"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


«Και συ φταρνίζεσαι...»

Του ΓΙΑΝΝΗ ΞΑΝΘΟΥΛΗ

...Κι όμως, κάποτε, ακριβώς τέτοια εποχή, τα θέατρα, τα φτιασιδωμένα σαν πολυτελή πλην ταπεινά, της αθηναϊκής θεατρικής πιάτσας, δούλευαν πυρετωδώς για να προλάβουν ν' ανοίξουν ώς τις 15 Ιουνίου.  Επιθεωρήσεις με τους «αριστείς» του είδους, ελαφρές κωμωδίες, αργότερα μιούζικαλ και συμπαθείς υπερπαραγωγές, ακόμη και επαναλήψεις των χειμερινών επιτυχιών, όπως η θρυλική «Αγάπη μου Ουάουα» των αξέχαστων Κάκιας Αναλυτή και Κώστα Ρηγόπουλου...

Πέρασε ο καιρός, μεγαλώσαμε, παγκοσμιοποιηθήκαμε βλακωδώς, σιχαθήκαμε τους διαχειριστές της πατρίδας, μας κούρασε η πατρίδα, κουράστηκε κι αυτή να βυζαίνει τόσους χαραμοφάηδες.

Εγώ βέβαια θυμάμαι με το μπάσιμο του καλοκαιριού τα θέατρα, τα φώτα, τις μουσικές, τη φασαρία μπροστά στα ταμεία των θεάτρων της λεωφόρου Αλεξάνδρας, το Κηποθέατρο της οδού Μαυρομματαίων, όπου είδαμε την αλησμόνητη «Λυσιστράτη» του Κάρολου Κουν στα τέλη του '60, το «Αθήναιον» με το «Τσίρκο» της Τζένης και του Καζάκου, το «Μινώα», πιο παλιά, με το «Μιας πεντάρας νιάτα», ώς το θρυλικό «Ελεύθερο» και κατόπιν «Ελεύθερη Σκηνή», στο Αλσος Παγκρατίου.

Τα «παιδιά». Ετσι ονομάζαμε τους ηθοποιούς που ήταν δεμένοι μ' εκείνες τις αλησμόνητες παραστάσεις. Κάποια από τα «παιδιά» από καιρό έχουν φύγει οριστικά απ' τη χλιαρή τρυφερότητα των καλοκαιρινών βραδιών... Αλλα ...έγιναν κάτι το «εντελώς άλλο» από τα δεδομένα της δεκαετίας του '70. Δηλαδή άλλαξαν απείρως περισσότερο και από το ίδιο το Παγκράτι. Σαράντα οχτώ ολόκληρα χρόνια μάς χωρίζουν από την «Οδό Ονείρων» και την «Ομορφη Πόλη». Το «Μετροπόλιταν» δεν υπάρχει πια. Το «Παρκ» συρικνώθηκε. Κι απέναντι το «Αλσος» του Πεδίου των παιδιών και των ψωνιστηριών, κι αυτό μηρυκάζει κάποιες δόξες και θριάμβους με δάφνες ξεθυμασμένες.

Ούτε η περιθωριοποιημένη περιοχή του Μεταξουργείου ανασαίνει θεατρικά. Το «Βέμπο» δεν γνωρίζω αν ανήκει πλέον στον Βαγγέλη Λειβαδά. Κάποτε είχε λόγο να παίζει και τα καλοκαίρια, με σαράντα βαθμούς να δείχνει το θερμόμετρο. Ούτε στον Εθνικό Κήπο θα βρεις ίχνος από τα θεατρικά πειράματα με Σαίξπηρ (επί Χατζίσκου), κωμωδίες κι επιθεωρήσεις αργότερα. Το «Αττικό» στην Κοδριγκτώνος λίγοι το θυμούνται. Το επεισοδιακό «Λουζιτάνια», όπου ο Κολλάτος μεταπολιτευτικά χαλούσε κόσμο, άφαντο κι αυτό από καιρό. Και το «Σμαρούλα» που το ξεκίνησε ο Λειβαδάς το 1976 με μια φωσκολική παραλλαγή του «Βιολιστή στη στέγη», το «Αρμένικο φεγγάρι», άτυχο, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, εξαφανίστηκε.

Στο «Σμαρούλα» το καλοκαίρι του 1981 είχε κάνει ντεμπούτο και ο Λαζόπουλος με λαρισινό ερασιτεχνικό, αλλά λαμπερό φωτοστέφανο στην επιθέωρηση της «Ελεύθερης Σκηνής» «ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΤΟ ΚΑΓΚΕΛΟ»... Κι άλλα είναι είναι που δεν θυμάμαι... Ξέχωρα από το Φεστιβάλ Αθηνών.

Η Αθήνα, λοιπόν, θεατριζόταν κι έτρωγε το απόγευμα γρανίτες και παγωτά στον Κανδηλήρο και στο Γκρην Παρκ...

Είχε και καμιά εικοσιπενταριά δημόσια αποχωρητήρια, για να ξαλαφρώνει ο κοσμάκης. Αντε πάνε βρες τώρα τουαλέτα. Ούτε για δείγμα. Γι' αυτό βρομοκοπά κάτουρο, κι όποιος «ηγεμών» ΔΕΝ το εισπνέει ας πάει να του ανοίξει κανένας υδραυλικός τα ρουθούνια ή τίποτε άλλο.

Πριν από μερικές μέρες βρισκόμουν στην Κύπρο και μου έκανε εντύπωση η σωστή θέση των «αποχωρητηρίων», όπως ορθώς τα αποκαλούν, υπολογίζοντας τις ανθρώπινες αντοχές της ουροδόχου κύστεως και των λοιπών... Στην Αθήνα το κατούρημα και το χέσιμο αποτελούν πλέον... ταμπού. Σου λέει, τρέχα στο φαστφουντάδικο, φάε έναν κουβά χοληστερίνη και με την ευκαιρία ξαλάφρωσε ...ηλίθιε που σε απασχολούν οι φυσικές σου ανάγκες σε ένα τόσο αφύσικο περιβάλλον.

Χωρίς αποχωρητήρια μας βρήκε πάλι το καλοκαίρι, χωρίς εμπιστοσύνη στους ηγεμονίσκους, στη Δικαιοσύνη, στο Κυνοβούλιο, στην πλαδαρή Αριστερά, στην ψευδεπίγραφη ψυχραιμία της κόρης Μητσοτάκη, χωρίς οίκτο στα λίπη του Καραμανλή, χωρίς απορία για τις δήθεν αποκαλύψεις των μιζαδόρων πρωτοπαλίκαρων της εθνικής αστακομακαρονάδας.

Ολα μια χαρά σκατά κι εκτός βόθρου. Ας είναι καλά η Γερμανία, που κέρδισε στη Γιουροβίζιον με μια μπούρδα. Μας γλίτωσε από το σασπένς της πρωτιάς. Κάποια στιγμή φοβηθήκαμε μήπως το «Οπα» μάς ενυδάτωνε τον θρίαμβο του πανικού, αφού όλη αυτή η σάχλα ήταν, έτσι κι αλλιώς, για τα μπάζα. Ας κουκουλωθεί η Μέρκελ τα γλέντια του 2011 κι εμείς ας μείνουμε στην κλασική αξία του Βοσκόπουλου με το κιμπάρικο χρέος κι όλη αυτή τη φαιδρή μελούρα μιας επιχρυσωμένης κουταμάρας, αντάξιας του ήθους των θερμών ημερών και νυκτών, που μας πολιορκούν πανταχόθεν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: