"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


ΠΡΟΣΩΠΑ - Βασίλης Καρράς: Εγκαύματα!

 

Του ΜΙΧΑΛΗ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗ

Ο ήλιος τούς είχε κάνει πορτοκαλί – το χρώμα που παίρνουν οι πελιδνές επιδερμίδες του ευρωπαϊκού Βορρά όταν εκτίθενται στους ελληνικούς καύσωνες. Μετά τον καύσωνα της φύσης, είχε έρθει η ώρα να εκτεθούν και στην κάψα της ντόπιας κουλτούρας.

Ο Ελληνας οικοδεσπότης τους, είχε οδηγήσει τους Αγγλους συμφοιτητές του στου Καρρά.

Οι ηλιοκαμένοι θαύμαζαν αμίλητοι. Παρατηρούσαν γύρω τους τούς θαμώνες με τις φουσκωμένες καρωτίδες να ακολουθούν λατρευτικά τον άδοντα όγκο στη σκηνή. Παρακολουθούσαν, αλλά από την πίστα δεν τους χώριζαν μόνο τρεις σειρές τραπέζια κι ένα τείχος καπνού. Τους χώριζε η τάφρος του αμεταφράστου: Ενας ξένος πολιτισμός ανέπλαθε βάσανα σε έναν κυματοειδή λυγμό που μάλλον ήταν η γλώσσα του.

Υστερα από πολλή, έκθαμβη σιωπή και λίγο ουίσκι, ένας εκπρόσωπος της πορτοκαλί φυλής δοκίμασε να στείλει μήνυμα συμφιλίωσης στην άλλη άκρη της τάφρου. Εδειξε τον ήδη ανθοστόλιστο Καρρά και φώναξε: «Hey, man! Somebody call an ambulance! The man is in pain!».

 

Πώς θα τον άκουγες αν δεν ήξερες τη γλώσσα του;

 

Ο άνθρωπος όντως πονούσε. Δεν τραγουδούσε απλώς έναν πόνο. Προσπαθούσε να ξεγεννήσει λαρυγγικώς μια προπατορική οδύνη, σαν να έκανε γαργάρα με γυαλιά. Ετσι, χωρίς να έχει τα καθαρά φωνήεντα των μεγάλων λαϊκών φωνών (χωρίς το μέταλλο ενός Μητροπάνου), με γρέζι βραστήρα, που άφριζε από μια αενάως κοχλάζουσα ερωτική ήττα, ο Καρράς καθιερώθηκε ως μίστερ Πόνος.

Αυτός που –με σφαλιστά τα μάτια και τα φρύδια κυρτά, στην καμπύλη του στεναγμού– ομολογούσε σιωπηρά στο μικρόφωνο ότι δεν μπορούσε να πατήσει σε όλες τις νότες, εξισωνόταν με την πλατεία και ενσάρκωνε την αλγολαγνική αυτοθυματοποίηση, που ένθεν της πολιτισμικής τάφρου ονομάζουμε «καψούρα».

Η ιδιαιτερότητα αυτού του ενδημικού συναισθήματος είναι ότι ενώ χρησιμοποιεί το οικουμενικό λεξιλόγιο της μοναξιάς, της διάψευσης και της προδοσίας, δεν εκδηλώνεται κατά μόνας. Εκδηλώνεται κυρίως τελετουργικά. Δηλαδή κοινωνικά. Στου Καρρά ο ιδιωτικός πόνος συναντιόταν και –περίπου– συνηχούσε με εκατοντάδες ομόφωνους νταλκάδες. Αρκούσε ο ίδιος να βήξει τις πρώτες συλλαβές για να πυροδοτήσει το μοίρασμα του ερωτικού πένθους. Στην αυτοσχέδια σκηνοθεσία της «καψούρας» κανείς δεν καιγόταν μόνος. Καιγόταν μαζί. Εν χορώ.

Αυτή η φάμπρικα συναισθήματος δεν εγείρει βέβαια αξιώσεις κατεργασίας. Κόβει το συναίσθημα χοντρό.

Χοντρό δεν σημαίνει όμως λιγότερο γνήσιο. Η ηχηρή εισπνοή του Καρρά από το στόμα είχε σωστά επιζήσει και στις «επιμελημένες» ηχογραφήσεις του. Τραβούσε αέρα· έπαιρνε φόρα για να βγάλει τη φράση, πράγμα που έδινε στην ασθμαίνουσα εκφορά του το εφέ της σπλαχνικότητας.

Για να μοιράζεται η αγέλη το βαρύ συναίσθημα, πρέπει…

 

 αυτό να μην ξεκολλάει εντελώς από τα σώματα. Πρέπει να μεταδίδεται σαν ψυχική φαρυγγίτιδα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: