Ο κριτικός έλεγχος, οι αξιολογήσεις της ποιότητας, οι διαβαθμίσεις των ικανοτήτων και του μόχθου φιλοδοξούσαν κάποτε να έχουν εγκυρότητα. Δεν διεκδικούσε το αλάθητο η κριτική λειτουργία, αλλά και οι κοινωνίες δεν είχαν τόσο απροσχημάτιστα συμφιλιωθεί με την υποκατάσταση της κριτικής εγρήγορσης από το παιχνίδι των εντυπώσεων.
Η συνειδητοποίηση εξαφάνισης (ή περίπου) της κριτικής λειτουργίας για χάρη του ολοκληρωτισμού των «προκάτ» εντυπώσεων δημιουργεί παραλυτική ανασφάλεια – στην Ελλάδα εδώ και σαράντα έξι χρόνια, η αθόρυβη επιβολή της ακρισίας σίγουρα συνιστά απειλή.
Από το Δημοτικό κιόλας σχολείο οι μαθητές δεν βαθμολογούνται, προκειμένου «να μην πληγωθούν συναισθηματικά» οι αμελείς, οι αδιάφοροι, οι φυγόπονοι.
Η έλλειψη κριτικής αξιολόγησης έχει ανεβάσει το ποσοστό των «λειτουργικώς αναλφάβητων» αποφοίτων της υποχρεωτικής εκπαίδευσης (Δημοτικού - Γυμνασίου) σε επίπεδα εφιάλτη. Αλλά ούτε και στο Λύκειο αξιολογούνται οι μαθητές, δεν είναι ο κριτικός έλεγχος της γνώσης, που πρωτεύει. Πρωτεύει πάντα η απομνημόνευση, ο συμβιβασμός με την ακρισία. Και όσοι πετύχουν είσοδο στο πανεπιστήμιο, εκεί επίσης ο φορμαλισμός (το δίδυμο «παραδόσεις - εξετάσεις») γυμνώνει από κάθε χαρακτήρα κριτικής λειτουργίας (μετοχής) τη σπουδή. Ψυχοκτόνος τόσο η ανία των «από έδρας» ρητορευμάτων, όσο και η καθολίκευση της φαλκίδευσης των εξετάσεων.
Κάποιες δεκαετίες τώρα, στην Ελλάδα, έχει πάψει να λειτουργεί ακόμα και η βιβλιοκρισία. Αλλοτε οι εφημερίδες είχαν μόνιμους συνεργάτες με αποκλειστικό έργο την κριτική του βιβλίου. Σήμερα οι λεγόμενοι «μεγαλοεκδότες» χαρτζιλικώνουν τον πρώτο τυχόντα ημι-εγγράμματο δημοσιογραφίσκο να αραδιάσει κονσερβαρισμένους, έσχατης μικρόνοιας επαίνους, για «λογοτεχνικά» σκαριφήματα σπαραχτικής μετριότητας. Η εξαγορά συμπληρώνεται με ακριβοπληρωμένες διαφημίσεις που οι Εκδότες προσφέρουν στην εφημερίδα.
Αναπόφευκτα το αλισβερίσι μεταφέρεται και στην «κριτική» του θεάτρου, του κινηματογράφου, της μουσικής. Οταν η πολιτική κριτική έχει ολοκληρωτικά θυσιαστεί στο αλισβερίσι της κατασκευής και πώλησης εντυπώσεων (το ίδιο και η αθλητική άμιλλα), γιατί να εξαιρεθεί από την εκπόρνευση η βιβλιοκρισία, η κριτική θεάτρου, κινηματογράφου, μουσικής;
Οι επιτροπές που αποφασίζουν τα κρατικά εύγε (βραβεία), συγκροτούνται με συνεχώς προκλητικότερη ασχετοσύνη, από κραυγαλέες ασημαντότητες, δικτυωμένες όμως στα πλέγματα κατασκευής «ευπώλητων» σουξέ (κανάλια και απαίδευτους κόλακες της βιβλιοεκδοτικής ευτέλειας).
Οσοι εμπορεύονται τη γλυκόπιοτη μικρόνοια της μεγάλης μάζας, τον εθελούσιο κρετινισμό, τη βάναυση ακαλαισθησία, την αυθυπεράσπιστη αγραμματοσύνη, τη δήθεν ηδονή και τον τάχα αισθησιασμό, όλοι αυτοί μαζί πετυχαίνουν το μονοπώλιο καθορισμού της ποιότητας των ΜΜΕ.
Από τον επίσημα εμπορευματοποιημένο αθλητισμό (με λογική μαφίας και πρακτικές σωματεμπορίας) ώς την κωμωδία της στελέχωσης των «επιτροπών απονομής κρατικών βραβείων» και τις «κατά παραγγελίαν» βιβλιοκρισίες στον Τύπο, το θλιβερό υπουργείο μας Πολιτισμού κάνει ό,τι μπορεί για να είναι συνεπές στη γενικευμένη αυτοδιάψευση της ελληνικότητας.
Μάλλον είναι μάταιο και α-νόητο να περιμένει κανείς αυτοσυνείδηση αξιοπρέπειας και αντανακλαστικά αυτοσεβασμού από έναν λαό αποφασισμένον συμπλεγματικά, δύο αιώνες τώρα, να γίνει κάτι άλλο από αυτό που είναι. Να αυτοακρωτηριαστεί, να αποκοπεί από τη γλώσσα του, από το άθλημα της δημοκρατίας και την κοινοτική του παράδοση, από το φως και το κάλλος της γης και των θαλασσών του, από τους θησαυρούς της μεταφυσικής του εμπειροπραγμοσύνης. «Να γίνουμε επιτέλους Ευρωπαίοι, για να γίνουμε άνθρωποι» – η φράση του Κωνσταντίνου Καραμανλή συνόψισε την προεπιλεγμένη αυτοχειρία μας.
Τρεις γυναίκες στη (συμβολική) διαχείριση της Δημοκρατίας, του Πολιτισμού, της Παιδείας και μια τέταρτη, μπροστάρισσα Γιορτής για τα διακόσια χρόνια μεθοδικού αφανισμού της ελληνικής διαφοράς: Ναι, «γίναμε επιτέλους Ευρωπαίοι».
Η τερατώδης καταστροφή και ο βανδαλισμός του πάγκαλου ελληνικού τοπίου, μοναδικού στον κόσμο – δεν μετράει.
Βασιλικός στο αφτί μας οι αβράβευτοι, οι αγνοημένοι, οι ασυμβίβαστοι. Η «μέσα-Ελλάδα».


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου