"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΟΥΣΦΕΤΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΟΥΣΦΕΤΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Διαφορά κουλτούρας

 

Του ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΚΑΣΙΜΑΤΗ

Η έννοια «ρουσφέτι», ας το παραδεχθούμε, είναι ένα τσουβάλι στο οποίο ρίχνουμε τα πάντα. Γιατί υπάρχουν δύο κατηγοριών εξυπηρετήσεις που ζητούν οι ψηφοφόροι από τους βουλευτές.

Οι θεμιτές, δηλαδή εκείνες που αφορούν την επανόρθωση μιας αδικίας μέσα στο πλαίσιο του νόμου και οι άλλες, οι αθέμιτες, εκείνες που αφορούν ευνοϊκή μεταχείριση κάποιων εις βάρος των άλλων, που ενδεχομένως τη δικαιούνται.

Φυσικά, αυτές είναι δύο πολύ γενικές, θεωρητικές κατηγορίες. Στην πραγματική ζωή, τη ζωή που εξελίσσεται στους προθαλάμους των βουλευτικών γραφείων, κάθε περίπτωση εξυπηρέτησης είναι ξεχωριστή και σπανίως αμιγής. Οι περισσότερες είναι ανάμεικτες, στον δικό της βαθμό η καθεμία.

Ο στοιχειώδης τρόπος για να ξεχωρίσουμε τις μεν από τις δε είναι η δημοσιότητα. Αν αυτό που έχεις να ζητήσεις ως εξυπηρέτηση δεν ντρέπεσαι να το πεις δημοσίως και να το εξηγήσεις, όταν δεν έχεις κανέναν λόγο να το κρύψεις, σημαίνει ότι είναι θεμιτό και, επομένως, είναι πολύ πιθανό να εισακουστείς από εκείνους στους οποίους απευθύνεις το αίτημα. Αν είναι «χεράτο», «παντελονάτο» ή όπως αλλιώς το λένε και εσύ κρίνεις ότι είναι προτιμότερο να το σπρώξεις υπογείως, τότε το αίτημα είναι μάλλον αθέμιτο. Δεν είναι όσο απλό και το ξυράφι του Οκαμ;

Στη μητέρα όλων των κοινοβουλίων, τη Βουλή των Κοινοτήτων του Ηνωμένου Βασιλείου, πετυχαίνουν ως έναν βαθμό τον διαχωρισμό αυτόν, χάρη στον τρόπο με τον οποίο γίνονται οι κοινοβουλευτικές ερωτήσεις.

Ο βουλευτής σηκώνεται και μέσα σε ενάμισι λεπτό (το πολύ) αναπτύσσει το αίτημά του, καταλαβαίνοντας ότι, λόγω της στενότητας του χρόνου, πρέπει να δώσει τον καλύτερο εαυτό του.

Ο αρμόδιος κυβερνητικός, ως επί το πλείστον υφυπουργός, σηκώνεται και αυτός και δίνει σαφή απάντηση επί του προκειμένου, μέσα σε τριάντα δευτερόλεπτα. Εννοείται, βέβαια, ότι οι ερωτήσεις έχουν εκ των προτέρων κατατεθεί γραπτώς με κάθε λεπτομέρεια, οι δε απαντήσεις των αρμοδίων έχουν προετοιμαστεί αναλόγως.

Πρόκειται, λοιπόν, για μία παράσταση, η οποία γίνεται με τον σκοπό να δουν οι ψηφοφόροι τον βουλευτή να τους αντιπροσωπεύει. Και η διαδικασία αυτή επαναλαμβάνεται συνεχώς για ώρα πολλή, με ρυθμό υψίσυχνο, που λέει ο ποιητής, καθώς ο ένας βουλευτής διαδέχεται τον άλλον στο μικρόφωνο.

Μη νομίζετε ότι αυτή η παράσταση είναι βαρετή να την παρακολουθείς. Κάθε άλλο, γιατί το τι ζητούν οι βουλευτές από τους κυβερνώντες, κυρίως δε πώς το ζητούν, είναι ο καλύτερος τρόπος να αντιληφθεί ο ενδιαφερόμενος (αν υποθέσουμε ότι υπάρχει) την ανθρωπογεωγραφία της Βουλής.

Θα μπορούσαμε εμείς να εφαρμόσουμε το σύστημα αυτό, προσαρμοσμένο στα μέτρα μας;

Ούτε για πλάκα.

Δεν το επιτρέπει η διαφορά κουλτούρας. Εμείς είμαστε υπέρ του πολλού – το ευ μη σας πω τι το έχουμε κάνει.

Εδώ, ο κανόνας είναι να επιβληθείς στον συνομιλητή με τη λογοδιάρροια. Ολοι θέλουν περισσότερο χρόνο στις πολιτικές συζητήσεις, όλους τους αδικεί ο χρόνος, όλοι θέλουν να επιστρέψουν στην προηγούμενη ερώτηση, επειδή δεν είπαν όσα ήθελαν. Κανείς τους όμως δεν μπορεί να πει σύντομα και με μεστότητα αυτό που έχει να πει – εκτός αν είναι να βρίσει, αλλά αυτό είναι κάτι διαφορετικό.

Είναι επίσης το βάρος της ξύλινης γλώσσας των στερεοτύπων, στην οποία διεξάγεται ο πολιτικός διάλογος, ένα είδος λόγου που δυσκολεύει την περιεκτικότητα και τη συντομία. Γιατί, όταν δεν μπορείς να πεις αυτό που πρέπει, με τα δικά σου λόγια, πώς να το συμπτύξεις; (Η περίληψη κειμένου ή, ακόμη χειρότερα, βιβλίου είναι η πιο απαιτητική άσκηση…)

Αφήστε δε το άλλο, ότι προϋπόθεση για να μπορείς να μιλήσεις με τα δικά σου λόγια είναι …

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΡΟΥΣΦΕΤΟ-ΚΟΜΜΑΤΟΣΚΥΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Λούλης Κουκλεντές… ένας συνεπής και ιδεολόγος «νεοδημοκράτης»!

 

Του Strange Attractor

Ο Λούλης Κουκλεντές ήταν ανέκαθεν δεξιός. Έτσι έλεγε…

Και μάλιστα το δήλωνε παντού με στόμφο, και με τέτοια βεβαιότητα που θα νόμιζε κανείς ότι είχε γεννηθεί κρατώντας γαλάζια κομματική ταυτότητα αντί για ληξιαρχική πράξη γέννησης.

«Εγώ είμαι δεξιός αναμπάμ μπαμπαντάμ!» φώναζε καθημερινά στο καφενείο, χτυπώντας το τραπέζι τόσο δυνατά που αναπηδούσαν τα τάβλια.

Και όταν κάποιος τολμούσε να τον αμφισβητήσει, ο Λούλης επικαλούνταν πάντα το ίδιο ιστορικό επιχείρημα: «Ο παππούς μου εκτελέστηκε από αντάρτες του ΕΛΑΣ! Θα σέβεστε!».

Το γεγονός ότι ο παππούς είχε συνεργαστεί με τους Ναζί, και ήταν γνωστός στα περίχωρα της Δράμας ως ο «Λούλης ο κομμουνιστοφάγος», ήταν, κατά τον Λούλη, μια ασήμαντη λεπτομέρεια, που οι κακοπροαίρετοι φίλοι του στο καφενείο επέμεναν να του θυμίζουν.

Παρά τη βαθιά και αδιαπραγμάτευτη δεξιά του ταυτότητα όμως, ο Λούλης ψήφιζε επί χρόνια το ΠΑΣΟΚ του Σημίτη. Κρυφίως.

Όχι βέβαια από ιδεολογική συμφωνία. Κάθε άλλο…

«Εγώ δεξιός είμαι», εξηγούσε στη συμβία του, που ήταν η μόνη που ήξερε τι παίζει.

«Απλώς έχω κάτι μετοχούλες στις Αποθήκες Λαναρά, και θέλω να πάει καλά το χρηματιστήριο».

Το ότι ήταν διορισμένος στον ΟΤΕ από την εποχή του Ανδρέα Παπανδρέου, για τον οποίο κολλούσε αφίσες κρυφά τα βράδια, αποτελούσε απλά μια καθαρά επαγγελματική σχέση, χωρίς καμία πολιτική προέκταση.

Όπως άλλωστε έλεγε, «ο διορισμός δεν έχει χρώμα. Είναι επιβίωση, αλλά και οικογενειακή ανάγκη, ειδικά όταν πρέπει να ταΐσεις τα παιδιά σου».

Τα χρόνια πέρασαν, ο Λούλης βγήκε στη σύνταξη, πήρε και βαρβάτο εφ’ άπαξ, αγόρασε και Μερσεντές, και ήρθε ξανά στα πράγματα μια κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, με τον Σαμαρά στο τιμόνι.

 

Εκεί ο Λούλης έκανε μια στρατηγική αναπροσαρμογή.

Παρέμεινε φυσικά δεξιός, και νεοδημοκράτης παιδιόθεν, όπως έλεγε, αλλά ψήφισε τους… Ανεξάρτητους Έλληνες, που έχουν έναν «πατριώτη ηγέτη, που δεν σκύβει το κεφάλι στους τοκογλύφους, έναν από εμάς», όπως διατυμπάνιζε όπου βρίσκονταν.

«Μα γιατί;» τον ρωτούσαν στο καφενείο.

«Για να μη πληρώνω ΕΝΦΙΑ, και άλλα τέτοια κερατιάτικα», απαντούσε, «για να ζούμε ελεύθεροι», συμπλήρωνε…

«Μα δεν είσαι νεοδημοκράτης;»

«Βεβαίως και είμαι. Αλλά πρώτα είμαι ελεύθερος άνθρωπος, με κεφαλαίο το Ε και το Α. Ο Σαμαράς δεν είναι νεοδημοκράτης, που συγκυβερνάει με τους προδότες του Πασόκ».

Εκεί σταματούσε η συζήτηση, και ξεκινούσαν τα ζάρια και τα τσίπουρα, με τους συνδαιτυμόνες να κουνάνε απορημένοι το κεφάλι τους.

Η δε πολιτική επιστήμη ακόμα προσπαθεί να κατανοήσει αυτή τη σχολή σκέψης.

Λίγο αργότερα, ο Λούλης ανακάλυψε το… Ποτάμι.

Του άρεσε επειδή ήταν κάτι το καινούριο. Κάτι το «άφθαρτο», όπως έλεγε…

«Τι ακριβώς πρεσβεύει;» τον ρώτησε ένας φίλος.

«Δεν ξέρω», απάντησε ειλικρινά ο Λούλης. «Αλλά έχει ωραίο λογότυπο, και ωραίο κόσμο, όπως τους ποδηλάτες».

«Μα κόβει ψήφους από τη Νέα Δημοκρατία», του ανταπαντούσαν…

Εκεί ο Λούλης σιωπούσε.

Το 2015, μέσα στη γενική αναστάτωση, τότε που ήρθαν τα πάνω κάτω, ο Λούλης μεταμορφώθηκε σε αγανακτισμένο πολίτη.

Κατήγγειλε τα μνημόνια, τους δανειστές, τις αγορές, τις τράπεζες, τα χρηματιστήρια «που μας πατάνε σαν χταπόδια», τις Βρυξέλλες και, για ένα διάστημα, ακόμα και τον… ΠΑΟΚ».

Τόση ήταν η οργή του…

Έτσι ψήφισε ΣΥΡΙΖΑ, για την προκοπή του τόπου, όπως έλεγε στον εαυτό του.

«Εσύ δεν ήσουν δεξιός;» τον ρώτησαν ξανά στο καφενείο.

 

«Είμαι», απάντησε. «Αλλά πρέπει να γλιτώσουμε από τα μνημόνια».

«Και πώς συνδυάζονται αυτά; Πώς θα γλιτώσουμε από τα μνημόνια; Με χρεοκοπία; Με συσσίτια;»

«Δεν ξέρω, αλλά το φώναζαν πολλοί μαζί στην πλατεία, και μου φάνηκε λογικό».

«Μα αυτοί είναι κομμουνιστές, δεν είναι νοικοκύρηδες, όπως εσύ».

«Γιατί δηλαδή; Αυτοί δεν έχουν δίκιο; Δεν ξέρει ο Δρ Μπαρουφάκης, και ξέρετε εσείς; Δεν είναι νοικοκύρης ο Κατρούγκαλος;»

«Μα σκότωσαν τον παππού σου… σαν το σκυλί»…

«Περασμένα ξεχασμένα. Πρέπει να εξελισσόμαστε σε αυτή τη ζωή, αν θέλουμε να προκόψει ο τόπος»!

Με αυτά και με αυτά, οι μέρες, οι μήνες, και τα χρόνια περνούσαν, με τον Λούλη να δηλώνει πιστός στην επανάσταση του «γελαστού παιδιού», που κυβερνούσε τη χώρα με… αριστερό πρόσημο!

Όταν όμως αργότερα ήρθαν νέα μνημόνια, νέα διόδια, έκλεισαν οι τράπεζες, τσεκουρώθηκε η σύνταξή του, και η επανάσταση αργούσε, ο Λούλης αποφάσισε ότι τελικά είχε πέσει θύμα παραπληροφόρησης, ότι οι κομμουνιστές δεν αλλάζουν ποτέ, και έτσι επέστρεψε στη φυσική του κατάσταση… στις εργοστασιακές ρυθμίσεις.

Τα τελευταία επτά χρόνια δηλώνει και είναι φανατικός υποστηρικτής του Κυριάκου Μητσοτάκη, του «αρχιερέα της νοικοκυροσύνης», όπως τον αποκαλεί.

Και όχι απλώς υποστηρικτής, αλλά σχεδόν επίσημος αγιογράφος του!

Στο καφενείο μπορεί να μιλάει τρεις ώρες συνεχόμενα για τις αρετές της κυβέρνησης, και για τη σταθερότητα της χώρας,  χωρίς να πάρει ανάσα.

Και ξυπνάει μάλιστα από τα άγρια χαράματα για να παρακολουθεί το ίνδαλμά του, τον Πορτοσάλτε στον ΣΚΑΙ, «που τα λέει χύμα και τσουβαλάτα»!

«Με Κυριάκο στο πηδάλιο, θα δανείζουμε και τους Κινέζους», αρέσκεται να λέει πάνω στα τσίπουρα.

«Μια δυο θητείες ακόμη, και θα πάμε και στο φεγγάρι»… συμπληρώνει.

 

Στο μεταξύ, κατάφερε να βάλει και τα δύο παιδιά του μετακλητούς σε γραφεία υφυπουργών, τους οποίους έπεισε με ατράνταχτα επιχειρήματα πως είναι εγγεγραμμένος νεοδημοκράτης και μητσοτακικός… παιδιόθεν.

«Είμαστε ανέκαθεν Νέα Δημοκρατία, θα τους πείτε», έλεγε στα παιδιά του, πριν παρουσιαστούν για εργασία στα γραφεία των υφυπουργών.

«Μα μπαμπά, δεν ψηφίζαμε ΣΥΡΙΖΑ το 2015;»

«Αυτά είναι οικογενειακές λεπτομέρειες. Τσιμουδιά! Η ιστορία γράφεται από τους νικητές».

«Και το ΠΑΣΟΚ, που το ψήφιζες πριν;»

«Μην κολλάτε στις τεχνικές λεπτομέρειες… ξυπνάτε ζαγάρια».

Σήμερα ο Λούλης θεωρεί τον εαυτό του υπόδειγμα πολιτικής συνέπειας, και νεοδημοκρατικής αφοσίωσης.

Η διαδρομή του από το ΠΑΣΟΚ στους ΑΝΕΛ, από το Ποτάμι στον ΣΥΡΙΖΑ, και από εκεί στη Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου, της οποίας συνεχίζει να δηλώνει οπαδός και ψηφοφόρος από τα παιδικά του χρόνια, κατά τη γνώμη του, αποδεικνύει ακριβώς αυτή τη συνέπεια.

Δεν είμαι τυχάρπαστος, ούτε επιτήδειος, λέει στον εαυτό του τα βράδια πριν κοιμηθεί, όταν τον επισκέπτονται οι Ερινύες….

«Πάντα τα ίδια πίστευα», επιμένει στις παρέες.

«Και ποια ακριβώς είναι αυτά;»

«Να είμαι με τη σωστή πλευρά της ιστορίας».

«Και ποια είναι αυτή;»

Ο Λούλης εδώ χαμογελά, και απαντάει με ύφος που προδίδει αμέτρητη πολιτική σοφία.

«Αυτή που βολεύει τον τόπο, αλλά και εμένα, περισσότερο εκείνη τη στιγμή».

Και τους κοιτάζει με ύφος διδάκτορα της Οικονομίας και των Πολιτικών Επιστημών ταυτόχρονα…

Για παν ενδεχόμενο, βέβαια, είναι εγγεγραμμένο μέλος, με πληρωμένη συνδρομή, και σε δύο ακόμη κόμματα, το ένα από αυτά ονόματι ΕΛΑΣ… με τον ίδιο να το διασκεδάζει. «Έγινα Ελασίτης κι εγώ», σκέφτεται, «σαν τα φίδια που σκότωσαν τον παππού μου»…

Δεν συμμετέχει όμως ενεργά, απλά πληρώνει κανονικά τις συνδρομές του.

 

«Μα γιατί βρε Λούλη;» τον ρωτάει η σύζυγος κάθε πρωί, την ώρα του Πορτοσάλτε..

Εκείνος σηκώνει το φλιτζάνι του καφέ, κοιτάζει συνωμοτικά γύρω του, και απαντά:

«Στην πολιτική Σούλα μου…

 

ΝουΔο-γαλαζαίοι ΕΘΝΙΚΟΙ ΡΟΥΣΦΕΤΟ-ΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΕΣ: Στρίβειν διά του εκλογικού νόμου

 Του ΠΑΣΧΟΥ ΜΑΝΔΡΑΒΕΛΗ

Είναι μεγάλη η τομή στο πολιτικό σύστημα που προτείνει ο πρωθυπουργός για την αλλαγή του εκλογικού νόμου. Οπως είπε ο ίδιος στη Βουλή, «έχει έρθει η ώρα, κ. Ανδρουλάκη –μετά τις εκλογές, το τονίζω–, να κάνουμε μία ειλικρινή συζήτηση για το ποιο εκλογικό σύστημα υπηρετεί σήμερα καλύτερα τις ανάγκες της χώρας. Για τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του σταυρού (…). Να συζητήσουμε λογικές ενός μεικτού συστήματος με μικρότερες περιφέρειες και μεγαλύτερες περιφέρειες – όπου ενδεχομένως κάποιοι μπορεί να εκλέγονται με σταυρό και να εκλέγονται με λίστα» (16.4.2026).

Ενα τέτοιο εκλογικό σύστημα –το αποκαλούμενο και «γερμανικό»– θα χτυπήσει στη ρίζα βαθιές παθογένειες του πολιτικού συστήματος και συνεπώς θα αποτελέσει τη μεγαλύτερη μεταρρύθμιση της διακυβέρνησής του. Διότι καλές και εξαιρετικώς χρήσιμες είναι οι εφαρμογές του gov.gr, αλλά η ψηφιοποίηση της γραφειοκρατίας δεν αποτελεί μεταρρύθμιση. Τα app που έχουμε στο κινητό μας είναι «μεταρρυθμιστικά μπινελίκια». Γλυκαίνουν τον ουρανίσκο, αλλά αποτελούν άδειες θερμίδες, αφού δεν αλλάζει η δομή της κρατικής γραφειοκρατίας.

Υπάρχουν όμως δύο ερωτήματα.

Το πρώτο είναι «γιατί τώρα;». Γιατί άνοιξε τώρα ο πρωθυπουργός τον διάλογο για αυτήν τη μεγάλη τομή;

Μια εξήγηση για το επταετές χασομέρι είναι η προσευχή του Αγίου Αυγουστίνου: «Θεέ μου! Δώσε μου αγνότητα και εγκράτεια, αλλά όχι ακόμα».

Η δεύτερη εξήγηση είναι… πασοκική. Για το όργιο των προσλήψεων στο Δημόσιο τη δεκαετία του ’80, το ΠΑΣΟΚ έκανε εμπράκτως την αυτοκριτική του με τον νόμο Πεπονή το 1994. Για το χάλι που οδήγησε τα ΑΕΙ ο νόμος-πλαίσιο του 1982, υπήρξε ο νόμος Διαμαντοπούλου, ασχέτως αν αυτός δεν φτούρησε. Ισως οι σημερινές πρωτοβουλίες του πρωθυπουργού να είναι η έμπρακτη αυτοκριτική του. Το 2019 άλλαξε το άρθρο 86 του Συντάγματος και τον εκλογικό νόμο. Τώρα θέλει να τα ξαναλλάξει.

Το δεύτερο ερώτημα είναι «γιατί μετά;». Γιατί η συζήτηση πρέπει να γίνει μετά την κάλπη και προς τι τόση έμφαση, «μετά τις εκλογές, το τονίζω». Να σημειώσουμε παρεμπιπτόντως ότι ζητείται από την αντιπολίτευση να συναινέσει από τώρα με 180 ψήφους στις συνταγματικές αλλαγές, τις οποίες θα διαμορφώσει κατά το δοκούν η επόμενη πλειοψηφία της Βουλής; Και πώς θα εφαρμοστεί το 2031 αυτό το σύστημα αν η αντιπολίτευση του 2027 δεν συναινέσει;

Το ‘χει τόσο σίγουρο ο πρωθυπουργός ότι θα είναι δεύτερο κόμμα το ΠΑΣΟΚ;

Κατά καιρούς στις δημοσκοπήσεις ξεπετάγονται διάφορα φρούτα, που διεκδικούν την επίζηλη θέση.

Στην κωμωδία του Γιάννη Δαλιανίδη «Ο ατσίδας» (1962), όποτε κάποιος βρισκόταν υπό την απειλή όπλου στο δίλημμα «γαμπρός ή μακαρίτης;», αποκρινόταν «αρραβωνιάζομαι…».

Ισως αυτό να τα εξηγεί όλα. Οποτεδήποτε η κυβέρνηση βρίσκεται σε δυσχερή θέση, ο πρωθυπουργός ξεφουρνίζει μια πρόταση για θεσμικές μεταρρυθμίσεις.

Ελπίζουμε ότι δεν ισχύει το δεύτερο, αλλά όπως και να ‘χει στη βράση κολλάει το σίδερο κι αυτό το γνωρίζουμε εμπειρικώς. Ο εκλογικός νόμος που προτείνει ο κ. Μητσοτάκης σήμερα, έχει ήδη προταθεί από την αποκαλούμενη «επιτροπή Ραγκούση» το 2010, στην οποία συμμετείχαν επιφανείς καθηγητές· Νίκος Αλιβιζάτος, Αθανάσιος Διαμαντόπουλος, Σωκράτης Δώδος, Ηλίας Νικολακόπουλος, Λίνα Παπαδοπούλου, Φίλιππος Σπυρόπουλος. Αλλά φευ! Το 2010 μπήκαμε για τα καλά στην κρίση και η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου είπε «άσ’ το γι’ αργότερα».

Τώρα, βεβαίως, δεν υπάρχει κρίση, αλλά υπάρχουν οι βουλευτές της Ν.Δ., που δίνουν ιερό αγώνα για να διατηρήσουν το δικαίωμά τους στο ρουσφέτι.

Υπάρχει περίπτωση αυτοί να συναινέσουν σε μια τέτοια βαθιά μεταρρύθμιση, που θα αλλάξει τη χώρα, αλλά…

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΚΗΦΗΝΟ-ΡΟΥΣΦΕΤΟ-ΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Η κυρά Σούλα από το πρωτόκολλο και ο… πιστολέρο παππούς!

 

ΑΡΘΡΑΡΑ - ΔΥΝΑΜΙΤΗΣ για το κηφηναριό του Δημοσίου που δυναστεύει τους Έλληνες πολίτες... 

Του Strange Attractor

Η περίπτωση του ηλικιωμένου «ντεσπεράντο», που μετά από δεκαετίες ταλαιπωρίας έφτασε (απεγνωσμένος) σε πράξη αυτοδικίας, ρεζιλεύοντας την αστυνομία, και την ασφάλεια στις υπΕρεσίες και στα δικαστήρια, στοχοποιώντας το δημόσιο μπάχαλο, δεν είναι αστεία, όσο και αν με κάνει να γελάω, και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τέτοια.

Δεν είναι «ηρωισμός», ούτε «εκδίκηση». Είναι ένα τραγικό σημάδι αποτυχίας ενός συστήματος που εξαντλεί, και ενός ανθρώπου που στο τέλος λυγίζει.

Το να μετατρέπεται η αγανάκτηση σε βία δεν λύνει τίποτα. Αντίθετα, δείχνει πόσο επικίνδυνο γίνεται όταν η εμπιστοσύνη μεταξύ πολίτη και κράτους έχει διαλυθεί εντελώς.

Και αν υπάρχει κάτι που αξίζει να σατιρίσουμε, για να αντέξουμε, είναι αυτή η ακατανίκητη ικανότητα της ελληνικής γραφειοκρατίας να επιβιώνει σε κάθε εποχή. Να προσαρμόζεται, να μεταλλάσσεται, αλλά ποτέ να μην εξαφανίζεται.

Σαν τον κακό σε ταινία τρόμου, που νομίζεις ότι εξουδετερώθηκε, αλλά πάντα επιστρέφει στο… sequel.

Η ελληνική γραφειοκρατία είναι σαν εκείνο το παλιό οικογενειακό έπιπλο που δεν πετιέται ποτέ. Αλλάζουν τα σπίτια, αλλάζουν οι εποχές, αλλά αυτή εκεί… αγέρωχη, αμετακίνητη, με μια ελαφριά μούχλα από σφραγίδες και υγρασία.

Για δεκαετίες, ο πολίτης στην Ελλάδα δεν πήγαινε απλώς σε μια δημόσια υπηρεσία. Ξεκινούσε ένα ταξίδι αυτογνωσίας, και… όπου τον βγάλει!

Ένα προσκύνημα που περιλάμβανε ουρές, χαρτάκια προτεραιότητας που δεν τηρούνταν ποτέ, και εκείνο το μυστηριώδες «λείπει μια υπογραφή», που εμφανιζόταν πάντα στο τέλος.

Στο ελληνικό δημόσιο δεν κάνει κουμάντο ούτε ο εκάστοτε πρωθυπουργός, ούτε ο κάθε υπουργός, ούτε οι γενικοί γραμματείς, οι διοικητές, οι υπουργοί, οι υφυπουργοί, οι σύμβουλοι, οι μετακλητοί, και λοιποί…

Στο ελληνικό δημόσιο ανέκαθεν έκανε κουμάντο η… κυρά Σούλα στο πρωτόκολλο. Ή αλλιώς η μάστιγα του δημοσίου!

 

Με όπλο της την πολυπόθητη σφραγίδα!

Και η κυρά Σούλα δεν χρειάζεται να είναι ντε και καλά μια κακιασμένη κυράτσα, ή μια κακότροπη γεροντοκόρη, που κάποτε είδε φως και τρούπωσε σε μια θέση, και έκτοτε έχει βάλει σκοπό της ζωής της να βασανίζει τον απλό κοσμάκη, τον κάθε πολίτη, ανεξέλεγκτη βασίλισσα στον μικρόκοσμό της…

Όχι… έτσι όπως έχει διαμορφωθεί ο δημόσιος τομέας δεκαετίες τώρα, κυρά Σούλα μπορεί να είναι και ο Μπάμπης ο αρρενωπός, που μπήκε με τηλεφώνημα ως αφισοκολλητής, ή ακόμη κι ο Ντίμης με τα πολλά πτυχία και τις ξένες γλώσσες, που γράφει ποιήματα, και που μπήκε μέσω ΑΣΕΠ.

Η κυρά Σούλα δηλαδή δεν είναι ένα πρόσωπο, αλλά ένας θεσμός. Διαχρονικός!

Ένας θεσμός που εκπροσωπεί ότι χειρότερο, τόσο στη λειτουργία του δημοσίου, και στη γραφειοκρατία, όσο και στην ανθρώπινη φύση.

Να μην ξεχνάμε πως και ο περίφημος Adolph Eichmann ένας στυγνός γραφειοκράτης ήταν, και πάνω σε αυτό βάσισε ολόκληρη την υπεράσπισή του, τότε που τον δίκασαν οι Ισραηλινοί, και στη συνέχεια τον κρέμασαν.

Μάλιστα η φιλόσοφος Hannah Arendt έγραψε βαρυσήμαντα βιβλία για τη φύση του κακού, βασιζόμενη πάνω σε αυτό ακριβώς το θέμα. Του γκρίζου γραφειοκράτη, που με όπλο τη σφραγίδα στο χέρι μπορεί να κάνει το απόλυτο κακό.

Διαβάστε το The Banality of Evil, και θα καταλάβετε τι εννοώ.

Έτσι λοιπόν και στα καθ’ ημάς, μπορεί να μην έχουμε τον Eichmann στα κατά τόπους γκισέ και στα πρωτόκολλα των δημοσίων υπΕρεσιών, αλλά έχουμε δεκάδες χιλιάδες κυρές Σούλες.

Λεγεώνες ολόκληρες… σε κάθε μορφή. Οι οποίες πνίγουν την κάθε νεωτερικότητα, την κάθε απόπειρα καινοτομίας, και καταδικάζουν τον δημόσιο τομέα μας σε αιώνια δυσλειτουργία, κάνοντας παράλληλα το κομμάτι τους, βγάζοντας προς τα έξω ακόμη και απάνθρωπα ενδόμυχα σαδιστικά συμπλέγματα.

Νόμος είναι η σφραγίδα της κυρά Σούλας, και τα σκυλιά δεμένα… ακόμη και σήμερα με το δήθεν «επιτελικό» κράτος.

Κάποτε, η γραφειοκρατία ήταν χειροπιαστή. Είχε φακέλους, είχε σκόνη, είχε σφραγίδες που ακούγονταν σαν μικρές εκρήξεις εξουσίας… μπαμ! «Επόμενος!»…

Σήμερα, όμως, περάσαμε σε νέα εποχή. Ψηφιακή. Μοντέρνα. Επιτελική.

 

Ή έτσι μας λένε οι «άριστοι», και οι χειροκροτητές τους..

Στην πράξη όμως, η γραφειοκρατία απλώς έκανε… update.

Πλέον δεν χρειάζεται να πας σε τρία γραφεία. Μπορείς να μπεις σε τρεις διαφορετικές πλατφόρμες, που όμως δεν συνδέονται μεταξύ τους.

Να ανεβάσεις το ίδιο έγγραφο πέντε φορές, σε πέντε διαφορετικά formats, για να σου πουν στο τέλος ότι «το σύστημα δεν το βλέπει».

Το χαρτί έγινε PDF, η ουρά έγινε loading bar, και η αγανάκτηση έγινε captcha…

Και φυσικά, όταν οι πλατφόρμες πέφτουν, υπάρχει πάντα η διαχρονική κυρά Σούλα… στην οποία σπεύδεις να εξυπηρετηθείς διά ζώσης.

Όχι, είπαμε, δεν είναι κακός άνθρωπος. Απλώς έχει εξελιχθεί σε μια μορφή μυθολογικού όντος, μισός άνθρωπος, μισή… διαδικασία.

Την πλησιάζεις διστακτικά, μόλις δεις ότι τελείωσε το τηλεφώνημα στο οποίο μιλούσε για τα φασολάκια που θα μαγειρέψει το βράδυ.

«Καλημέρα σας, θα ήθελα να…»

«Έχετε ραντεβού;»

«Όχι, αλλά…»

«Τότε πρέπει πρώτα να κλείσετε ραντεβού»

«Πώς;»

«Μέσω της πλατφόρμας»

«Μα δεν δουλεύει»

«Τότε πάτε στον επάνω όροφο στο τάδε γραφείο να σας δώσουν έναν αριθμό προτεραιότητας για να κλείσετε ραντεβού, για να σας πούμε πώς να μπείτε στην πλατφόρμα για… να κλείσετε ραντεβού»!

Σε αυτό το σημείο, ο απλός πολίτης αρχίζει να αμφισβητεί την ίδια την πραγματικότητα. Και κάπου εκεί, μέσα σε αυτή την καθημερινή κωμωδία παραλόγου, γεννιούνται και οι πιο σκοτεινές ιστορίες… και βγαίνουν στη φόρα πρωτόγονα ένστικτα.

Ιστορίες ανθρώπων που κουράστηκαν, που ένιωσαν αδιέξοδο, που πάλεψαν για χρόνια με έναν ανάλγητο κι απρόσωπο μηχανισμό που δεν απαντά, δεν εξηγεί, δεν λογοδοτεί. Και όλα αυτά για μια… σφραγίδα.

 

Εκεί λοιπόν άλλοι αποσύρονται κλαίγοντας τη μοίρα τους, αποδεχόμενοι την ασημαντότητά τους απέναντι στο σύστημα, κι άλλοι το χάνουν, και πιάνουν την… κοντόκανη καραμπίνα!

«Μα είναι δυνατόν;», ρωτάνε οι χειροκροτητές, που αν και «αντικρατιστές», σε αυτή τη συγκυρία του «υπαρκτού μητσοτακισμού» υπερασπίζονται με πάθος το κράτος με την ελπίδα να διοριστούν κι αυτοί κάπου μετακλητοί.

«Για να λέει ο εκσυγχρονισμένος και ψηφιακός ΕΦΚΑ ότι δεν δικαιούσαι σύνταξη, τότε δεν τη δικαιούσαι. Τι φταίνε οι υπάλληλοι; Τη δουλειά τους κάνουν…», και πάει λέγοντας.

Ίσως, τελικά, το πραγματικό «επιτελικό κράτος» να είναι αυτό: ένα σύστημα που καταφέρνει να σε κάνει να γελάς και να απελπίζεσαι ταυτόχρονα.

Ένα σύστημα, που απλά αντικατέστησε τις σφραγίδες και τους μουχλιασμένους φακέλους στα υπόγεια με τις… ψηφιακές πλατφόρμες.

Και τις κλασικές υπΕρεσίες με τα γκισέ και τις ουρές, με τις (δήθεν) Ανεξάρτητες Αρχές.

Και ο πολίτης;

Εκεί, ανάμεσα σε μια αίτηση και ένα παράβολο, μαθαίνει το πιο σημαντικό μάθημα.

Ότι…

 

ΝουΔο-ΠΑΣΟΚ-ο-ΣΥΡΙΖΑίικο ΡΟΥΣΦΕΤΟ-ΛΑΜΟΓΙΑΡΟΠΛΗΚΤΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Μπορεί να τελειώσει το ρουσφέτι;

 

Του ΠΕΤΡΟΥ ΛΑΖΟΥ

 Στην Ελλάδα υπάρχει μια παράξενη εμμονή: κάθε τόσο ανακαλύπτεται ξανά ο πελατειασμός, καταγγέλλεται με στόμφο και μετά συνεχίζει να λειτουργεί σαν κάτι το φυσιολογικό.

Μιλάμε για "παθογένειες", για "κουλτούρα ρουσφετιού", για "κακούς πολιτικούς" και "βολεμένους ψηφοφόρους". Σχεδόν ποτέ όμως, δεν ακούγεται το βασικό: το ίδιο το σύστημα είναι έτσι διαμορφωμένο, ώστε να επιβραβεύει όποιον δημιουργεί και κινείται με βάση πελατειακές σχέσεις ενώ τιμωρεί όποιον δεν το κάνει.

Αν κοιτάξει κανείς ψύχραιμα τους θεσμούς, η εικόνα είναι ολοκάθαρη.

Πρώτον, ο τρόπος που εκλέγουμε βουλευτές. Ο υποψήφιος δεν χρειάζεται απλώς να πείσει ότι το κόμμα του έχει καλύτερο σχέδιο. Πρέπει να "βγάλει σταυρό". Να κινητοποιήσει συγγενείς, επαγγελματικά δίκτυα, τοπικούς παράγοντες, να υποσχεθεί εξυπηρετήσεις μικρές και μεγάλες. Στις μεγάλες περιφέρειες αυτό μετατρέπεται σε βιομηχανία σταυροθηρίας - σταυροδοσίας, με ολόκληρους μηχανισμούς να λειτουργούν αποκλειστικά γι’ αυτό τον σκοπό. Το μήνυμα προς τον πολιτικό είναι σαφές: αν θες να επιβιώσεις, χτίσε προσωπική πελατεία.

Υπάρχει εναλλακτική;

Υπάρχει, αλλά είναι εξαιρετικά δύσκολη πολιτικά.

Μεγάλες εκλογικές περιφέρειες ή και ενιαία εθνική περιφέρεια, σύστημα με κλειστές λίστες, χωρίς σταυρό προτίμησης. Ο ψηφοφόρος ψηφίζει κόμμα και πρόγραμμα, όχι πρόσωπα πλην του πρωθυπουργού. Η κατάταξη των υποψηφίων μπορεί να την αναλαμβάνει το κόμμα, με τους δικούς του εσωτερικούς, αδιάβλητους κανόνες. Αυτό δεν είναι "δημοκρατικό θαύμα" από μόνο του. Αν π.χ. τα κόμματα είναι κλειστά και αρχηγοκεντρικά, αυτό θα περιοριστεί μεν αλλά θα παραμείνει σε ένα σημαντικό βαθμό. Έχει όμως απείρως μεγαλύτερη σημασία ότι με αυτόν τον τρόπο αλλάζει το βασικό κίνητρο: ο βουλευτής δεν εκλέγεται επειδή υποσχέθηκε διορισμούς και μικροδιευθετήσεις σε μια περιφέρεια, εκλέγεται επειδή το κόμμα του πήγε καλά συνολικά και ο ίδιος έχει συνεισφέρει ουσιαστικά. Άρα, λογοδοτεί για την πορεία της παράταξης, όχι για τον αριθμό των αιτημάτων που "τακτοποίησε".

Το δεύτερο κομμάτι του παζλ είναι ακόμα πιο ευαίσθητο: η σχέση Βουλής και κυβέρνησης. Σήμερα ο τυπικός "επιτυχημένος" πολιτικός δρόμος είναι λίγο πολύ γνωστός. Ξεκινάς ως βουλευτής, χτίζεις δίκτυα, βοηθάς κόσμο, μαζεύεις σταυρό, ανεβαίνεις στην ιεραρχία, διεκδικείς υπουργείο. Όταν το πετύχεις, συνεχίζεις να σκέφτεσαι με τον ίδιο τρόπο, απλώς με μεγαλύτερα εργαλεία στα χέρια: προσλήψεις, αποφάσεις, συμβάσεις, ρυθμίσεις. Ο υπουργός παραμένει πολιτευτής με αυξημένη ισχύ. Ο πειρασμός να χρησιμοποιήσει το χαρτοφυλάκιό του για να εξασφαλίσει και να επεκτείνει την εκλογική του βάση τείνει στο άπειρο και είναι αναπόφευκτος.

Αν θέλουμε να είμαστε σοβαροί όταν λέμε ότι είναι απαραίτητο να κοπούν οι πελατειακές σχέσεις, η λογική λύση είναι σκληρή: πλήρες ασυμβίβαστο υπουργικής και βουλευτικής ιδιότητας, χωρίς δυνατότητα επιστροφής στην έδρα.

Θες να γίνεις υπουργός;

Παραιτείσαι από τη Βουλή.

Τελειώνει η θητεία σου;

Αν θες να εκλεγείς ξανά, θα ακολουθήσεις τις διαδικασίες του κόμματος, που θα πρέπει να προβλέπουν κρίση των υπουργών με βάση αντικειμενική αξιολόγηση του έργου τους. Έτσι, ο υπουργός παύει να είναι "βουλευτής σε άδεια" και γίνεται αποκλειστικά μέλος της εκτελεστικής εξουσίας, με ένα μοναδικό κριτήριο: έκανε ή δεν έκανε δουλειά στο χαρτοφυλάκιό του. Και ο βουλευτής που μένει στη Βουλή ξέρει ότι η βασική του δουλειά είναι να νομοθετεί και να ελέγχει την κυβέρνηση, όχι να στήνει το CV του για τον επόμενο ανασχηματισμό και να μαζεύει σταυρούς προτίμησης.

Αυτό, με τη σειρά του, ανοίγει μια πολύ ενδιαφέρουσα πόρτα: την πόρτα των ανθρώπων που σήμερα δεν περνούν καν από το μυαλό μας ως πιθανοί υπουργοί. Μη εκλεγμένοι τεχνοκράτες, στελέχη με διοικητική εμπειρία, άνθρωποι που έχουν αποδείξει τι μπορούν να κάνουν σε οργανισμούς, επιχειρήσεις, φορείς.

Σε ένα σύστημα όπου ο υπουργός δεν μπορεί να είναι βουλευτής, ο πρωθυπουργός έχει την πλήρη δυνατότητα να φτιάξει μια κυβέρνηση που δεν μετριέται με σταυρούς, αλλά με αποτελέσματα. Ενώ τα κόμματα είναι υποχρεωμένα να καλλιεργούν και αυτό το ανθρώπινο κεφάλαιο, κι όχι μόνο "σταυροσυλλέκτες".

Ακόμη κι αν τα κάνεις όλα αυτά όμως, αν αφήσεις τη δημόσια διοίκηση ως έχει, οι πελατειακές σχέσεις θα βρουν τρόπο να επιβιώσουν. Το ρουσφέτι χρειάζεται κράτος που "παίρνει στροφές" με τηλέφωνο, "λάδι" και "γρηγορόσημο". Αν οι προσλήψεις, οι μετακινήσεις, οι προαγωγές, οι επιλογές διοικήσεων εξακολουθήσουν να είναι τα "σιδερένια" εργαλεία κάποιας μορφής πολιτικού ελέγχου, το μήνυμα προς τον πολίτη θα παραμένει ίδιο: δουλειές γίνονται όχι με κανόνες αλλά με γνωριμίες.

Άρα, κομβικό κομμάτι του πακέτου είναι μια διοίκηση που προστατεύεται από την εκάστοτε κυβέρνηση. Όχι με την έννοια της ατιμωρησίας, αλλά με την έννοια της σταθερότητας των κανόνων για όλους. Διαφανείς, τυποποιημένες διαδικασίες, αξιολόγηση με ουσία, επιλογή στελεχών με κριτήρια που δεν αλλάζουν ανάλογα με το χρώμα της κυβέρνησης. Με δύο λόγια, ολοκληρωτικά αποτελεσματικό κράτος, σε όλο το μήκος, πλάτος και βάθος του. Γιατί μόνο έτσι θα υποχωρήσει η ζήτηση για ρουσφέτι από την πλευρά της κοινωνίας.

Υπάρχει τέλος, μια πτυχή που συνήθως μένει εκτός δημόσιας συζήτησης: το πολιτικό χρήμα.

Η εμπειρία της ελληνικής κρίσης έδειξε πόσο σημαντικό ρόλο έπαιξαν η διόγκωση του κράτους, οι πελατειακές δαπάνες και η δημοσιονομική εκτροπή. Χωρίς διαφανή, αυστηρά ρυθμισμένη χρηματοδότηση κομμάτων και των εκστρατειών τους, ο πειρασμός είναι μεγάλος: όποιος έχει λεφτά να "επενδύσει" στην πολιτική, περιμένει ότι θα τα πάρει πίσω έντοκα από δημόσια έργα, αναθέσεις, ρυθμίσεις, φοροαπαλλαγές κ.ο.κ. Αν θέλουμε να κόψουμε και αυτό το κανάλι, χρειαζόμαστε πολύ πιο σκληρούς κανόνες: ανοιχτά βιβλία για όλα τα κόμματα, έλεγχο στις δωρεές, διασταύρωση με τις δημόσιες συμβάσεις, πραγματικές κυρώσεις. Όλα αυτά ταυτόχρονα με σημαντική, διαφανή κρατική χρηματοδότηση ώστε η πολιτική να μην εξαρτάται αποκλειστικά από λίγους και ισχυρούς.

Τίποτα από αυτά δεν είναι εύκολο. Κάθε λέξη του παραπάνω θεσμικού… "μενού" έχει απέναντί της πραγματικά, απολύτως υπαρκτά συμφέροντα: πολιτικούς που έμαθαν να ζουν από την προσωπική επιρροή, κομματικούς μηχανισμούς που τρέφονται από τις θέσεις και τις εξυπηρετήσεις, επιχειρηματικά δίκτυα που έχουν συνηθίσει να μιλούν με την εξουσία σε πρώτο ενικό, ψηφοφόρους που θεωρούν αυτονόητο ότι "αν δεν έχεις άνθρωπο, δεν γίνεται δουλειά" κι ότι "ο βουλευτής ψηφίζεται για να βοηθάει".

Ακριβώς γι’ αυτό, όμως, μια σοβαρή αντι-πελατειακή μεταρρύθμιση δεν μπορεί να είναι υπόθεση ενός νόμου μόνο, αλλά…

 

ΝουΔο-γαλαζαίικο ΡΟΥΣΦΕΤΟ-ΛΑΜΟΓΙΑΡΟ-ΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: Ποιος άνοιξε στην εισαγγελέα;

 

Του Άρη Αλεξανδρή

Οι επιθέσεις που έχει δεχθεί και συνεχίζει να δέχεται η Λάουρα Κοβέσι από εγχώριους πολιτικούς, πότε σχετικά με την καταγωγή και το πολιτισμικό της υπόβαθρο, πότε για τη δήθεν κρυφή ατζέντα και την ψυχική της διάθεση (έχει εμμονές, λένε), έχουν ενδιαφέρον στον βαθμό που αποκαλύπτουν τον πανικό όσων πλήττονται από το ευρωπαϊκό και εθνικό αίτημα για διαφάνεια και λογοδοσία.

Πράγματι, οι ενοχλημένοι από τη δραστηριότητα της Κοβέσι τη διευκολύνουν άθελά τους, τουλάχιστον ως προς το επικοινωνιακό της κομμάτι· η κατήφειά τους προδίδει τον φόβο τους και ενισχύει τις χειρότερες υποψίες των πολιτών: όποιος δυσαρεστείται από μια έρευνα επιβεβαιώνει την ανάγκη διεξαγωγής της.

Πέρα όμως από τον παραπολιτικό τους θόρυβο, οι επιθέσεις αυτές είναι αδιάφορες. Δεν έχει σημασία αν συμπαθεί κανείς ή όχι την επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Σημασία έχει ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κάνει μια δουλειά που δεν θα χρειαζόταν να γίνει (τουλάχιστον όχι σε αυτό το εύρος και με αυτή την ένταση) αν το κράτος λειτουργούσε ορθά. Επομένως, οι βουλευτές της Ν.Δ. που δεν σταματούν να εκφράζουν δημοσίως την αποδοκιμασία τους για τον «μπαμπούλα» Κοβέσι, ας τα βάλουν καλύτερα με τον εαυτό τους. Η εισαγγελέας είναι εδώ όχι από βίτσιο, αλλά επειδή εκείνοι έκαναν τη δουλειά τους πλημμελώς.

Η Ευρωπαία εισαγγελέας έχει μάλλον καταλάβει ότι το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, εκτός από νομικό, έχει δημιουργήσει και μείζον κοινωνικοπολιτικό θέμα: σε μια χώρα με παράδοση στον διχασμό και στην πολιτική αστάθεια, φαινόμενα που αναδεικνύουν την αναξιοπιστία του κράτους διευρύνουν το χάσμα μεταξύ πολιτών και εξουσίας.

Αυτό όμως σημαίνει πως τέτοια φαινόμενα χρήζουν πολύ προσεκτικής διαχείρισης, για να μην οδηγήσουν σε εκτεταμένη κοινωνική διάλυση.

Υπό αυτήν την έννοια, κι εφόσον η Λάουρα Κοβέσι αποφάσισε να επισκεφθεί τη χώρα για να μιλήσει δημοσίως σε μια πλατφόρμα όχι άμεσα συνδεδεμένη με τον θεσμικό της ρόλο, όπως είναι το Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, ίσως θα ήταν φρόνιμο να αποφύγει τις πολιτικές κρίσεις και να περιοριστεί στις νομικές.

Για ποιο λόγο έκρινε σκόπιμο η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να μιλήσει για την πολιτική κουλτούρα της χώρας;

Πώς συνδέεται η διερεύνηση πιθανών εγκλημάτων με την προσωπική της άποψη για τη νοοτροπία των Ελλήνων πολιτών ή με γλαφυρές μεταφορές για το πώς βγάζουμε «τη βρώμα» από το σπίτι μας;

Η ανάλυση της Κοβέσι για την ελληνική πραγματικότητα δεν είναι εσφαλμένη, μοιάζει όμως με πολιτική τοποθέτηση άνευ σχετικής νομιμοποίησης. «Εχεις ένα πρόβλημα; Κάνε τη δουλειά σου!» είπε η εισαγγελέας μιλώντας για το χρέος πολιτικών και εισαγγελέων να εκτελούν τα καθήκοντά τους απρόσκοπτα. Είναι άραγε τα «εθνεγερτικά» διαγγέλματα μέρος της δουλειάς της;

Υπάρχει και η άλλη άποψη, βέβαια. Μια χώρα τόσο βαθιά βουτηγμένη στη διαπλοκή όσο η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να απαιτεί θεσμικές αβρότητες από εκείνους που καταπιάνονται με τον άθλο της κάθαρσής της.

Είναι η Κοβέσι αυταρχική;

Υπερβαίνει τα όρια της ιδιότητάς της;

Μπορεί. Σε τι φάση όμως θα βρισκόταν η επεξεργασία του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ χωρίς την «απειλητική» παρουσία της;

Θα μιλούσαμε σήμερα για σκάνδαλο;

Θα γνωρίζαμε ότι συνέβη;

Αν η Ελλάδα το 2026 χρειάζεται την Κοβέσι για να καταστείλει τη διασπάθιση του ευρωπαϊκού χρήματος και να καταπολεμήσει τη συστημική της διαφθορά, τότε η Κοβέσι τής αξίζει με όλα τα πιθανά στραβά της. Η κατάσταση δεν σηκώνει οδυρμούς, λοιπόν, αλλά ούτε και πανηγυρισμούς.

Κάποιοι άλλωστε από εκείνους που σήμερα επαινούν την Ευρωπαία εισαγγελέα για το σθένος της, πριν από λίγα χρόνια…

 

ΝουΔο-γαλαζαίικο ΡΟΥΣΦΕΤΟ-ΛΑΜΟΓΙΑΡΟ-ΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ : Η διαφθορά ως κανονικότητα και η ιδιωτικοποίηση της εξωτερικής πολιτικής

 

Toυ ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ

Η Λάουρα Κοβέσι στους Δελφούς περιέγραψε με ακρίβεια τη χώρα. Και γι’ αυτό προκάλεσε τόση αμηχανία και τόσες αντιδράσεις. Όσα είπε ήταν η εύστοχη δημόσια αποτίμηση από την επικεφαλής ενός ευρωπαϊκού θεσμού για μια υπόθεση που αγγίζει τον πυρήνα του ελληνικού κράτους: τη σχέση εξουσίας, πελατείας και δημόσιου χρήματος.

Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είναι ένα ακόμη σκάνδαλο επιδοτήσεων.

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει μιλήσει για έρευνα οργανωμένου σχήματος απάτης με αγροτικά κονδύλια και δημόσιους λειτουργούς του Οργανισμού, ενώ ζήτησε την άρση ασυλίας βουλευτών ώστε να ερευνηθούν πράξεις που αφορούν, μεταξύ άλλων, απιστία, ηλεκτρονική απάτη και ψευδή βεβαίωση προς απόκτηση παράνομου οφέλους.

Η Βουλή ψήφισε την άρση ασυλίας 13 βουλευτών που εμπλέκονται στην έρευνα για τις ευρωπαϊκές αγροτικές επιδοτήσεις. Αυτό είναι θεσμική κρίση.

Η Κοβέσι είπε το αυτονόητο όταν ρωτήθηκε για το επιχείρημα ότι οι βουλευτές απλώς μετέφεραν αιτήματα πολιτών. Είπε ότι η διαφθορά, η κατάχρηση εξουσίας, η απάτη και το εμπόριο επιρροής είναι εγκλήματα και στην ελληνική νομοθεσία και δεν μπορούν να παρουσιαστούν ως μέρος της «δουλειάς» ενός πολιτικού.

Αυτό το αυτονόητο δεν είναι και τόσο αυτονόητο σε μια χώρα με γενετικές παθογένειες, παθογένειες που κουβαλά από δημιουργίας της. Και ορισμένοι βουλευτές και άλλοι κυβερνητικοί παράγοντες το επιβεβαίωσαν με τις αντιδράσεις τους.

Η Ελλάδα δείχνει μια χώρα σε προνεωτερική περίοδο. Όταν η κυβερνητική πλευρά παρουσιάζει τη μεσολάβηση του βουλευτή μεταξύ ψηφοφόρου και κρατικού θεσμού ως φυσιολογική λειτουργία, στην ουσία περιγράφει όχι δυτική δημοκρατία αλλά πελατειακή διαμεσολάβηση. Στο σύγχρονο κράτος ο πολίτης δεν χρειάζεται κομματικό κλειδί για να ανοίξει την πόρτα της διοίκησης. Δεν χρειάζεται βουλευτή για την επιδότηση, υπουργικό γραφείο για την άδεια, κομματικό παράγοντα για την επιτάχυνση του φακέλου.

Όπου αυτά θεωρούνται «κανονικότητα», το κράτος δεν υπηρετεί τον πολίτη· τον εκπαιδεύει στην εξάρτηση. Η Ελλάδα είναι αρνητικό παράδειγμα ενός τέτοιου κράτους.


Γι’ αυτό και η διαφθορά στην Ελλάδα είναι και εκτεταμένη και επιχειρείται να παρουσιασθεί ως κανονικότητα.

Τα διεθνή δεδομένα δεν επιτρέπουν αυταπάτες. Στο Δείκτη Αντίληψης Διαφθοράς 2025 της Transparency International η Ελλάδα καταγράφεται με 50/100 και στην 56η θέση παγκοσμίως.  Στο Δείκτη Κράτους Δικαίου 2025 του World Justice Project η Ελλάδα βρίσκεται 48η σε 143 χώρες και 29η σε 31 στην ευρωπαϊκή/βορειοαμερικανική περιφέρεια. Και στο πεδίο της ελευθερίας του Τύπου, οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα μιλούν για «συστημική κρίση» από το 2021. Αυτά τα δεδομένα σημαίνουν εξάρτηση και αδιαφάνεια.

Το ίδιο μοτίβο φαίνεται και στην εξωτερική πολιτική. Η διπλωματική υπηρεσία του υπουργείου Εξωτερικών έχει αντικατασταθεί, ουσιαστικά, εδώ και καιρό από την πληθώρα συμβούλων του εκάστοτε υπουργού. Ο υπουργός δεν κινείται θεσμικά, αλλά με βάση τις κυβερνητικές εξαρτήσεις, σε βαθμό τέτοιο που να παρουσιάζει στοιχεία ιδιωτικοποίησης της εξωτερικής πολιτικής.

Η Διακήρυξη των Δελφών για τα Δυτικά Βαλκάνια είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Βαλκάνιοι υπουργοί και ο Έλληνας ΥΠΕΞ Γιώργος Γεραπετρίτης υπέγραψαν Διακήρυξη στους Δελφούς που επαναβεβαιώνει την ευρωπαϊκή προοπτική της περιοχής όχι στο πλαίσιο μιας θεσμοθετημένης κρατικής λειτουργίας αλλά ενός ιδιωτικού φόρουμ.

Δεν είναι το φόρουμ το πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι η υποκατάσταση. Άλλο η δημόσια διπλωματία και άλλο η κρατική πολιτική που μοιάζει να περνά μέσα από συνεδριακά δίκτυα, χορηγούς και κύκλους πρόσβασης. Η εξωτερική πολιτική είναι κρατική λειτουργία, όχι ιδιωτική επίδειξη.

Η Ατζέντα της Θεσσαλονίκης, η οποία επιχειρείται να αντικατασταθεί, δεν ήταν τυχαία ονομασία. Η πόλη είναι η φυσική πύλη της Ελλάδας προς τα Βαλκάνια: λιμάνι, πανεπιστήμια, ιστορική μνήμη, γεωγραφία, ενδοχώρα. Όταν η Θεσσαλονίκη μνημονεύεται μόνο ως παρελθόν και όχι ως ενεργό θεσμικό κέντρο, η χώρα χάνει εργαλείο επιρροής.

Η Κοβέσι, λοιπόν, δεν είπε κάτι που δεν γνωρίζαμε.

Μας αφαίρεσε το άλλοθι ότι δεν γνωρίζαμε.

Το ερώτημα είναι …

ΝουΔο-ΠΑΣΟΚ-ο-ΣΥΡΙΖΑίικο ΡΟΥΣΦΕΤΟ-ΛΑΜΟΓΙΑΡΟΠΛΗΚΤΟ ΚΟΥΛΟ-ΧΑΝΕΙΟ: Έχουμε κανέναν γνωστό;

 

Αγαπούν οι πολίτες το ρουσφέτι ή δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς;

 

Της Επιστήμης Μπινάζη

 

Έχεις κανέναν γνωστό στην τράπεζα;

Έχεις κανέναν γνωστό στο δήμο;

Στο Υπουργείο; Στην περιφέρεια;

Είναι γνωστό πως η ζωή στην Ελλάδα είναι λειτουργική και σίγουρα κυλάει ευκολότερα όταν υπάρχει γνωστός στο κατάλληλο μέρος την κατάλληλη στιγμή.

Ο γνωστός αντικαθιστά τον θεσμό. Και μία καλή γνωριμία την γραφειοκρατική διαδικασία.

Τίποτα δεν είναι απολύτως απρόσωπο και τίποτα δεν λειτουργεί αποκλειστικά τεχνοκρατικά. Για να προχωρήσει μια υπόθεση, πρέπει κάπως να «γνωριζόμαστε». Να υπάρχει ένα τηλέφωνο. Μια σύσταση. Κάποιος που «θα το δει».

Από τα πιο απλά μέχρι τα πιο κρίσιμα. Από το να συνδεθεί το φυσικό αέριο στο σπίτι σου πιο γρήγορα, μέχρι να εξασφαλίσεις πρώτο τραπέζι πίστα εκεί που τραγουδάει η Βίσση.

Βύσμα, ρουσφέτι, λάδωμα, μπαξίσι, φακελάκι, γρηγορόσημο.

Οι λέξεις είναι πολλές και δεν είναι καινούργιες.

Η ίδια η λέξη «μπαξίσι» κουβαλάει ιστορία. Άρα και το φαινόμενο δεν είναι ούτε σημερινό ούτε και αποκλειστικά ελληνικό όπως νομίζουμε οι περισσότεροι.

Τα στοιχεία που έρχονται από το ευρωβαρόμετρο δείχνουν κάτι που ίσως δεν περιμέναμε.

Οι Ευρωπαίοι πολίτες δεν θεωρούν τη διαφθορά αποδεκτή. Το αντίθετο. Η μεγάλη πλειοψηφία απορρίπτει ξεκάθαρα την ιδέα του «δώσε κάτι για να γίνει η δουλειά σου». Δηλαδή, σε επίπεδο αξιών, είμαστε όλοι οι ευρωπαίοι πολίτες και απο άλλες χώρες από τη σωστή πλευρά. Ωστόσο, σχεδόν 7 στους 10 πιστεύουν ότι η διαφθορά είναι διαδεδομένη στη χώρα τους. Οι περισσότεροι θεωρούν ότι υπάρχει στους δημόσιους θεσμούς, είτε μιλάμε για το κεντρικό κράτος είτε για την τοπική διοίκηση. Και ένα πολύ μεγάλο ποσοστό δεν πιστεύει ότι οι μεγάλες υποθέσεις φτάνουν μέχρι το τέλος ή ότι οι κανόνες εφαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο για όλους.

Δεν είναι ότι οι πολίτες «αγαπούν» το ρουσφέτι. Είναι ότι δεν εμπιστεύονται ότι μπορούν να κάνουν αλλιώς. Ότι αν δεν σηκώσεις το τηλέφωνο, θα μείνει πίσω η δουλειά σου. Και φυσικά αυτοί που περιμένουν υπομονετικά και με πειθαρχία τη σειρά τους, η σειρά τους δεν έρχεται ποτέ.

Το πιο αποκαλυπτικό, ίσως, στοιχείο είναι άλλο: ακόμα και όταν οι άνθρωποι έρχονται αντιμέτωποι με περιστατικά διαφθοράς, σπάνια τα καταγγέλλουν.

Ο πρώτος λόγος είναι ότι πιστεύουν ότι δεν θα αλλάξει κάτι.

Και ο δεύτερος οτι δεν ξέρουν καν πού να απευθυνθούν.

Με τεράστια ευκολία έλληνες και ευρωπαίοι περνάμε από το «έχεις κανέναν γνωστό;» στο «έτσι δουλεύει το σύστημα».

Η ηθική ταλάντευση κρατά ελάχιστα λεπτά. Γιατί να πηγαίνω με το σταυρό στο χέρι, γιατί να αλλάξω εγώ τον κόσμο όταν ο κόσμος είναι φτιαγμένος πάνω σε σύστημα διαφθοράς;

Το ηθικά παράδοξο είναι ότι στις κοινωνίες με αυτά τα χαρακτηριστικά ο τίμιος γίνεται αποσυνάγωγος. Γιατί να αποκλείσω την πιθανότητα να εξελίξω την επιχείρησή μου, να διευκολύνω την καθημερινότητά μου, όταν το κάνει και ο ανταγωνιστής μου ή ο συμπολίτης μου χωρίς ηθικούς φραγμούς;

Ο τίμιος εύκολα περνάει στη σφαίρα του βλάκα.

Από το ενοχλητικό «μαζί τα φάγαμε» του μακαρίτη Πάγκαλου έχουν περάσει πολλά χρόνια αλλά αποδεικνύεται ότι το τραπέζι εκείνο έμεινε στρωμένο μέχρι τις μέρες μας. Ότι εξακολουθούμε να είμαστε κάποιοι αποκλεισμένοι από αυτό κι ας πληρώνουμε στο τέλος το λογαριασμό.

Ο ΟΠΕΚΕΠΕ σημάδεψε την Ελλάδα το 2026.

Ο λεκές της ρουσφετολογίας πρέπει να φύγει από το ρούχο της σύγχρονης δημοκρατίας.

Αλλά …