"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΣΥΡΙΖΑίοι ΕΘΝΙΚΟΙ ΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΕΣ: Πολάκης για πρόεδρος

 Toυ Άρη Αλεξανδρή

Πολλά μπορεί να πει κανείς για τον Παύλο Πολάκη, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αμφισβητήσει τη συνέπειά του.
Σε μια εποχή απανωτών διασπάσεων και μεταμορφώσεων για τον ΣΥΡΙΖΑ, ο βουλευτής Χανίων παραμένει μία από τις πιο χαρακτηριστικές σταθερές του· η προσωπικότητα η οποία παραπέμπει περισσότερο από κάθε άλλη στο brand που χτίστηκε όταν ο αντισυστημισμός, το μάγκικο ύφος και η ακατάπαυστη υστερία έκοβαν ακόμη εισιτήρια.  

Η σύμπτωση Πολάκη με το DNA του ΣΥΡΙΖΑ προδίδεται από τη δυσκολία της παράταξης να τον αποβάλει. Υπάρχει λόγος που κάθε απόπειρα απομάκρυνσής του καταλήγει σε υπαναχώρηση ή σε κάποιο αναιμικό είδος διαγραφής: το σώμα του κόμματος γνωρίζει πόσο ζωτικό όργανο είναι ο βουλευτής και καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς αυτόν. Πότε ως γεννήτρια ανεδαφικών σκανδάλων, πότε ως υβριστής, πότε ως συνωμοσιολόγος, ο Παύλος Πολάκης αποδεικνύει διαρκώς ότι για ένα κόμμα που δεν παράγει πολιτική, ο ρόλος του προσφέρει την καλύτερη εναλλακτική λύση: «περιεχόμενο» για τις μάζες που διψούν για καβγατζίδικη παραπολιτική πληροφορία. Ποιος δουλεύει για ποιον, ποιος πήρε μίζα από πού, ποιοι είναι διπρόσωποι προδότες κ.ο.κ.  

Μετά από τόσες υπαρξιακές περιδινήσεις, μετά από τόσες πολιτικές περιπέτειες, είναι άξιο απορίας γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ δεν καταλαβαίνει το αυτονόητο: ότι ανήκει στον Παύλο Πολάκη όσο και ο Παύλος Πολάκης σε αυτόν· ότι τελικά δεν υπάρχει καταλληλότερο πρόσωπο για την προεδρία.

Η ιταμή επίθεση Πολάκη στη συνεργάτιδα του Αδ. Γεωργιάδη και τα παρατεταμένα και δυσανάλογα αντίποινά του στην Αθηνά Λινού, η οποία τόλμησε να διαχωρίσει τη θέση της από την αγενή συμπεριφορά του, δεν θα έπρεπε να εκπλήσσουν.  

Αυτό που εκπλήσσει πραγματικά είναι η έκπληξη στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ μπροστά στο ήθος που στερέωσε το κόμμα τους στο πολιτικό σκηνικό. Θετικό δείγμα είναι η ντροπή, ακόμη και η όψιμη· καλό κάνει στην πολιτική που το περιβάλλον Τσίπρα συμπαραστέκεται στην Αθηνά Λινού, διαλέγοντας την πλευρά του πολιτισμού αντί εκείνης που διαπομπεύει διαδικτυακά μια συντρόφισσα με ανυπόστατες κατηγορίες και δυσφημιστικά υπονοούμενα. Ομως η αλήθεια είναι πως οι κακότητες Πολάκη θυμίζουν ΣΥΡΙΖΑ πολύ περισσότερο απ’ ό,τι η ξαφνική μετριοπάθεια των συντρόφων που δείχνουν να μην τις αντέχουν. Θα πρέπει, λοιπόν, οι τελευταίοι να αφουγκραστούν τη βάση τους με μεγαλύτερη ειλικρίνεια: ποιος έχει ισχυρότερα ερείσματα, αυτοί ή ο Πολάκης; Οι εναπομείναντες ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ σε ποιον είναι πιο πιθανό να στραφούν, στον Παύλο Πολάκη ή, για παράδειγμα, στην Ολγα Γεροβασίλη; 

Η αμφιθυμία που προκαλούν στον ΣΥΡΙΖΑ οι απρέπειες του Πολάκη είναι μια μεταμφιεσμένη εκδοχή της αμηχανίας απέναντι σε όσους δυσαρεστούνται από τις απρέπειες αυτές. Η «ημιδιαγραφή» σχεδόν το φωνάζει: «Αφήστε τον άνθρωπο να εκφράζεται ελεύθερα! Να μείνει αυτός και να φύγουν οι ευαίσθητοι».

Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ λειτουργεί περίπου σαν ψηφιακός νομάς: μεταξύ χωριάτικης σαλάτας και ξάπλας, στέλνει ορισμένα emails, γράφει μερικά tweets και μιλάει για λίγο στο τηλέφωνο, θεωρώντας πως τα έχει όλα υπό έλεγχο· ότι δεν χρειάζεται να ζοριστεί πολύ γιατί κατέχει τη γενική ιδέα και είναι άλλωστε πολύ επιδέξιος με ό,τι κι αν αποφασίσει να καταπιαστεί. 

Οι αέναες διακοπές και η ενασχόληση του Στέφανου Κασσελάκη με πισίνες μπορεί να σημαίνουν δύο πράγματα. Οτι...

 

ΣΥΡΙΖΑίικα ΠΑΣΟΚ-ο-ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΣΟΥΡΓΕΛΑ: Τρεις αριστεροί (σουργελαράδες) συζητούν


Toυ  Άρη Αλεξανδρή

Η επικείμενη συζήτηση Τεμπονέρα, Αχτσιόγλου, Χριστοδουλάκη με άξονα την κυριαρχία Μητσοτάκη δεν θίγει τον πρωθυπουργό, αλλά την ανεπάρκεια των αντιπάλων του.

Για να διεξάγεται συζήτηση με συνομιλητές τον Διονύση Τεμπονέρα, τον Μανώλη Χριστοδουλάκη και την Εφη Αχτσιόγλου, το ερώτημα εν είδει τίτλου «Απέναντι στην κυριαρχία Μητσοτάκη, ποιος;» δεν είναι ρητορικό. Προφανώς, οι συνομιλητές καλούνται να δώσουν μία ή περισσότερες απαντήσεις – απαντήσεις, που μέχρι στιγμής δεν έχουν δοθεί, διαφορετικά δεν θα χρειαζόταν η σχετική εκδήλωση.  

Το θέμα είναι ότι εφόσον οι τρεις συνομιλητές εκπροσωπούν συγκεκριμένες παρατάξεις με συγκεκριμένους προέδρους, οι απαντήσεις στο ερώτημα θα έπρεπε να είναι δεδομένες: Κασσελάκης, Ανδρουλάκης και Χαρίτσης συνιστούν τους εκ των πραγμάτων αξιόμαχους αντίποδες του Κυριάκου Μητσοτάκη. Αν πρέπει το αυτονόητο να συζητηθεί, μάλλον δεν θεωρείται και τόσο αυτονόητο· μάλλον οι επίσημοι αντίπαλοι του Μητσοτάκη δεν θεωρούνται και τόσο αξιόμαχοι.  

Δικαιολογημένη, λοιπόν, η δυσαρέσκεια του ΣΥΡΙΖΑ και του ΠΑΣΟΚ απέναντι στην επερχόμενη αριστερή μάζωξη· τρεις πολιτικοί που «ψάχνονται» εκτός των κομματικών τους ορίων είναι τρεις πολιτικοί που δεν βλέπουν μέσα στα όρια αυτά προκοπή. 

Αλλά κι αυτοί, τι ακριβώς περιμένουν από τις παρατάξεις τους έπειτα από μια τέτοια ενέργεια πολιτικής αυτονόμησης; 

Να τους ρωτήσουν αν βρήκαν το νέο αντίπαλο δέος του Μητσοτάκη, ώστε να συσπειρωθούν όλοι γύρω του, καταργώντας τους ήδη υπάρχοντες προέδρους;

Το πιο προβληµατικό, βέβαια, στην όλη υπόθεση δεν είναι η αυτοαναίρεση και η εσωκομματική υπονόμευση που προκρίνουν οι πολιτικοί – συζητητές της Aριστεράς. Δεν είναι η έμμεση (ή μήπως είναι άμεση;) παραδοχή της ανεπάρκειας της ηγεσίας τους απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη, η οποία τους εξωθεί σε αναζήτηση σωτήρα μακριά από τον πρόεδρό τους.  

Το βασικό πρόβλημα είναι ότι το ερώτημα που τίθεται –«απέναντι στην κυριαρχία Μητσοτάκη, ποιος;»– είναι το λάθος ερώτημα. Η ομφαλοσκοπική κουλτούρα της «συνέλευσης», η προδιάθεση της προσωπολατρίας και το αρνητικό απότοκο της τελευταίας, δηλαδή η δαιμονοποίηση του αντιπάλου, έχουν δημιουργήσει για ακόμη μια φορά στην Αριστερά την ψευδαίσθηση ότι αυτό που ζητάει η κοινωνία είναι, όχι μία πρόταση, αλλά ένα χαρισματικό άτομο. Η πολιτική ως ριάλιτι σόου. Δεν έχουν σημασία οι ιδέες, τα προγράμματα και οι μέθοδοι, αλλά το λαμπερό πρόσωπο που θα πείσει αντί να πράξει. Οταν δεν πράξει, θα πούμε ότι προσπάθησε, «αλλά δεν το άφησαν».

Και μόνο το γεγονός ότι η συλλογιστική πορεία της αντιπολίτευσης εκκινεί από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, είναι ένας άκαρπος και στενόμυαλος ετεροπροσδιορισμός.  

Είναι και μία από τις αιτίες της λεγόμενης κυριαρχίας του Μητσοτάκη: ο πρωθυπουργός κυριαρχεί επειδή η αντιπολίτευση ασχολείται μαζί του, αντί να ασχοληθεί με τον εαυτό της. Με τη σειρά τους, οι πολίτες αγνοούν την αντιπολίτευση επειδή, αντί να εγκύψει στα προβλήματά τους, ψάχνει να βρει πώς θα κατασκευάσει τον αντι-Μητσοτάκη· ένα αντιθετικό μοντέλο εξουσίασης δηλαδή, με σημείο αναφοράς τον Αλλο, εκεί όπου κανονικά θα έπρεπε να παράγεται πρωτογενής πολιτική. 

Ο λαϊκισμός Τσίπρα που πτώχευσε, η «μοντέρνα» προσέγγιση Κασσελάκη που αποδείχθηκε κωμική ασχετοσύνη και ο «ευρωπαϊκός αέρας» Ανδρουλάκη, που μετατράπηκε σε μπαγιάτικο άρωμα ΣΥΡΙΖΑ, απέτυχαν να διδάξουν αυτούς που πρέπει, ότι η σωστή ερώτηση δεν είναι «ποιος», αλλά «τι» και «πώς». Ο αριστερός δογματισμός στερεί από την αντιπολίτευση αυτά που χρειάζεται περισσότερο: τον ρεαλισμό και το ανοιχτό μυαλό. Αλλά και τη στοιχειώδη μνήμη: όποιος έχει εμμονή με τον Μητσοτάκη, καλό θα ήταν να θυμηθεί ότι κι αυτός πρώτα έπραξε και μετά έπεισε ως πρόσωπο.

Δεν είναι και τόσο δύσκολο να ανακαλύψεις πού τα πάει άσχημα ο Μητσοτάκης· δεν απαιτεί τρομερή νοημοσύνη να καταλάβεις τι είναι αυτό που οι πολίτες ζητούν από εκείνον, αλλά δεν το λαμβάνουν. 

Είναι η μείωση της ακρίβειας· πώς όμως να διαχειριστούν την ακρίβεια αξιόπιστα οι πολιτικοί, που αναμασούν ακόμη τσιτάτα για τον νεοφιλελευθερισμό ή πιστεύουν ότι τα λεφτά προκύπτουν από τη μείωση ενός φόρου; Είναι η ασφάλεια· πώς όμως θα παράσχουν ασφάλεια όσοι δικαιολογούν τη βία και αντιπαθούν την τιμωρία; Είναι το στεγαστικό πρόβλημα, η ρύθμιση του μεταναστευτικού ζητήματος, η προστασία των πανεπιστημίων και των συνόρων, ένα κράμα πρακτικών υποθέσεων που η Aριστερά τείνει να αντιμετωπίζει με την ιδεοληψία, την άρνηση και την αοριστία της ακροαριστεράς – φοβούμενη ίσως τη μητρική μομφή της τελευταίας.

Η δραματοποίηση της πολιτικής (βλ. «κυριαρχία Μητσοτάκη») και οι πομπώδεις συζητήσεις δεν είναι απαραίτητες. Για την ακρίβεια, είναι παρελκυστικές. Αν η Αριστερά ή έστω κάποιοι εκπρόσωποί της ενδιαφέρονται για το μέλλον του χώρου, δεν χρειάζεται να ψάχνουν τρόπους σύγκρουσης με τον αντίπαλο, αλλά...

 

ΚΟΙΝΩΝΙΑ και ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Παρεξηγήσεις γενεών

Του ΑΡΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗ

Καθώς τα χρόνια περνούν, τείνουμε να διακρίνουμε τους ανθρώπους σε γενιές και να τους αποδίδουμε απόλυτες ιδιότητες, ανάλογα με τις πολιτισμικές εγγραφές που θεωρούμε ότι χαρακτηρίζουν τις γενιές αυτές συνολικά. Η γενιά του Πολυτεχνείου, η γενιά του ΠΑΣΟΚ, η γενιά των ρέιβερ, η γενιά του Ιντερνετ, η γενιά των κοινωνικών δικτύων κ.ο.κ.  

Αυτός ο τρόπος κατηγοριοποίησης μπορεί ενίοτε να είναι σατανικά απολαυστικός ως προς τη δημιουργική ελευθερία που προσφέρει στις αναλύσεις μας, όμως είναι πάντοτε ανακριβής. 

Η «ευχάριστη έκπληξη» που προέκυψε από τη μαζική συμμετοχή της «γενιάς των τριαντάρηδων» στο πρόγραμμα εμβολιασμού ήταν ένα προϊόν αυτής της γενίκευσης. Κι ενώ το γεγονός της μαζικής συμμετοχής είναι αναμφισβήτητα ευχάριστο, εκείνο της έκπληξης κρύβει (όχι και τόσο επιμελώς) μερικές προβληματικές παραμέτρους ως προς την αντιμετώπιση της συγκεκριμένης γενιάς.

Οι σημερινοί τριαντάρηδες δεν είναι συλλήβδην ανώριμοι ή ανόητοι. Μπορεί η κοινωνική και οικονομική ασάφεια μέσα στην οποία ενηλικιώθηκαν να έχει δημιουργήσει μια γενικευμένη, άρρητη συναίνεση στη μεταχείρισή τους ως ανηλίκων, όμως η διάνοια και οι προσλαμβάνουσές τους υπερβαίνουν τα στενά όρια του πατρικού τους σπιτιού, στο οποίο ενδεχομένως να μένουν ακόμη. Η ασταμάτητη πληροφόρηση που «βομβαρδίζει» τον κόσμο τους, η προνομιακή πρόσβασή τους σε πηγές γνώσης (ένα δώρο της εξοικείωσής τους με την τεχνολογία εξ απαλών ονύχων) και η απαλλαγμένη από μεγάλες προσδοκίες ματιά τους, τους δίνουν ένα πρακτικό προβάδισμα συγκριτικά με τους γηραιότερους σε ό,τι έχει να κάνει με τη διαχείριση ορισμένων κρίσεων και τη διεύρυνση των οριζόντων τους. Ο κόσμος τούς αποκαλύπτεται πολύ πιο διεξοδικά απ’ ό,τι στους γονείς τους, γιατί μεγάλωσαν σε μια εποχή που καταργεί αποστάσεις, σύνορα και τεχνικές δυσχέρειες. Μπορούν να ερμηνεύσουν την τρέχουσα πραγματικότητα αποτελεσματικά γιατί έχουν τα πιο επίκαιρα εργαλεία.

Η ευρεία ανταπόκριση των τριαντάρηδων στο κάλεσμα για εμβολιασμό δεν είναι έκπληξη, λοιπόν. Για την ακρίβεια, η αντίληψη πως αποτελούν μια αμήχανη μάζα ματαιωμένων οπαδών τού «η ελπίδα έρχεται» αποτελεί στερεότυπη και απλουστευτική διαστρέβλωση: ενώ περιέχει γερές δόσεις αλήθειας, δεν περιγράφει τη γενικότερη κατάσταση αντικειμενικά. Οι αφελείς, οι συνωμοσιολόγοι, οι παθολογικοί εχθροί της προόδου, οι αιώνιοι έφηβοι υπάρχουν σ’ αυτή τη γενιά, όπως υπάρχουν και σε όλες τις άλλες. Δίπλα σε αυτούς, όμως, ζουν αναρίθμητοι σώφρονες άνθρωποι, ικανοί να κατανοήσουν τον κίνδυνο, να αξιολογήσουν τις επιλογές τους και να διακρίνουν την προτιμότερη. Η αθρόα προσέλευσή τους στα κέντρα εμβολιασμού είναι η απόδειξη ότι κάτι κάνουν καλά, κι αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο. Οι κατασυκοφαντημένοι τριαντάρηδες δεν είναι η χαμένη γενιά που, πότε μικροπολιτικά, πότε απαξιωτικά, πότε ποιητικά, μας αρέσει να φανταζόμαστε.

Φυσικά, ο μεγάλος αριθμός αρνητών του ιού ή των συνεπειών του είναι εξαιρετικά ανησυχητικός και μεταξύ των ανθρώπων που απαρτίζουν τη λεγόμενη γενιά των τριαντάρηδων. Στις άκαιρες διαδηλώσεις στην πόλη και στα ανεκδιήγητα κορωνοπάρτι συνέβαλε καταλυτικά και η γενιά που τώρα μας εκπλήσσει με τα υπεύθυνα αντανακλαστικά της στο θέμα του εμβολιασμού. Αυτό όμως που, φαινομενικά, ίσως μοιάζει ακατανόητο, στην πραγματικότητα είναι μια αναμενόμενη κατάσταση, ένα ακόμη γνώρισμα της αντιφατικής ανθρώπινης συνθήκης. Για μία ακόμη φορά, η σκληρή αλήθεια διδάσκει: η αντισυστημικότητα είναι ιδιαίτερα ελκυστικό σπορ και τα μεγάλα λόγια λέγονται πανεύκολα. Την κρίσιμη στιγμή, όμως, η πλειοψηφία επιλέγει τη λογική, γιατί στη λογική βρίσκεται η σωτηρία της, και το ξέρει.

Η παράμετρος της επιλογής είναι εκείνη στην οποία πρέπει να εστιάσουν οι πολιτικές δυνάμεις που στοχεύουν στην έξοδο από την κρίση του κορωνοϊού και στην περαιτέρω ανάπτυξη της χώρας. 

Η περίπτωση των τριαντάρηδων που έσπευσαν να εμβολιαστούν (παρά τις δυσοίωνες προβλέψεις περί του αντιθέτου) είναι ένα καλό παράδειγμα του τι συμβαίνει σε μια κοινωνία όταν στα μέλη της δίνεται η επιλογή να αποδειχθούν καλοί πολίτες. Κι όταν μιλάμε για επιλογή, δεν την εννοούμε υπό μορφή αφηρημένης καλοσύνης στο πλαίσιο αφηρημένων παραινέσεων, αλλά ως προσωποπαγές δικαίωμα με συγκεκριμένο αντικείμενο και στόχο, που υπερφαλαγγίζει κάθε άλλο ενδεχόμενο και δίνει αποτελέσματα. Με τον ίδιο τρόπο θα λυθούν, αν είναι να λυθούν ποτέ, και τα υπόλοιπα προβλήματα που μαστίζουν την Ελλάδα, τα χρονίζοντα και ενδημικά. Κανείς δεν προοδεύει με υποσχέσεις, αλλά μόνο εφόσον του δοθούν τα μέσα για την πρόοδό του. Το εμβόλιο και η άρτια οργάνωση των εμβολιασμών δεν αφήνουν περιθώρια αμφιβολίας ότι η σοβαρότητα εμπνέει σοβαρότητα.

Πέρα όμως από τους τριαντάρηδες και τις λοιπές νεαρές πληθυσμιακές ομάδες, που και οξυμένο ένστικτο αυτοσυντήρησης έχουν και αυξημένα περιθώρια αντοχής, η κυβέρνηση πρέπει να δώσει στους ηλικιωμένους το μήνυμα ασφάλειας που χρειάζονται για να προσέλθουν στα εμβολιαστικά κέντρα. 

 Αυτό σημαίνει...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΣΟΥΡΓΕΛΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Η καλπάζουσα επιστροφή του ηλίθιου ελληνικού lifestyle



ΑΠΟΨΕ ΚΑΝΩ ΜΠΑΜ... 


Με την εμφάνιση της κρίσης και την εγκαθίδρυση του Δ.Ν.Τ. πιστέψαμε πως αναγκαστικά θα αλλάζαμε άρδην συνήθειες, θα πέφταμε με τα μούτρα στον Ντοστογιέφσκι και με λαχτάρα θα εντρυφούσαμε στην ποίηση του Νάνου Βαλαωρίτη


Όμως φίλοι μου αγαπημένοι, αν και πολλοί είπαν τότε στην αρχή της περιπέτειας, ότι το lifestyle μας αποχαιρέτισε οριστικά, αυτό επανέρχεται συνεχώς ανανεωμένο. Ένα πράγμα δηλαδή κάτι σαν το ΠΑΣΟΚ, που ενώ είναι στα όρια του ενταφιασμού, αυτό εφευρίσκει καινούργιες χορογραφίες και αναγεννάται... Μάλιστα για να πάρετε και λίγο τα πάνω σας, μαθαίνω ότι συζητιέται να αναλάβει την ηγεσία ένα άφθαρτο και λαϊκό πρόσωπο, για να χαρεί λιγάκι και η μανούλα του. Ο Νίκος Παπανδρέου... 


Οι έγκυροι δημοσιογράφοι και τα σοβαρά δελτία ειδήσεων που μουτζοπιάνονται για να έχουν προσκεκλημένο τον Κωστή Μαραβέγια, επειδή κάνει χαριτωμενιές στην τηλεόραση και έπιασε γκόμενα την Σωτηροπούλου, αλλά και παίκτες από ριάλιτι περιμένετε να συγκινηθούν με τον Χρήστο Γιανναρά;  


Έτσι λοιπόν επανέρχονται όλα τα πεπαλαιωμένα πλάσματα, από την Βίκυ Καγιά με το αξάν μέχρι την Μηλιαρέση, η οποία πουλάει μαξιλάρια και βότανα στα κανάλια, ισχυριζόμενη, πως μόλις τα πάρει η γριά, θα αρχίσει το σπαγγάτο, λες και ξεπήδησε από την Κυριακή του παραλύτου. Μπήκε η καινούργια σεζόν και το τηλεοπτικό θέατρο σκιών άνοιξε τις πύλες του, για να υποδεχτεί το κεφατλίδικο κοινό με παρουσιαστές που υπόσχονται γλέντι και χαρά. Έτσι λοιπόν όλες αυτές οι υστερικές κατακλύζουν εκ νέου τα πάνελ των πρωινάδικων και ταλαιπωρούν την Ελληνίδα νοικοκυρά, η οποία αναστενάζει στις λαϊκές αγορές για την φετινή τάση του μακιγιάζ. 


Μόνο η Μπεζεντάκου δεν επέστρεψε ακόμη και η Ρούλα Βροχοπούλου, για να ξανακλάψει, που ο Αλβανός φίλος της την παράτησε και από πάνω της τζούρνεψε και το εξοχικό που είχε εκτός σχεδίου. Πρεμιέρες πολλές τηλεοπτικές και ''διάσημοι'' που έχουν αλλάξει τρεις συγκοινωνίες συνωστίζονται στα στούντιο παριστάνοντας τους χαρούμενους και απεγνωσμένα προσπαθούν να μεταφέρουν «θετική ενέργεια».  


Μελαγχολώ όταν βλέπω Αυτιά και Παπαδάκη να τραβολογάνε το γέρο, να κλαφτεί, για την περικοπή της σύνταξης. Ήθελα να 'ξερα, όλοι αυτοί δεν έχουν παιδιά και εγγόνια, να τους πουν, πού τρέχεις παππού χαράματα με το πρώτο λεωφορείο; Άντε και βγήκες στο γυαλί... Εσύ τι θα κερδίσεις; Θα σου κάτσει γκόμενα, ή θα πάρεις εκπομπή στον Ant1; 


Από μια εικονική εξουσία που τους παρέχει η τηλεόραση υποδύονται τους Γκοτιέ και την Κοκό Σανέλ άνθρωποι άσχημοι, χωρίς αισθητική, κανιβαλίζοντας τα ρούχα των επωνύμων, άτομα που αν εκδιωχθούν, την άλλη μέρα τους περιμένει το ταμείο ανεργίας.  


«Ψωμί να φάμε δεν έχουμε, μπριλ κριμ για τ' αρχ...δια μας γυρεύουμε», έλεγε κάποτε ο σοφός λαός και γεμίσαμε από Μανταμ Σουσούδες και Μπίθουλες, που συμπεριφέρονται λες και γεννήθηκαν στις Βερσαλίες. Βγαίνει η άλλη στην Καγιά και συμπεριφέρεται σαν πρωτοξάδελφη του Καρλ Λάγκερφελντ. Ποια; Μια συμπεθέρα, η οποία περίμενε το πανηγύρι του Άη Γιάννη, για να ανανεώσει την γκαρνταρόμπα της, είκοσι ευρώ η δωδεκάδα τα βρακιά.  


Όταν άνθρωποι με ταλέντο μαγικό αναγκάζονται να μετακομίσουν στα εξωτερικά, εμείς έχουμε τον Ντάνο, σαν τοτέμ και εθνικό σύμβολο και τον χρυσοπληρώνουν στα μαγαζιά για να εκτίθεται σαν το σκήνωμα του Αγίου Βησσαρίωνα και να ατενίζει τους θαυμαστές του μ' εκείνο το διεισδυτικό βλέμμα της αγελάδας Χολστάιν. Αφού έσφιξε κώλο, στέρνο και βγήκε νικητής, έγινε ο Ντάνος ηθοποιός, ο Ντάνος παρουσιαστής, ο Ντάνος μαγιόξυλο, ο Ντάνος καπότα, ο Ντάνος φτου φτου καλλιαρντό γκουγκού, που θα'λεγε και ο θεός Μαρίνος, δεχόμενες πολλές προτάσεις και από διανοούμενους, για να μην ξεχνιόμαστε.  


Η τηλεόραση φοράει τα καλά της και μας βομβαρδίζει με παλιά και πρωτοεμφανιζόμενα. Πρόσωπα αλλόκοτα, τρελές position, αγράμματοι παρατρεχάμενοι και γενικά ένα συνοθύλευμα ανθρώπων, που θα ντρεπόσουνα να τους συστήσεις στην δική σου οικογένεια. 


 Βλέπουμε παρουσιάστριες να μιλάνε σαν τον Νώντα τον Νταλικιέρη και συμπαρουσιαστές να συναγωνίζονται το Φίφη σ' ένα θίασο μπουλουκτσήδων, όπου επενδύονται χρήματα σε μια απέλπιδα προσπάθεια των σταθμών, να υπερβούν το τίποτα. 


Φτάσαμε στο σημείο...

ΚΟΙΝΩΝΙΑ στο ΣΥΡΙΖΟΠΛΗΚΤΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Συνθηκολόγηση με το κακό. Η Νέα Κανονικότητα του ΣΥΡΙΖΑ

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ


Με τους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ συμβαίνει κάτι παράδοξο και αστείο. Όντες κομμάτια ενός ετερόκλητου πλήθους με διαφορετικές πολιτικές καταβολές το καθένα, ψήφισαν και ξαναψήφισαν τον ΣΥΡΙΖΑ επειδή δεν άντεχαν το καθεστώς των προηγούμενων κυβερνήσεων. 


Η “χούντα” των Σαμαροβενιζέλων έπρεπε να πέσει, τα μνημόνια έπρεπε να καταργηθούν, ο ΕΝΦΙΑ επίσης, οι μισθοί να ανέβουν, η ΕΡΤ να ξανανοίξει


Η επιτυχία, δηλαδή, του ΣΥΡΙΖΑ ήταν μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία – δεν οφείλεται τόσο στην ταυτότητά του όσο στην έλλειψη ανταγωνισμού. Οι παλιοί έπρεπε να φύγουν και ο νέος θα αναδεικνυόταν εφόσον παρουσίαζε το αφήγημα που ο λαός ήθελε να ακούσει. Και το παρουσίασε. Οι ψηφοφόροι του, λοιπόν, συσπειρώθηκαν γύρω του συγκυριακά, από απέχθεια προς τα υπόλοιπα κόμματα, και ο ΣΥΡΙΖΑ εκμεταλλεύτηκε την παρακμή των ανταγωνιστών του πουλώντας αποκλειστικά το προϊόν που είχε τη μεγαλύτερη ζήτηση: Αντίσταση, επανάσταση, εθνικισμό, επιλεκτική αριστεροσύνη, φιλολαϊκό κανάκεμα, -ένα ελκυστικό κράμα από πολιτικά σιγουράκια που του έδωσαν μαζικό έρεισμα κι εξουσία. 


 Ενάμιση χρόνο μετά, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει αποτύχει στα πάντα, κι όμως παραμένει στη θέση του. 


Εξοργιστικό αλλά αναμενόμενο:


Εξοργιστικό, γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ είπε μόνο ψέματα. Έφερε νέο μνημόνιο, νέους φόρους, γονάτισε την οικονομία, επέβαλε capital controls, υπονόμευσε τον ιδιωτικό τομέα, ενίσχυσε το κομματικό κράτος, τα έκανε μαντάρα στο προσφυγικό, εργαλειοποίησε τους πρόσφυγες, φανάτισε τα πλήθη, δίχασε τον λαό, παρενέβη επανειλημμένα στη δικαιοσύνη, διόγκωσε τη διαφθορά και τη διαπλοκή εξυπηρετώντας φίλους και ξεπλένοντας-συγκαλύπτοντας τα εγκλήματά τους, ενώ παράλληλα κυνήγησε ανηλεώς τους πολιτικούς εχθρούς του με αστείες αιτιολογίες. 


Αναμενόμενο, γιατί οι ψηφοφόροι του κουράστηκαν να (παριστάνουν ότι) παλεύουν. Ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν η τελευταία τους ελπίδα, κι όταν αυτή διαψεύστηκε, οι μισοί έκαναν τα στραβά μάτια ως γνήσια κομματόσκυλα ενώ οι άλλοι μισοί συμβιβάστηκαν με το κακό. Ο ΣΥΡΙΖΑ πέτυχε την παγίωσή του με τον πιο ειρωνικό τρόπο: Οι επαναστάτες πεθύμησαν μια ρουτίνα.


Σήμερα, ο ΣΥΡΙΖΑ εγκαινιάζει νοσοκομεία χωρίς γιατρούς, αεροδρόμια κατασκευασμένα επί προηγούμενων κυβερνήσεων, πουλάει λιμάνια, ιδιωτικοποιεί, κατάσχει σπίτια, αφανίζει ολόκληρα επαγγέλματα μέσω υπερφορολόγησης, στήνει διαγωνισμούς-παρωδίες για να ελέγξει την ενημέρωση και να εκδικηθεί τους πολιτικούς του αντιπάλους, αλλά οι ψηφοφόροι του που εξοβέλισαν τις παλαιοκομματικές δυνάμεις για να αποφύγουν τέτοιες ακριβώς πρακτικές, παρατηρούν το θέαμα με απάθεια. Όπου μπορούν δικαιολογούν ή εκλογικεύουν την αυθαιρεσία και τη φρίκη, τις κρίνουν επιεικώς, τις συμψηφίζουν με τα πεπραγμένα των προηγούμενων ή τις επιρρίπτουν στους προηγούμενους, αλλά, βασικά, αδυνατούν να συνειδητοποιήσουν ότι δημιούργησαν ένα τέρας. Κι αντί να το σκοτώσουν ή έστω να το αποκηρύξουν τυπικά, προτιμούν να συνυπάρξουν, αφήνοντας κατά μέρος τις μπανάλ πλέον διαδηλώσεις και κοιτώντας τη δουλίτσα τους. Ο μικροαστισμός επέστρεψε σπίτι του.


Κι όχι πια πορείες, διαμαρτυρίες, εμψυχωτικές συναυλίες, προπηλακισμοί, συναισθηματικές κορώνες, και υβρεολόγια κατά των κυβερνώντων και των υποστηρικτών τους. Ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να λούσει τους εκλογείς του με εφησυχασμό και να αδρανοποιήσει την αγωνιστικότητά τους, δημιουργώντας εκ νέου αυτό που όλα τα χρόνια των μνημονίων κατακεραύνωνε και απαξίωνε: Μια νέα κανονικότητα, τον συμβιβασμό με το κακό, τη συνθηκολόγηση. “Πού να τρέχουμε τώρα σε πλατείες, εδώ που φτάσαμε ας φάμε τον Τσίπρα…”


Από αυτούς που έφριτταν με την υποψία οικονομικής ανάτασης που παρουσιάστηκε επί Σαμαρά (επειδή δεν ήταν η προσδοκώμενη ή έστω αρκετά μεγάλη), δεν έμεινε κανείς για να καταγγείλει την κονιορτοποίηση των πάντων επί Τσίπρα.  


Η μετριότητα που κάποτε ήταν αφορμή για άγρια ρήξη με το κατεστημένο, τώρα έδωσε τη θέση της στην αθλιότητα για την οποία κανείς δεν έχει πια δυνάμεις να κάνει οτιδήποτε.


Δεν είναι, όμως, μόνο η εξάντληση και ο κορεσμός που οδήγησαν σ’ αυτό το σκανδαλώδες καθεστώς ανοχής του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι και...

ΚΟΙΝΩΝΙΑ και ΠΟΛΙΤΙΚΗ στο ΣΥΡΙΖΟΠΛΗΚΤΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Η παρακμή του Συριζαίου ψηφοφόρου - Σκέψεις πάνω στην κατάπτωση του πιο αγωνιστικού ανθρωπότυπου

EΞΑΙΡΕΤΙΚΟ


Όταν αναλύαμε το έγκλημα της απάτης στη σχολή, μου έκανε εντύπωση που ο καθηγητής του ποινικού δικαίου επέμενε πως η αστρολογία δεν εμπίπτει στο πλαίσιό του.  


Τι κι αν πρόκειται για εργαλείο εμπορικής εκμετάλλευσης της ανθρώπινης ηλιθιότητας, η αστρολογία ως έννοια και δραστηριότητα ενέχει τόση κοινωνική απαξία, είναι τόσο έκδηλα ανυπόστατη που είναι αυτονόητο ότι ψεύδεται. Καταφεύγοντας στην αστρολογία για να λύσεις τα προβλήματά σου, λοιπόν, αποδέχεσαι το γεγονός ότι κάποιος θα σου πουλήσει αστοιχείωτες κουταμάρες ως αλήθεια – τις οποίες αγοράζεις αυτοβούλως γνωρίζοντας καλά ότι κανείς δεν μπορεί να τις αποδείξει. Κοροϊδεύεις τον εαυτό σου, συνεπώς δεν σε εξαπατά κανείς.



Με τους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ συνέβη ακριβώς το ίδιο. Κανείς ποτέ δεν τους παραπλάνησε γιατί ούτως ή άλλως ποτέ δεν τους ενδιέφερε η κυριολεκτική αλήθεια. Δεν τους απομάκρυνε, λοιπόν, κάποιος από αυτήν-αντιθέτως, την απέρριψαν μόνοι τους επειδή ήταν δυσάρεστη. Τα αντικειμενικά δεδομένα ήταν γι’αυτούς συνωμοσίες, κινδυνολογία και προπαγάνδα, έτσι επέλεξαν να τα αγνοήσουν, κατασκευάζοντας μια εναλλακτική πραγματικότητα εναρμονισμένη με τους ευσεβείς τους πόθους και απαλλαγμένη απ’ ό,τι τους χάλαγε.



Εξαρχής πίστεψαν ολοφάνερα ψεύδη, ιδεολογικοποίησαν το παράλογο και εμπιστεύθηκαν αστείες διακηρύξεις που αντίκεινται στη λογική, στον νόμο και την κοινή πείρα. Η πεποίθηση ότι μία χώρα μπορεί να σκίσει συμβάσεις που υπέγραψε, να διαγράψει τα χρέη της μονομερώς, να διατηρήσει κάθε της προνόμιο εν μέσω χρεοκοπίας, και να διεκδικήσει αέναη χρηματοδότηση από ξένους εταίρους, χωρίς όρους και περιορισμούς, δεν είναι πολιτική, είναι ρεμβασμός – μία φαντασίωση που κανείς δεν δικαιολογείται να πιστεύει. Και το ξέραμε όλοι, εκτός από αυτούς.



Η πιο τρομακτική, όμως, ψυχολογική πτυχή των Συριζαίων ψηφοφόρων δεν ήταν η ροπή τους στην ευήθεια. Αυτή μπορεί και να είναι συγγνωστή. Ήταν ότι ακόμα κι όταν οι εξωλογικές προσδοκίες τους διαψεύστηκαν έμπρακτα, ΔΕΝ κατάλαβαν το σφάλμα τους. 


 Δεν τους πείραξε που πείστηκαν ότι πετάει ο γάιδαρος. Τους πείραξε που τελικά ο γάιδαρος δεν πέταξε. Και εξακολουθούν να περιμένουν (και να το θεωρούν λογικό) ότι κάτι τέτοιο πρέπει/μπορεί/θα μπορούσε να συμβεί. Και πάλι κατασκευές εχθρών, και πάλι υστερικά σενάρια, και πάλι πόλωση, και πάλι διχασμός. Άλλαξαν μόνο τα πρόσωπα του παιχνιδιού, όχι το μωρουδίστικο παιχνίδι.



Κι επειδή το θράσος είναι κατ’εξοχήν γνώρισμα των ανθρώπων που δεν αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους για τίποτα, ούτε για τα δεινά που προκάλεσαν στους φίλους τους ούτε καν για όσα επέσυραν στους εαυτούς τους, οι Συριζαίοι ψηφοφόροι σήμερα είναι τα πάντα εκτός από μεταμελημένοι.  


Μερικοί τα ‘χουν βάλει με τον Τσίπρα που δεν έκανε τα μαγικά που υποσχέθηκε, άλλοι τα έβαλαν με την Ευρώπη ως οικονομία επειδή τους δανείζει υπό όρους, άλλοι με την Ευρώπη ως κουλτούρα επειδή τους ερεθίζει ό,τι δεν καθρεφτίζει τη μιζέρια τους, και άλλοι απλώς διασκεδάζουν την αμηχανία τους πλάθοντας εσωτερικούς εχθρούς. Κάποιο κανάλι, κάποιος δημοσιογράφος, κάποιος μη αριστερός φταίει για όλα – αυτοί τα έκαναν όλα άψογα. Άλλωστε είναι αριστεροί, και στο τέλος της ημέρας αυτό καθαγιάζει και νοηματοδοτεί κάθε τους ενέργεια επιρρίπτοντας παράλληλα όλες τις ευθύνες στον αντίπαλο- ακριβώς όπως ο θεός συγχωρεί τις αμαρτίες των τέκνων του και την ευθύνη τους επωμίζεται ο διάβολος. Ίδιο σκεπτικό, ίδια μονολιθικότητα, ίδιος φανατισμός θρησκευτικού τύπου.



Το πρόβλημα με τους Συριζαίους ψηφοφόρους στην ουσία του, πάντως, δεν έχει να κάνει με τον ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα: 


Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένας συγκυριακός ξενιστής ενός διαχρονικού μικροβίου ισχυρότερου από αυτόν, του μικροβίου της ανεύθυνης λαϊκής ανοησίας, η οποία αυτή τη φορά έτυχε να ενισχυθεί από τα μπαχαρικά της αριστερής φαντασιοπληξίας γιατί ήταν η σειρά της αριστεράς να το φιλοξενήσει στον οργανισμό της. Στη θέση του ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να είναι το ΠΑΣΟΚ, η ΝΔ, ή και η Χρυσή Αυγή, όλα τους εν δυνάμει δοχεία της ακατέργαστης οργής της μάζας, που δεν φιλτράρεται ποτέ από τη λογική, μόνο συσπειρώνεται στον εκάστοτε πρόσφορο λαϊκιστή για να χυθεί μετά σαν εμετός παντού. Ιδεολόγοι της πλάκας και ευκαιριακά αρρωστάκια του trend ενώθηκαν σε ένα νοσηρό πολιτικό μείγμα χωρίς αρχές και συνοχή, για να διαμαρτυρηθούν, να εξουσιάσουν, και να κάνουν μια τρύπα στο νερό λίγο πριν διαλυθούν και τραβήξει ο καθένας την πορεία του.




Η πτώση του συριζαϊκού ιδεώδους βρίσκει τους θιασώτες του σε γνωστική ασυμφωνία:  

Ο Μήτσος, ο Δημήτρης, "οι αγανακτισμένοι" και το όραμα του 2020


(...) Βλέποντας και κυριολεκτικά ζώντας τα αδιόρθωτα χάλια μιας απίστευτης οικονομικής, κοινωνικής και ως εκ τούτου πολιτικής αποσάθρωσης έχω να σας διηγηθώ την ιστορία του Μήτσου της δεκαετίας του 1980 που μετεβλήθη σε κύριο Δημήτρη, και που τώρα ο ίδιος ή και τα παιδιά του έχουν μετατραπεί σε αγανακτισμένους πολίτες ενός απροσδιόριστων χαρακτηριστικών πολιτικού κινήματος αγανακτισμένων πολιτών.

Ο Μήτσος λοιπόν του 1980, ήταν ένας άνθρωπος που έμενε στην καλύτερη περίπτωση σε τριάρι στα Πατήσια, είχε ένα επάγγελμα μικρής απόδοσης και ένα μέλλον μετρημένα ευοίωνο. Ήρθε λοιπόν το σάρωμα της Αλλαγής του 1981. Με πολλά δάνεια και μπόλικη ετεροχρηματοδοτούμενη ανάπτυξη, ο Μήτσος άρχισε να μεταλλάσσεται. Από εργάτης, μικροϋπάλληλος και μικροεπιχειρηματίας μεταβλήθηκε σε μικροαστό ή έστω μεσοαστό.

Έζησε την ανατροπή του σκηνικού της μετεμφυλιακής δεξιάς διαχείρισης. Βγήκε από το σκοτάδι του «σιγά-σιγά και βλέπουμε». Πήρε αυτοκίνητο, άλλαξε σπίτι, προσπάθησε να αφήσει τα Πατήσια, την Αχαρνών και το Παγκράτι. Έκανε μία καλύτερη ζωή. Μεταβλήθηκε σιγά-σιγά στη δεκαετία του 1990 σε κύριο Δημήτρη. Είχε ένα πρόβλημα ακόμη. Η δανειακή του εξέλιξη, ήταν ακριβή, λόγω των επιτοκίων που εκείνη την εποχή παρέμεναν ψηλά. Αυτό, που σήμερα ζητά ο Μήτσος να του επιτρέψουν, είναι να ξαναγυρίσει στην εποχή που ξεκίνησε. Θέλει τη δραχμή με 23% επιτόκια, και όποιον έχει λεφτά στην τράπεζα, η όποιον πρόλαβε και τα έβγαλε έξω, να τα βάλει μέσα με τη νέα ισοτιμία, και να παίρνει τόκο υπέρογκο. Ας πάμε όμως πίσω στην ιστορία μας.

Η ζωή του Μήτσου στη δεκαετία του 1990 άλλαξε. Δίπλα στην αγαπημένη σύζυγο, μερικές φορές (όχι πάντα) προστέθηκε και μια καλλιεπής δεύτερη εναλλακτική επιλογή. Το παιδί του αξιώθηκε μιας πιο λουσάτης εκπαίδευσης. Άλλαξε πιο γρήγορα τα αυτοκίνητα και γρήγορα μετεγκαταστάθηκε στα μεσοβόρεια Προάστια (Νέο Ψυχικό, Μαρούσι, Χαλάνδρι) ή στα λίγο πιο βόρεια (Ερυθραία, Δροσιά). Η καλή του σύνταξη ήταν εξασφαλισμένη, χρειαζόταν ακόμη ένα μικρό σπρώξιμο για να γίνει μεγαλύτερος.Πίεζε τον πολιτικό της αρεσκείας του για μια καλύτερη ζωή. Αν δεν ήταν υπάλληλος, ψιλοξέχναγε να τα δηλώνει όλα στην Εφορία. Άρχισε να ταξιδεύει συχνά στο εξωτερικό και οι διακοπές του ήταν μεγαλύτερες σε διάρκεια.

Έτσι έζησε για μια 20ετία το δικό του μύθο. Πάνω στην εξέλιξη όλων αυτών, του ήλθε και η χρυσή ευκαιρία της τελευταίας 10ετίας. Έγινε πολίτης του Ευρώ. Το χρυσοπλήρωσε βέβαια στην ισοτιμία, μιας και σε μια βραδιά, μαγικά όλα τα είδη ξέφυγαν 20%-30% επάνω, χωρίς κανένα ουσιώδη έλεγχο. Έπαιξε και ως «ειδήμων» στο Χρηματιστήριο, περισσότερο έχασε, κάποιες στιγμές κέρδιζε, έγινε και γκάμπλερ (παίκτης). Ήρθε το τζιπ, η πιο λουσάτη ζωή και τα πιο φθηνά σε επιτόκια δάνεια. Έτσι μέσω των θεσμών των χαμηλότοκων δανείων πήγε ακόμη πιο ψηλά τη ζωή του και τις καταναλωτικές του δυνατότητες.  

Το παιδί του τέλειωσε στο Πανεπιστήμιο, έκανε μεταπτυχιακό, αλλά δυστυχώς στην Ελλάδα της περιορισμένης αγοράς, οι ευκαιρίες δεν ήταν πολλές. Κάτι λοιπόν η έλλειψη ευκαιριών για τα παιδιά του Μήτσου-Δημήτρη, κάτι το Χρηματιστήριο, όπου ο Μήτσος έπαιξε και έχασε, κάτι οι υπόνοιες για διαφθορά (στην οποία ουκ ολίγες φορές συνήργησε ο Μήτσος-Δημήτρης) κατέστησαν τις τότε κυβερνήσεις και ιδιαίτερα τον Κωνσταντίνο Σημίτη, που δεν στερείται ευθυνών για τα σημερινά χάλια, μη ελκυστικούς. Άλλωστε αυτή η εσωστρεφής διάθεση του τότε Πρωθυπουργού, οι καλβινιστικές του προσεγγίσεις της μορφής «αυτή είναι η Ελλάδα», δημιούργησαν ενόχληση στον Μήτσο-Δημήτρη. Ήταν άλλωστε βαρετό να βλέπει χρόνια τους ίδιους ανθρώπους να διαχειρίζονται τα δανειακά του και να έχουν ξεφύγει κατά τη κρίση του Μήτσου του συνήθους μέτρου μίζας. 

«Είπαμε να τρώνε αλλά όχι τόσο», ήταν μία συνήθης ατάκα για πολλά χρόνια στην Ελλάδα. Ήθελε αλλαγή. Ήθελε τον κιμπάρη, τον Ραφηνιώτη, τον αλέγκρο τύπο με τις ταβέρνες, τη λίγη δουλειά, το περισσότερο καθισιό και τις θαμπές υποσχέσεις για διαφάνεια.

Έτσι συνεχίστηκε ο κύκλος της μεταπολίτευσης με ούζα, μεζέδες και έχει ο θεός. Όσο για το σύνηθες μέτρο της μίζας, σταδιακά ο Μήτσος άρχισε να καταλαβαίνει ότι έγινε όλως ασύνηθες. Κάτι οι περισσότερες προσλήψεις στο Δημόσιο, κάτι τα μπλοκάκια και οι συμβάσεις έργου, που βολεύτηκαν τα παιδιά του Μήτσου, η κατάσταση συνεχίστηκε. Βέβαια τα σύννεφα πύκνωσαν πάνω από τους Μήτσους-Δημήτρηδες κατόχους του Κυπέλλου Euro 2004 και των Ολυμπιακών, αλλά εντέλει βρε αδελφέ, όλοι πίστευαν ότι το συννεφάκι τους, θα είναι πάντα το σπίτι τους.

Έγιναν και οι εκλογές του 2009, ο Μήτσος πια είχε ενοχληθεί από το Βατοπέδι, την υπερβολική ανεμελιά του τότε Πρωθυπουργού, τις τελευταίες του δηλώσεις, ότι η διεθνής δήθεν κρίση επηρέασε την Ελλάδα, ζορίστηκε ο Μήτσος. Βλέπετε δεν είχε πάρει χαμπάρι, και κανείς δεν φρόντισε να του το πει δραματικά, ως έπρεπε, τα χάλια που θα βρισκόταν (παρόλο που σχεδόν όλοι το γνώριζαν). Το αδιέξοδο της ελληνικής πολιτικής, εκτός από την ασυλλόγιστη σπατάλη, και την οργανωμένη διαφθορά στηριζόταν και στο γνωστό απόφθεγμα του αγαπημένου ψηφοφόρου Μήτσου «εντάξει τρώνε οι πολιτικοί, αλλά δε βαριέσαι, κάτι τρώμε και εμείς».

Εκείνο που δεν ήξερε ο Μήτσος, ήταν ότι τα δάνεια που έφτιαξαν τη ζωή του πρέπει να επιστραφούν, μαζί με τα υπερτιμολογημένα των δημόσιων συμβάσεων, μαζί με το κόστος διόγκωσης του Κράτους, που ο ίδιος με τους ταγούς του τροφοδότησε. Έτσι φτάσαμε π.χ. οικογένειες ολόκληρες να έχουν προσληφθεί στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Έτσι φτάσαμε, οι δημόσιοι εν ευρεία εννοία υπάλληλοι να ‘ναι αναλογικά πολύ περισσότεροι απ’ όσο χρειαζόμασταν.. Εκείνο που δεν ήξερε ο Μήτσος είναι ότι καταναλώνει περισσότερα από όσα βγάζει. Ότι η ζωή του θα κόστιζε μελλοντικά πολύ ακριβότερα απ’ όσο την ευχαριστιόταν. Εκείνο που δεν ήξερε είναι ότι το συννεφάκι που καθόταν έγινε βροχή και άρχιζε πια η ελεύθερη πτώση χωρίς αλεξίπτωτο.

Το μαθαίνει συνεχώς τον τελευταίο καιρό… Και το έμαθε βίαια και σκληρά. Και τώρα πια αδειάζει το πολιτικό σύστημα που ο ίδιος στήριξε, ανέδειξε και βοήθησε… Το σύστημα των κολλητών, του «άμα χρειαστεί θα βρούμε και τα χρήματα». Όλο αυτό το σύστημα κατέρρευσε. Θα πάρει μαζί του εκτός του Μήτσου και τους πολιτικούς «νταβατζήδες» του Μήτσου. 

Πίστεψε σε ένα όνειρο, που του καλλιέργησαν, αλλά και που τον ίδιο τον βόλευε.  

Δε θα ξεχάσω, το πόσα αιτήματα διορισμών κατέκλυζαν την τελευταία εικοσαετία βουλευτικά και δημαρχιακά γραφεία. Δε θα ξεχάσω, το ότι σε πολλούς δήμους δεν είχαν να στεγάσουν τους απολύτως μη χρειαζούμενους υπαλλήλους. Δε θα ξεχάσω, το πόσοι δουλεύουν στο Δημόσιο και στους δήμους και δεν πατάνε στη δουλειά τους, εξασκώντας παράλληλα άλλα επαγγέλματα με μαύρα λεφτά.  

Στην Ελλάδα των ορθώς αγανακτισμένων Ελλήνων, υπάρχει ένα μεγάλο ποσοστό φτώχειας και ξεροκόμματου. Υπάρχει μία σωστή απέχθεια πολλών συμπολιτών μας, που δεν συμμετείχαν σε αυτό το φαγοπότι και που τώρα καλούνται να πληρώσουν εξ ίσου, αν όχι περισσότερο, το φαγοπότι και των πλουτησάντων αλλά και των από κοντά κολλητών της κάθε οικονομικής και πολιτικής εξουσίας. Με αυτούς συμπαρατάσσομαι είτε είναι τις πλατείες, είτε αγκομαχούν στις δουλειές τους, είτε στρέφουν νοερά το παράσημο της ανοιχτής παλάμης στους αιώνιους Μαυρογιαλούρους της Ελλάδας. Δε θα συμπαραταχτώ όμως, ούτε με κείνους που πλούτισαν, ούτε με εκείνους που λιγούρικα περίμεναν το ξεροκόμματο από τη λεία της ληστείας. Ούτε ακόμη με εκείνους που σπατάλησαν τα πάντα, που δανείστηκαν για κατανάλωση ασύστολα, με εκείνους που ήθελαν μόνο δουλειά στο δημόσιο και που τώρα και ζητούν δήθεν περισσότερη Ελλάδα, ενώ επί της ουσίας θέλουν αυτή την Ελλάδα, στην οποία πάντα επιβίωναν στη δεκαετία του 1980 και του 1990.

Έτσι λοιπόν ο Μήτσος ,έζησε το όνειρό του, το εξυπηρέτησε, το μεγάλωσε και τώρα γίνεται εφιάλτης. Το βλέπει ανήμπορος, περιμένοντας κάποιον να του πει ότι βλέπει έναν εφιάλτη και ότι θα ξυπνήσει χαμηλότοκος, εισαγόμενος και κιμπάρης. Με «κολλητούς» της εξουσίας, να του βρίσκουν δουλειά στο Δημόσιο ή να του δίνουν άλλη μία ευκαιρία λίγο πιο πονηρή λίγο πιο μαύρη, αλλά πάντα στην κατεύθυνση «του να πιάσουμε την καλή». Με φίλους Δημάρχους, Βουλευτές, Υπουργούς, συνδικαλιστές. Αυτοί όλοι μαζί, που τώρα άλλοι σφυρίζουν αδιάφορα, άλλοι κρύβονται να μην τους πιάσουν τα σκάγια, άλλοι σεμνύνονται, ότι υπάρχει άλλος δρόμος, και άλλοι διακηρύσσουν διαπρυσίως, ότι δεν θα ξεπουληθεί εθνικός πλούτος. 

Και κάτι άλλο… Οι επαγγελματίες επαναστάτες κρατικοδίαιτοι, να δείξουν τις φορολογικές τους δηλώσεις, τις δικές τους και των οικογενειών τους, να αποδείξουν το πόθεν έσχες και επίσης όσοι συνδικαλιζόμενοι εξ αυτών να ενημερώσουν αυτούς που εκπροσωπούσαν, αν μέσα στην τελευταία εικοσαετία της συνδικαλιστικής τους δραστηριότητας, έπαιρναν κανονικά, όλες τις αυξήσεις τους, τα επιδόματα θέσεων, τους βαθμούς στην ιεραρχία κλπ. Διότι είναι γνωστό, ότι ενώ οι συνδικαλιστές στον ιδιωτικό τομέα ζορίζονται, οι του δημοσίου και των Τραπεζών, αποκτούν σταδιακά σχεδόν άπαντες το βαθμό του διευθυντή, τις αποδοχές του διευθυντή, την αναγνώριση του διευθυντή. Ας τους ρωτήσει κανείς αν συμμετείχαν υποχρεωτικώς στις κρίσεις προαγωγών των λοιπών υπαλλήλων, σε πόσες επιτροπές συμμετείχαν και με ποιες αποζημιώσεις… Παλληκάρια, οι καμπάνες σήμαναν και για εσάς… Είσαστε εξίσου δημιουργοί και εκμεταλλευτές και «πολιτικοί προαγωγοί» του φίλου μου του Μήτσου…

Ξύπνησε λοιπόν μετά από 20 και πλέον χρόνια ο Μήτσος σε μία μη φιλική χώρα, τη χώρα του. Βλέπει τους δανειστές του να ζητούν τα δάνεια πίσω. Βλέπει το πολιτικό του σύστημα να απαρνείται μέσω του «όλοι φταίμε» τις ευθύνες του. Βλέπει τη χώρα του στο χείλος του πουθενά με το όνειρο του τίποτα. Τρομοκρατείται, φρενιάζει, ζητά να τους αλλάξει όλους. Καμία αντίρρηση. Να τους αλλάξει. Στην ίδια χώρα όμως θα ξυπνήσει αύριο. Και καλείται πλέον ο ίδιος να πράξει το πολύ δύσκολο. Να δημιουργήσει, με πολλή αυτοκριτική, τους νέους ηγήτορές του. Που δεν μπορεί να είναι όλοι αυτοί, που μαζί τους δημιουργήθηκε το «μεγαλείο της Μεταπολίτευσης»… Που μαζί τους αυτοχαρακτηρίστηκε «γενιά του πολυτεχνείου»… Μια που τώρα οι νέοι που είναι στους δρόμους, δεν την αναγνωρίζουν φιλικά αυτή τη γενιά.. .Δεν πολυσκοτίζονται για τα επιτεύγματά της και για την απόλυτη υπερτίμηση των αγώνων της… Ίσως μερικοί μάλιστα εύλογα πλέον να αναρωτιούνται, μήπως τελικά εκείνα τα όνειρα χρησιμοποιήθηκαν γι αυτό που σήμερα αποκαλείται ελληνικό κατάντημα.

Και δε θα συμφωνήσω, αλλά αντίθετα θα διαφωνήσω που μέσα από την ιστορία του μνημονίου ξυπνήσανε τα κάθε είδους φασιστοειδή και οι νοσταλγοί της χούντας για να θυμηθούν ότι τότε δήθεν είχαμε καλά οικονομικά αποτελέσματα και ανάπτυξη. Όπως επίσης τότε είχαμε ξύλο, βασανιστήρια, εξορίες, τον μεγάλο… οικονομολόγο συνταγματάρχη Μακαρέζο, τα σκάνδαλα του Μπαλόπουλου, του Λαγονησίου και της βίλας της Πάρνηθας, την παράνομη χαριστική δόμηση σε παραλίες, αιγιαλούς, τα χαριστικά δάνεια σε όλους τους φίλους της Εθνοσωτηρίου, τις χαριστικές συμβάσεις αποικιοκρατικού τύπου, πολύ μικρότερους ρυθμούς ανάπτυξης από όλη της Ευρώπη, που αναπτυσσόταν ραγδαία, την αποσάθρωση των Ενόπλων Δυνάμεων, την προδοσία στη Θράκη το 1967, τη προδοσία της Κύπρου το 1974… Αλλά δε φταίνε αυτοί… Φταίει η Δημοκρατία που ανέστειλε αμέσως την απόφαση του Ντεγιάννη… 

Σε τελευταία ανάλυση εγώ θα συμφωνήσω με κάθε Έλληνα κεντροδεξιό, κεντροαριστερό, δημοκράτη αριστερό, που αποδέχεται τη κοινοβουλευτική δημοκρατία, ως το καλύτερο δυνατό ή αλλιώς λιγότερο χειρότερο σύστημα, όπου ο λαός εκλέγει ότι θέλει… Και ας εκλέγει καμιά φορά τους χειρότερους… στο κάτω-κάτω αν ένας λαός εκλέγει από αυτά που του προτείνονται τα λαμόγια, τους ηλίθιους και τους κάθε είδους trendy, φταίει κομματάκι και αυτός.

Άρα ο Μήτσος-Δημήτρης και ο κάθε Μήτσος μέσα μου και μέσα μας πρέπει να καταλάβει ότι ήλθε η ώρα της πληρωμής μιας εποχής, στην οποία αυτός δεν ήταν απών… Οφείλει δε απέναντι στα παιδιά του και τα εγγόνια του μια χώρα διαφορετική από αυτή που πέτυχε η Ελλάδα του 114, του Πολυτεχνείου, της Αλλαγής και της μηδέποτε συντελεσθείσης επανίδρυσης του Κράτους… Όμως αυτό πρέπει να το καταλάβουν και όσοι έχτισαν αυτή την Ελλάδα, όσοι άνθρωποι του πολιτισμού έλεγαν το Καραμανλής ή τανκς, όσοι καμάρωναν ως τέως αριστεροί, που ήσαν Υπουργοί Επικρατείας στην πιο σκληρή νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση της δεκαετίας του 1990… Δε λέω καλή η επανάσταση, εύλογη και η πολιτιστική συνεισφορά, ηρωικό το ένα το χελιδόνι, αλλά μην τρελαθούμε κιόλας….  

Η πολιτική είναι εκκρεμές, αλλά δεν είναι το πρωί στην Αργεντινή και το βράδυ στη Νορβηγία…

ΥΓ: Παρόλο που έχω και γερμανική παιδεία και που τιμώ μεγάλες μορφές του γερμανικού πολιτισμού, ποτέ δε συμπάθησα ιδιαίτερα τους Γερμανούς… Περισσότερο με ενοχλούσε ότι ένας εργατικός λαός, συνεπής και φιλοπρόοδος, ανέχθηκε, στήριξε τον μεγαλύτερο εγκληματία της ανθρωπότητας το Χίτλερ. Ποτέ δεν εννόησα ως προσόν ενός λαού την τυφλή υπακοή, σε τρελούς, δικτάτορες, σε ανελεύθερες πρακτικές και απάνθρωπες μεθόδους… Όμως την όψιμη αντιγερμανική υστερία ορισμένων (που δεν υπήρχε τη δεκαετία του 1960 έναντι των Γερμανών για τις πολεμικές αποζημιώσεις, που δεν έδιναν) δεν την αντιλαμβάνομαι. Ιδιαίτερα όταν τις μεγαλύτερες κορώνες κατά των Γερμανών τις εκφέρουν συνήθως απόγονοι γερμανοτσολιάδων, πραγματικοί και DNAιικοί…

ΥΓ: Ποτέ μου δεν αγάπησα τους ξένους, αλλά ποτέ μου δεν πίστεψα, ότι έχουν την οιαδήποτε υποχρέωση απέναντί μας..Υποχρέωση έχουμε εμείς έναντι του εαυτού μας, να είμαστε αξιοπρεπείς, δουλευταράδες και σκληροί διαπραγματευτές των εθνικών μας δικαίων, όχι μπαταχτζήδες και εθελόδουλοι. Ποτέ όμως δε συμπάθησα και την άγνοια της ιστορίας. Γιατί αν δεν υπήρχε η εμπλοκή των ξένων μετά την επανάσταση του 1821, (για εξυπηρέτηση δικών τους γεωπολιτικών σχεδίων τότε), αν δεν υπήρχε η ναυμαχία του Ναυαυρίνου, η Ελλάδα μπορεί να μην υπήρχε ως Κράτος. Δεν τους ευγνωμονώ, αλλά δεν θα βλογάω συνέχεια τα γένια μου, λες και μόνο η διαχρονική ελληνική παλληκαριά διαμόρφωσε και την ελληνική και την παγκόσμια ιστορία. Εντάξει γεννήσαμε τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, αλλά δεν θα έχουμε παγκόσμια ασυλία για τα δικαιώματα του copyright…

ΥΓ. Δεν σας έγραψα κάτι για το όραμα του 2020. Ισως γιατί είναι σαν το Plan B για την Ελλάδα… Έννοια ανύπαρκτη.