"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ και ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Η γεωπολιτική των Ολυμπιακών

Του ΝΙΚΟΥ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΥ

Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του Τόκιο του 2020, που έγιναν το 2021, χωρίς κοινό, εμπλουτισαν την ιστορία του θεσμού με ένα τρόπο απρόσμενο. Ωστόσο, ο ίδιος ο θεσμός των Ολυμπιακών Αγώνων είναι συνυφασμένος με όλες τις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις ως αντανάκλαση σημαντικών μεταβολών και ως βαρόμετρο γεωπολιτικών πιέσεων. Ακόμη και όταν δεν υπάρχει προφανής πολιτική προέκταση, οι Αγώνες είναι ένας τρόπος να δείξει κάθε οργανώτρια χώρα τη διεθνή υπόστασή της.

Αν σταθεί κανείς στο Τόκιο θα είναι ωφέλιμο να αντιπαραθέσουμε τους Αγώνες αυτού του καλοκαιριού με εκείνους του 1964 που είχαν γίνει και πάλι στο Τόκιο.  

Ηταν την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, η Ιαπωνία είχε υποστεί το σαρωτικό πλήγμα της ατομικής βόμβας μόλις 19 χρόνια πριν, και οι Αγώνες του 1964 ήταν μια εξαιρετική ευκαιρία για τη χώρα να επιδείξει το νέο της πρόσωπο στο παγκόσμιο κοινό, σε μια εποχή που κάθε τι ιαπωνικό ήταν συνώνυμο της υψηλής τεχνολογίας και η μανία με τον δυτικό τρόπο ζωής είχε καταλάβει τους Ιάπωνες.

Στον ευρύτερο χάρτη των Αγώνων, δεν μπορεί να μη σταθεί κανείς στις ειρηνικές κορυφώσεις όπως ήταν οι Αγώνες του 1992 στη Βαρκελώνη, που έμειναν στην Ιστορία κυρίως γιατί έδειξαν τη δυνατότητα της αστικής μεταμόρφωσης και την ανάδειξη μιας ιστορικής πόλης σε παγκόσμιο προορισμό, αλλά και στις σκοτεινές πλευρές, όπως ήταν το 1972 στο Μόναχο με την τρομοκρατική επίθεση με θύματα αθλητές από το Ισραήλ. Και πάλι, στον αντίποδα, το Ολυμπιακό Στάδιο του Μονάχου (που εξακολουθεί και είναι αξιοθέατο) είχε παρουσιαστεί ως επίτευγμα της Δυτικής (τότε) Γερμανίας όπως και το Στάδιο του Βερολίνου στη χιτλερική Γερμανία.

Εκείνοι οι Αγώνες του 1936 ήταν οι πιο καθοριστικοί ως προς τη χειραγώγηση του αθλητισμού από τον πολιτικό ολοκληρωτισμό.  

Αργότερα, η πολιτική ένταση του Ψυχρού Πολέμου είχε προκαλέσει το μεγάλο μποϊκοτάζ στους Ολυμπιακούς της Μόσχας (1980) ως αντίδραση στη σοβιετική επέμβαση στο Αφγανιστάν και την απάντηση του κομμουνιστικού μπλοκ με μποϊκοτάζ στους Ολυμπιακούς του Λος Αντζελες (1984).

Οπως το Παρίσι το 1924 (και προφανώς και το 2024), όπως το Λονδίνο το 1948, το Ελσίνκι το 1952, η Ρώμη το 1960, το Μεξικό το 1968 και το Μόντρεαλ το 1976, έτσι και η Αθήνα είχε επενδύσει στη διεθνή δικτύωση. 

To 2004 είναι ακόμη νωπό, αλλά...

 

ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Η παραγωγή της Ιστορίας

Του Νίκου Βατόπουλου

Λίγες στιγμές στη διάρκεια της ζωής μας μπορεί να έχουμε συνείδηση πως ζούμε «ιστορικές στιγμές».  

Αυτή την παράξενη εμπειρία τη βιώνουμε τώρα. Ανεξάρτητα από τα μεγάλα κοσμοϊστορικά γεγονότα που παρακολουθούμε εξ αποστάσεως, αυτό που ζει η ανθρωπότητα με την πανδημία έχει μεταλλάξει το θέαμα της Ιστορίας σε βίωμα της Ιστορίας.  

Αυτό που αντικειμενικά συμβαίνει εμμέσως και μεταχρονισμένο μπορεί πλέον να συμβαίνει άμεσα και να καταστήσει φιλοσοφικά επίκαιρο το «εδώ και τώρα». 

Η ελπίδα, φυσικά, που γεννά το εμβόλιο προμηνύει πως το 2021 θα είναι σημαντικά διαφορετικό, τουλάχιστον ψυχολογικά, έως ότου γενικευθεί ο εμβολιασμός, αλλά αυτό που μοιάζει πλέον απαράβατο είναι ότι έχουμε βιώσει μια εσωτερική μετατόπιση, ο καθένας ξεχωριστά και συνολικά ως κοινωνίες.

Αγνωστο πλέον τι ερμηνεία θα έχει η νέα κανονικότητα, όταν αυτή κατοχυρωθεί. Σταδιακά, το θέμα της πανδημίας παραμέρισε όλα τα πολύ σοβαρά και σημαντικά της ειδησεογραφίας, και ώς ένα σημείο ανέδειξε τον μέσο άνθρωπο ως έναν πολίτη με σωρευμένα ψυχολογικά και οικονομικά προβλήματα κάτω από τη σκιά μιας παρατεινόμενης αβεβαιότητας. Η αδυναμία σχεδιασμού για το μέλλον είναι η χειρότερη παράμετρος που μπορεί να γεννήσει η παρούσα συνθήκη. Εμπεδώνεται η κρίσιμη αντίφαση της κατακλυσμιαίας μεταβολής στον ρυθμό της ζωής, την ίδια στιγμή που ο πολίτης παραμένει εγκλωβισμένος σε μια ανεπιθύμητη ακινησία. Το ψυχικό στρες είναι ένα κοινό χαρακτηριστικό που μοιράζονται πλέον όλοι οι άνθρωποι.

Αυτή η ακινησία στον χρόνο που βιώνεται σε προσωπικό επίπεδο, όταν η Ιστορία παράγεται θεαματικά μέρα με τη μέρα, τείνει να σφραγίζει το πνεύμα της εποχής. 

Οι ιστορικοί του μέλλοντος θα εφεύρουν πιθανώς έναν όρο που να περιγράφει αυτήν ακριβώς την κατάσταση:  Τον εγκλωβισμένο άνθρωπο σε μια ψυχοφθόρο ακινησία εν μέσω ευρύτερων κατακλυσμιαίων μεταβολών.  

Θα έχει άραγε διάρκεια αυτή η συγκυρία ή έστω θα κληροδοτήσει και ένα νέο δημόσιο ήθος και έναν νέο τρόπο καθημερινής κοινωνικής συμπεριφοράς; 

Το πιθανότερο είναι πως...

 

ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ και ΨΕΚΑΣΜΕΝΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Η δεκαετία του 2020

Του ΝΙΚΟΥ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΥ

Από τους πρώτους μήνες του έτους, το 2020 μας έδειξε πόσο πολλά μας χωρίζουν από τη δεκαετία του ’10. Ηδη, μέσα στον ώριμο κορμό αυτής της χρονιάς που διανύουμε έχουμε σαφή την αίσθηση ενός ταξιδιού στο άγνωστο, που μέρα με τη μέρα μας αποξενώνει από όλα όσα είχαμε ενστερνιστεί ως κοινό κτήμα λίγα χρόνια πριν. Είναι φανερό πως η πρώτη μεγάλη τομή του αιώνα μας είναι η πανδημία. Η οικονομική κρίση από το 2008 και μετά, ήταν ένας προθάλαμος.

Αν πάει κανείς πίσω, θα βρει το αντίστοιχο στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Παρότι είναι αμετροεπές, άστοχο και ατυχές να συγκρίνει κανείς εκατομμύρια θυμάτων σε μια γενικευμένη σύρραξη με μία πανδημία εν καιρώ ειρήνης στη Δύση, υπάρχει ωστόσο ο πειρασμός της αυθαιρεσίας, καθώς είναι περισσότερο από πιθανόν ο πραγματικός 21ος αιώνας να αρχίζει γύρω στο 2020, όπως ο πραγματικός 20ός άρχισε γύρω στο 1914.  

Ο μακρύς προθάλαμος του 21ου αιώνα μπορεί να οριστεί με διαφορετικές αφετηρίες: την πτώση του Τείχους (1989), τον Πόλεμο του Κόλπου (1991), τους Δίδυμους Πύργους (2001) και να περιλάβει ως διαδρομή όλη την περίοδο της οικονομικής κρίσης, που στην περίπτωση της Ελλάδας προκάλεσε τεκτονικές αλλαγές.

Αλλά η πανδημία επισυμβαίνει σε μια περίοδο με ήδη έτοιμους μηχανισμούς αποδοχής, καλλιέργειας και διασποράς των καρπών του γενικευμένου λαϊκισμού που προοδευτικά εγκατέστησε στους κόλπους κάθε κοινωνίας ο μακρύς «προθάλαμος» του 21ου αιώνα.

Η συνάντηση της πανδημίας με την παγκόσμια κοινότητα του λαϊκισμού και των οπαδών των θεωριών συνωμοσίας, εντείνει την αίσθηση πως τα ρήγματα του αιώνα μας οργανώνονται πλέον απολύτως συντεταγμένα γύρω από τα δίπολα λογικής και παραλογισμού. Αυτή η παγκόσμια κοινότητα του υβριδικού λαϊκισμού έχει πλέον ωριμότητα, ανεπτυγμένα αντανακλαστικά, εσωτερική οργάνωση και εξωστρεφή αυθάδεια.

Με εδραιωμένα τα εσωτερικά ρήγματα σε κάθε κοινωνία (ανεπτυγμένη ή μη), ο νέος αιώνας προχωράει ασύντακτα και με τεράστιο έλλειμμα αυτοπεποίθησης, σε εντυπωσιακή αντιδιαστολή από τον κόσμο του Ψυχρού Πολέμου.

Το δίπολο λογικής και παραλογισμού, που στις μέρες μας εντοπίζεται εύκολα στους αρνητές της πραγματικότητας, συμπορεύεται με το δίπολο ευρυχωρίας και μισαλλοδοξίας γεννώντας κατά τόπους εστίες τριβής, που βρίσκουν οπαδούς και υποκινητές.

Η νέα δεκαετία μας προϊδεάζει πως...

ΔΙΕΘΝΗΣ ΝΕΟΤΑΞΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΠΟΛΙΤΙΚΩΣ ΟΡΘΑ ΛΟΒΟΤΟΜΗΜΕΝΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Το απόλυτο της αλήθειας

Του ΝΙΚΟΥ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΥ

Η αποκαθήλωση ή ο βανδαλισμός αγαλμάτων ήταν πάντα η αυτονόητη ενέργεια ρήξης και ανατροπής.  

Δεν είναι κάτι νέο αυτό που συμβαίνει σε διάφορα σημεία του κόσμου είτε ως ξέσπασμα οργής είτε ως μιμητισμός και έλξη προς την πρόκληση της «ακίνητης» κοινωνίας. Ο σχετικισμός της Ιστορίας εμφανίζεται ως κεκτημένο δικαίωμα μιας νέας μάζας που κινείται με ταχύτητα, έστω και μειοψηφικά, για να δηλώσει παρουσία σε ένα κόσμο ανισοτήτων.  


Ο κόσμος πάντα υπήρξε άνισος, και ίσως σήμερα να είναι λιγότερο άνισος παρά ποτέ. Παρ’ όλα αυτά, ένα μεγάλο ποσοστό, το μεγαλύτερο στην Ιστορία, έχει τη δυνατότητα παραγωγής δημόσιου λόγου.

Αυτή η δυνατότητα απελευθερώνει, αλλά γεννάει και προβλήματα


Το μείζον πρόβλημα είναι η σύγχυση εννοιών, η ενίσχυση του ναρκισσισμού και η παραπλανητική αντίληψη ότι κάθε γνώμη είναι ίσης αξίας. Κάθε γνώμη είναι ελεύθερη, κάθε γνώμη όμως υπόκειται στην υποχρέωση της σύνθεσης, της ανάλυσης και της τεκμηρίωσης. Η νέα μισαλλοδοξία κινείται για να πατάξει την παλιά μισαλλοδοξία. Το μίσος δεν μπορεί να υποκινεί την ελευθερία.

Η αδυναμία κατανόησης του σύνθετου και αντιφατικού τρόπου με τον οποίο διαμορφώνονται και διαρκώς μεταλλάσσονται οι κοινωνίες, αποδυναμώνει τα μονολιθικά επιχειρήματα των φορέων της απόλυτης αλήθειας. Οι κοινωνίες είναι πολυσυλλεκτικές και παράγουν φορείς ελευθερίας και φορείς καταστολής. Για να οργανωθούν υπάρχουν οι θεσμοί, για να ρυθμιστούν υπάρχουν οι έλεγχοι και οι διαδικασίες εκπαίδευσης, για να εκτονωθούν υπάρχουν μαζικά αθλήματα, μαζικά θεάματα και προστατευμένοι θύλακοι ατομικής περισυλλογής.

Η τάση για νέες τομές είναι καθ’ όλα αποδεκτή όσο και αναγκαία. Παρατηρούμε όμως το κύμα της νέας ιδεολογικής μισαλλοδοξίας να απλώνεται χωρίς διαβαθμίσεις και χωρίς την επίγνωση ότι μπορεί και αυτό να υπόκειται σε κριτική


Ο βανδαλισμός αγαλμάτων του Ουίνστον Τσώρτσιλ γεννά σαφώς ερωτήματα. Η διασάλευση του κριτηρίου μπορεί να γενικευτεί και η χρονική απόσταση, π.χ., από τη δεκαετία του ’40 διευκολύνει την αναθεώρηση. Η γενικευμένη σύγχυση μπορεί να είναι και ένας επιθυμητός στόχος.

Στη δημοκρατία του πληκτρολογίου...

ΑΝΘΡΩΠΟΣ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Περί δημόσιου πένθους


Η εμπειρία του δημόσιου πένθους είναι ένα από τα πρόσφατα φαινόμενα που μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα μεταβάλλει τον τρόπο που βιώνουμε την απώλεια


Είναι ένα φαινόμενο διεθνές και διαπολιτισμικό, ωστόσο, στη μικροκλίμακα της ατομικής καθημερινότητας, αποκτά γνωρίσματα που καθιστούν την εμπειρία του δημόσιου πένθους νεότευκτη εμπειρία. 


Οι απώλειες δημόσιων προσώπων, δημοφιλών καλλιτεχνών, όπως ο Κώστας Βουτσάς, αγαπητών ποιητών, όπως η Κική Δημουλά ή διεθνών αστέρων του αθλητισμού, όπως ο Κόμπι Μπράιαντ, είναι πρόσφατα παραδείγματα που οριοθετούν μια ευρύτατη ψυχική ενδοχώρα δημόσιας έκφρασης της απώλειας που συντηρείται, καλλιεργείται και περιφρουρείται ως ένα νέο ανθρωπολογικό φαινόμενο.

Ειδικά για τον άνθρωπο των πόλεων, για όλους όσοι είναι ψηφίδες του νεότερου αστικού πολιτισμού, του πολιτιστικού, εκείνου, συστήματος, δηλαδή που εξόρισε τον θάνατο από την τελετουργία της καθημερινότητας, η επιστροφή στο βίωμα του δημόσιου πένθους μέσω των κοινωνικών δικτύων, είναι μία πύλη για την αποϊεροποίηση του γεγονότος του θανάτου. Η εξοικείωση με την απώλεια συμβαίνει μέσα από ένα καθεστώς μαζικής αναπαραγωγής που συντηρεί το γεγονός στη δημοσιότητα έως τη σχεδόν ολική ενσωμάτωσή του.

Ωστόσο, η επικοινωνιακή κατάχρηση του πένθους για δημόσια πρόσωπα συμβαίνει παράλληλα με το φαινόμενο του βιώματος της απώλειας παντελώς αγνώστων μας. Η δημοσιοποίηση του θανάτου τους, με αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα, συνοδευόμενες από φωτογραφίες τους και πληροφορίες για τη ζωή τους, ανατρέπει για πρώτη φορά στην ιστορία τον τρόπο με τον οποίον ο θάνατος εισβάλλει στην καθημερινότητα. Και όσο εντέλει χάνει την ιερότητά του το γεγονός της απώλειας μιας προσωπικότητας από την επικοινωνιακή κατάχρηση, άλλο τόσο κερδίζει σε ιερότητα το γεγονός του θανάτου παντελώς αγνώστων μας, η μορφή των οποίων εμφανίζεται στην οθόνη μας.

Πρόκειται για μια ανατροπή της ιδέας του θανάτου, της πρόσληψης της απώλειας και της διαχείρισης του πένθους σε δημόσιο και ατομικό επίπεδο. 


Είναι μια μετάλλαξη του τρόπου με τον οποίον...

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ: Η δεκαετία του ’20

Του ΝΙΚΟΥ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΥ

Το 2020 μάς οδηγεί στη σταδιακή ενηλικίωση του 21ου αιώνα κατά τρόπο αντίστοιχο που η προ 100 ετών μεταπολεμική εποχή οδηγούσε στην καρδιά του εικοστού αιώνα. Οι κύκλοι του χρόνου, βιολογικού και ιστορικού, συμπλέουν, αλληλοπλέκονται, αντιτίθενται, συνθέτοντας μια νέα ανάγνωση της πορείας του πολιτισμού.

Η νέα δεκαετία του ’20 μας θυμίζει πως έχουν περάσει 30 και πλέον χρόνια από την πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων στην Ανατολική Ευρώπη και εκατό χρόνια από την ήττα του Βενιζέλου στις εθνικές εκλογές του 1920.

Η ζώσα μνήμη έρχεται πιο κοντά προς το μέσο του εικοστού αιώνα, οι γενιές εναλλάσσονται και μαζί η αίσθηση της Ιστορίας και η αντίληψη για τον ιστορικό χρόνο.

Μοιάζει σχεδόν ουτοπικό, αλλά ακόμη δεν έχουμε γευτεί το πραγματικό πρόσωπο του 21ου αιώνα. Μπορούμε να εικάσουμε πώς θα είναι η ζωή μετά το 2050, αλλά είναι αδύνατον να εντάξουμε σε αυτή την υπόθεση τον αστάθμητο παράγοντα. Κατά τον ίδιο τρόπο που κάθε αντίστοιχη υπόθεση εκ μέρους της κοινωνίας του 1920 για το πώς θα ήταν η ζωή το 1950 δεν θα μπορούσε να προβλέψει την εξέλιξη των πραγμάτων.

Ωστόσο, η φύση του ανθρώπου είναι τέτοια, που κινείται τόσο προς το μέλλον όσο και προς το παρελθόν, επιχειρώντας να εντάξει και στις δύο κατευθύνσεις τον ίδιο του τον εαυτό. Είναι η ανάγκη οριοθέτησης του προσωπικού στίγματος στις δύο περιοχές της ανυπαρξίας, πριν από τη γέννηση και μετά τον θάνατο. Το 2020 επιχειρεί να προβάλει τις δικές του μελλοντολογικές προβολές προς τον ώριμο 21ο αιώνα, με τον ίδιο τρόπο που επιθυμεί να ανακατασκευάσει το ιστορικό παρελθόν, ενσωματώνοντας νέα ερμηνευτικά εργαλεία.

Αλλά το βάρος της ιστορικής στιγμής είναι τέτοιο, που οποιαδήποτε θεώρηση του χρόνου αφήνει απέξω την ορμή τού «τώρα». 

Η νέα δεκαετία θα δει αναμφισβήτητα την καθημερινότητα να μεταλλάσσεται, αλλά το μέγα ζητούμενο θα είναι...

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Οι «νέοι» Ευρωπαίοι



Ο ανθρωπότυπος του «νέου» Ευρωπαίου έχει δύο εκδοχές. 


Η μία είναι αυτή που προσπαθεί να ανανεώσει τις θεσμικές καταβολές της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης, της παλιάς «Ευρώπης» των Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλδημοκρατών και να την εντάξει στον νέο διεθνή διάλογο των νέων ισορροπιών


Και η άλλη εκδοχή είναι αυτή που προσπαθεί να διεμβολίσει το μεταπολεμικό σύστημα και να οργανώσει έναν αντίλογο που πολλοί ομαδοποιούν κάτω από την ταμπέλα του λαϊκισμού. 


Τα πράγματα είναι χωρίς αμφιβολία περισσότερο σύνθετα και η ανάγνωση ενός πολιτικού χάρτη για τον Ευρωπαίο ψηφοφόρο ποτέ δεν ήταν τόσο περίπλοκη.


Οσοι μεγαλώσαμε στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, αυτή η ιδεολογική ένταση και η κοινωνική ανακατάταξη των τελευταίων ετών μοιάζει αδιανόητη, πλην όμως είναι πραγματική... Ο κόσμος αλλάζει και η ευθύνη είναι πιο μεγάλη τώρα. Κληθληκαμε να στείλουμε  εκπροσώπους της χώρας μας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για να υπερασπιστούν όχι μόνο εθνικές θέσεις αλλά ευρύτερα ζητήματα που αφορούν τις μετακινήσεις και την αλλαγή στις ιεραρχήσεις στις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Ποτέ πριν δεν είχαμε τόσο ανάγκη από κατηρτισμένους, διαβασμένους και έμπειρους σε διεθνή θέματα ευρωβουλευτές.


Ενδιαμέσως, όμως, ανάμεσα στα δύο ευρύτερα ιδεολογικά στρατόπεδα στην Ευρώπη, υπάρχει μια διευρυνόμενη κοινωνική ομάδα, πολυσυλλεκτική και αυτή, που αποστασιοποιείται τόσο από την ανανεωμένη «παλαιά» τάξη όσο και από τη δημαγωγική γλώσσα των νέων «φίλων» του λαού.  


Αυτοί οι νέοι Ευρωπαίοι, νέοι όχι απαραίτητα λόγω ηλικίας, αλλά λόγω ρήξης με ισχύοντες ή αναδυόμενους πολιτικούς συσχετισμούς, κρατούν σημαντικές αποστάσεις, διατηρούν δυσπιστία, απέχουν από τον πραγματισμό της αγοράς αλλά και από τον δογματισμό της καθαρής κοινωνίας και προσεγγίζουν θεωρίες με μεγαλύτερη πνευματική, οικολογική και ρομαντική βάση.


Είναι μια υπολογίσιμη δύναμη που...

ΣΥΡΙΖΟΦΑΣΙΣΤΑΡΑΔΙΚΟ: Τελειοποιώντας τον Ελληνα ραγιά


E​​νόχλησε, ενοχλεί και θα ενοχλεί όλο και περισσότερο η προσβλητική για τους δημοκρατικούς πολίτες αυτής της χώρας στήριξη που παρέχουν στελέχη και βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ στο καθεστώς Μαδούρο. 


Είναι η φυσική προέκταση όσων ζούμε εδώ και τέσσερα χρόνια, στη διάρκεια των οποίων η ελληνική κοινωνία κλήθηκε να αποδεχθεί τον κυνισμό, την ανοησία, τη χυδαιότητα και τη συστηματική διχαστική γλώσσα ως καθημερινότητα. 


Αναρωτιέμαι τι είναι αυτό που αναγκάζει κάποιους υποστηρικτές της κυβέρνησης, και αναφέρομαι ακόμη και σε πολίτες, που θέλουν να διατρανώσουν δημοσίως (με συγκεντρώσεις, με δηλώσεις σε ραδιόφωνα ή με αναρτήσεις σε κοινωνικά δίκτυα) την υποστήριξή τους στο τυραννικό καθεστώς της Βενεζουέλας. Οσο και μειοψηφικό και αν είναι αυτό το ρεύμα, όσο συρρικνούμενη και αν είναι η επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ στην κοινωνία, δεν παύει να αποτελεί ένδειξη ενός φαινομένου.

 
Και παρατηρείται το φαινόμενο αυτό, που είναι και διαχρονικό και χαρακτηριστικό διαφόρων εκφάνσεων της Αριστεράς, σε μια εποχή που διεθνώς τα κόμματα της συντηρητικής Δεξιάς και της σοσιαλδημοκρατίας παρατηρούν τη συρρίκνωση της εκλογικής τους βάσης


Η άνοδος της λεγόμενης αντισυστημικής ψήφου μπορεί άραγε να υπονοεί και υποστήριξη ή ανοχή του ολοκληρωτισμού;  


Σε κάθε περίπτωση, στο δικό μας πολιτικό σκηνικό, ο ΣΥΡΙΖΑ εκπροσωπεί πλέον ό,τι πιο συντηρητικό, φθαρμένο και παρακμιακό μπορεί κανείς να φανταστεί. Και σαφώς υπάρχουν πολίτες που εκφράζονται από αυτό το προστατευτικό κουκούλι της παθητικής ομογενοποίησης. 


Εξάρτηση από το κράτος και εθισμός στα λίγα.

 
Χλευασμός στην καλή παιδεία και στο καλό γούστο. 


Ειρωνεία για τις αρχές της προόδου. 


Κόμπλεξ απέναντι στην αστική ζωή. 


Εμπάθεια για τις παραδοσιακές αξίες του δυτικού κόσμου.

 
Απέναντι στην ελευθερία του ατόμου και στον αυτοπροσδιορισμό, στο «ελληνικό όνειρο» της κοινωνικής ανέλιξης με μόρφωση και εργασία, στην επικρότηση του καλύτερου και στην αποδοχή της ιεραρχίας, ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να καλλιεργήσει τη συνείδηση του Ελληνα ραγιά. 


Και τώρα, ο ΣΥΡΙΖΑ, που έχει ευτελίσει τους θεσμούς, επικαλείται δήθεν σεβασμό στην κοινοβουλευτική διαδικασία για να υποστηρίξει τον τύραννο Μαδούρο. Αυτή η προσβολή στον ελληνικό λαό θα πρέπει να αιτιολογηθεί.

 
Πίσω από όλα...

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Οι νέες κοινωνικές ιεραρχήσεις

Υπάρχει η αίσθηση ότι όσο και αν αγωνιστεί κανείς να κρατηθεί από σταθερές και αναγνωρισμένες αξίες, ο αγώνας είναι άνισος. Ο κόσμος αλλάζει και όσα βλέπουμε είναι οι κινήσεις προς μια νέα ιεράρχηση.

 
Την περασμένη Πέμπτη είδα μια μικρή ομάδα μαθητών να έχει κλείσει την οδό Πανεπιστημίου. Παρατηρώντας τους εφήβους δεν ήμουν βέβαιος αν έβλεπα μια εικόνα από κάτι που πεθαίνει ή μια εικόνα από κάτι που πάει να γεννηθεί. Σε κάθε περίπτωση, με άφησε με μια παγερή εντύπωση.

 
Ολοένα και πιο συχνά παρατηρώ τα αποτελέσματα των κλυδωνισμών στην κοινωνία. Υπάρχει αντανάκλαση και στο εκλογικό σώμα, στις κοινωνικές επιλογές, στη δημόσια συμπεριφορά, στη μοναχική πορεία. Αυτό όμως που φαίνεται ολοένα και πιο ζωηρά είναι η προϊούσα αντικατάσταση της ώς πρόσφατα σθεναρής και κυρίαρχης μεσαίας τάξης. Οσο οι μεσοαστοί προλεταριοποιούνται (και όχι μόνο οικονομικά αλλά σταδιακά και μέσα από μια σωματοποιημένη σχεδόν συμπεριφορά υποστολής και αναδίπλωσης) τόσο θα απελευθερώνεται χώρος για νέες κοινωνικές συσπειρώσεις. Πρωτίστως, θα έδειχνε κανείς τις νέες «ελίτ» που θα συνδέσουν την ευημερία τους με τους πολιτικούς συσχετισμούς που θα κυριαρχήσουν, αλλά αυτή τη φορά αφού ολοκληρωθούν οι κύκλοι εσωτερικής αναδιανομής μέσα στην κοινωνία. Αυτό, όμως, που συχνότερα διαφεύγει είναι η ανάδυση μιας νέας πνευματικής ελίτ, η οποία είναι και θα παραμείνει αντίθετη στο ρεύμα της μαζικής, εξουθενωτικής και βάρβαρης ομογενοποίησης που γεννά ο τεχνολογικός πολιτισμός.

 
Οσο προχωράει ο λεγόμενος εκδημοκρατισμός των μαζών, τόσο θα διευρύνονται τα νέα χάσματα. Η κόπωση και η απέχθεια που γεννούν η βιομηχανία των ψευδών ειδήσεων, ο λαϊκισμός και ο εθνικισμός, η δημόσια αναγνώριση της βλακείας ως ισότιμου συστατικού των κοινωνιών, όπως και οι ιαχές των λούμπεν και ημιμαθών όσο και ημιπαραφρόνων «δημοκρατών», συμβάλλουν διαρκώς στις νέες κοινωνικές ιεραρχήσεις.

 
Η μεσαία τάξη, όπως την κατανοούσαμε το 1950, το 1980 και το 2000, αποσυντίθεται και η συρρίκνωσή της απελευθερώνει χώρο. Επελαύνουν οι μεγάλες μάζες ευτυχείς στην ομογενοποιημένη ισοπέδωση, αλλά...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Η γενιά της ανατροπής



Ο τρόπος με τον οποίο γεννιέται η ιστορία μέρα με τη μέρα είναι από μόνος του συγκλονιστικός. Συνέβαινε πάντα, θα συμβαίνει για πάντα, αλλά η στιγμή που το βιώνει κανείς ως προσωπική εμπειρία έχει κάτι το πρωτογενές, όσο κοινό και αναμενόμενο και αν είναι. Γι’ αυτό και η διάθεση του εαυτού ως παρατηρητή, ως διαμεσολαβητή, ως υλικού ιστορίας, εμπεριέχει αυτή τη δύναμη της αποκάλυψης, της μοναδικής στιγμής. Παραμένει προς διερεύνηση αν οι γενιές το βιώνουν με παράλληλο ή συγγενή τρόπο. Αν, δηλαδή, τα γεγονότα της ειδησεογραφίας, που διοχετεύονται από τα ΜΜΕ, τα εισπράττει με παρόμοιο τρόπο ένας πολίτης 75 ετών και ένας πολίτης 25 ετών πέρα από την προφανή διαφορά εμπειρίας ζωής. Αν, δηλαδή, οι γενιές όπως έρχονται και παρέρχονται, δημιουργώντας στρώσεις ανθρώπινης εμπειρίας συμβάλλοντας στο παλίμψηστο του ανθρώπινου βιώματος, ορίζουν και ένα νέο τοπίο ερμηνείας του κόσμου.
 
 
Το σκεφτόμουν έπειτα από μία συζήτηση με νέους Ελληνες 20-22 ετών, καθώς ένιωσα ότι όλος ο δικός μου «κόσμος», όλα όσα με απασχολούσαν, όσα με βάραιναν, όσα μου έδιναν φτερά, όσα με μελαγχολούσαν ή με έβγαζαν από τα ρούχα μου ήταν –στα δικά τους μάτια– απλώς αόρατα, σκιές στην καλύτερη περίπτωση σε έναν ημιδιάφανο κόσμο που γοργά κυλούσε σε βαθύτερη στρώση και χωνόταν στην ιλύ της ιστορίας. 


Το ίδιο, σαφώς, θα συνέβαινε πάντα, απλώς κάποια στιγμή πρέπει να το νιώσει ο καθένας για τον εαυτό του. Τη στιγμή που ο «κόσμος» του, οι αναφορές του, οι πηγές του, μετακινούνται από την κεντρική θέση της δημόσιας συζήτησης σε μια θέση πιο περιφερειακή έως ότου γίνουν υλικό ιστορίας. Καθώς μιλούσα με τους φοιτητές, σκεφτόμουν ότι τα «παιδιά» που είχα απέναντί μου ήταν περίπου 12 ετών το 2010 και ήταν νήπια όταν μπήκαμε στην Ευρωζώνη. Αυτές οι διαπιστώσεις έχουν ορίσει το βλέμμα πάνω στην Ιστορία και, αν πάει κανείς πολύ πίσω, είναι αδύνατον να κατανοήσει το χάσμα γενεών, όπως καταγράφεται, ανάμεσα στη γενιά του 470 π.Χ. και του 430 π.Χ.

 
Αλλά, σήμερα, υπάρχει μια ολόκληρη γενιά ήδη ενήλικη, που...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Η ουτοπία του μέσου Ελληνα



Ο συνομιλητής μου ήταν σε οίστρο. Βρισκόμασταν μια παρέα, φίλοι ή απλώς γνωστοί, γύρω από ένα τραπέζι και το θέμα είχε εξελιχθεί σε ένα από τα αγαπημένα των Ελλήνων, την αστική τάξη. 


Και είναι αγαπημένο γιατί ο καθένας θεωρεί αυτονόητο όχι μόνον ότι ανήκει στους «λίγους» αστούς της χώρας αλλά και ότι η αστική καταβολή του χάνεται στον χρόνο.  


Και είναι ενδιαφέρον ότι το θέμα του ελληνικού ταξικού συστήματος συζητείται όχι τόσο γιατί υπάρχει κανένα φλέγον ζήτημα, αλλά γιατί τεχνηέντως η κυβέρνηση διαχωρίζει την κοινωνία σε επαίτες, από τη μια, και σε καπνιστές πούρων, από την άλλη.


Το θέμα της συζήτησης, λοιπόν, θα είχε εκπέσει σε ανέκδοτα και τρέχοντα ζητήματα, αν ο συνομιλητής μας δεν ήταν τόσο παθιασμένος, καθώς επέμενε στην άποψη ότι υπάρχει σχέδιο αφαίμαξης της αστικής, ή άλλως μεσαίας, τάξης. Αυτό αρκούσε για να ξαναφουντώσει η συζήτηση, αφού ο καθένας είχε να προσθέσει ή να επαυξήσει, γεγονός που δημιούργησε ανοχή στο άναμμα λίγων ακόμη τσιγάρων. Ισως να μην είναι πολύ «αστική» αυτή η συμπεριφορά σε ένα εστιατόριο, αλλά ήμασταν Ελληνες στην Αθήνα, στο δικό μας «χωράφι» εν καιρώ παρατεταμένης κρίσης και γενικευμένης ανομίας και, επιτέλους, νιώθαμε ότι «βαλλόμαστε». Ετσι η συζήτηση προχώρησε από την καταστροφή των αστών στον ορισμό του μέσου Ελληνα.


Στο σημείο αυτό, οι ώς εκείνη τη στιγμή σιωπηλοί της παρέας ξιφούλκησαν και άκουσα ακόμη και την άποψη ότι ο μέσος Ελληνας είναι έννοια άπιαστη, φευγαλέα, εντελώς υποκειμενική και επί της ουσίας ουτοπική. Μάθαμε λοιπόν στο τραπέζι ότι ο μέσος Ελληνας δεν υπάρχει, γιατί απλούστατα η ποικιλομορφία του είδους δεν μπορεί να συναιρείται σε στατιστικά μεγέθη και ότι επιπλέον αυτό που ο Χ θεωρεί «μέσον όρο», ο Ψ, πολύ απλά, το αμφισβητεί. Η συζήτηση σερνόταν ανοίγοντας σε ατέρμονες περιπτωσιολογίες, κατά την προσφιλή ελληνική (αστική ή όχι) συνήθεια, και εκεί που οι περισσότεροι είχαμε πιστέψει, με ανακούφιση, ότι όλοι συμφωνούμε ως προς το γενικό αδιέξοδο και ότι «ας πληρώσουμε, να φύγουμε», ο αρχικός και επίμονος συνομιλητής μας είπε: 

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΣΥΡΙΖΟΠΛΗΚΤΟ ΞΕΦΡΑΓΟ ΑΜΠΕΛΙ: Οι πολίτες ως αμελητέα μάζα



Αυτό που ξέρει η μεγάλη πλειονότητα των πολιτών, κυρίως όσων κατοικούν στην Αθήνα, είναι ότι η νομιμότητα είναι ένα μέγεθος σχετικό. Ολοένα και περισσότερο αισθάνεται κανείς ευάλωτος και ανυπεράσπιστος σε μία κοινωνία χωρίς συντεταγμένες και σε μία πολιτεία με αδυναμία εφαρμογής των νόμων. Η δολοφονία του δικηγόρου Μιχάλη Ζαφειρόπουλου, που πάγωσε τη χώρα, η εισβολή του «Ρουβίκωνα» στην πρεσβεία της Ισπανίας, η αποπομπή και ο ξυλοδαρμός ενός εθελοντή ΑμεΑ που προσκλήθηκε να μιλήσει για τον εθελοντισμό στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο, γεγονότα που συνέβησαν τα τελευταία 24ωρα, μαζί με πλήθος άλλων, σημαντικών ή λιγότερο σημαντικών, δείχνουν σε κάθε πολίτη το υπ. αριθμόν 1 πρόβλημα της κοινωνίας. 


Οσο και ανόμοια να είναι αυτά τα κρούσματα, πηγάζουν από την αποθράσυνση των παραβατικών και εγκληματικών στοιχείων.


Και αυτό που προβληματίζει και ανησυχεί είναι ότι η διάχυτη αντίληψη περί κατάλυσης των κανόνων, της ασφάλειας και της προστασίας των πολιτών, αυτό δηλαδή που δηλητηριάζει την καθημερινότητα και που επιβραβεύει όσους καλλιεργούν την πολυδιάσπαση της κοινωνίας, είναι ότι ακουμπάει σε ένα όχι ευκαταφρόνητο ποσοστό συμπαθούντων της ανομίας.  


Αυτοί υπήρχαν «από πάντα», αλλά τα τελευταία χρόνια έχουν και μία κυβέρνηση και ένα «περιβάλλον» που γαλουχήθηκε στα χαρακώματα.


Η διάλυση του κοινωνικού ιστού στην Αθήνα έχει σαφώς πολυπαραγοντικά αίτια και δεν είναι ούτε μονοσήμαντο ούτε πρόσφατο φαινόμενο. Είναι η πιο σημαντική παράμετρος και η πιο παραμελημένη.  


Αυτός ή αυτοί που θα αυξήσουν το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών και που θα καθαρίσουν τα αθηναϊκά γκέτο και τα πανεπιστήμια από όλα τα αντικοινωνικά στοιχεία, με συνέπεια στο γράμμα του νόμου, θα προσφέρουν τεράστιο έργο. 


Είναι ζήτημα πολιτικής βούλησης, που απαιτεί σθένος και συσπείρωση ικανών στελεχών. 


Πάνω από όλα, όμως, θέλει...

ΣΥΡΙΖΟΤΣΑΡΛΑΤΑΝΑΔΙΚΟ: Οταν ο χειρότερος εχθρός είναι ο εαυτός σου



Η εικόνα που παρουσιάζουν ο ΣΥΡΙΖΑ και οι ΑΝΕΛ στην κοινωνία είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτή εκ των έσω, μέσα δηλαδή από τα κυβερνητικά επιτελεία. Αλλά, σαφώς, όσο και να είναι ισχυρές η ανάγκη και η επιθυμία για άρνηση της πραγματικότητας, όσο και να υπερισχύει ο βολονταρισμός και η στρέβλωση του ορθού λόγου, είναι δύσκολο αν όχι αδύνατον να παραμείνει αρραγής η εικόνα της κυβέρνησης. Πέρα από την υπόθεση του Ελληνικού, της ρύπανσης του Σαρωνικού, της νομοθεσίας περί αλλαγής ταυτότητας φύλου, των ταξί και της ΕΡΤ, όλα όσα δείχνουν στον απλό πολίτη τις παλινωδίες μίας κυβέρνησης, στα μικρά και στα μεγάλα, υπάρχει η αγωνία του πρωθυπουργού να πείσει ότι, πέρα από τον γνωστό ΣΥΡΙΖΑ, υπάρχει και ο νέος ΣΥΡΙΖΑ, που προβιβάστηκε γιατί «κατανόησε πώς λειτουργεί ο κόσμος».  


Δυστυχώς, όμως, για να περάσει μια τέτοια άποψη δεν αρκεί η ρητορική που επιχειρεί να διαψεύσει όλα τα προηγούμενα λεχθέντα, γιατί έρχεται η καθημερινότητα και κατακρημνίζει την πρόσοψη. Και κυρίως έρχονται οι άνθρωποι με τους οποίους ο ίδιος ο πρωθυπουργός περιβάλλει με την εμπιστοσύνη του και μας υπενθυμίζουν ότι η κουλτούρα του 3% είναι το θεμέλιο. Αυτή υπαγορεύει την πολιτική και αυτή συντηρεί το όποιο ακροατήριο.


Ο πρωτογονισμός που διαπνέει την κουλτούρα του ΣΥΡΙΖΑ προφανώς και έχει διαποτίσει την αντίληψη που έχουν πολλά κυβερνητικά στελέχη για την ελληνική κοινωνία και τον διεθνή παράγοντα. Η ίδια η ιδρυτική ιδέα του ΣΥΡΙΖΑ ως κόμματος βασίστηκε στη συνένωση, στον συγχρωτισμό και στη σταδιακή αφομοίωση ομάδων με σαφή αντιθεσμικά και αντιδυτικά χαρακτηριστικά. Αυτά παραμένουν. Ωστόσο...

ΣΥΡΙΖΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: Η ώρα που πέφτουν οι μάσκες



Μία ακόμη μπλόφα στην οποία έχουν πέσει μέσα ο ΣΥΡΙΖΑ και η περί αυτώ «κουλτούρα» είναι και η απάτη της οικολογίας. Kαι μία από τις αποτυχίες της ελληνικής κοινωνίας είναι ότι εκχώρησε την ιδέα περί προστασίας του περιβάλλοντος στην Αριστερά, ή σε ό,τι, τέλος πάντων, μπορεί να χωρέσει κάτω από αυτή τη νεφελώδη επιγραφή. 


Υπήρξε, πάντως, μία εξαιρετικά βολική συνθήκη, που, μάλιστα, πέτυχε να περάσει στην κοινή γνώμη τη γενικευμένη άποψη ότι οι αριστεροί προστατεύουν τη φύση (ή έστω διαμαρτύρονται για την κακοποίησή της) και οι δεξιοί βλάπτουν τη φύση (ή έστω παραμένουν απαθείς).


Το πόσο επιτυχημένο ήταν αυτό το πρωτόγονο σχήμα διαίρεσης του κόσμου έχει φανεί επανειλημμένως, και όχι μόνο στην Ελλάδα, καθώς, μετά τη δεκαετία του ’60, τα «πράσινα» κινήματα διεθνώς συνδέθηκαν ως αντικαπιταλιστική αλυσίδα και σταδιακά προσδέθηκαν με μια σειρά από κοινωνικά κινήματα έως τις παρυφές του φεμινισμού και των δικαιωμάτων των μειονοτήτων. Η εκχώρηση της οικολογικής ιδέας στην αντικαπιταλιστική Αριστερά υπήρξε ένα από τα οξύμωρα φαινόμενα του μεταπολεμικού κόσμου, όπου οι μεγαλύτερες οικολογικές καταστροφές (όπως και οι μεγαλύτερες ανισότητες) συνέβησαν στη σφαίρα του ολοκληρωτισμού και όχι στη σφαίρα του καπιταλισμού.


Απότοκος, έστω και από εκβιαστική αντανάκλαση, μιας τεράστιας (και διεθνούς) παρανόησης, για το τι είναι ωφέλιμο ή βλαβερό, χρηστό ή κυνικό, ανταποδοτικό ή ωφελιμιστικό, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε ποτέ την ιδεολογική συνοχή ή την πνευματική δυνατότητα να υπερασπιστεί έστω και στοιχειωδώς ένα κοινωνικό μανιφέστο, μέσα στο οποίο θα μπορούσε να χωρέσει και η οικολογία. Εκείνες οι ανεκδιήγητες συνιστώσες του παλιού ΣΥΡΙΖΑ έμειναν περιθωριοποιημένα απολειφάδια ακόμη και μέσα στον «νέο» ΣΥΡΙΖΑ, που όσο –υποτίθεται– διαρκεί η «ξενάγησή» του στον σύγχρονο κόσμο θα υφίσταται τη μία ταπείνωση μετά την άλλη.


Τις γελοιότητες στον Σαρωνικό, στο Ελληνικό και στις Σκουριές σε ποιον ΣΥΡΙΖΑ να τις αποδώσουμε;  


Σε αυτόν που πρέπει να «ξεχάσουμε», όπως μας λέει ο πρωθυπουργός, ή σε αυτόν που...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΘΝΟΣΩΤΗΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ο ανυπεράσπιστος πολίτης

Του ΝΙΚΟΥ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΥ


Απέναντι στο θέαμα της φωτιάς, τα έντονα αισθήματα ζητούν εκτόνωση. Και παρότι ανάμεσα στη λογική και το συναίσθημα θα έπρεπε να υπάρχει χώρος για την εμπειρία και τη γνώση, είναι, επίσης, κατανοητό ότι μπροστά στην καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος και των περιουσιών, η ψυχραιμία υποχωρεί. Πριν ακόμη αντιμετωπιστεί ο κίνδυνος, ζητούνται οι πολιτικές ευθύνες.  


Ευθύνες υπάρχουν πολλές και αυτό είναι το μόνο βέβαιον. Η καταστροφή στη βορειοανατολική Αττική και σε άλλα σημεία της χώρας καταδεικνύει για μία ακόμη φορά ότι η Ελλάδα είναι χώρα με μεγάλο δημόσιο τομέα χωρίς κρατική υποδομή. 


Ο μέσος πολίτης αισθάνεται ανυπεράσπιστος μπροστά στις πυρκαγιές δασικών εκτάσεων. Και η πυρκαγιά στον Κάλαμο είναι ένα ακόμη ρήγμα ανάμεσα στον πολίτη (που βάλλεται) και στον κρατικό μηχανισμό (που αργεί). Γιατί στο κρίσιμο ζήτημα της ετοιμότητας του λεγόμενου «κρατικού μηχανισμού», ο σχεδιασμός και η πρόβλεψη έχουν ήδη ευτελισθεί στα μάτια του πολίτη. Ισως γιατί και για τα δύο απαιτούνται δύο προϋποθέσεις, που επίσης δείχνει να έχουν απολέσει τη λαϊκή εμπιστοσύνη: ο συντονισμός και η ηγεσία.


Η κριτική, όμως, που ασκείται για την ολιγωρία στον σχεδιασμό αντιμετώπισης εκτείνεται σε τέτοιο σημείο ώστε περιλαμβάνει ακόμη και τον πολίτη εκείνον που αποτελεί ειδική κατηγορία. Τον πολίτη καταπατητή, τον πολίτη που εκχυδαΐζει το περιβάλλον, τον πολίτη που ζητεί δικαιώματα για το αυθαίρετο. Αυτός ο πολίτης δαιμονοποιείται και εν προκειμένω γίνεται εύκολος στόχος για την εκτόνωση της λαϊκής οργής. 


Από την άλλη, το ανεπαρκέστατο κράτος φλυαρεί περί εμπρησμών πριν ακόμη παρουσιάσει σχέδιο αντιμετώπισης της καταστροφής.  


Ο Ελληνας εκείνος με τη λογική του αυθαίρετου και της ρύπανσης είναι σαφώς μια πραγματικότητα, όπως υπαρκτή είναι και η ανεπάρκεια στην κρατική υποδομή. Πέραν όμως αυτών, υπάρχει ο πραγματικά ανυπεράσπιστος πολίτης, αυτός που πληρώνει φόρους για να έχει υπηρεσίες, αυτός που αγαπάει την πατρίδα του, αυτός που εξουθενώνεται ψυχικά κάθε φορά που βλέπει αυτήν την πατρίδα να αποσυντίθεται. 


Απέναντι σε αυτόν τον πολίτη...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Οι διακοπές της «μεσαίας τάξης»



Προϋπόθεση μιας ροής κανονικότητας είναι και οι διακοπές.  


Πότε άρχισαν οι Ελληνες να πηγαίνουν διακοπές είναι ένα ερώτημα, αλλά εξίσου ενδιαφέρον είναι και το άλλο για τη μετάλλαξη των διακοπών. 


Δεν είναι μόνο ότι λιγότεροι Ελληνες ταξιδεύουν με χαμηλότερο προϋπολογισμό, είναι ότι έχει αλλάξει η φορά του τόξου. 


Η ένδειξη είναι στάσιμη ή προς τα κάτω.  


Η ιστορία της κουλτούρας των διακοπών συνδέεται με την κίνηση του τόξου προς τα πάνω, δηλαδή με την αισιοδοξία των μεσαίων τάξεων, ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα. Τα χαρακτηριστικά της ζωής των αστών περιελάμβαναν τη φυσική περιέργεια, τη διάθεση εξερεύνησης, την αξία του εφήμερου εκτοπισμού και κυρίως τη χαρά της αλλαγής ρόλου. Ο αστός αφήνει πίσω τα δεσμά της κανονικότητας με την επίγνωση της πρόσκαιρης απελευθέρωσης.


Σήμερα είναι διάχυτη η μεταβολή. Οχι ότι δεν γεμίζουν τα ξενοδοχεία, τα πλοία ή τα αεροπλάνα, αλλά απουσιάζει η χαρά της ζωής με τον τρόπο που τη βίωναν οι μεταπολεμικές γενιές, εκείνες που επί σειρά δεκαετιών θεωρούσαν αυτονόητη την ανοδική φορά του τόξου.


Οι Ελληνες άργησαν να εντάξουν μαζικά την κουλτούρα των διακοπών στη ζωή τους. Και παρότι οι εύποροι Ελληνες ταξίδευαν από πάντα, και παρότι ήδη από τη δεκαετία του 1920 οι Σπέτσες, το Λουτράκι, η Αιδηψός, τα Μέθανα και σταδιακά όλες οι λουτροπόλεις είχαν μοντέρνα ξενοδοχεία, η ελληνική αγορά του τουρισμού με τους Ελληνες να ταξιδεύουν συστηματικά για να γνωρίσουν τη χώρα τους άρχισε να γίνεται ρεύμα μετά το 1960. 


Πόσο μακρινή αυτή η εποχή της αισιοδοξίας, από την οποία έχουμε αποσιωπήσει τα πολλά θετικά και κυρίως την ικανοποίηση της μεγάλης πλειονότητας που έβλεπε τη ζωή της να καλυτερεύει! 


Δεν είναι τυχαίο ότι...

ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Οι ελίτ της γνώσης

Toυ ΝΙΚΟΥ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΥ


Παρατηρώ συστηματικά τον κόσμο που κάθεται στα καφέ για να δω αν υπάρχει κάποιος που να διαβάζει εφημερίδα. Το ίδιο κάνω και στα μέσα μαζικής μεταφοράς. Στο μετρό έχω δει να διαβάζουν βιβλία αλλά εφημερίδες όχι, ή μάλλον σπάνια. Πιθανόν να διαβάζουν κάποια εφημερίδα online ή κάποιο άρθρο, αλλά εφημερίδα, χάρτινη που ξεδιπλώνει, όχι και τόσο συχνά. 


Θα ξαναέρθει άραγε η εποχή που η εφημερίδα θα γίνει απαραίτητη συνήθεια για τους πολλούς; 


Μάλλον όχι. Στην εποχή της άμεσης πρόσβασης από όλους για όλα την ίδια στιγμή παντού και πάντοτε, η επιθυμία για ενημέρωση, για διάβασμα, για περισυλλογή δείχνει να κάμπτεται.  


Είναι ένα διεθνές φαινόμενο που συμβαδίζει με τις νέες διαχωριστικές τομές στον τρόπο με τον οποίον αντιλαμβάνεται κανείς την ίδια την ιδέα της δημοκρατίας, των ελίτ και της προσβασιμότητας.


Είναι σαφώς δύσκολο να μετρηθεί με ακρίβεια η αναγνωσιμότητα και κυρίως η επιδραστικότητα ενός καλού άρθρου ή ο ψυχικός δεσμός μιας μερίδας αναγνωστών με ένα ιστορικό έντυπο. Αυτό όμως που μπορεί κανείς να εξαγάγει ως συμπέρασμα είναι ότι πριν δεν υπήρχε άλλη εποχή, όπως η δική μας, με τόσο πολλούς ανθρώπους να «διαβάζουν» χωρίς να διαβάζουν.  


Οπως έχει διαχυθεί η συνήθεια της δίχως τέλος λήψης φωτογραφιών, έτσι έχει διαχυθεί η εικόνα του ανθρώπου που εκτίθεται στην ενημέρωση χωρίς να ενημερώνεται. 


Στην εποχή της τεράστιας προσβασιμότητας, έχει ήδη οργανωθεί το νέο ρήγμα ανάμεσα στις νέες ελίτ της γνώσης και στους μεγάλους αριθμούς των «αναγνωστών» χωρίς κείμενα.  


Είναι μία τομή ευδιάκριτη πλέον, ορατή και λειτουργική, που μέσα από τη φενάκη της λαϊκής προσβασιμότητας παντού και πάντα, οργανώνει τις νέες κοινωνίες.  


Το ρήγμα βαίνει αυξανόμενο, βαθαίνει και χωρίζει. 


Ο νέος κοινωνικός διχασμός διεθνώς είναι και θα είναι ακόμη περισσότερο όχι ανάμεσα σε όσους έχουν ή δεν έχουν πρόσβαση στην ενημέρωση αλλά...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΣΥΡΙΖΟΤΣΑΡΛΑΤΑΝΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Η γενιά του Millennium



Δύο χρόνια μετά εκείνον τον αξέχαστο Ιούλιο του 2015, η χώρα παραμένει τραυματισμένη.  


Σήμερα, κανείς από τους τότε υπευθύνους για τον μεγαλύτερο κλυδωνισμό που υπέστη η ελληνική κοινωνία και οικονομία μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, το 1974, δεν μιλάει για τους «ξένους» που έκλεισαν τις τράπεζες. 


Και κανείς από τους τότε υπευθύνους για την τεράστια ταλαιπωρία των Ελλήνων πολιτών δεν είναι σε θέση να μας θυμίσει το ερώτημα εκείνου του τραγελαφικού δημοψηφίσματος


Περασμένα, ναι και ευτυχώς, αλλά ξεχασμένα, όχι. Και δεν είναι ξεχασμένα όχι από αισθήματα χαιρεκακίας ή εκδικητικότητας, αλλά από την απλή και καθημερινή διαπίστωση ότι οι τραγικές εκείνες επιλογές της τότε κυβέρνησης, με τον ίδιο πρωθυπουργό και σήμερα, υπονόμευσαν τις δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας και συρρίκνωσαν την ελληνική κοινωνία σε τέτοιο βαθμό που θα απαιτηθούν πολύς χρόνος, ευνοϊκές διεθνείς συνθήκες και αλλαγή πολιτικού πλαισίου με σταθερή διακυβέρνηση, ώστε να μπορεί κάποιος να μιλήσει για προοπτική ανασυγκρότησης.


Οσο αυτονόητες και αν είναι οι βαριές επιπτώσεις των αυτοκαταστροφικών χειρισμών της τελευταίας διετίας, η ελληνική κοινωνία, τουλάχιστον το κομμάτι εκείνο που ανήκει στην παραγωγική και δημιουργική τάξη και στον βαθμό που είναι εφικτό να μιλάει κανείς για σχεδιασμό σήμερα, τηρεί στάση αναμονής


Οι δημιουργικές δυνάμεις της χώρας, ασχέτως αν σήμερα βρίσκονται στην Ελλάδα ή όχι ή αν απλώς παρατηρούν τη διαμόρφωση της εσωτερικής συγκυρίας, αναμένουν ότι οι αντικειμενικά τεράστιες δυνατότητες της χώρας θα αρχίσουν κάποια στιγμή να αποδίδουν. Οχι από μόνες τους. Δυστυχώς, το «τέλος» της μεταπολίτευσης συντελείται σε διαδοχικά κεφάλαια και η περιπέτεια με τα σκουπίδια το αποδεικνύει


Ομως...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΣΥΡΙΖΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Εκείνοι οι νέοι που ψήφιζαν ΣΥΡΙΖΑ



Υπάρχουν άραγε νέοι άνθρωποι σήμερα που με το χέρι στην καρδιά ψηφίζουν ΣΥΡΙΖΑ; 


Δεν μπορώ ούτε να το φανταστώ ούτε να το διανοηθώ. Και αναφέρομαι στους νέους εκείνους που δεν έχουν καμία σχέση με τον κομματικό σωλήνα και σε εκείνους που δεν ξημεροβραδιάζονται σε καφετέριες και ηλεκτρονικά παιχνίδια. 


Αναφέρομαι σε εκείνα τα νέα παιδιά που σκέφτονται το μέλλον τους ως πολίτες του κόσμου, που έχουν όνειρα και απαιτήσεις από τον εαυτό τους. 


Αναφέρομαι σε εκείνα τα νέα παιδιά που συνομιλούν με άλλους νέους σε άλλες χώρες, που θέλουν να ταξιδεύουν και να είναι περήφανα για την πατρίδα τους. 


Αναφέρομαι σε εκείνα τα νέα παιδιά που ζουν χειρότερα χρόνια από τους γονείς τους.
 
Δεν αναφέρομαι στα νέα παιδιά που γαλουχήθηκαν με την κουλτούρα του μπάχαλου, του κυνισμού και της κοινωνικής ανευθυνότητας. 


Ούτε αναφέρομαι στους νέους εκείνους που ψάχνουν «βύσμα» για μια θέση στο Δημόσιο.  


Ναι, θα εξαιρέσω αυτούς τους νέους. 


Αναφέρομαι στα νέα παιδιά που εκείνα μόνο μπορούν να χτίσουν την αυριανή Ελλάδα


Αυτά τα παιδιά δεν υπάρχουν για την κυβέρνηση. Και δεν υπάρχουν γιατί δεν μπορούν ούτε να στρατολογηθούν ως κομματικός στρατός ούτε να είναι υποχείρια μέσω διορισμών. Αν υπάρχει τόσο έντονα η αίσθηση της παρακμής στη χώρα, αυτό οφείλεται και στην ασφυξία που νιώθουν οι δημιουργικοί νέοι που διψούν για ζωή.
 
Η κυβέρνηση μας εκπαιδεύει στη μικρομπακαλική και στη μιζέρια. Σε αυτό παίρνει άριστα. Και ως αριστούχος στην αθλιότητα, η κυβέρνηση έλκει τα χειρότερα κομμάτια της κοινωνίας και απωθεί τα πιο προικισμένα. 


Η καθημερινή μου εμπειρία λέει ότι...

KOINΩΝΙΑ και ΠΟΛΙΤΙΚΗ στην ΣΥΡΙΖΟΠΛΗΚΤΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Η ανάγκη για πραγματική «ανταρσία»



Αυτό το αίσθημα της βύθισης που αισθάνονται ολοένα και περισσότεροι Ελληνες, ενώ θα έπρεπε να νιώθουν το αντίθετο, να αισθάνονται δηλαδή την ανάγκη να χτίσουν τη χώρα, έχει αρχίσει πλέον και φαίνεται διά γυμνού οφθαλμού. Την ημέρα της απεργίας, πριν από τα επεισόδια, η Αθήνα είχε σωματοποιήσει αυτήν την πνευματική αδράνεια, τη νωθρότητα και την παρακμή. Από κάθε πόρο της πόλης ανέβλυζε ένας αέρας οπισθοδρόμησης.
 

Είναι λυπηρό να το διαπιστώνει κανείς αυτό, αλλά περισσότερο λυπηρό είναι να μην μπορεί να διαβάσει και να δεχθεί την πραγματικότητα. Η κατάσταση με τη συγκεκριμένη διακυβέρνηση, όντας αυτή που είναι, οδηγεί στην ανάγκη μίας κοινωνικής ανταρσίας. Οχι με την έννοια που την εννοούν οι αναρχικοί και όσοι καπηλεύονται την οικονομική δυσπραγία των πολλών, αλλά με την έννοια της εξέγερσης του πνεύματος και της δημιουργικότητας.
 

Εχει ήδη αρχίσει να διαφαίνεται η έντονη ανάγκη «διάσωσης» της όποιας αξιοπρέπειας (επί της ουσίας) και της απελευθέρωσης χώρου για δημιουργία. Είναι ορισμένοι που από καθαρό πατριωτισμό αλλά και γιατί δεν μπορούν ούτε παρασιτικά να ζουν ούτε να υπομένουν παθητικά τον ολοκληρωτισμό της κυβερνητικής πολιτικής επιχειρούν να σχεδιάσουν ένα επόμενο βήμα, έστω και με μεγάλο κόστος και αβέβαιη εξέλιξη. Και αν τους ακούσεις όσους σκέφτονται να μειώσουν τα κέρδη τους για να κρατήσουν έναν υπάλληλο, να ανακαινίσουν το μαγαζί τους, να οργανώσουν ένα σεμινάριο, να επιμορφώσουν το προσωπικό τους, να στείλουν το παιδί τους σε πανεπιστήμιο του εξωτερικού, και πολλά ακόμη, όλα με μεγάλη οικονομική και ψυχική επιβάρυνση, σκέφτεσαι πως αν κρατιέται κάπως η χώρα, ακόμη και σε κοινωνικό επίπεδο, είναι χάρη σε αυτούς τους επί της ουσίας πατριώτες.


Από κάτω προς τα πάνω πρέπει να πιεστεί η κυβέρνηση, αυτή και όποιο σχήμα προκύψει στο μέλλον, ώστε να προχωρήσει η απελευθέρωση της κοινωνίας. Επί της ουσίας, αυτό είναι το μείζον πρόβλημα