καθεαυτό «αντικείμενο» που τις προκάλεσε και αν δεν ξεχνιέται, να συσκοτίζεται εντελώς. Με λίγα λόγια, κάτι που θα έπρεπε να υπάρχει ως ακοίμητη ηθική κύρωση μέσα στον κόσμο μεταβάλλεται σε έναν λογαριασμό για το πώς λειτουργεί η μνήμη του καθενός, αφού δεν θα χρειαστεί να περάσει ούτε ένα σύντομο χρονικό διάστημα για να αναρωτιόμαστε όλοι μας για το ποιος είπε, τι είπε και γιατί το είπε ακριβώς.

Θα έπρεπε να είμαστε όλοι μας προσεκτικότεροι, έστω ως «καταναλωτές» στη διαχείριση μιας αντίστοιχης υπόθεσης, αφού το τανγκό, όπως είναι γνωστό, χορεύεται από δύο και ο δεύτερος στο συγκεκριμένο ζευγάρι δεν είναι το θύμα ή ο βιαζόμενος (με τον θύτη, τον ασελγούντα ή τον βιάζοντα να συνιστά το πρώτο σκέλος του ζευγαριού), αλλά το ίδιο το κοινό που η ακατάσχετη όρεξή του να μαθαίνει όσο γίνεται πιο «συναρπαστικές» λεπτομέρειες μεταβάλλει σε ουτοπία κάθε προοπτική «εξυγίανσης». Αφού η εξυγίανση αυτή στην πραγματικότητα ουδόλως το απασχολεί ή το ενδιαφέρει.

Το όλο «θέμα» είναι τόσο πολύπλοκο και πολυσύνθετο ώστε ό,τι και αν ειπωθεί ή γραφεί να συνεχίζεται να είναι ανεξάντλητο, ωστόσο δεν μπορεί να αγνοεί κανείς παραμέτρους που με την πρώτη σκέψη φαίνονται αμελητέες, με μια δεύτερη όμως υπογραμμίζουν μέσα σε τι βαθύ ύπνο είμαστε όλοι μας βυθισμένοι. 

Τονίστηκε και από επίσημα και από ανεπίσημα και από υπεύθυνα και από ανεύθυνα χείλη να βγουν μπροστά και να μιλήσουν όλες και όλοι που θα είχαν να καταγγείλουν πράξεις σεξουαλικής παρενόχλησης και βίας εις βάρος τους. Τι ωραία και τι καλά που θα ήταν αν το να γίνει ο κόσμος μας καλύτερος ή και αγγελικός εξηρτάτο από τον βαθμό των αποκαλύψεων και των καταγγελιών που θα κατετίθεντο δημόσια. Χώρια που δικαιούται κανείς να αμφιβάλλει για την αποτελεσματικότητα αυτής της πρότασης, για λόγους που θα αναπτύξουμε στην επιφυλλίδα της επόμενης Τετάρτης, γνωρίζουν όσοι το προτείνουν πως κάτι τέτοιο είναι αδύνατον να συμβεί επειδή όλοι κατά βάθος έχουμε παραδεχτεί μια εγκληματική αλήθεια.

Αν οι αποκαλύψεις ενός επώνυμου προσώπου, όταν περάσει ο σάλαγος που έχουν προκαλέσει, κάτι του έχουν προσπορίσει όσον αφορά τη δημόσια εικόνα του, οι αποκαλύψεις ενός προσώπου μη επώνυμου...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΣΟΥΡΓΕΛΟΨΩΝΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Γεμίσαμε επαναστάτες

 

Του ΘΑΝΑΣΗ ΝΙΑΡΧΟΥ

Ο σχετικά νέος ηθοποιός σε μια εκ βαθέων εξομολόγησή του, μιλώντας σε γνωστή για τις τηλεοπτικές της συνεντεύξεις δημοσιογράφο, τόνισε την επαναστατική πλευρά του εαυτού του ενώ ήταν νέος.  

Δεν δεχόταν κανένα εκπαιδευτικό σύστημα γιατί τα θεωρούσε στο σύνολό τους καταπιεστικά και γενικότερα αντιδρούσε σε κάθε είδους νόρμα ή κανόνα. Ελεγε και έλεγε σε βαθμό που θα συμπέραινε κανείς πως το βιογραφικό του είχε συντεθεί χάρη σε έναν αποκλειστικά ασυμβίβαστο χαρακτήρα που προοριζόταν να σταδιοδρομήσει εκτός κοινωνίας ή μάλλον στρεφόμενος διαρκώς εναντίον της.

Στο μεταξύ ο ηθοποιός μας μεγάλωσε, όπως φαίνεται δεν φανταζόταν, μέσα στην επαναστατική του αυταρέσκεια, πως θα συμβεί, άρχισε να δουλεύει στο θέατρο, με αυστηρές είναι αλήθεια επιλογές, συναίνεσε στην τηλεόραση συνεργαζόμενος μαζί της, άρα αποδεχόμενος έστω και κατά παραχώρηση για επαγγελματικούς λόγους την επιδοκιμασία μιας κοινωνίας που κάποτε στρεφόταν εναντίον της.

Θα πείτε βέβαια τι να έκανε ο άνθρωπος, να έμενε χωρίς δουλειά; 

Κάθε άλλο βέβαια, αλλά δεν μπορεί να μην αναρωτηθείς ποιος ο λόγος να επικαλείται κανείς ως εύσημο μια περίοδο της ζωής του που δεν είχε καμιά συνέχεια, που αν δεν μας πληροφορούσε ο ίδιος γι’ αυτή θα την αγνοούσαμε χωρίς να έχουμε τίποτε στερηθεί.  

Είναι ωστόσο απορίας άξιο πώς άνθρωποι – καλλιτέχνες ιδιαίτερα -, προικισμένοι και με ευαισθησία και με πέντε δράμια μυαλό, δεν υποψιάζονται πως όλα τα πράγματα στον κόσμο αυτόν συνδέονται ανάμεσά τους με έναν δραματικά αξεδιάλυτο τρόπο και όταν συμμετέχεις στις διαδικασίες μιας δουλειάς όπως είναι η τηλεόραση, με τη συνακόλουθη προβολή που εξασφαλίζει, συμφωνείς, θέλεις δεν θέλεις, με νόρμες κάθε άλλο παρά επαναστατικές, ή μάλλον το ακριβώς αντίθετο, απολύτως συμβιβαστικές.

Αξιοποιούμαι καλλιτεχνικά σημαίνει ότι ως έναν βαθμό έχω συμβιβαστεί υπαρξιακά και κοινωνικά. Διαφορετικά φτάνουμε στη γελοιότητα ενός κατά τα άλλα σημαντικού συγγραφέα που, θέλοντας να δικαιολογήσει μεταπολιτευτικά την ολοσχερή εμπλοκή του με την τηλεόραση, είχε πει: «Εγώ το σύστημα το πολεμάω εκ των ένδον, με τα μέσα που μου προσφέρει το ίδιο». Ωραιότατα. Είναι δηλαδή σαν να ομολογεί κανείς ότι έγινε ιερωμένος προκειμένου να υπηρετήσει αποτελεσματικότερα την υπόθεση της αθεΐας.

Ή, ακόμη ευκρινέστερα, κάνεις ό,τι κάνουν εκατομμύρια άλλοι, πηγαίνεις στο σουπερμάρκετ, αγωνιάς για το αν θα βρεις να παρκάρεις, κάνεις ουρά μόλις σκάσει μύτη η άρση της απαγόρευσης, αλλά όταν εκφράζεσαι θέλεις να σε υπολογίζουν ως μια ξεχωριστή προσωπικότητα.

Βέβαια, όποια κατάχρηση και αν επιχειρηθεί ή συντελεστεί, η έννοια της επαναστατικότητας...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΣΟΥΡΓΕΛΟΨΩΝΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ακομψα γέλια


Του ΘΑΝΑΣΗ ΝΙΑΡΧΟΥ

Eίναι κάτι το άκρως εντυπωσιακό να παρατηρεί κανείς σε τηλεοπτικές συνεντεύξεις, τηλεπαιχνίδια, μουσικές εκπομπές με καλεσμένους (στην τηλεόραση πάντα) το σύνολο σχεδόν των ανθρώπων που παίρνουν μέρος σε αυτές να αισθάνονται την ανάγκη σε κάθε λίγες λέξεις, όποιο και αν είναι το θέμα που συζητιέται, να γελάνε ή μάλλον να ξεκαρδίζονται στα γέλια. Χωρίς βέβαια να εξαιρεί κανείς τους παρουσιαστές σε βαθμό που θα έλεγες πως όταν αναλαμβάνουν να κάνουν μια εκπομπή, υπογράφουν συμβόλαιο με τη ρητή υποχρέωση να γελάνε οπωσδήποτε ή, αν πρόκειται για συμμετέχοντες, πως έχουν εξασφαλίσει τη συμμετοχή τους επειδή υποσχέθηκαν ότι θα γελάνε όσο γίνεται περισσότερο.

Το ότι πια στον σύγχρονο κόσμο μας τίποτε δεν πρόκειται να αλλάξει, οποιαδήποτε ένσταση ή κατάκριση και αν διατυπωθεί, και ότι τα πράγματα θα συνεχίσουν να τραβάνε τον δρόμο τους, έστω και αν παραμένει ασύνειδη η ενορχήστρωση που μας έχει υποχρεώσει να τον ακολουθήσουμε, δεν είναι λόγος να το «βουλώσουμε» και να μην πούμε το τι σκεφτόμαστε ή πώς αντιδρούμε σε γεγονότα που λόγω του μαζικού τους χαρακτήρα παρουσιάζουν ένα έκτακτο, ανανεούμενο ενδιαφέρον.

Γράφοντας όλα αυτά, δεν εννοούμε την αντίφαση ανάμεσα στα δελτία ειδήσεων που σου έρχεται να αυτοκτονήσεις ακούγοντάς τα, αυτό σε τελευταία ανάλυση μπορεί να είναι και απολύτως φυσιολογική αντίδραση.

Εννοούμε κυρίως ότι τα ασυγκράτητα, ξεκαρδιστικά γέλια που εκτοξεύονται χωρίς τις περισσότερες φορές λόγο και αφορμή (αν λόγος και αφορμή μπορεί να είναι το γεγονός ότι ένας τηλεθεατής, ενώ φανταζόταν πως η γυναίκα του είχε μαγειρέψει φασολάκια, αυτή τελικά είχε φτιάξει μουσακά που τον λατρεύει) κάνουν τον καθένα που διέρχεται μια σοβαρή δοκιμασία να αναλογίζεται την κοινωνική αδιαφορία ή μάλλον τον κοινωνικό παγετώνα που τον περιβάλλει για να δίνεται με τόση έμφαση το «τίποτε». Και βέβαια δεν χρειάζεται το περιστατικό αυτό για να συνειδητοποιήσει κανείς το «ασύμπτωτο» ανάμεσα στο πώς αισθάνεται ο ίδιος και πώς κινείται και λειτουργεί το ευρύτερο περιβάλλον που υποτίθεται πως τον περιέχει. 

Θα πει κανείς πως πρόκειται για «ψιλά γράμματα».

Λάθος. Πρόκειται για παχιά, χοντροειδέστατα γράμματα, φτάνει να σκεφτείς πως αυτή ακριβώς η συνείδηση κάνει τον καθένα να οργανώνεται προκειμένου να εξασφαλίσει και να υπερασπιστεί τον εαυτό του σαν να είναι η μοναδική ύπαρξη στον κόσμο, ενώ όλοι οι άλλοι γύρω του δεν συνιστούν παρά μια απειλή. Κανένα όμως κοινωνικό πρόβλημα δεν πρόκειται να λυθεί στον αιώνα τον άπαντα, όσα μέτρα προστατευτικά και ανακουφιστικά και αν πάρει ένα κράτος, όταν ο ένας άνθρωπος οργανώνεται εσωτερικά και εξωτερικά με έναν τρόπο που ουσιαστικά αποκλείει τον άλλον και επομένως στρέφεται εναντίον του.

Οταν το ένα τρίτο του πληθυσμού μιας χώρας χασκογελάει ή ξεκαρδίζεται στα γέλια...

 

ΘΡΗΣΚΕΙΑ και ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Χυδαιότητας το ανάγνωσμα πρόσχωμεν



Στη συνάντησή του με τον πρόεδρο της αξιωματικής αντιπολίτευσης ο Πάπας Φραγκίσκος είπε: «Είναι αδιανόητο να σώζονται οι τράπεζες και όχι οι άνθρωποι». 


Δεν έχει σημασία αν κανένας στον κόσμο, πρόεδρος της Δημοκρατίας, πρωθυπουργός ή αρχηγός κόμματος, κομμουνιστής, σοσιαλιστής ή κεντροδεξιός, δεν θα του έλεγε εκείνο που σίγουρα θα σκεφτόταν: «Μα καλά τώρα, μας δουλεύετε άγιε πατέρα;». Αντίθετα θα συμφωνούσε μαζί του, εξωτερικά τουλάχιστον, ως προς τη σημασία της παρατήρησης αυτής που αποκαλύπτει μάλιστα μια ωραία ευαισθησία.



Είναι τόσο δεδομένη η σύμβαση αυτών των συναντήσεων, ώστε ακόμη και αν δεν είσαι τόσο αφελής για να αναρωτιέσαι ποιος ο λόγος να πραγματοποιούνται μένεις κατάπληκτος με την ιταμότητα και την υποκρισία τους. Επομένως το πρόβλημα δεν είναι αν ο κύριος Αλέξης Τσίπρας, ως αριστερός που είναι, δεν διέρρηξε τα ιμάτιά του ακούγοντας τον Πάπα ή δεν τσακώθηκε μαζί του. Ακόμη και αυτόν τον ίδιον αν είχε βρίσει - και είχε τον τρόπο να το κάνει ο Πάπας άμα ήθελε, αφού έδειξε με τη φράση του για τις τράπεζες ότι είναι ικανός όλα να τα πει - θα έπρεπε να φύγει σαν να μην είχε συμβεί τίποτε το επιλήψιμο.



Οπως ακριβώς ήξεραν όλοι ότι θα συμβεί όταν αποφασιζόταν μια τέτοιου είδους συνάντηση. Δεν συναντιέσαι με τον Πάπα για να διαφωνήσεις ή, πολύ περισσότερο, για να τσακωθείς μαζί του. Είναι αυτή ακριβώς η συνθήκη που του δίνει την ευχέρεια να λέει ό,τι θέλει, να προκαλεί τους πάντες, βέβαιος πως όση οργή και αγανάκτηση και να υπάρξουν δεν πρόκειται να τον κουνήσει τίποτε από τη θέση του.  


Το ξέρουμε, αν και σπάνια το συνειδητοποιούμε, ότι η πολύ σπουδαία θέση μέσα στον κόσμο δεν έχει ως προϋπόθεση το μεγαλείο, πολύ συχνά έχει την ποταπότητα και τη χυδαιότητα. 


Μα ποταπός και χυδαίος ο Πάπας;  


Και τα δύο. Ακόμη και ο πιο δαιμόνιος διαφημιστής δεν θα μπορούσε να διανοηθεί να χρησιμοποιήσει ως κριτικό και περίσκεπτο απέναντι σε ένα άθλιο καθεστώς τον άνθρωπο που το ενσαρκώνει. Οπως και να το κάνουμε, στη φράση «Είναι αδιανόητο να σώζονται οι τράπεζες και όχι οι άνθρωποι» φυσιολογικότερα συνδέεις τον προκαθήμενο της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας με την τράπεζα, παρά με την ανάγκη να σωθεί από την πείνα ή τον οποιοδήποτε αφανισμό. Θα ήταν αδύνατον να το πιστέψει κανείς, συμβαίνει όμως η χυδαιότητα να αποτελεί ένα κλειστό κύκλωμα, χωρίς να χρειάζεται ένας που την εκφράζει να γνωρίζει την ύπαρξη του άλλου που την υλοποιεί στον ίδιο ακριβώς βαθμό.


Επομένως επικοινωνεί θαυμάσια ο Πάπας με τον δήμαρχο μιας μικρής επαρχιακής πόλης που προσκόμισε ως τεκμήριο της λαοφιλίας του κάτι που θα έπρεπε να κρύβει:  

ΚΟΙΝΩΝΙΑ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Η νεοελληνική σχιζοφρένεια

Του ΘΑΝΑΣΗ ΝΙΑΡΧΟΥ

Η νεοελληνική ζωή κινείται μέσα σ' ένα κλίμα σχιζοφρένειας που δεν θα υπερέβαλλε κανείς αν το λογάριαζε να περικλείει το 95% των δραστηριοτήτων της. Δεν λέγεται με την έννοια που το είχε πει ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ότι «η Ελλάδα έχει γίνει ένα απέραντο φρενοκομείο».
Οσο σπουδαίος και να είναι ένας πολιτικός ή όσο δίκαιο και να έχει, υπάρχει πάντα κάτι στις κουβέντες του που σε κάνει να δυσπιστείς.
Κάτι που λέγεται έχει τόσο μεγαλύτερη δύναμη κι αλήθεια όσο πιο άγνωστος είναι ο άνθρωπος που το διατυπώνει. Και ο οδηγός τού ταξί που μας το είπε ήταν τόσο ανήσυχος, που δεν έδειξε να συγκινείται όταν κατάλαβε πως μας είχε καθηλώσει λέγοντάς μας: «Ο Ελληνας θα πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο γιατί δεν καταλαβαίνει πως είναι βαριά άρρωστος. Λέει για την τηλεόραση πως του κρύβει την αλήθεια, πως είναι όργανο στα χέρια των ισχυρών και όταν θέλει να υποστηρίξει τις απόψεις του επικαλείται την τηλεόραση ως το άκρον άωτον της αντικειμενικότητας».

Δεν χρειάζεται να σκεφτείς πολύ την κουβέντα αυτή για να καταλάβεις το είδος των σχέσεων που διατηρεί ο Ελληνας με τους πολιτικούς του και ότι είναι ο ίδιος που τους τροφοδοτεί στην ασυνέπεια, τον τυχοδιωκτισμό και την ασυδοσία τους. Φτάνει να παρατηρήσεις κάτι πολύ απλό: ζούμε σχεδόν 40 χρόνια - όχι πως δεν συνέβαινε παλαιότερα - μέσα σε ένα κοινωνικό και πολιτικό κλίμα στο οποίο έχουν ξεπουληθεί άγρια οι έννοιες της δημοκρατίας, του σοσιαλισμού και του πατριωτισμού.
Δεν θα αναρωτηθούμε γιατί συμβαίνει αυτό, οι ευγενέστερες δηλαδή έννοιες να καταλήγουν να γίνονται οι πιο εμπορεύσιμες, σε βαθμό που δεν θα το παρατηρούσε κανείς σε λιγότερο εκλεπτυσμένες συμπεριφορές.

Αν σκεφτεί κανείς τις καταχρήσεις και τις απάτες που έχουν διαπραχθεί ή τις περιουσίες που έχουν σχηματισθεί από ανθρώπους που έχουν καπηλευθεί τη δημοκρατία, τον σοσιαλισμό και τον πατριωτισμό, η περιουσία που θα είχε να επιδείξει ένας μαστροπός ή μια πόρνη γίνεται αυτόματα αντικείμενο σεβασμού.
Αντίθετα χάρη στην ανοχή, για να μην πούμε χάρη στη συνεργασία του Ελληνα - που τα ξέρει όλα και για όλα επίσης φταίει το κράτος -, συνεχίζουν οι πολιτικοί, ευτυχώς όχι όλοι, να εξαργυρώνουν σε χρήμα και σε δημοσιότητα τις τρεις έννοιες που ήδη αναφέραμε δύο φορές.Και όλα αυτά συμβαίνουν γιατί τα παθήματα δεν γίνονται μαθήματα.
Χωρίς να μαθαίνουμε επιπλέον να διαχωρίζουμε τις έννοιες από τους ανθρώπους που τις χρησιμοποιούν. Να μπορούμε δηλαδή να συνεχίζουμε να τιμούμε τις πρώτες ενώ γκρεμίζουμε στα Τάρταρα τους δεύτερους που τις καπηλεύονται.

Πώς γίνεται όμως να τα αντιληφθεί όλα αυτά ένας άνθρωπος που, επειδή συμβαίνει να κρατά ένα κινητό, αισθάνεται πως αυτά που έχει να πει αυτομάτως μεταβάλλονται σε πολύ σημαντικά; Και ότι επομένως όλη η ανθρωπότητα έχει υποχρέωση να μάθει - τι άλλο σημαίνει όταν μιλάει κανείς δυνατά στο κινητό του; - για την εξαδέλφη που δεν ξεπάγωσε έγκαιρα τον κιμά και το παιδί έμεινε νηστικό.
Συμπέρασμα: 

ΚΟΙΝΩΝΙΑ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Η αμελητέα ανευθυνότητα και τα ρετιρέ

Του ΘΑΝΑΣΗ ΝΙΑΡΧΟΥ

Σε ένα υπερυψωμένο πεζούλι που υπάρχει μπροστά από την τζαμαρία ενός μεγάλου δημόσιου οργανισμού σε κεντρικότατο δρόμο της Αθήνας υπάρχουν αραδιασμένα τρία άδεια μπουκαλάκια νερού, τέσσερα διαφανή πλαστικά κύπελλα του καφέ και δύο επίσης διαφανή πλαστικά ποτήρια με αναποδογυρισμένα μέσα τους δύο άδεια - προφανώς - πακέτα από τσιγάρα.
Ο μεσήλικος περαστικός, αφού απευθυνθεί στον ένστολο σεκιούριτι ρωτώντας τον ποιος παρατάει πάνω στο πεζούλι όσα είδη αναφέραμε για να εισπράξει τη μονολεκτική βλοσυρή απάντηση «όλοι» (εννοεί σαφέστατα τους υπαλλήλους του οργανισμού), μπαίνει μέσα στο κτίριο. Απευθύνεται στον κλητήρα που κάθεται πίσω από ένα μικροσκοπικό τραπεζάκι και αφού του αναφέρει καταλεπτώς το τι υπάρχει πάνω στο πεζούλι της πρόσοψης και την απάντηση που έδωσε ο σεκιούριτι, τον ακούει κατάπληκτος να του λέει ενώ αδράχνει ένα κρυμμένο κύπελλο του καφέ: «Εγώ πάντως το έχω εδώ». Πράγμα που σημαίνει ότι αδικαιολόγητα μου κάνεις την παρατήρηση γιατί, αν και θα μπορούσα να έχω προσθέσει το δικό μου κύπελλο στην «παράταξη» της προθήκης, το κρατώ κοντά μου.
Ο μεσήλικος όμως περαστικός δεν το βάζει κάτω. Βγαίνει από το κτίριο και απευθύνεται εκ νέου στον σεκιούριτι, λέγοντάς του: «Γιατί ο καθένας σας που πίνει τον καφέ του δεν πετάει το κύπελλο στο καλάθι των απορριμμάτων; Δίπλα σας είναι». 
Για να έρθει αποστομωτική η απάντηση: «Αυτή είναι δουλειά της καθαρίστριας».
Φαίνεται αμελητέο το περιστατικό για να μας προβληματίσει, όμως δεν είναι. Οταν στην πιο ανώδυνη παρατήρηση που σου γίνεται μεταφέρεις σε έναν άλλο και μάλιστα με επιθετικό τρόπο μια ευθύνη που κανονικότατα χρεώνεται σε σένα, καταλαβαίνει ο οποιοσδήποτε πώς πρόκειται να αντιδράσεις όταν η ανάληψη της ευθύνης θα σου στοιχίσει στην επαγγελματική σου καριέρα ή στην οικονομική σου απολαβή.
Μακάρι όμως η ουσιαστικότερη παράμετρος του φαινομενικά αθώου περιστατικού που περιγράψαμε να ήταν η απόσειση μιας ελάχιστης ευθύνης. Οταν ο σεκιούριτι αντέταξε ως υποχρέωση της καθαρίστριας να πετάξει τα άδεια μπουκάλια, στην ουσία υπογράμμιζε τα δικαιώματά του ως εργαζομένου, ότι προσβάλλονται σε περίπτωση που κάνει ο ίδιος τη σχετική κίνηση.
Με μια τέτοια αντίληψη θα ήταν τρελό από την πλευρά οποιουδήποτε να εξηγήσει στον σεκιούριτι ότι η ασχήμια δεν έχει σχέση με δικαιώματα και υποχρεώσεις και ότι ο κουτσουρεμένος μισθός του δεν σημαίνει ότι πρέπει να γίνει αναίσθητος στη θέα της ασχήμιας.

Το κορδόνι και ο κρεμασμένος

Του ΘΑΝΑΣΗ ΝΙΑΡΧΟΥ
 
Επειδή η υπόθεση Τσοχατζόπουλου, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, θα απασχολεί για δεκαετίες την ελληνική κοινωνία, σωστό θα ήταν στο περιθώριο ενός χειμαρρώδους ώς αυτήν τη στιγμή πολιτικού ρεπορτάζ να σημειωθούν κάποιες διαφορετικού ποιού σκέψεις. Πιο χαμηλόφωνες ίσως, που δεν αποκλείεται όμως να αποδειχθούν διαφωτιστικότερες σε σχέση με τη ρίζα του κακού - αν μπορεί να ονομαστεί απλά «κακό» ένα γεγονός που ξεθεμελιώνει πρόρριζα το status quo που μας επιτρέπει να υπάρχουμε ακόμη ως κοινωνία.
 
Σε είκοσι διαφορετικές συντροφιές που επαναφέραμε, ή επανήλθε από μόνη της, την υπόθεση Τσοχατζόπουλου και στις είκοσι - αλλά και στις είκοσι! - τον συζητητικό οίστρο μονοπώλησε το πόσο κόστισε το κορδόνι για τις κουρτίνες του σπιτιού του - αν θυμάμαι καλά γύρω στα 1.200 ευρώ. Σάμπως το μέγεθος ενός καταντήματος να προσδιορίζεται από την αξία ενός αντικειμένου που κάποιος άλλος θα μπορούσε να αγοράσει σε ασυγκρίτως φθηνότερη τιμή. Οταν λοιπόν εμείς οι ίδιοι κοστολογούμε ένα κατάντημα με βάση την πιο αμελητέα εκδοχή του, το κατάντημα αυτό, όσο και αν διαμαρτυρόμαστε, δεν μας θίγει καθόλου, μα καθόλου, πνευματικά και ηθικά. Μας θίγει μόνον επιδερμικά και κουτσομπολίστικα.

Αν συνέβαινε να μας θίγει με τον ουσιαστικό τρόπο της πνευματικής και ηθικής πρόκλησης, δεν θα χρειαζόταν να φτάσουμε στην αποκάλυψη για τις υπεράκτιες εταιρείες και τα ακίνητα σε χώρες του εξωτερικού ώστε να ζητάμε επί πίνακι την κεφαλή του ενόχου. Θα μας ήταν ακόμη πιο βαθιά ασυγχώρητος όταν μαθαίναμε για το ξενοδοχείο «Four seasons» και τα ζεϊμπέκικα, με την απλή σκέψη πως μια Ελλάδα που έγινε γνωστή στη Γαλλία πρωταρχικά με τους αρχαίους συγγραφείς της, στις αρχές του 21ου αιώνα αυτή η Ελλάδα επιβεβαιωνόταν ως εξαγωγέας μιας «μαγκιάς» και μάλιστα σε σχέση με έναν πρώτο τη τάξει πολίτη της. Εναν πολίτη που του καταλογιζόταν με λίγα λόγια ως εύσημο το γεγονός ότι μέσα σε ένα κοσμοπολίτικο περιβάλλον συνιστούσε την Ελλάδα σε μια - πώς να το κάνουμε; - από τις ευτελέστερες μορφές της.

Θα είχαμε θιγεί από παλαιότερα ακόμη, όταν ο Τσοχατζόπουλος μας κοίταζε συλλήβδην με το ύφος του ανθρώπου που πολύ τον στενοχωρεί το γεγονός ότι δεν είμαστε τόσο σοσιαλιστές όσο θα μας ήθελε ο ίδιος. Πού να φανταστούμε ότι στην πραγματικότητα στενοχωριόταν όσο στενοχωριόταν και ο Νότης Πιτσιλός - ο Θεός να μας συγχωρέσει για τη σύγκριση - σε μια πορνοταινία της δεκαετίας του '70 που έλεγε στα καμάκια της Μυκόνου: «Να πηδάτε, να πηδάτε, γιατί όταν δεν πηδάτε πολύ στενοχωριέμαι». 
 

Καταστροφή κατά παραγγελία

Του ΘΑΝΑΣΗ ΝΙΑΡΧΟΥ

Αν η κατάστασή μας δεν ήταν για κλάματα, θα μπορούσε ακόμη και να ξεκαρδιστεί κανείς στα γέλια. Το ότι είναι για κλάματα, δεν σημαίνει ότι έχουμε καταστραφεί ή ότι πρόκειται να καταστραφούμε. Γιατί τι είδους καταστροφή είναι αυτή που προβλέπεται να προκύψει, εδώ και ενάμιση χρόνο, σε έξι ή σε δυο μήνες, σε δυο εβδομάδες, το επόμενο Σαββατοκύριακο.

Αναμφισβήτητα έχουν φτάσει στο μη περαιτέρω η αναδουλειά, η ανεργία, η φτώχεια για μεγάλα κομμάτια του πληθυσμού. Δραματικά έχει πολλαπλασιαστεί ο αριθμός εκείνων που σκαλίζουν τους κάδους των σκουπιδιών, σε σημείο που ένας ανυποψίαστος εύπορος θα έλεγε πως πρόκειται για συνεννοημένους μεταξύ τους ανθρώπους ώστε να παρουσιάζεται εφιαλτική η ζωή της πόλης.

Η όψη των ανθρώπων στους δρόμους πιο περίσκεπτη ίσως, σε σχέση με παλαιότερες εποχές, αλλά καθόλου αγωνιώδης ή πανικόβλητη. Αν όλα αυτά συνθέτουν εικόνα καταστροφής, δεν έχει να σκεφτεί ή να αναρωτηθεί κανείς παρά για ένα δυο πράγματα: ή ότι η ασύστολη καταστροφολογία του τελευταίου ενάμιση χρόνου μάς εξοικείωσε με το γεγονός της καταστροφής ώστε να το βιώνουμε ως κάτι υποφερτό ή ότι η πραγματική καταστροφή που προβλεπόταν, αλλά δεν προέκυψε τελικά, μπορεί να αναβάλλεται επ' αόριστον.  

Δικαιούται λοιπόν να αναρωτηθεί κανείς:  

Τα λαμόγια της καλλιτεχνίας

Του Θανάση Θ. Νιάρχου
Ποιητή, συνεκδότη του περιοδικού «Η Λέξη».

Είναι βέβαια πολύ μεγάλο το τίμημα, να έχει δηλαδή χρειαστεί η κρίση για να ξεμασκαρευτούν άνθρωποι και άνθρωποι, αλλά ουδέν κακόν αμιγές καλού

Και δεν εννοούμε όσους παρίσταναν τους γαλαντόμους, όταν δεν επρόκειτο να στερηθούν οτιδήποτε οι ίδιοι, ενώ τώρα με την οικονομική δοκιμασία, χωρίς πάλι στην ουσία να θίγονται στο παραμικρό, επανήλθαν στη φυσικότητα της αυθόρμητης τσιγκουνιάς τους. Σ' αυτή δηλαδή που τους χαρακτήριζε όταν συμπεριφέρονταν γενναιόδωρα, αφού ήταν τα ψίχουλά τους που υπογράμμιζαν ως παρεμβατικά φιλάνθρωπες ενέργειες.

Μιλάμε για ακόμη μια πιο αποτρόπαιη κατηγορία καλλιτεχνών που, λαλίστατη σε περιόδους δημοκρατικής ομαλότητας και οικονομικής ευεξίας, έχει αποσυρθεί και σχεδόν βουβαθεί σε μιαν εποχή πολιτικής ανισορροπίας και οικονομικής δυσπραγίας. Χρειάστηκε δηλαδή η σημερινή κρίση για να καταλάβουμε πως αν όλα τούς έφταιγαν στις παρελθούσες άνετες εποχές και θύμωναν, και οργίζονταν, και βρίζανε, δεν είναι γιατί πραγματικά ένιωθαν να προκαλούνται αλλά γιατί με τον τρόπο αυτό, τον φασαριόζικο, γίνονταν γνωστοί ως άνθρωποι επαναστατημένοι. Τώρα με την κρίση, καθώς συνειδητοποίησαν ότι η κοινωνία έχει άλλες προτεραιότητες από το να χτίσουν οι ίδιοι την καριέρα τους, έχουν καταστεί περίπου άφωνοι.

Για ποιο λόγο να φωνάξουν, για ποιο λόγο να διαμαρτυρηθούν, αφού η πραγματικότητα η ίδια που τρέχει με ταχύτητα φωτός κάνει οποιαδήποτε δική τους οργή να μοιάζει ως περιθωριακή και γραφική; Οταν όμως η φωνή και η διαμαρτυρία είναι πηγαίες και ειλικρινείς και δεν υπάρχουν για να ολοκληρώνεις την προσωπική σου «αγιογραφία», τόσο εντονότερα εκφράζονται όταν οι κοινωνικές συνθήκες επιδεινώνονται. 

Πού είναι σήμερα όλοι αυτοί οι καλλιτέχνες (συγγραφείς, ηθοποιοί, σκηνοθέτες, εικαστικοί, μουσικοί) που με το παραμικρό ξεσηκώνονταν ότι «τους καταπιέζει ο Παρθενώνας» ή ότι «θα πρέπει να ισοπεδωθεί η Αττική», τώρα που έχει φτάσει το μαχαίρι στο κόκαλο; 

Εθελές τα κι έπαθές τα

Toυ ΘΑΝΑΣΗ ΝΙΑΡΧΟΥ

Το βράδυ της περασμένης Τρίτης, πολλοί δρόμοι της Αθήνας σταθήκανε η τρανότερη απόδειξη για το τι ακριβώς συμβαίνει - σε σχέση με την οικονομική και την κοινωνική κρίση.  

Αδιάβατες η Μιχαλακοπούλου και η Μεσογείων, η Πειραιώς και η Καποδιστρίου, όπου τέλος πάντων υπήρχε γνωστό ή λιγότερο γνωστό βενζινάδικο. Ουρές τα αυτοκίνητα μπροστά σε κάθε πρατήριο ώστε να μπλοκάρεται η κυκλοφορία και να έχουμε προσθέσει μόνοι μας ακόμη ένα αδιέξοδο μέσα στα τόσα άλλα. Γεγονός που θα ήταν ακόμη κι αδιάφορο αν δεν αποκάλυπτε μια νοοτροπία υπεύθυνη ωστόσο για ένα πλήθος άλλων αδιεξόδων που ούτε προσωρινά ούτε ανώδυνα είναι. Είχε ανακοινωθεί η απεργία των διυλιστηρίων και ο καθένας έτρεχε να γεμίσει βενζίνη το ρεζερβουάρ για πόσο, για μια, δυο, τρεις, τέσσερις μέρες; Με ποια σκέψη; «Να 'χω λύσει εγώ το πρόβλημά μου γι' αυτές τις μέρες και μετά βλέπουμε τι θα γίνει» θα 'λεγε ο καθένας μέσα του και χωρίς κανένας να τον έχει υποχρεώσει, πειθαρχικότατα, έμπαινε στη σειρά.

«Να 'χω λύσει εγώ το πρόβλημά μου γι' αυτές τις μέρες και μετά βλέπουμε τι θα γίνει». Η φράση - κλειδί, η φράση που ξεκλειδώνει όλες τις απορίες για το τι ακριβώς συμβαίνει όχι μόνο στον τόπο μας αλλά στον κόσμο ολόκληρο. Αν μπορούσε να αποσπάσει κανείς τη φράση αυτή απ' όλα τα μυαλά που μέσα τους κυοφορούνταν και αναπτυσσόταν ραγδαία, την ίδια ακριβώς στιγμή, θα σχημάτιζε ένα πανό που θα περιέζωνε τον πλανήτη ολόκληρο - ίσως να περίσσευε και κάτι. Ενα άγραφο και αθέατο πανό που αντίκρυ του εκατοντάδες πανό εκατοντάδων διαδηλώσεων, γραμμένα και υπογραμμισμένα, αποδεικνύονται αναποτελεσματικά, σχεδόν ανύπαρκτα.

Εστι δίκης οφθαλμός

Του Θανάση Θ. Νιάρχου
Ποιητή, συνεκδότη του περιοδικού «Η Λέξη»

Για όλα τα μεγάλα θέματα και προβλήματα, από όποια σκοπιά κι αν τα κοιτάξεις, είτε τη μικροσκοπική, την προσωπική, είτε την οικουμενική, ακόμα και τη συμπαντική, θα έχεις να εκφράσεις μιαν άποψη που θα είναι οπωσδήποτε σωστή. Ο λόγος βέβαια για την περιλάλητη κρίση που μας ταλανίζει και δεν υπάρχει άνθρωπος που να μη θεωρεί υπεύθυνες γι' αυτήν τόσο την εγχώρια όσο και τη διεθνή πολιτική - αν όχι απολύτως, τουλάχιστον στον απείρως συντριπτικότερο βαθμό. Σε σημείο μάλιστα να ακούγονται απελπισμένες φωνές πώς είναι δυνατόν να βοηθήσουν να ξεπεραστεί η κρίση οι υπεύθυνοι για τη δημιουργία της; 

Κι ώς εδώ βέβαια «καλά» - αν μπορεί να ειπωθεί.  

Πώς όμως ήταν δυνατόν να φανταζόμαστε ή να πιστεύουμε ότι αν υπεύθυνη είναι η πολιτική, με το απτό μάλιστα παράδειγμα του Τρίτου Κόσμου, δεν θα ερχόταν κάποτε και η δική μας σειρά, ώστε όσο ενδιαφέρον έδειξε η πολιτική για τον κόσμο αυτόν το ίδιο ακριβώς θα επεδείκνυε και για εμάς;

Γιατί θα αποτελούσαμε εξαίρεση στον κανόνα, όσον αφορά στην αντιμετώπιση του συνόλου της ανθρωπότητας από την πολιτική, όταν θεωρούσαμε την εξαίρεση αυτή νόμιμη γιατί μας συνέφερε;

Τα πράγματα είναι πολύ απλά, απλούστατα:  

Με το πρόσχημα της κρίσης

Του ΘΑΝΑΣΗ ΝΙΑΡΧΟΥ

Tην προπερασμένη Τετάρτη το πρωί, ώρα 9 ακριβώς, στο Ταχυδρομείο της οδού Αιόλου

Τρεις - τέσσερις όλοι κι όλοι οι υποψήφιοι αποστολείς γραμμάτων ώστε δεν χρειάζεται καν να λειτουργεί το μηχάνημα που εκδίδει τους αριθμούς με τη σειρά προτεραιότητας. Ζητώ συγγνώμην για τον ελαφρά προσωπικό τόνο της επιφυλλίδας, αλλά τον επιβάλλουν οι περιστάσεις. Με μια συγκομιδή είκοσι τεσσάρων γραμμάτων, αφού προμηθευτώ τα γραμματόσημα, προσπαθώ να βρω ένα βρεγμένο σφουγγαράκι, αυτό που χρησιμοποιούμε προκειμένου να υγρανθεί η πίσω πλευρά του γραμματοσήμου.

Και τα δύο σφουγγαράκια που είναι πάνω σ' έναν ξέχωρο πάγκο και τα δώδεκα που είναι μπροστά στις θυρίδες, με τις τρεις ωστόσο να λειτουργούν, είναι στεγνά. Τι στεγνά, κατάξερα, σαν να έχουν να χρησιμοποιηθούν χρόνια. 

Απευθύνομαι σε έναν υπάλληλο, όχι ταμία, που κάθεται πίσω από ένα γραφείο και κοιτάζει αφηρημένα το κενό, ζητώντας ένα βρεγμένο σφουγγαράκι.