"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΛΑΚΟΥΔΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΛΑΚΟΥΔΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ : Γιατί ηττηθήκαμε το 1974

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Επίκουρος Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής και Ασφάλειας στο American University in the Emirates και Αντιπρόεδρος του ΚΕΔΙΣΑ. Ειδικεύεται στην Τουρκία και το Κουρδικό Ζήτημα και έχει δημοσιεύσει στα Αγγλικά και Ελληνικά επί των θεμάτων αυτών (δείτε εδώ).


Το παρόν άρθρο αποσκοπεί να ερευνήσει (στον περιορισμένο «διαδικτυακό» χώρο) τα αίτια της ήττας του Ελληνισμού κατά την Κυπριακή Τραγωδία και να απομυθοποιήσει τους κατεστημένους μύθους περί της ήττας αυτής


Οι αναλύσεις περί της στρατιωτικής ήττας κατά την Κυπριακή Τραγωδία αναλώνονται σε δύο ερμηνευτικές προσεγγίσεις: 


Πρώτον, αυτή της προδοσίας (οι Ιωαννίδης, Καραμανλής και Κίσινγκερ αποτελούν την «τριανδρία των προδοτών» κατά την προσέγγιση αυτή) και δεύτερον, αυτή των υποθέσεων – εικασιών (οι what if ερωτήσεις περί της εμπλοκής των υποβρυχίων ή της αποστολής της νηοπομπής και ούτω καθ’ εξής).

 
(...)Το άρθρο θα εξετάσει ωμά τι ευθύνεται για το όνειδος της Κύπρου με βάση τα ερμηνευτικά εργαλεία της θεωρίας πολέμου (theory of war).


Η στρατηγική υστέρηση της Ελλάδας

 
O πόλεμος δεν αποτελεί παρά το «βασίλειο της τύχης και αβεβαιότητας» με βάση τον μέγιστο Πρώσο θεωρητικό Carl von Clausewitz. Εν ολίγοις, η εξέλιξη αλλά και η έκβαση μιας σύγκρουσης (ενδοκρατικής ή διακρατικής) δεν προκύπτει από κάποιες μαθηματικές πράξεις με τους συντελεστές ισχύος των δρώντων ως μεταβλητές μιας εξίσωσης (π.χ. Χ άρματα μάχης + Ψ αεροπλάνα + Ζ ηγεσία = νίκη σε Β’ χρόνο με Γ απώλειες)· αντιθέτως, εξαρτώνται από την «ομίχλη» (fog of war) και την «τριβή» (friction) – την τύχη και διάδραση (μεταξύ των εμπολέμων) δηλαδή. Σύμφωνα πάντοτε με τον Clausewitz, δύο στοιχεία αποτελούν το αντίδοτο στους προαναφερθέντες αστάθμητους παράγοντες: η «ορθολογική διεξαγωγή» του πολέμου (rational conduct of war) και η αρμονία της «Κλαουζεβιτσιανής Τριάδας» (Clausewitzian Trinity).

 
Το πρώτο στοιχείο αναφέρεται σε ρεαλιστική στοχοθεσία (δηλαδή, οι επιδιωκόμενοι πολιτικοί στόχοι εκ μέρους της πολιτικής ηγεσίας δύνανται να επιτευχθούν χάρη στα διαθέσιμα εργαλεία και υπό το κράτος των περιρρέουσων συνθηκών) και προσαρμοστικό modus operandi (δηλαδή, οι στρατιωτικές και ουχί μόνο δράσεις δεν εκτελούνται από την ανώτατη πολιτικοστρατιωτική ηγεσία δίχως μία διαρκή αναπροσαρμογή στα εκάστοτε δεδομένα). Η εισβολή της Ναζιστικής Γερμανίας στη Σοβιετική Ένωση αποτελεί ένα τρανό παράδειγμα περί της έλλειψης ρεαλισμού ως προς τη στοχοθεσία και το modus operandi από έναν εμμονικό και επηρμένο Χίτλερ.

 

Το δεύτερο στοιχείο αναφέρεται σε τρεις μεταβλητές, πληθυσμό, ηγεσία και στρατό, που θα πρέπει να εναρμονίζονται καθ’ όλη τη διάρκεια της πολεμικής προσπάθειας ενός έθνους. Ένας από τους κορυφαίους μελετητές του Clausewitz, ο Sir Michael Howard, προσέθεσε μια τέταρτη μεταβλητή – την τεχνολογία.  


Ή ήττα της Αμερικής στον Πόλεμο του Βιετνάμ εξηγείται από τη δυσαρμονία της Κλαουζεβιτσιανής Τριάδας· η απροθυμία της κοινής γνώμης της Αμερική να υποστηρίξει στο διηνεκές έναν πόλεμο φθοράς (attrition war) στην Ινδοκίνα υποχρέωσε την Ουάσιγκτον σε αναδίπλωση (με τα γνωστά αποτελέσματα για το Νότιο Βιετνάμ) παρ’ όλο που δεν είχε υποστεί ούτε ΜΙΑ ήττα στο πεδίο της μάχης .

 
Το πραξικόπημα εναντίον του Μακάριου στις 15 Ιουλίου και η μετέπειτα ανακήρυξη της Ελληνικής Δημοκρατίας της Κύπρου αποδεικνύουν (πέραν πάσης αμφιβολίας) πως ο «αόρατος δικτάτωρ» Ιωαννίδης δεν ήταν διόλου πραγματιστής. Η Τουρκία, όπως είχε διαμηνύσει τοις πάσι, ΔΕΝ θα ανεχόταν μια μονομερή δράση υπέρ της «Ένωσης» αλλά θα αντιδρούσε και θα υλοποιούσε την απειλή της «Διχοτόμησης» (Taksim Τουρκιστί). Παρά την παραφιλολογία περί Αμερικανικών (προφορικών) υποσχέσεων περί του αντιθέτου, ο Ιωαννίδης όφειλε να αναμένει μια (ένοπλη) επέμβαση της Τουρκίας ως εγγυήτριας δύναμης με βάση της Συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου. Ως εκ τούτου, μηδέν ρεαλιστική στοχοθεσία ! Ο Αττίλας Ι και ΙΙ απέδειξαν την εξευτελιστική ανικανότητα (στα όρια της προδοσίας) της χούντας να διαχειριστεί μια θερμή κρίση με την Τουρκία: οι παλινωδίες περί της αποστολής ή μη μιας εκστρατευτικής δυνάμεως στην Μεγαλόνησο, ο τραγέλαφος της (γενικής) επιστράτευσης στην Ελλάδα, οι αντικρουόμενες διαταγές προς ΕΛΔΥΚ και ΕΦ στην Κύπρο και ούτω καθεξής αποδεικνύουν πως το modus operandi των Αθηνών και της Λευκωσίας δεν ήταν ούτε ορθολογικό ούτε προσαρμοστικό προς τα δεδομένα στο πεδίο της μάχης!

 
Δυστυχώς για τον Ελληνισμό το 1974, η δυσαρμονία μεταξύ των μεταβλητών της Κλαουζεβιτσιανής Τριάδας ήταν πασιφανής. 


Ο στρατός ήταν αξιόμαχος (ιδίως η αεροπορία και το ναυτικό), δεν ήταν όμως επαρκώς ετοιμοπόλεμος για μια ένοπλη αναμέτρηση στην Κύπρο (περιορισμένος πόλεμος) ή τη Θράκη και το Αιγαίο (γενικευμένος πόλεμος) εξαιτίας της επιτελικής ανικανότητας της χούντας. Το υψηλό φρόνημα του ΕΣ και, κυρίως, ο ηρωισμός των κυριότερων μονάδων της ΕΛΔΥΚ και ΕΦ δεν ήταν δυστυχώς αρκετός να ανατρέψει τα εις βάρος μας δεδομένα.  


Η ηγεσία της χώρας δεν ήταν ούτε πρόθυμη (Γενικό Επιτελείο) ούτε ικανή (Ιωαννίδης) να αναμετρηθεί ενόπλως με την Τουρκία. Ούτε ο Καραμανλής ήταν πρόθυμος να ενεργήσει στρατιωτικώς εναντίον της Τουρκίας – εν μέρει επειδή δεν εμπιστευόταν ακόμη την ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων και εν μέρει επειδή βασιζόταν σε μια επέμβαση των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ εναντίον της Τουρκίας. 


 Η τεχνολογία δεν ήταν υπέρ ημών εκείνη την εποχή· η εμβέλεια δράσης της αεροπορίας και του ναυτικού του ΕΣ το 1974 υπολειπόταν σαφώς των δυνατοτήτων των ΤΕΔ το 1974 ή των δυνατοτήτων του ΕΣ εν έτει 2019.  


Ο πληθυσμός (ή κοινή γνώμη) διακατεχόταν από ένα υψηλό φρόνημα αλλά, δυστυχώς, η δυσαρμονία μεταξύ των υπόλοιπων μεταβλητών αδρανοποίησε την μεταβλητή αυτή.

 
Οι Τούρκοι είχαν προετοιμαστεί για έναν «περιορισμένο πόλεμο» (limited war) στην Μεγαλόνησο ήδη από το 1969 (μόλις 6 χρόνια μετά το όνειδος της Επιστολής Τζόνσον) και, παρά τα τραγικά λάθη τους (με χαρακτηριστικότερο τη βύθιση του βαρέος αντιτορπιλικού Kocatepe), πραγμάτωσαν τους στόχους τους εν τέλει. 


Εν πλήρη αντιθέσει, η Αθήνα και η Λευκωσία παρέλυσαν κατά τον Αττίλα Ι και έκτοτε στήριξαν τις (αβάσιμες) ελπίδες τους για τον τερματισμό της κρίσης σε μια διπλωματική λύση (υπό την αιγίδα του ΟΗΕ και των ΗΠΑ). Ο αιφνιδιασμός (!!!) από τον Αττίλα Ι και, εν συνεχεία, ο εφησυχασμός από την Γενεύη Ι (παρά τις συνεχείς παραβιάσεις της κατάπαυσης του πυρός από την Τουρκία) εδραίωσαν στην Άγκυρα την πεποίθηση πως η Αθήνα δεν θα αντιδράσει δυναμικά σε μια νέα κρίση – όπερ εγένετο. Κατά τον Αττίλα ΙΙ η Αθήνα και η Λευκωσία αιφνιδιάστηκαν (εκ νέου!) και προτίμησαν στρουθοκαμηλίζοντας (εκ νέου!) να περιοριστούν σε έναν διπλωματικό αγώνα για να ανατρέψουν τα τετελεσμένα.

 
Η πραγματική what if ερώτηση

 
Η Κύπρος δεν ήταν εξ αρχής καταδικασμένη σε διαμελισμό και κατοχή. Η παρουσία της Μεραρχίας έως το 1967 προάσπιζε την Μεγαλόνησο από την κλιμακούμενη Τουρκική πολεμικότητα. H Ελλάδα ήταν σε ευμενή θέση μέχρι το 1967 να αντιμετωπίσει επιτυχώς την Τουρκία σε έναν περιορισμένο πόλεμο στην Κύπρο. Όμως η Τουρκία παρέσυρε την χούντα στην Κρίση της Κοφίνου το 1967 και, κατόπιν ενός ιταμού τελεσιγράφου, υποχρέωσε την Ελλάδα να αποσύρει κακήν κακώς την μόνη αποτρεπτική δύναμη από την Μεγαλόνησο· ενδεικτικώς της ικανότητος (sic) της χούντας και της πολιτικής των ίσων αποστάσεων (sic) της υπερδύναμης, η Ελλάδα συμμορφώθηκε προς το τελεσίγραφο αυτό κατόπιν σχετικής προειδοποίησης της Αμερικής περί δήθεν επικείμενης απόβασης της Τουρκίας στην Μεγαλόνησο – ενώ η τελευταία δεν θα διέθετε έναν τέτοιο στόλο παρά το 1969 (!!!).


  Εάν δεν είχε αποσυρθεί η Μεραρχία, κατά πάσα πιθανότητα η Τουρκία ΔΕΝ θα είχε εισβάλει ποτέ. Ή θα είχε εισβάλει και θα είχε υποστεί μια δεινή ήττα (με βάση τον τότε συσχετισμό δυνάμεων πάνω στο νησί).

 

Η διστακτικότητα της Ελλάδας να απαντήσει στρατιωτικά στον Αττίλα Ι και ΙΙ δημιούργησε δύο τάσεις μετά το 1974: 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Η Άνοδος και Πτώση ( ; ) του Κατάρ

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Επίκουρος Καθηγητής Στρατηγικής και Διεθνών Σχέσεων στο Αμερικανικό Πανεπιστήμιο των Εμιράτων και Συνεργάτης του ΚΕΔΙΣΑ (Academia, Research Gate)


Το Εμιράτο του Κατάρ, νάνος ως προς την έκταση αλλά Μίδας ως προς τους φυσικούς πόρους, προ ετών παρουσιάστηκε ως διάττων αστέρας στο ουράνιο στερέωμα. Χάρη στην «μαλακή ισχύ» του δικτύου Al Jazeera, το εμιράτο υποστήριξε ενεργά (εάν δεν υποκίνησε ενίοτε) τις ειρηνικές λαϊκές επαναστάσεις στην Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική – ιδίως στην Τυνησία, Αίγυπτο και Λιβύη (στην τελευταία περίπτωση, μάλιστα, εγγυήθηκε την επιτυχία της εκστρατεύοντας υπό την αιγίδα των ΗΠΑ εναντίον του Καντάφι).

 
Ως ο «πνευματικός ανάδοχος» της Αραβικής Άνοιξης, η δυναστεία των Αλ Θάνι προέκρινε στις παραπάνω χώρες το «πνευματικά τέκνο» της – την Μουσουλμανική Αδελφότητα. Το έτος 2012 το εμιράτο άγγιξε τον κολοφώνα της ισχύος του. Η Μουσουλμανική Αδελφότητα κατέλάβε την «αρχή» (δια της κάλπης) σε Λιβύη, Αίγυπτο και Τυνησία και κυριάρχησε επί της (ένοπλης και μη) αντιπολίτευσης σε Συρία, Ιορδανία και τις μοναρχίες του Περσικού Κόλπου.

 
Συν τις άλλοις, το εμιράτο ανέλαβε μια διεθνή διαμεσολαβητική αποστολή παρά το μικρό μέγεθός του. Το εμιράτο άνοιξε ένα προξενείο των Ταλιμπάν στο πλαίσιο των ειρηνευτικών συνομιλιών με τις ΗΠΑ το 2013, προσκάλεσε τους ηγέτες του Σουδάν και του Νταρφούρ το 2011 για την υπογραφή της Ειρήνης της Ντόχα και διευκόλυνε τις επαφές μεταξύ Ιράν και της Ομάδας 5+1 για την συνομολόγηση της Συμφωνίας της Λωζάννης το 2013.


Ενώπιον της «Θουκυδίδειας Παγίδας»,[1] ο Οίκος των Σαούντ, ο έτερος διεκδικητής των πρωτείων του Σουνιτικού Ισλάμ, αντέδρασε με μια ολομέτωπη εκστρατεία εναντίον των Αδελφών Μουσουλμάνων ανά την Μέση Ανατολή ως ηγέτης ενός περιφερειακού Σουνιτικού συνασπισμού (με μέλη από το Μαρόκο ως το Πακιστάν και τις Μαλβίδες). Το 2013 ο εν λόγω συνασπισμός υποστήριξε το αιματηρό στρατιωτικό πραξικόπημα εναντίον των Αδελφών Μουσουλμάνων στην Αίγυπτο και προκάλεσε έτσι ένα «φαινόμενο ντόμινο». Στην Τυνησία οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι παρέδωσαν την «αρχή» σε μια κοσμική κυβέρνηση, στην Ιορδανία παρήκμασαν, στη Συρία περιθωριοποιήθηκαν από ισλαμιστές και τζιχαντιστές, στη Λιβύη περιορίστηκαν στην κατοχή της πρωτεύουσας και της δυτικής χώρας ενώ στις μοναρχίες του Περσικού Κόλπου υπέστησαν απηνείς διώξεις.

 
Τον Σεπτέμβριο του 2014, το Κατάρ απομονώθηκε περιφερειακά όταν οι χώρες του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (GCC) απέσυραν τους πρεσβευτές τους από την Ντόχα σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη συνεχή στήριξη της Ντόχα προς τους Αδελφούς Μουσουλμάνους. Ύστερα από εννέα μήνες, όμως, ο Οίκος Αλ Θάνι ανέκρουσε πρύμνα. Το 2015, το Κατάρ προστέθηκε στον διεθνή συνασπισμό υπό την αιγίδα των ΗΠΑ εναντίον του ΙΣΙΣ και συναίνεσε στη δημιουργία του «Στρατού της Κατάκτησης» στη βόρεια Συρία ύστερα από τη συνένωση τζιχαντιστών και ισλαμιστών. Εν τω μεταξύ, βέβαια, παραιτήθηκε του θρόνου ο εμίρης υπέρ του υιού του το 2014 εν μέσω ενός, σύμφωνα με αρκετούς επαϊοντες, αναίμακτου πραξικοπήματος με τις ευλογίες του προέδρου Ομπάμα.


Ο «Δεύτερος Γύρος»


Παρά ταύτα, οι διαφορές μεταξύ των Οίκων των Σαούντ και Αλ Θάνι παρέμειναν αγεφύρωτες.  


Το Al Jazeera συνέχισε ακάθεκτα τα επικριτικά δημοσιεύματα εναντίον των μοναρχιών του Περσικού Κόλπου, ενώ το εμιράτο παρέκκλινε της πεσυμφωνηθείσης πορείας σε ανοιχτά μέτωπα. Το Κατάρ υποστήριξε την «κυβέρνηση της Τρίπολης» έναντι της διεθνώς αναγνωρισμένης εξόριστης «κυβέρνησης του Τομπρούκ» στη Λιβύη, υπέθαλψε τον Μεσάλ (ηγέτης της Χαμάς) και τον Αλ Καράνταγι (εξοστρακισμένος κληρικός της Σαουδικής Αραβίας) και υποστήριξε τη συνένωση του παρακλαδιού της Αλ Κάιντα στη Συρία με 4 τζιχαντιστικές οργανώσεις για την δημιουργία της «Επιτροπής Απελευθέρωσης της Λεβαντίνης».

 
Οι εν λόγω πρωτοβουλίες συνεπικουρήθηκαν από την Τουρκία του Ερντογάν, του έτερου υποστηρικτή των Αδελφών Μουσουλμάνων απανταχού στην Μέση Ανατολή. Συν τις άλλοις, το Κατάρ εχρίσθη ανάδοχος (από κοινού με την Χεζμπολλάχ) του «Σχεδίου των Τεσσάρων Πόλεων» στη Συρία (ήτοι, εκεχειρίες σε 4 πόλεις υπό αποκλεισμό) ενώ ουδέποτε διέκοψε τις προσοδοφόρες οικονομικές σχέσεις με την Τεχεράνη – όπως πιστοποιεί άλλωστε η συνδιαχείριση του κολοσσιαίου κοιτάσματος φυσικού αερίου στη θαλάσσια ζώνη μεταξύ των δύο χωρών.


Γιατί, όμως, εξερράγη τώρα η διπλωματική κρίση μεταξύ του εμιράτου και των πρώην συμμάχων του – ελάχιστες ημέρες, μάλιστα, μετά την επίσκεψη του προέδρου των ΗΠΑ στην Μέση Ανατολή;  


Σύμφωνα με νεότερες πληροφορίες οι πρόσφατες υπόγειες συναλλαγές μεταξύ του Κατάρ και του Ιράν, αφ’ ενός, και της Αλ Κάιντα στη Συρία, αφ’ ετέρου, ήταν οι σταγόνες που υπερχείλισαν το ποτήρι. Η σύλληψη των κυνηγών γερακιών του Οίκου των Αλ Θάνι στο νότιο Ιράκ από την Κιταϊμπ Χεζμπολλάχ αλλά και των μαχητών Επιτροπής Απελευθέρωσης της Λεβαντίνης από την Αλ Κάιντα στη Συρία υποχρέωσε το Κατάρ να πληρώσει λύτρα 700 εκατομμυρίων δολλαρίων στο Ιράν και 300 εκατομμυρίων δολλαρίων στην Αλ Κάιντα.

 
Οι κατηγορίες που εξαπέλυσε οι Οίκος των Σαούντ πως το Κατάρ ενισχύει το ΙΣΙΣ στη Συρία και τους Χούθι στην Υεμένη δεν ευσταθούν. Το εμιράτο, άλλωστε, συμμετέχει ενεργά στους συνασπισμούς (το διεθνή υπό την αιγίδα των ΗΠΑ και τον περιφερειακό υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας) κατά των ανωτέρω κρατικών δρώντων. Στο Κατάρ, συν τις άλλοις, εδρεύει η CENTOM και το αρχηγείο για τη διεθνή εκστρατεία εναντίον του ΙΣΙΣ.


Η επίσκεψη του προέδρου Τραμπ αποτέλεσε τον καταλύτη για την εκδήλωση της κρίσης. Ο Οίκος των Σαούντ απέσπασε το πολυπόθητο «πράσινο φως» ώστε να εξαπολύσει την ολομέτωπη επίθεση κατά του Κατάρ με δέλεαρ κολοσσιαία εξοπλιστικά συμβόλαια. Όπως αυτάρεσκα δήλωσε μέσω Twitter ο νέος ένοικος του Λευκού Οίκου, η εν λόγω κρίση αποδεικνύει πως αποδίδουν ήδη τους πρώτους καρπούς οι «πιέσεις» του προς τους συμμάχους των ΗΠΑ για την ανάληψη ενεργού δράσης κατά της τρομοκρατίας των τζιχαντιστών. Πρέπει να σημειωθεί, βέβαια, πως ακριβώς το αντίθετο συνέβη.

 
Ο πρίγκιπας διάδοχος του Άμπου Ντάμπι, Μοχάμαντ Μπιν Ζάγιεντ, και ο αναπληρωτής πρίγκιπας διάδοχος και (νεότερος ανά την υφήλιο) υπουργός άμυνας της Σαουδικής Αραβίας, Μοχάμαντ Μπιν Σαλμάν, πρωτοστατούν στη νέα σκληρή γραμμή εναντίον της Ντόχα έχοντας πείσει τον Τραμπ περί της αναγκαιότητας αυτής. 


 Σταδιακά, εν ολίγοις, αποκρυσταλλώνονται οι προτεραιότητες της Αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στην Μέση Ανατολή: