Οι τράπεζες επανεξετάζουν τα επιχειρηματικά τους μοντέλα, περιορίζουν την ανάληψη κινδύνου στην αγορά ακινήτων, κόβουν θέσεις εργασίας, μέχρι που αποτραβιούνται από ορισμένες κατηγορίες επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Το πρόβλημα είναι ότι μέχρι να εφαρμοστούν οι αλλαγές θα φτάσουμε στο τέλος της δεκαετίας. Εν μέρει, γιατί τεχνικά το ζήτημα είναι περίπλοκο και εν μέρει γιατί οι πολιτικοί φοβούνται πως, αν πιέσουν πολύ την τραπεζική βιομηχανία οι οικονομίες τους θα βυθιστούν ακόμη περισσότερο στην ύφεση.
ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ: Πως θα καθαρίσουμε τον τραπεζικό βόθρο που γελοιοποίησε τον καπιταλισμό
Πέντε χρόνια μετά το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης, τον
Αύγουστο του 2007, ο τραπεζικός τομέας εξακολουθεί να παρουσιάζει την
εικόνα βιομηχανίας που έχει πάθει αμόκ.
Σκάνδαλα συνεχίζουν να
αποκαλύπτονται: εικάζεται ότι μια ομάδα τραπεζών, περιλαμβανομένης της
Barclays, επιχείρησε να χειραγωγήσει τα επιτόκια δανεισμού, το «ξέπλυμα»
χρήματος από την HSBC, εσωτερική πληροφόρηση από τη Nomura προς τους
πελάτης της, και τρομακτική διαχείριση κινδύνου από την JPMorgan, όπου
μέχρι στιγμής έχουν εντοπιστεί ζημίες ύψους 5,8 δισ. δολαρίων.
Πράγματι, oρισμένα από αυτά τα σκάνδαλα χρονολογούνται από την εποχή
πριν σκάσει η «φούσκα». Ωστόσο, οι πολίτες γίνονται όλο και πιο
ανυπόμονοι εξαιτίας του αργού ρυθμού προώθησης αλλαγών, ειδικότερα καθώς
η ύφεση «δαγκώνει» σε πολλές χώρες. Γι’ αυτό ορισμένοι παρατηρητές
προτείνουν την αποχώρηση ολόκληρης της παλιάς φρουράς με το επιχείρημα
ότι μόνο νέες ομάδες μπορούν να καθαρίσουν τον βούρκο. Επίσης, σταδιακά
ακούγονται όλο και περισσότεροι να υποστηρίζουν πως οι τράπεζες πρέπει
να χωριστούν σε χαμηλού κινδύνου εμπορικές τράπεζες και σε, στυλ καζίνο,
επενδυτικές τράπεζες.
Κάτι πρέπει να γίνει. Η χρηματοπιστωτική βιομηχανία γελοιοποίησε τον
καπιταλισμό. Παρά τις ατελείωτες διασώσεις, οι τραπεζίτες ακόμη
αμείβονται υπερβολικά. Τα κέρδη ιδιωτικοποιούνται, ενώ οι ζημίες
κοινωνικοποιούνται. Η κανονιστική θηλιά γύρω από τη βιομηχανία
εξακολουθεί να σφίγγει. Μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση υπήρξε παγκόσμια
προσπάθεια να αυξηθούν τα κεφαλαιακά αποθέματα και τα αποθέματα
ρευστότητας, ενώ έγινε και προσπάθεια περιορισμού της ανάληψης ρίσκου.
Αυτή η ομοβροντία νέων κανονισμών πιέζει την κερδοφορία του κλάδου και
τις αμοιβές.
Οι τράπεζες επανεξετάζουν τα επιχειρηματικά τους μοντέλα, περιορίζουν την ανάληψη κινδύνου στην αγορά ακινήτων, κόβουν θέσεις εργασίας, μέχρι που αποτραβιούνται από ορισμένες κατηγορίες επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Το πρόβλημα είναι ότι μέχρι να εφαρμοστούν οι αλλαγές θα φτάσουμε στο τέλος της δεκαετίας. Εν μέρει, γιατί τεχνικά το ζήτημα είναι περίπλοκο και εν μέρει γιατί οι πολιτικοί φοβούνται πως, αν πιέσουν πολύ την τραπεζική βιομηχανία οι οικονομίες τους θα βυθιστούν ακόμη περισσότερο στην ύφεση.
Υπό αυτές τις συνθήκες, οι προτάσεις για ολοκληρωτική αλλαγή φρουράς και
διαχωρισμούς τραπεζών έχουν τη λαϊκή υποστήριξη. Ομως δεν αποτελούν την
καλύτερη επιλογή. Αν αποχωρήσουν όλα τα υψηλόβαθμα στελέχη μιας
προβληματικής εταιρείας, θα αναλάβουν αρχάριοι, γεγονός πολύ επικίνδυνο.
Αν οι μάνατζερ έχουν εμπλακεί σε σκάνδαλο, ακόμη και ελάχιστα, θα
πρέπει να αποχωρήσουν. Εν τω μεταξύ, είναι αφελές να πιστεύει κανείς ότι
ο διαχωρισμός των τραπεζών θα προσφέρει μια γρήγορη λύση στα προβλήματα
της βιομηχανίας.
Δεν είναι αλήθεια ότι ο συνδυασμός επενδυτικών και
εμπορικών τραπεζών προκάλεσε την κρίση. Πολλές εμπορικές τράπεζες
αντιμετώπισαν πολύ σοβαρά προβλήματα, ενώ η Lehman Brothers ήταν μόνο
επενδυτική τράπεζα. Ακόμη περισσότερο, οι διαχωρισμοί θα είναι εφικτοί
σε τουλάχιστον πέντε χρόνια, όταν περιοριστούν σε μέγεθος οι επενδυτικές
τράπεζες, ξεφορτωθούν τις επισφαλείς επενδύσεις και
επανακεφαλαιοποιηθούν.
Οπότε τι μπορεί να γίνει στο μεταξύ;
Πρώτον, οι αμοιβές. Ο ορισμός
ανώτατου ορίου στα μπόνους δεν είναι λογικός διότι απλώς ενθαρρύνει τις
τράπεζες να αυξήσουν τους μισθούς. Καλύτερη ιδέα είναι τα τραπεζικά
στελέχη να παίρνουν ως μπόνους μη εξασφαλισμένα ομόλογα των ίδιων των
τραπεζών. Αν η τράπεζα βρεθεί σε δυσκολίες, οι μάνατζερ θα χάσουν πολλά
λεφτά.
Δεύτερον, η τραπεζική βιομηχανία υποφορολογείται. Η καλύτερη λύση
δεν είναι ο φόρος Τόμπιν που προτείνει η Ε.Ε., διότι δεν θα καταστήσει
ασφαλέστερο τον τραπεζικό τομέα. Καλύτερες επιλογές είναι η επιβολή ΦΠΑ
στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και η πληρωμή τέλους από τις τράπεζες
που λαμβάνουν κρατική χρηματοδότηση.
Τρίτον, τα διοικητικά συμβούλια
πολύ συχνά αποτυγχάνουν να ελέγξουν παντοδύναμα στελέχη. Τόσο οι
νομοθέτες όσο και οι μέτοχοι πρέπει να επιμείνουν ότι τα διοικητικά
συμβούλια των τραπεζών θα πρέπει να έχουν μεγαλύτερη εξουσία. Αν το
υπάρχον κανονιστικό πλαίσιο συμπληρωθεί με αυτές τις προτάσεις, τότε
ίσως να εξευμενιστούν οι πολίτες, ενώ μελλοντικά θα υπήρχαν μικρότερες
πιθανότητες η τραπεζική βιομηχανία να ξαναβρεθεί σε κατάσταση αμόκ.
Ετικέτες
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ,
ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ,
ΞΕΝΟΣ ΤΥΠΟΣ,
ΤΡΑΠΕΖΕΣ
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου