Μία ήταν η μεγάλη είδηση του Σαββατοκύριακου, κατά την εκτίμησή μου: το γεγονός ότι το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ μόλις πέρασε τα 40 τρισεκατομμύρια δολάρια, έπιασε δηλαδή το 120% του ΑΕΠ της μεγαλύτερης οικονομίας στον κόσμο.
Η ειρωνεία της υπόθεσης είναι ότι το ρεκόρ αυτό σημειώνεται επί προεδρίας Τραμπ, ο οποίος πίσω στο 2014 – τότε που ξεκινούσε την προεκλογική εκστρατεία του κι οι περισσότεροι γελούσαμε εις βάρος του – υποσχόταν ότι θα τιθασεύσει το διογκούμενο δημόσιο χρέος, που τότε ήταν 21 τρισ. μόλις, εν σχέσει με τα 40 τρισ. σήμερα.
Και το πιο ανησυχητικό, εκτός από το μέγεθος του χρέους, είναι ο φαύλος κύκλος τον οποίο ανοίγει για την εξυπηρέτησή του, καθώς βλέπουμε το αμερικανικό δημόσιο να δανείζεται βραχυπρόθεσμα, και με μεγαλύτερο κόστος, προκειμένου να εξυπηρετήσει παλαιότερα και μακροπρόθεσμα χρέη.
Οχι ότι και οι άλλοι πάνε καλύτερα. Η Βρετανία έφτασε το χρέος της φέτος στο 100% του ΑΕΠ και ορισμένοι αναλυτές προειδοποιούν για τον κίνδυνο κρίσης ρευστότητας, καθώς το 80% των κεφαλαίων που δανείστηκε η χώρα το 2025 πήγε στην πληρωμή τόκων. Η Γαλλία ανέβασε κι εκείνη το δικό της χρέος στο 117%, η Ιταλία βρίσκεται πάντα στο 137% με αυξητικές τάσεις, η Ιαπωνία στο 200%.
Μόνον εμείς, ο Υπαρκτός Ελληνισμός, περνούσαμε τους Ιάπωνες το 2020 με 209%.
Εκτοτε, όμως, το έχουμε κατεβάσει στο 146%, και εφόσον συνεχιστεί το πρόγραμμα αποπληρωμής, το 2031 το δημόσιο χρέος θα έχει πέσει στο ύψος που είχε προ εικοσαετίας, δηλαδή στο 130% του ΑΕΠ.
Δεν νομίζω, λοιπόν, ότι χρειάζεται να είσαι οικονομολόγος για να κρίνεις. Φτάνει να διαθέτεις την κοινή λογική, για να φοβάσαι το ενδεχόμενο μιας παγκόσμιας κρίσης χρέους και για να αντιλαμβάνεσαι, επίσης, ότι η πολιτική μείωσης του χρέους είναι η ασφαλής θέση μέσα σε αυτό το περιβάλλον ρευστότητας και κινδύνων. Είναι η συμφέρουσα στάση, οικονομικά και δημοσιονομικά, αλλά και ηθικά, με την έννοια της ευθύνης έναντι των επομένων γενεών, στις οποίες φορτώνουμε τις συνέπειες των λαθών μας. Θυμίζω με την ευκαιρία την πινακίδα που είχε ο πρόεδρος Τρούμαν στο γραφείο του: «The Buck Stops Here». Κάπου πρέπει να σταματάει η μετάθεση της ευθύνης.
Μέσα στο πλαίσιο αυτό, δεν προξενεί την παραμικρή κατάπληξη ότι ήταν ο Νίκος «13-0» Παππάς του ΣΥΡΙΖΑ εκείνος που πρώτος έσπευσε, στις 17 Αυγούστου, να καταγγείλει την κυβέρνηση, για την ανακοίνωση ότι εντός του τρέχοντος έτους θα γίνει πρόωρη αποπληρωμή χρέους 13 δισεκατομμυρίων. Ο πρώην υπουργός το γράφει απερίφραστα ότι «η πρόωρη αποπληρωμή δεν πρέπει να γίνει», επειδή «υπάρχουν άλλες κατεπείγουσες ανάγκες» (από τις οποίες θα αντλήσουμε ψήφους, ενώ οι επόμενες γενιές που φορτώνονται το χρέος δεν ψηφίζουν…).
Κλείνει την παρέμβασή του ο πρώην υπουργός, υπενθυμίζοντάς μας ότι όλα αυτά που λέει και όσα πρόκειται να πει είναι «αριστερά και προοδευτικά». Αν τουλάχιστον προσέθετε και το επίρρημα «ανεύθυνα», θα ήταν ακριβέστατος και δεν θα μπορούσαμε να πούμε τίποτα.
Επαναλαμβάνω, όμως, ότι αυτή η θέση προερχόμενη από τον συγκεκριμένο πολιτικό δεν εκπλήσσει. Αντιθέτως, επιβεβαιώνει όσα γνωρίζουμε ήδη για το ποιόν του και τον κυνισμό του.
Εκείνο, όμως, που εκπλήσσει πολύ δυσάρεστα είναι ότι, την αμέσως επομένη μέρα, τον μιμήθηκε το ΠΑΣΟΚ! Η σχετική ανακοίνωση του κόμματος είναι μνημείο γκρίνιας και κακομοιριάς, χωρίς ουσιαστικά επιχειρήματα. Κατανοεί μεν, αλλά οι ωφέλειες είναι περιορισμένες, τα «υπερπλεονάσματα» (ομολογουμένως, δεν ήξερα ότι υπάρχουν τέτοια) προέρχονται από υπερφορολόγηση, ενώ ο πληθωρισμός έχει αφεθεί στην τύχη του. Συνεχίζει, ζητώντας «διεξοδική» συζήτηση στη Βουλή με θέμα τις πολιτικές αποπληρωμής του χρέους – με απλά λόγια, αν πρέπει να πληρώνουμε τα χρέη μας ή όχι. Καταλήγει με μια έκκληση διά της πλαγίας υπέρ της αύξησης των κρατικών δαπανών, καθώς υποστηρίζει ότι το μεγάλο ύψος των πρωτογενών πλεονασμάτων είναι αντιαναπτυξιακός παράγοντας μεσοπρόθεσμα.
Μπροστά σε τέτοια ταύτιση θέσεων, βλέπω τουλάχιστον μια ακτίνα αισιοδοξίας για το μέλλον του Νίκου «13-0» Παππά, γιατί θα ήταν κρίμα να χαθεί τέτοιο κεφάλαιο μαζί με τον ΣΥΡΙΖΑ, η απήχηση του οποίου στο εκλογικό σώμα καταγράφεται πια στο 1,5%. Θα είναι καλοδεχούμενος στο ΠΑΣΟΚ.
Θα βρει μάλιστα και…
παλιούς φίλους, υποθέτω, γιατί πόσο πια να αργήσει η επιστροφή της Θεοδώρας Τζάκρη;

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου