"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΡΠΟΖΗΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΡΠΟΖΗΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΝουΔο-γαλαζαίικο ΣΟΥΡΓΕΛΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΙΚΟ: Η αριστεία ως πολιτικό εργαλείο

 Γράφει ο Κωστής Καρπόζηλος
Επίκουρος καθηγητής Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

«Επειδή δεν είμαι τεμπέλης, όπως οι αριστεροί, έκανα και άλλες δουλειές». Ο Μακάριος Λαζαρίδης θα μπορούσε να πει το ίδιο πράγμα –στην προσπάθειά του να μεταθέσει τη συζήτηση από τον παράνομο διορισμό του στο πόσο πολυάσχολος ήταν– δίχως να αντιδιαστείλει την περίπτωσή του με αυτήν των «αριστερών»

Η επιλογή του δεν ήταν ολίσθημα.  

Αντιθέτως, εγγράφεται σε ένα σχήμα που έχει διαποτίσει τη σκέψη και τον λόγο της κυβερνητικής παράταξης: ότι εκπροσωπεί μια δυναμική Ελλάδα που τρέχει, μορφώνεται και δουλεύει στην ελεύθερη αγορά, σε αντίθεση με την Αριστερά που είναι καθηλωμένη στην τεμπελιά, στην ημιμάθεια και στους αργούς δημοσιοϋπαλληλικούς ρυθμούς.

Η κατασκευή αυτής της διαιρετικής τομής έχει μακρά ιστορία. Ανάγεται στην πρόσληψη της Αριστεράς ως δύναμης που βρίσκεται στον αντίποδα της προόδου.  

Υπάρχει όμως μια διαφορά. Στο παρελθόν, η Αριστερά ταυτιζόταν με μια διαβρωτική ιδεολογία που με την υπονομευτική της δράση οδηγούσε στον μαρασμό του έθνους. Σήμερα, παραπέμπει σε παράσιτο. Στη σύγχρονη εκδοχή, το «πρόβλημα» δεν είναι η δράση της, αλλά η οκνηρία της. Οκνηρία που οδηγεί στη μετριότητα. 

Η Νέα Δημοκρατία επιχείρησε, και σε μεγάλο βαθμό κατάφερε, να εμφανίσει ως δική της αρετή το αντίθετο της μετριότητας: την αριστεία. Η λέξη διαπότισε τον πολιτικό λόγο της κυβέρνησης ως ένα ρητορικό ρεφλέξ –και φλεξάρισμα που θα έλεγαν και οι νεότεροι από εμάς– για τη συγκρότηση της αυτονόητης διάκρισης: εμείς οι δουλευταράδες και εσείς οι τεμπελχανάδες. Οι σημαιοφόροι και οι κοπανατζήδες της τάξης.

Το σχήμα έμοιαζε να παράγει πολιτικά αποτελέσματα μέχρι που αναμετρήθηκε με τα –προφανή– όριά του. Δεν είναι συμπτωματικό ότι ο πρωθυπουργός έχει καιρό να αναφερθεί στην αριστεία – αν δεν κάνω λάθος, η τελευταία ομιλία του επί του θέματος ήταν το μακρινό πλέον 2022. Και ο λόγος είναι απλός. Η υπόσχεση και επίκληση της αριστείας διαψεύστηκε.  

Θυμίζω ενδεικτικά:  

Το πρόγραμμα Trust your Stars όπου η ερευνητική κοινότητα ήρθε αντιμέτωπη με ένα πανηγύρι αδιαφάνειας· την αναμονή της Σορβόννης και την άφιξη της «Σορβόννης», που εντέλει ούτε καν αδειοδοτήθηκε· τις περιπτώσεις τύπου Λαζαρίδη όπου οι πρωταγωνιστές αρχικά εμφανίζονται ως απόλυτοι κριτές των άλλων –το δεξιό «ηθικό πλεονέκτημα»– και πολύ σύντομα αποσύρονται βιαστικά από τη σκηνή με το ταπεινωτικό στίγμα της εξαπάτησης.

Η «αριστεία», λοιπόν, ως πολιτικό εργαλείο πιθανότατα μας τελείωσε. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τελείωσε η βαθύτερη συζήτηση που ανέδειξε. Η αριστεία προβλήθηκε από την ελληνική Δεξιά ως η απάντηση στις καταστροφικές συνέπειες του εκδημοκρατισμού της Μεταπολίτευσης: της «εξίσωσης προς τα κάτω» που ταυτίζεται με τις μεταρρυθμιστικές τομές του πρώιμου ΠΑΣΟΚ και την περίφημη ηγεμονία της Αριστεράς. 

Η ανάγνωση αυτή εστιάζει στη μυθολογία του «δημοκρατικού πέντε» προκειμένου να εξαλείψει από τη μεταπολιτευτική εξίσωση την καθοριστική παράμετρο: τις πολιτικές για την άμβλυνση των πολλαπλών ανισοτήτων και διακρίσεων που έως τότε καθιστούσαν θεσμούς και λειτουργίες του κράτους αποκλειστικό προνόμιο των ήδη προνομιούχων. Και αυτός ο μετασχηματισμός –με όλα τα στραβά του– είχε θετικό αποτέλεσμα: αποδέσμευσε την αριστεία από ένα σύστημα κληροδοτημένων ή εξαγορασμένων προνομίων.

Η συζήτηση αυτή προφανώς δεν αφορά πρωτίστως το παρελθόν. Αφορά πρωτίστως το παρόν που καθορίζεται από την πεποίθηση ότι η ανισότητα συνιστά τη φυσική τάξη των πραγμάτων. 

Η «αριστεία» δεν είναι ουδέτερη έννοια, αλλά μηχανισμός εμπέδωσης των προνομίων εκείνων που ήδη βρίσκονται εντός του κάστρου της ασφάλειας και την εξακοντίζουν ως αποδεικτική της υπεροχής τους προς όσους βρίσκονται εκτός αυτού. Η επιτυχία παρουσιάζεται ως ατομική αρετή, ενώ οι όροι που την καθιστούν δυνατή –η ταξική καταγωγή, οι δικτυώσεις, η πρόσβαση σε πόρους– αποσιωπώνται.  

Αν στον 19o αιώνα οι φτωχοί άξιζαν να είναι φτωχοί γιατί ήταν νωθροί, στον 21o αιώνα ζούμε σε μια συνθήκη εξατομικευμένου άγχους γιατί ποτέ δεν προσπαθούμε «αρκετά». Ξεχνώντας ότι η όποια «αρκετή» προσπάθεια δεν είναι ποτέ πραγματικά «αρκετή» σε μια στιγμή όπου τα τείχη του κάστρου υψώνονται όλο και περισσότερο.

Και εδώ εντοπίζεται ο πυρήνας της πολιτικής διαφωνίας.

 Η Αριστερά εμφανίστηκε στο ιστορικό προσκήνιο ως η δύναμη που είχε ως στόχο την άλωση του «κάστρου». Και η ανανέωσή της τα τελευταία χρόνια –στον βαθμό που αυτή υπάρχει– ήρθε μέσα από την πρόταση για σκληρές αναδιανεμητικές πολιτικές που αμφισβητούν ευθέως τα προνόμια κάθε είδους.  

Την ίδια στιγμή, η Δεξιά καλλιεργεί την εντύπωση ότι όσοι χαρακτηρίζονται άριστοι είναι περίπου ανέγγιχτοι – σαν η επιτυχία τους να τους απαλλάσσει από κάθε ουσιαστική υποχρέωση στην κοινωνία, όπως η ουσιαστική φορολόγηση. 

Αν λοιπόν η Αριστερά θέλει να διακριθεί μέσα στον ηθικοπλαστικό λόγο για την «αριστεία» δεν μπορεί μόνο να καταγγέλλει τις –εμφανείς– κυβερνητικές ανακολουθίες, αλλά να...

 

ΣΥΡΙΖΑίικα REBRANDισμένα ΕΘΝΙΚΑ ΣΟΥΡΓΕΛΑ: Η Αριστερά της ευκολίας

 

Γράφει ο Κωστής Καρπόζηλος

Επίκουρος καθηγητής Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

 

Στις 31 Οκτωβρίου το γαλλικό κοινοβούλιο κλήθηκε να αποφασίσει πάνω σε μια πρόταση για το ζήτημα της κοινωνικής ανισότητας: την επιβολή ενός επιπλέον φόρου σε 1.800 «νοικοκυριά» με περιουσία άνω των 100 εκατ. ευρώ.

Εδώ, τα κόμματα τοποθετήθηκαν με ακρίβεια χιλιοστού πάνω στον άξονα Αριστερά – Δεξιά. Η Αριστερά –και οι σοσιαλιστές– ψήφισαν υπέρ. Το Κέντρο, η Δεξιά και η Ακροδεξιά κατά.

Το γαλλικό παράδειγμα μας υπενθυμίζει ότι τα μεγάλα ζητήματα της εποχής μας παράγουν διαιρετικές τομές: για το σήμερα, αλλά κυρίως για το πώς θέλουμε να είναι το μέλλον των κοινωνιών μας.

Η συζήτηση για το βιβλίο του Αλέξη Τσίπρα εστιάζεται κυρίως στο παρελθόν. Από το πόνημα των 759 σελίδων, αυτό που γνωρίζουν όλοι –είτε το έχουν διαβάσει είτε όχι– είναι οι κρίσεις για πρόσωπα της περιόδου 2015-2023. Κυριαρχεί το «τι λέει για τον Χ ή τον Ψ» και όχι οι πολιτικές.

Υπό το πρίσμα αυτό, το τμήμα του βιβλίου που περνάει οριακά απαρατήρητο είναι το τελευταίο: η «Πυξίδα». Εκεί όπου ο Τσίπρας διατυπώνει την πρότασή του για την «Αριστερά της Νέας Εποχής».

Η έμφαση στην «Αριστερά», σε συνδυασμό με το σχήμα της «Ιθάκης», θα μπορούσε να εκληφθεί ως μια επιστροφή σε κάποιου είδους αφετηρία – στις απαρχές. Αλλά προφανώς εδώ η επιστροφή σχετίζεται με τη λογική της επανεκκίνησης. Με τα λόγια του Αλέξη Τσίπρα «για νέους ορίζοντες» με το πλήρωμα –και τον ίδιο– «πιο έμπειρο, πιο σοφό, πιο έτοιμο».

Η περιγραφή των νέων οριζόντων είναι κάπως αμήχανη. Και αυτό δεν είναι προσωπικό έλλειμμα του Αλέξη Τσίπρα. Είναι αντανάκλαση της συνολικής αμηχανίας της Αριστεράς. Ιστορικά, η Αριστερά ήταν η δύναμη ενατένισης ενός εναλλακτικού μέλλοντος· αυτό κωδικοποιούνταν σε έννοιες όπως ο «σοσιαλισμός». Στην πορεία του 20ού αιώνα το οραματικό αυτό στοιχείο υποχώρησε και μετά το 1989 τη θέση του την κατέλαβε η αναφορά σε μια ασαφή επικράτεια. Ας θυμηθούμε εδώ το σύνθημα του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος, αυτό που διαμόρφωσε τη γενιά στην οποία ανήκει ο Αλέξης Τσίπρας: ένας «άλλος» κόσμος είναι εφικτός. ΟΚ. Ποιο αλήθεια είναι το όνομά του;

 

Η αμηχανία φυσικά δεν συνδέεται με το ότι απουσιάζει μια μαγική λέξη από το βιβλίο του πρώην πρωθυπουργού. Αντίθετα, αναδύεται επειδή η αδυναμία διατύπωσης του συγκεκριμένου συγκαλύπτεται από την παράθεση πολλών λέξεων.

Η «Πυξίδα» θυμίζει μια καλή έκθεση ιδεών: ορθά διατυπωμένες «προτάσεις» που δεν αποπνέουν την αίσθηση του κατεπείγοντος και συχνά περιορίζονται στο «πρέπει να», δίχως το κάτι παραπάνω. Θα γίνω πιο συγκεκριμένος. Ο πρώην πρωθυπουργός τονίζει την ανάγκη «αποφασιστικής, όσες συγκρούσεις και αν χρειαστούν, φορολόγησης του μεγάλου πλούτου». Με τον τρόπο αυτό δείχνει ότι βρίσκεται σε επικοινωνία με την ατζέντα της σύγχρονης Αριστεράς παγκοσμίως.

Λείπει όμως κάτι. Το να πει τα πράγματα με το όνομά τους.

Ποια είναι τα πρόσωπα του μεγάλου πλούτου;

Πού δραστηριοποιούνται;

Πόσο έχουν αυξήσει τη δύναμή τους τα τελευταία χρόνια;

Ποια είναι η πρόταση για τη φορολόγησή τους που θα στοιχίσει δυνάμεις υπέρ και κατά αυτής;

Δίχως απαντήσεις σε αυτά, η Αριστερά που ευαγγελίζεται ο Αλέξης Τσίπρας είναι αυτή της γενικόλογης ευκολίας. Είναι μια συνταγή που δεν πείθει ότι ο ίδιος έχει αλλάξει σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν και κυρίως είναι ένα αόριστο μήνυμα που δεν μπορεί να συγκινήσει πέραν αυτών που πιστεύουν ότι η πολιτική εξαντλείται στο πρόσωπο του ενός.

Κλείνω με το εξής:

Ο νόστος έχει στο επίκεντρό του την αναπόληση της ορμής. Αυτό είναι που ένιωσα διαβάζοντας την «Ιθάκη». Την προσπάθεια του Αλέξη Τσίπρα να επανασυνδεθεί με την αυτοπεποίθηση του παρελθόντος. Από την «Πυξίδα», όμως, η ορμή λείπει. Και νομίζω ότι αυτό έχει να κάνει με το εξής: την υποτίμηση του πού βρισκόμαστε σήμερα.

Δεν είμαστε στο 2015. Είμαστε στη δίνη ενός ιστορικού μετασχηματισμού όπου η Ε.Ε. εγκαταλείπει την κοινωνική ατζέντα προς όφελος της πολεμικής οικονομίας.

Η αναστροφή της πορείας αυτής δεν είναι υπόθεση καλών ιδεών ή και καλών προθέσεων. Προϋποθέτει κάτι απλό: