"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ: Η εξέλιξη των εορτών δια μέσου των αιώνων

 

Tου Χρήστου Μπολώση

Φίλες και φίλοι, δύο είναι τα δεδομένα πάνω στα οποία θα βασιστεί το σημερινό σημείωμά μας.

Το ένα είναι ότι περνάμε, συν Θεώ, κι’ εφέτος την πιο λαμπρή περίοδο του χρόνου. Την περίοδο των εορτών των Χριστουγέννων και του νέου Έτους

Το δεύτερο δεδομένο, είναι ότι ο άνθρωπος, ως κοινωνικόν όν, ζει, αναπνέει, κινείται και συμπεριφέρεται μεταξύ ανθρώπων ή μεταξύ ετέρων όντων που υποδύονται τους ανθρώπους. Ως εκ τούτου, οφείλει να υπακούει σε διάφορους κανόνες, ένας από τους οποίους είναι και αυτός που καθορίζει τις κοινωνικές σχέσεις, μεταξύ των λογικών (λέμε τώρα) όντων.

Μέσα στα πλαίσια λοιπόν αυτού του κανόνα και όταν ο homo sapiens άνθρωπος ο έμφρων ή ο σοφός πα να πει, άρχισε να καταλαβαίνει πού βρίσκεται σκέφτηκε:

  • Εν τάξει. Σταθήκαμε όρθιοι στα πόδια μας, βρήκαμε και τον τροχό και τη φωτιά, αύριο μεθαύριο θα βρούμε και το αυτοκίνητο και την τηλεόραση και παραμεθαύριο τους υπολογιστές και την κλιματική αλλαγή, στην οποία θα φορτώσουμε όλα μας τα δεινά και θα ησυχάσουμε. Δεν καθόμαστε τώρα να βρούμε και τις οικογενειακές ανταλλαγές επισκέψεων, καθ’ όσον όλοι σε μια κοινωνία ζούμε, η οποία μπορεί μεν άλλους να τους ανεβάζει και άλλους να τους κατεβάζει στα τάρταρα (από εκεί το έκλεψε ο Σακελάριος και το έβαλε στο στόμα της κας Δέσποινας Ανυφαντούλη, που υποδυόταν θαυμάσια η Μήτση Κωνσταντάρα, στην κωμωδία του «Ο στρίγγλος που έγινε αρνάκι»), αλλά είμαστε υποχρεωμένοι να ζήσουμε μέσα στους κανόνες της. 

Και κάπως έτσι, φτάσαμε και στις συνάξεις λόγω εορτών. Πριν όμως από αυτές είχαν κάνει την εμφάνισή τους τα καχεκτικά χριστουγεννιάτικα δεντράκια, σαν αυτό που βλέπετε στην φωτογραφία, που είχαν βαμβάκι για χιόνι και κεράκια αντί για φωτάκια, με αποτέλεσμα οι πυρκαγιές να είναι συχνές-πυκνές.

Βέβαια εμείς δεν θα ξεκινήσουμε την σημερινή μας ανάλυση (τι μόνο οι ξερόλες θα αναλύουν την Ουκρανία και τη Γάζα;), από τότε, αλλά από πολύ πιο ‘δω. Από την δεκαετία του ’50 και μετά.  

Τότε λοιπόν, που η Ελλάδα μας προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια της από τις τραγικές συνέπειες του Συμμοριτοπολέμου (δεν τον λέω «εμφύλιο», που μακάρι να πάρει το πρωτάθλημα ο Ολυμπιακός), στον οποίο μας οδήγησαν οι «ειρηνευτές» και «απελευθερωτές» του Μάρκου και του καπετάν Γιώτη, άρχισαν δειλά δειλά να αναβιώνουν οι οικογενειακές εορταστικές συνάξεις, που, προϋπήρχαν βέβαια, αλλά ο Χίτλερ από την μιά και οι σύντροφοι από την άλλη, τις είχαν βάλει στο μούσκιο  για καμιά δεκαριά χρόνια. 

Τότε λοιπόν, υπήρχε ένα τυπικό, ένας άγραφος νόμος θα λέγαμε, που ετηρείτο απαρεγκλίτως και με βάση το εξής χρονοδιάγραμμα: D-10 ημλερα, δηλαδή 10 μέρες πριν, γενικό ξεσήκωμα του σπιτιού και λάτρα να τρώει η μύγα σίδερο και το κουνούπι ατσάλι. D ημέρα  το πρωί, δηλαδή ανήμερα εορτής (συνήθως η εορτή του πατέρα), αποστολή ψητού με πατάτες στον φούρνο της γειτονιάς. Μικρή ανάπαυση το μεσημέρι. Καυγάς μεταξύ πατέρα και μητέρας δι’ ασήμαντον αφορμήν, όπως π.χ. ποια γραβάτα θα φορέσει ο εορτάζων κ.λπ. 

Επί τέλους το βράδυ περνάμε  στο κυρίως μέρος, στις επιχειρήσεις θα λέγαμε, με την άφιξη των επισκεπτών. Αγκαλιές, φιλιά κ.λπ., υποβολή ευχών και επίδοση συνήθως στην σύζυγο του εορτάζοντος του δώρου, το οποίο ξεκινούσε από ένα κουτί σοκολατάκια, μια γραβάτα, ένα ποτό και κατέληγε και πάλι στα σοκολατάκια. 

Την επίδοση του δώρου, ακολουθούσαν τετριμμένοι διάλογοι επίσης αυστηρώς προβλεπόμενοι, όπως «Μα τι κάνατε; Ήταν ανάγκη;», «Ε πώς. Για το καλό». Μετά ταύτα ακολουθούσε τυπικός χαιρετισμός των προηγηθέντων επισκεπτών και  αμήχανο κάθισμα στο σαλόνι. 

Στη συνέχεια προσφορά φοντάν (ή σοκολατακίου) συνοδεία  ηδυπότου (συνήθως κουαντρώ) και τέλος το μεγάλο γλυκό, το οποίο ήταν μάλλον μπακλαβάς, που δεν χαλάει (μη πάθουμε και καμιά δουλειά) και που τις περισσότερες φορές, το είχε φτιάξει με τα χεράκια της η οικοδέσποινα, εξ’ ου και μερικά καμένα τμήματα αυτού… Το αυστηρό αυτό τυπικό, ακολουθούσαν βαθυστόχαστες συζητήσεις, που αφορούσαν κυρίως τον καιρό («Κρύο βρε παιδάκι μου», «Ε, μπήκαμε πιά στον Δεκέμβρη τι περιμένεις;»). Τίποτα δεν περίμενε ουδείς, αλλά κάτι έπρεπε να πει κι΄ αυτός. Τσάμπα έφαγε τον μπακλαβά, έστω και καμένο; Βεβαίως οι πολιτικές ή οι ποδοσφαιρικές συζητήσεις απαγορευόταν από άλλον, επίσης άγραφο, κανόνα, διότι τότε η λαμπρή εορταστική σύναξη κινδύνευε,  ανά πάσαν στιγμή, να μετατραπεί σε Ουκρανία ή Γάζα.

Οι γιορτές αυτές είχαν επίσης αυστηρά τυπικό επιστέγασμα  και το οποίο ήταν το γιορτινό τραπέζι, επίκεντρο του οποίου ήταν το ταψί με το ψητό που λέγαμε. Στο τραπέζι παρεκάθηντο οι στενοί φίλοι  και όσοι εκ των συγγενών,  δεν ήσαν μαλωμένοι με τον εορτάζοντα. Και το γλέντι, που ακολουθούσε, ήταν κι’ αυτό αυστηρό τυπικό. Πρώτα οι δήθεν αντιρρήσεις («Μα γιατί να μπείτε σε τόσο κόπο; Ήταν ανάγκη τώρα; Ξένοι είμαστε εμείς;»). Βεβαίως ξένοι δεν ήτανε, αλλά έτσι και δεν υπήρχε το ψητό με πατάτες στο φούρνο, ποιος ξέπλενε τον εορτάζοντα («Ο σπάγκος, μια φορά γιορτάζει.  Χάθηκε να μας βγάλει ένα πράσινο φύλλο; Μαζί του θα τα πάρει τα λεφτά ο τσιφούταρος;» και άλλα ωραία). Ακολουθούσαν οι μικροκαβγάδες για το ποιος θα καθίσει πού. Μετά τα ορεκτικά (τζατζίκι με γιαούρτι από το χωριό, που το έστειλε για το καλό, όπως κάθε χρόνο, ο ξάδελφος ο Νικολής) και φυσικά με κρασί του κουμπάρου του Νώντα, απ’ τα Μεσόγεια, που είναι ένας ξυδιάς Παναγία βόηθα,  αλλά όλοι λένε «Μπράβο μπράβο, πού μπορούμε να αγοράσουμε» με τον εορτάζοντα να δηλώνει «Α μπα. Δεν το πουλάει ο κουμπάρος. Το έχει μόνο για φίλους»  με τους συνδαιτυμόνες να ανακουφίζονται «Ευτυχώς». 

Και η σεμνή τελετή έκλεινε πάντα με τραγούδι, που το ξεκινούσε τη προτροπή όλων ο κατά τεκμήριο και – κυρίως –  κατά την άποψή του καλλίφωνος «Έλα ρε Μπάμπη να πούμε κάνα τραγουδάκι». Και ο Μπάμπης αφού στη αρχή δήθεν δεν ήθελε, μετά ξερόβηχε και έπινε μια γουλιά κρασί του κουμπάρου, άρχιζε με την «Ανθισμένη αμυγδαλιά», περνούσε στο  «Γελεκάκι» ανηφόριζε στης «Πλάκας τις ανηφοριές» για να κατηφορίσει  «Κάτω στον Πειραιά στα Καμίνια». Σε όλη αυτή την διαδικασία, υπήρχε και κάποιος που φιλοδοξούσε να γίνει Σεγκόβια, αλλά έμεινε απλός Αρτέμης και είχε μαζί του, εντελώς τυχαία, μια κιθάρα, αλλά είχε ξεχάσει στο σπίτι το… πώς παίζεται η ρημάδα, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να συνοδεύσει τον Μπάμπη  ούτε σε ένα τραγούδι. Τραγωδία. Έτσι πορευόταν η βραδιά, που έκλεινε με φιλιά και ευχές,  να είναι όλοι καλά και να ξαναβρεθούνε όλοι και του χρόνου, πράγμα που σπανίως συνέβαινε…

Τα πράγματα σιγά – σιγά άλλαξαν προς το απλούστερο. Το φοντάν και το ψητό συγχωνεύτηκαν  και έγινα ξηροί καρποί και ουίσκι. Κάπου κάπου κάποια τυρόπιτα, από μιά φιλότιμη νοικοκυρά, συμπλήρωνε το σκηνικό και τέρμα. Μέσα σ’ όλα πλάκωσαν  και τα μνημόνια, πλάκωσαν και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (facebook, X, e-mail), πλάκωσε και η πανδημία και… γίναμε Ευρώπη.

Τώρα κάνα τηλέφωνο, κάνα μήνυμα στο κινητό κι’ όξω απ’ την πόρτα.

Καλύτερα ή χειρότερα; 

Υπάρχουν δύο απόψεις.

α. – Καλύτερα ρε τώρα. Ξόδευες ένα σωρό λεφτά για να ρθει να περιδρομιάσει ο ξάδερφος ο Χαρίλαος, του οποίου δεν έχουνε δει το φράγκο (αναφέρεται στην προ ευρώ εποχή…).

β. – Αχ πούναι εκείνα τα χρόνια, που οι άνθρωποι ήτανε κοντά και ο ένας ζούσε για τον άλλο κ.λπ.

Απόψεις και προβληματισμοί για τον ιστορικό του μέλλοντος και μη βάζω ιδέες διότι δεν το έχουν σε πολύ να αρχίσουν σχετικές σχοινοτενείς αναλύσεις στα κανάλια.

Ένα είναι γεγονός: 

 

«Τα πάντα ρει και ουδέν  μένει». Τώρα αν «ρει» προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο είναι ένα θέμα για … ανάλυση

Εδώ φίλοι μου, τελειώνει και το τελευταίο σημείωμα του 2023. Αφού σας ευχηθώ ολόθερμα Καλά Χριστούγεννα και ευτυχισμένο το 2024, σας δίνω ραντεβού για τις 15 Ιανουαρίου του καινούριου χρόνου.

Καλά να περάσετε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: