• Την απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας της Τουρκίας να υπερδιπλασιάσει το κύριο εβδομαδιαίο επιτόκιο διατραπεζικού δανεισμού στο 10,00% από το 4,50% και το επιτόκιο δανεισμού overnight στο 12,00% από το 7,75% και
• Τη συνεχιζόμενη φυγή κεφαλαίων από την τουρκική οικονομία, η οποία έχει προκαλέσει υποτίμηση του εθνικού νομίσματος έως και 18% από την αρχή του χρόνου ή έως και 37% από τον Μάιο του 2013.
Για να γίνει αυτό, η τουρκική οικονομία έχει μπροστά της να αντιμετωπίσει τρεις σημαντικές προκλήσεις:
• Την παρούσα φυγή επενδυτικών κεφαλαίων από την οικονομία της και τη δημιουργία μιας οικονομίας η οποία θα στηρίζεται κυρίως στις δικές της δυνάμεις.
• Τη διαχείριση των παρεμβάσεων που υφίστανται οι ανεξάρτητοι θεσμοί από την κυβέρνηση και την εμπέδωση διαφάνειας στον τρόπο λειτουργίας της οικονομίας.
• Την πολιτική αστάθεια που προκαλείται από τη «βαριά» πολιτική και πολιτισμική ατζέντα αντιπαράθεσης των τουρκικών κομμάτων.
Θα πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι, όταν αναλύουμε την οικονομική κατάσταση στη γείτονα χώρα, θα υποπέσουμε σε λάθη εάν προσπαθήσουμε να τη δούμε μέσα από την οπτική γωνία μιας δυτικού τύπου οικονομίας.
Θα αναφέρω ως παράδειγμα το γεγονός ότι στις δυτικού τύπου οικονομίες την αρμοδιότητα του έλεγχου των τιμών, μέσω της ροής χρήματος στην οικονομία, την έχουν οι κεντρικές τράπεζες οι οποίες λειτουργούν ανεξάρτητα από το πολιτικό σύστημα. Αυτός ήταν σε μεγάλο βαθμό και ο τρόπος λειτουργίας της Κεντρικής Τράπεζας της Τουρκίας, ο οποίος εισήχθη στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας από τον τότε υπουργό Οικονομικών Kεμάλ Ντερβίς.
Οι πρόσφατες παρεμβάσεις από τον Τούρκο πρωθυπουργό στον τρόπο διαχείρισης της κρίσης έδειξαν ότι η μεταρρύθμιση της ανεξάρτητης κεντρικής τράπεζας καταργήθηκε στην πράξη.
Τη μέγιστη ευθύνη σε αυτή την εξέλιξη την έχει ο τωρινός πρωθυπουργός Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος, με ενέργειες που προσομοιάζουν σε «βυζαντινισμούς», ουσιαστικά «μπλόκαρε» την αύξηση των επιτοκίων από την κεντρική τράπεζα. Και φυσικά είναι τεράστιες οι ευθύνες του τωρινού διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Τουρκίας Ερνέμ Βαρτσί, ο οποίος δεν ενήργησε σύμφωνα με την εντολή που έχει ως διοικητής «ανεξάρτητης» κεντρικής τράπεζας, δεν αύξησε τα επιτόκια ως όφειλε και «υπάκουσε» στις πιέσεις του πρωθυπουργού.
• Eνέτεινε στη φυγή κεφαλαίων προς το εξωτερικό.
• Eνέτεινε στην υποτίμηση του εθνικού νομίσματος, για τη στήριξη του οποίου η κεντρική τράπεζα ξοδεύει από τα συναλλαγματικά διαθέσιμα ποσά που ανέρχονται σε 35-40 δισ. δολάρια, τα οποία είναι αρκετά για τη χρηματοδότηση εισαγωγών περίπου 2-3 μηνών.
• Προκάλεσε την αύξηση του εισαγόμενου πληθωρισμού (αυτή η εξέλιξη θα έχει αρνητικές συνέπειες σε μια οικονομία που εισάγει το 95% των ενεργειακών αναγκών της, ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 7,4% τον Δεκέμβριο του 2013).
• Τελικά δεν απετράπη η αύξηση των επιτοκίων, και το κυριότερο
• Εχει καταστραφεί η αξιοπιστία της κεντρικής τράπεζας.
Ομως δεν αποτελεί πρωτόγνωρο φαινόμενο για την κυβέρνηση του κ. Ερντογάν. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της εισαγωγής του πρόσφατου νομικού πλαισίου, το οποίο καλύπτει τη λειτουργία της τουρκικής κεφαλαιαγοράς και το οποίο ψηφίστηκε από το Κοινοβούλιο τον Δεκέμβριο του 2012.
Η συγκεκριμένη νομοθεσία συμπεριλαμβάνει ό,τι πιο σύγχρονο υπάρχει στις δυτικού τύπου κεφαλαιαγορές και χαρακτηρίζεται «ιδανικό» σε σχέση με αυτά που υπάρχουν στις άλλες αναδυόμενες οικονομίες. Αλλά στο άρθρο 107 του συγκεκριμένου νόμου, προβλέπεται με ένα ασαφή και γενικόλογο τρόπο η αποπομπή της επιτροπής κεφαλαιαγοράς:
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι οι παρεμβάσεις σε κεντρική τράπεζα και επιτροπή κεφαλαιαγοράς δεν είναι μεμονωμένες. Εντάσσονται στο ίδιο πλαίσιο με τις πρόσφατες παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη για τις εκτεταμένες έρευνες σε ζητήματα διαφθοράς.
Και φυσικά πηγάζουν από την έντονη διαμάχη μεταξύ του παραδοσιακού μοντέλου του «ισχυρού πολιτικού ανδρός», πάνω στο οποίο κινείται το τοπικό πολιτικό σύστημα επί αιώνες, και της ευρωπαϊκής προοπτικής, η οποία προϋποθέτει τη δημιουργία ισχυρών θεσμών και σταθερών, διαφανών δομών διοίκησης και ελέγχου, σε οικονομία και πολιτικό σύστημα. Η εσωτερική πολιτική σύγκρουση, που βρίσκεται σε εξέλιξη, υπεισέρχεται και σε πολιτισμικές διαφορές και σε ζητήματα γεωπολιτικού προσανατολισμού. Και μπορεί τα οικονομικά ζητήματα που ταλανίζουν τη χώρα να είναι σε γενικές γραμμές διαχειρίσιμα. Τουναντίον, τα πολιτικά και πολιτισμικά ζητήματα ενδεχομένως να προκαλέσουν ακόμα και γεωπολιτικά ζητήματα στη γείτονα χώρα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου