"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ: "Kalanta"

Toυ Βασίλη Αγγελικόπουλου

Καληνημέραν άρχοντες
κι αν είναι ορισμός σας
τα πρώτα μου Χριστούγεννα
ψάλλω στ’ αρχοντικό σας.

Τότε πού ‘μουν παιδόπουλο
παρθένες ηλικίες
και με ξυπνούσαν μυρωδιές
μάνας τελετουργίες.

Σηκώνονταν μεσονυχτίς
και «έπιανε ζυμάρι»
μες σε λεκάνη πήλινη
– μένει· προσκυνητάρι.

Μαχλέπι, βούτυρο, μαγιά,
βανίλιες κι άλλα μάγια
ζυμάρια μοσχομύριστα
φουσκώναν στα σκοτάδια

διπλοτριπλοκουκούλωτα
με πάπλωμα, κουβέρτες,
να «γίνουνε» ως το πρωί,
και να τα κόβει φέτες

για να τις πλάθει διάφορα
σχήματα κουλουράκια,
– στρόγγυλα, μισοφέγγαρα
κι άλλα σαν κοτσιδάκια.

Στα άλλα, της παράδοσης,
σχήματα δεδομένα,
τα κουραμπιε-μακάρονα,
μου έδινε κι εμένα

κι έπλαθα εγώ μικρότερα
–έτσι τα θέλω ακόμα–
Και κάθε πέντε πού ‘πλαθα
Εχωνα ένα στο στόμα.

Εκείνη στοίχιζε σειρές
μέσα στις λαμαρίνες
πού ‘χαμε φέρει αποβραδίς
–σπούργοι και καρδερίνες–

από το φούρνο Μαυρουδή,
της γειτονιάς καμάρι,
που έψηνε και φαγητά,
και γιορτινό ζυμάρι.

Το σπίτι μοσχομύριζε
κι εγώ, σα με φτερούγες,
«τά ‘λεγα» την παραμονή
με τρίγωνο στις ρούγες.

Κι ανήμερα πρωί πρωί
–χάραζε στο τζαμάκι–
«Σήκω να βάλεις τα καλά
για το Χρυσό Δοντάκι».

Απ’ όλα τα Χριστούγεννα...

κείνα ριζώνουν μόνον,
τα μυθικά Χριστούγεννα
των παιδικών μας χρόνων.


* Ηρθε από το άρθρο του Σταύρου Ζουμπουλάκη «Τα Χριστούγεννα του Μωραϊτίδη» («Κ» 4/12/22) – ιδίως από τη μελωδική τελευταία του φράση.



Δεν υπάρχουν σχόλια: