"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Νέα Υόρκη του '70 - Αθήνα του 2010...

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΛΑΖΑΡΙΔΗ

Την πρώτη φορά που πήγα στην Αμερική, αρχές της δεκαετίας του '70, πατώντας το πόδι στο αεροδρόμιο Κένεντι της Νέας Υόρκης, η πρώτη κουβέντα αντί για καλωσόρισμα από κάποιους που με περίμεναν εκεί ήταν: «Μην κρατάς λεφτά επάνω σου!».

Ήταν η πιο χρήσιμη συμβουλή που θα μπορούσαν να σου δώσουν με αφορμή το τεράστιο κύμα εγκληματικότητας που είχε εκείνον τον καιρό η αμερικανική μεγαλούπολη, σε σημείο που να κινδύνευες, περπατώντας μέρα μεσημέρι σε κεντρικό δρόμο, να σε πλευρίσει ένα κλεφτρόνι, με κρυμμένο τον ανοιγμένο σουγιά του μέσα στο μανίκι του και να σου πει: «Δώσε μου ό,τι έχεις...». Κι αυτό το «ό,τι έχεις» ας ήταν ακόμα και 5 δολάρια για να πάρει τη δόση του. Και μη φανταστείτε ότι στην περίπτωση που θα φωνάζατε «βοήθεια» θα πλησίαζε κανένας για να σας βοηθήσει. Αντίθετα, όλοι θα επιτάχυναν το βήμα τους, σαν να μην άκουσαν τίποτα, για τον απλούστατο λόγο για να μην μπλέξει σε ό,τι ενδεχομένως θα μπορούσε να συμβεί.

Και στο ξενοδοχείο και από τα καλύτερα, με οργανωμένη ασφάλεια, δίνοντας το κλειδί του δωματίου, θα το συνόδευαν με τη δήλωση: «Χωρίς καμιά ευθύνη για ό,τι μπορεί να συμβεί».
Κι αυτό το «ό,τι» ήταν πως θα μπορούσε ο καθένας να μπει στο δωμάτιό σας, ακόμα και από το προσωπικό του ξενοδοχείου, και να σας αρπάξει από δολάρια μέχρι ό,τι άλλο πολύτιμο είχατε αφήσει εκεί. Γι' αυτό το προτιμότερο ήταν να εμπιστευθείτε τα χρήματά σας στο χρηματοκιβώτιο του ξενοδοχείου, που κι αυτό κάθε τόσο το εύρισκαν ανοιγμένο από τις οργανωμένες συμμορίες που είχαν μετατρέψει την πόλη σε σκέτη κόλαση.

Όσες μέρες έμεινα τότε στη Νέα Υόρκη, η ευχή μου ήταν να μην ξαναδοκιμάσω τα αισθήματα του άμεσου κινδύνου που με περίμεναν στο κάθε μου βήμα. Δυστυχώς, ήρθαν έτσι τα πράματα που η ευχή μου δεν πραγματοποιήθηκε, επειδή τα ίδια αισθήματα έχω τώρα σ' αυτόν τον τόπο που κάποτε κοιμόμαστε τα βράδια με ανοιχτά τα παράθυρα.

Την επόμενη φορά που ξαναβρέθηκα στη Νέα Υόρκη, στις αρχές της δεκαετίας του '80, είχα μια άλλη και εντελώς διαφορετική έκπληξη. Κανένας δεν μου είπε «μην κρατάς λεφτά επάνω σου!», όπως και σε κανένα ξενοδοχείο δεν σου έλεγαν ότι δεν είχαν καμιά ευθύνη για ό,τι θα μπορούσε να συμβεί και γενικά ένα αίσθημα ασφάλειας το καταλάβαινες ότι υπήρχε παντού. Όχι βέβαια ότι η Νέα Υόρκη είχε μεταβληθεί σε πόλη αγγέλων, αλλά εκείνη η παλιά, άγρια ατμόσφαιρα είχε εξαφανιστεί. Και όταν ρώτησα για την αιτία, η απάντηση που πήρα από όλους ήταν: «Ο δήμαρχος...».

Τι είχε συμβεί; Απλούστατα, μέσα στη δεκαετία που μεσολάβησε ο τότε δήμαρχος, Τζουλιάνι αν δεν κάνω λάθος στο όνομά του, αποφάσισε να πάρει στα χέρια του την κατάσταση και έτσι άρχισε μια εκστρατεία «φιλότιμου» με έντονη διαφήμιση, με ένα μήλο και από κάτω τη φράση «I LOVE NEW YORK», που την έβλεπες παντού, ακόμα και στην τουαλέτα να πήγαινες, την έβλεπες τη φράση που σου έλεγε να αγαπάς την πόλη, που δεν σου έφταιξε σε τίποτα να την κάνεις ρημαδιό.

Βάζοντας ο δήμαρχος σε ενέργεια και όλους τους μηχανισμούς αστυνόμευσης και ασφαλείας που είχε στα χέρια του και που στο σημείο αυτό πρέπει να πούμε ότι οι δήμαρχοι της Αμερικής έχουν αυξημένες δικαιοδοσίες, πολύ περισσότερο έχοντας και την Αστυνομία δική τους και που διορίζεται από τους ίδιους ή κάπως έτσι.

Αλλά θα σταθώ σε μια ακόμα χαρακτηριστική λεπτομέρεια που, όπως αποδείχτηκε, έπαιζε όχι μόνο τεράστιο αλλά και αποφασιστικό ρόλο για την πάταξη της εγκληματικότητας στη Νέα Υόρκη και που τη μιμήθηκαν και άλλες πολιτείες που αντιμετώπιζαν το ίδιο πρόβλημα και που η «λεπτομέρεια» αυτή, που δεν ήταν απλώς λεπτομέρεια αλλά ενέργεια πανέξυπνη και θαυματουργή, ήταν οι ταξιτζήδες, που οι περισσότεροι μάλιστα από αυτούς ήταν μετανάστες. Ο δήμαρχος τους φώναξε και τους έκανε ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ δίνοντάς τους και τα μέσα για να βοηθήσουν το έργο της Αστυνομίας, μεταξύ των οποίων και μια συχνότητα, που μόλις έβλεπαν κάποια ύποπτη κίνηση ειδοποιούσαν αμέσως την Αστυνομία, έτσι ώστε συγχρόνως να είναι κι αυτοί «φρουροί του ανυπεράσπιστου πολίτη».

Βέβαια ο έξυπνος δήμαρχος πέτυχε τη συνεργασία των ταξιτζήδων όχι χωρίς κίνητρα, έχοντας πέσει κι αυτοί θύματα της εγκληματικότητας, αλλά και με κάποιες «παροχές» κυκλοφοριακές κυρίως, που ως τότε δεν τις είχαν, χωρίς αυτό να σημαίνει κατάργηση και των δικών τους υποχρεώσεων, αλλά χωρίς και να ήταν από τους πιο κυνηγημένους επαγγελματίες.

Έτσι, οι «ταρίφες» της Νέας Υόρκης φιλοτιμήθηκαν και κατά γενική ομολογία ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΗΣΑΝ. Δεν τολμούσε κλεφτρόνι να βγει στους δρόμους, ακόμα και στον 42ο, τον πιο αμαρτωλό δρόμο του Μανχάταν, ούτε οργανωμένη αλητεία με κουκούλες να μπαίνει σε τράπεζες, σούπερ μάρκετ και σε μαγαζιά και να τα κάνει καλοκαιρινά και γενικά ό,τι αποτελούσε τον φόβο και τον τρόμο μιας εποχής έπαψε να υπάρχει. Και πού; Σε μια πρωτεύουσα που ο πληθυσμός της ξεπερνάει το σύνολο του πληθυσμού ολόκληρης της Ελλάδας...

Δεν υπάρχουν σχόλια: