"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


ΔΙΕΘΝΗΣ ΝΕΟΤΑΞΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΔΙΕΘΝΗ ΠΟΛΙΤΙΚΩΣ ΟΡΘΑ ΛΑΘΡΟΜΑΧΜΟΥΤΟΛΑΓΝΑ ΣΟΥΡΓΕΛΑ: Μοντέλα ένταξης μεταναστών (κι εμείς)

Της ΣΩΤΗΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ

Οι δημογραφικές αλλαγές στην Ευρώπη και γενικότερα στον ευρω-ατλαντικό κόσμο απαιτούν μια πολιτική ― μια πολιτική ένταξης, ενσωμάτωσης, των αλλοδαπών που αυτή τη στιγμή είτε λείπει, είτε είναι λανθασμένη. Με αποτέλεσμα αυτές οι αλλαγές να δυσχεραίνουν τη λειτουργία του εκπαιδευτικού και νομικού συστήματος υπονομεύοντας την κοινωνική συνοχή. Η περιβόητη πλέον εθελοτυφλία της αριστεράς και του politically correct κέντρου ―ο ανορθολογισμός, οι ευσεβείς πόθοι, η επιθετική αφέλεια― έχουν αφήσει ελεύθερο το πεδίο στα κόμματα της ακροδεξιάς, τα οποία εκμεταλλεύονται τις αποσχιστικές τάσεις μέρους της μουσουλμανικής νεολαίας, την αύξηση των μεταναστευτικών πιέσεων, την επέκταση του ισλαμικού φονταμενταλισμού ― συνδέοντας αυτά τα φαινόμενα με την πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όχι εντελώς άδικα: το Brexit οφείλεται εν πολλοίς στην ιδέα ότι μετά την αποχώρηση από την ΕΕ η Βρετανία θα μπορέσει να ενισχύσει τα σύνορά της.

Σε αυτό το πλαίσιο, φαίνεται σκόπιμο να αναθεωρηθούν οι πολιτικές ένταξης των μεταναστών σε όλη την Ευρώπη και στην Αμερική, για να εκτιμηθεί αν κάποια είναι καλύτερα προσαρμοσμένη στις σημερινές προκλήσεις.

Στη δεκαετία του 1980 κάθε χώρα υποτίθεται ότι εφάρμοζε ένα συγκεκριμένο «μοντέλο» ένταξης: αλλά το ζήτημα της διαχείρισης της πολιτιστικής ποικιλομορφίας είναι πιο περίπλοκο· σήμερα τα μοντέλα έχουν γίνει υβριδικά και οι χώρες υιοθετούν πολιτικές που είχαν απορρίψει στο παρελθόν προκειμένου να ανταποκριθούν στις μεταναστευτικές πιέσεις.

Το Έθνος-Κράτος, όπως είναι, ή ήταν, τα ευρωπαϊκά κράτη, μπορεί να οριστεί με την κοινή χρήση μιας κοινής γλώσσας και πολιτισμού: η πλειοψηφία που έχει καταγωγή από το συγκεκριμένο έδαφος οργανώνει την κοινή ζωή  σύμφωνα με την ιστορία και τον πολιτισμό της. Αυτός ο τύπος κράτους δέχεται και αναγνωρίζει την παρουσία μειονοτήτων στην επικράτειά του, αλλά η ανοχή δεν φτάνει, θεωρητικά, μέχρι την αμφισβήτηση του πολιτιστικού και γλωσσικού μονοπωλίου της πλειοψηφίας. Επιτρέπεται στις μειονότητες η ελεύθερη έκφραση της θρησκείας, της κουλτούρας και της γλώσσας τους στην ιδιωτική σφαίρα, αλλά η επίδειξη των ιδιαιτεροτήτων στη δημόσια σφαίρα θα μπορούσε, σε ορισμένες περιπτώσεις, να θεωρηθεί προσβολή στις αξίες και στον νομικό πολιτισμό. Ως εκ τούτου, στη Γαλλία, ένα έθνος-κράτος, απαγορεύτηκε ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 η μουσουλμανική μαντίλα στα σχολεία και η μπούρκα παντού στον δημόσιο χώρο. Η εν λόγω απόφαση ήταν συμβολική της διάθεσης του έθνους-κράτους να προστατέψει τον νομικό του πολιτισμό ― αλλά και πάλι, στην πράξη, δεν σήμαινε τίποτα και εξελήφθη ως αυταρχικό μέτρο.

Δεδομένου ότι εξ ορισμού το έθνος χαρακτηρίζεται από την κοινή χρήση ορισμένων πολιτιστικών χαρακτηριστικών, η ενσωμάτωση των μεταναστών στην κοινωνία συνεπάγεται προοδευτική αφομοίωση (η λέξη «αφομοίωση» δεν χρησιμοποιείται πλέον ως politically incorrect) διαφόρων κοινοτήτων ή ομάδων που ζουν στο έδαφός του.  

Στη Γαλλία, η Επανάσταση του 1789 πυροδότησε μια διαδικασία πολιτικής, πολιτιστικής και γλωσσικής ενοποίησης που στηρίχθηκε στην κατάργηση των φεουδαρχικών τάξεων, άρα και της κατάτμησης του εδάφους σε φέουδα-περιφέρειες με τοπικές γλώσσες.

Αυτή η διαδικασία ομογενοποίησης συνεχίστηκε στη διάρκεια του 19ου αιώνα όταν ολοκληρώθηκε η οικοδόμηση των εθνών ― όσο για τους αλλοδαπούς υπήρχαν προσδοκίες, σιωπηρές και ρητές, να ενστερνιστούν την κουλτούρα της πλειοψηφίας, αφήνοντας πίσω τους τα στοιχεία του πολιτισμού τους που δεν εναρμονίζονταν με αυτή. Οι ΗΠΑ ήταν τότε το χαρακτηριστικό παράδειγμα: το melting pot χώνευε και αφομοίωνε τους νεοφερμένους και τους μεταμόρφωνε σε «Αμερικανούς». Η κυρίαρχη κουλτούρα ήταν εκείνη των White Anglo-saxon Protestant και κανείς δεν φαινόταν να της αντιστέκεται: οι άνθρωποι επιθυμούσαν να εξαμερικανιστούν.

Σήμερα ο όρος «αφομοίωση» έχει αντικατασταθεί από τον όρο «ενσωμάτωση» που δεν σημαίνει πια την εγκατάλειψη της κουλτούρας προέλευσης των μεταναστών, αλλά προβλέπει τη δυνατότητα της προσκόλλησης στην αρχική κουλτούρα, ενώ παρουσιάζει την ευκαιρία της λίγο έως πολύ εσωτερίκευσης των προτύπων συμπεριφοράς μιας κοινωνίας. Οι προσδοκίες του έθνους για τους μετανάστες φαίνονται φυσικές: οι μετανάστες καλούνται να μάθουν την επίσημη γλώσσα, να σεβαστούν τον πολιτισμό και τις αξίες και να συμμορφωθούν με τον τρόπο ζωής της πλειοψηφίας. Αλλά οι θιασώτες της μη ενσωμάτωσης, της πολυπολιτισμικότητας, θεωρούν αυτό το σχήμα υπερβολικά βίαιο και αντίθετο στα ανθρώπινα δικαιώματα.

Σήμερα σε πολυεθνοτικές χώρες όπως ο Καναδάς και οι ΗΠΑ, όπου εφαρμόζεται πολιτική πολυπολιτισμικότητας, η ένταξη δεν απαιτεί την απώλεια της ταυτότητας των νεοφερμένων, των αρχικών τους χαρακτηριστικών, της μητρικής και πολιτιστικής τους γλώσσας. Ως εκ τούτου, οι μετανάστες καλούνται να διατηρήσουν τον πολιτισμό προέλευσής τους, χωρίς αυτό να θέτει υπό αμφισβήτηση τη συμμετοχή τους στην κοινωνία. Η ένταξή τους  αξιολογείται μέσω μιας σειράς παραμέτρων που συνδέονται με την κοινωνική, οικονομική και επαγγελματική του κατάσταση, οι οποίες βασίζονται στην ιδέα ότι η ένταξη είναι μια αμοιβαία κίνηση που αφορά τόσο την κοινωνία υποδοχής όσο και τις κοινότητες που φιλοξενούνται. Σε τέτοιες κοινωνίες, που έχουν χτιστεί από τη μετανάστευση, το κράτος προσπαθεί να διαχειριστεί τους πολιτισμούς που υπάρχουν στο έδαφός του με τη μεγαλύτερη δυνατή αμεροληψία ώστε να αποφευχθεί η προκατάληψη προς ορισμένες ομάδες.

Στον Καναδά η πολυπολιτισμική πολιτική που χρονολογείται από το 1971 οφειλόταν στο ότι ο Pierre-Elliott Trudeau φοβόταν πως ο ανταγωνισμός μεταξύ των δύο ιδρυτικών λαών θα οδηγούσε στη διαίρεση του Καναδά: έτσι κι αλλιώς, αποσχιστικές τάσεις υπήρχαν. Η πολυπολιτισμικότητα ήταν μια τακτική που θα μπορούσε να ενισχύσει την καναδική ενότητα εφόσον θα δημιουργούσε μικρότερες κοινότητες ανάμεσα στις δύο κυρίαρχες. Όμως πολλά έχουν αλλάξει από το 1971. 

Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980, η πολυπολιτισμικότητα βασίστηκε σε μια σειρά προγραμμάτων για τη διαφύλαξη των πολιτισμών των μεταναστών χωρίς να εξετάζονται οι συνέπειες στην κοινωνική ενότητα. 

Σε δεύτερη φάση, από το 1991, έγινε προτεραιότητα η μάχη για την καταπολέμηση του ρατσισμού ―ο οποίος οφειλόταν εν μέρει στο ότι οι μετανάστες διατηρούσαν ανέπαφη την κουλτούρα της χώρας προέλευσης― και συνέπεσε με τη συνειδητοποίηση ότι η εξύμνηση της διαφοράς δεν αρκούσε για να άρει τα εμπόδια στην ένταξη. 

Στην τελευταία φάση, από τα τέλη της δεκαετίας του 1990, η πολυπολιτισμικότητα στράφηκε στην έμφαση σε μια περιεκτική καναδική ταυτότητα και στις κοινές αξίες: με λίγα λόγια, ο Καναδάς, αν και επιτρέπει στους νέους πολίτες να διατηρήσουν την κουλτούρα προέλευσής τους, απαιτεί να μιλούν τουλάχιστον μία από τις δύο επίσημες γλώσσες, είτε γαλλικά είτε αγγλικά, και να έχουν γνώση για το πώς λειτουργεί η καναδική κοινωνία, τους νόμους του και τις ευθύνες του πολίτη. Αυτή η γνώση αξιολογείται μέσω ενός τεστ που περνούν όσοι φιλοδοξούν να πάρουν την καναδική υπηκοότητα. 

Η Ελβετία είναι, θεωρητικά, ένα διαφορετικό παράδειγμα, αν και όπως είπα, τα μοντέλα ενσωμάτωσης τείνουν να συγκλίνουν. 

Η Ελβετία είναι μια ένωση κοινοτήτων: η κάθε κοινότητα έχει τα σχολεία της και τα έθιμά της, αλλά το σύστημα ένταξής της όσον αφορά τους αλλοδαπούς μετανάστες είναι η «αφομοίωση». Παρότι πολυγλωσσική κοινωνία, η Ελβετία είναι έθνος-κράτος με έναν και μοναδικό πολιτισμό: πλουραλιστική και χωρίς πολυπολιτισμικό πρόγραμμα.

Πράγματι, η έννοια της ενσωμάτωσης και το σχήμα που παίρνει εξαρτάται από την ιστορία και τον τύπο του πολιτικού συστήματος. Και παρότι ο κανόνας μεταβάλλεται στο πέρασμα του χρόνου, μπορούμε να συγκρίνουμε ακόμα τα δύο κύρια μοντέλα ενσωμάτωσης ―το μοντέλο της «αφομοίωσης» με το μοντέλο της «πολυπολιτισμικότητας»― τα οποία αντιστοιχούν εντέλει στις δύο μεγάλες πολιτικές παρατάξεις. 

Το μοντέλο της αφομοίωσης, γνωστό και ως «κοσμικό» ή «ρεπουμπλικανικό», βασίζεται στον παραμερισμό των πολιτιστικών και θρησκευτικών διαφορών και με βάση την αρχή της αξιοπρέπειας για όλους τους πολίτες, αποδίδει τα ίδια δικαιώματα σε όλους, ανεξάρτητα από τις διαφορές τους: σήμερα το στηρίζουν οι συντηρητικές παρατάξεις, ενώ, στο παρελθόν αποτελούσε έμπνευση της αντικληρικής αριστεράς.  

Αντιθέτως, το μοντέλο της πολυπολιτισμικότητας βασίζεται σε μια πολιτική διαφοράς που οδηγεί σε μια καθολική αξίωση: όλοι οι πολίτες έχουν το δικαίωμα να ζουν σύμφωνα με τον πολιτισμό και τη θρησκεία τους. Και καθώς ο αντίκτυπος των καθολικών νόμων που υιοθετεί η πλειοψηφία μπορεί να θεωρηθεί «κοινωνική διάκριση» για άτομα που ανήκουν σε μια μειονότητα και σε μια θρησκευτική κουλτούρα, υπάρχει η δυνατότητα της προσαρμογής των νόμων με σκοπό την αποκατάσταση της ισότητας. Αυτή είναι περίπου η ιδέα της διεθνούς αριστεράς. 

Ο στόχος αυτών των δύο πολιτικών είναι ο ίδιος ―η διασφάλιση της ισότητας― αλλά διαφέρουν ως προς τον τρόπο που τον προωθούν. Στην πρώτη περίπτωση, η ισότητα διασφαλίζεται με αυστηρά ίση μεταχείριση, ανεξάρτητα από τις διαφορές, ενώ στη δεύτερη περίπτωση η ισότητα αναφέρεται στην ισότητα των ατομικών ευκαιριών οι οποίες εξαρτώνται από τις ιδιαιτερότητές τους.  

Σύμφωνα με την πολιτική της πολυπολιτισμικότητας...

 

 χρειάζονται νομικές διαφοροποιήσεις, με στόχο την αποκατάσταση της ισότητας: η εμπειρία όπως εκτιμάται σήμερα ήταν μάλλον αποτυχημένη και οι προσαρμογές που έγιναν στο πολυπολιτισμικό μοντέλο αποδεικνύουν την υπόρρητη παραδοχή του φιάσκου.

Τα μοντέλα ενσωμάτωσης που εφαρμόστηκαν στις χώρες της Ευρώπης έχουν αλλοιωθεί από τα μέσα της δεκαετίας του 1990. Σε έθνη-κράτη όπως η Γαλλία, η αφομοίωση εγκαταλείφθηκε προς όφελος μιας ενσωμάτωσης που επιτρέπει τη διατήρηση όλο και περισσότερων πολιτιστικών διαφορών. Το 1981, η θέσπιση ζωνών εκπαιδευτικής προτεραιότητας (ZEP) έδειχνε ότι η γαλλική δημοκρατία αποδεχόταν την ιδέα ότι η ισότητα μπορεί να περιλαμβάνει τη διάθεση ιδιαίτερων πόρων σε ορισμένες μειονεκτικές περιοχές. Ήδη, το 1991, το νομοσχέδιο υποχρέωνε κάθε κοινότητα να οικοδομεί ένα ορισμένο ποσοστό κοινωνικής στέγασης για να προωθήσει την ταξική και «φυλετική» πολυμορφία.

Παραλλήλως, άρχισαν να εφαρμόζονται θετικές διακρίσεις για την εισαγωγή σε σχολές γοήτρου όπως οι Sciences Po με στόχο νέοι από χαμηλά στρώματα να σπουδάσουν στις «Grandes Ecoles». Παρά τα προγράμματα κάλυψης των κοινωνικών ανισοτήτων, η Γαλλία προσπάθησε να εφαρμόσει πολιτική φυλετικής και εθνοτικής αχρωματοψίας. Αλλά, το 1996, στην ετήσια έκθεσή του το Κρατικό Συμβούλιο παραδέχτηκε ότι οι καθολικοί νόμοι δεν επαρκούσαν για να εξαλείψουν τις διακρίσεις: έτσι, ακόμα και στη Γαλλία επικράτησε η αρχή της πολυπολιτισμικότητας, όπως συνέβη στο Ηνωμένο Βασίλειο και στις Κάτω Χώρες.

Στην Ευρώπη ο όρος «πολυπολιτισμικότητα» αναφέρεται συχνότερα στη βρετανική και ολλανδική εμπειρία, μολονότι αυτές οι χώρες δεν έχουν υιοθετήσει επισήμως την πολιτική της πολυπολιτισμικότητας. Κατά κάποιον τρόπο, η πολυπολιτισμικότητα επικράτησε μόνη της. Το 1948, μετά την ανεξαρτησία πολλών αποικιών της, η Βρετανία αποφάσισε να παραχωρήσει σε όλους τους πολίτες των χωρών της Κοινοπολιτείας το δικαίωμα να εργάζονται και να ψηφίζουν στην πρώην μητρόπολη (Nationality Act). Πολλοί μετανάστες από την Αφρική, την Καραϊβική, την Ασία και την ινδική υποήπειρο, μετανάστευσαν στη Βρετανία, χωρίς να είναι στην πραγματικότητα καλοδεχούμενοι. Η «φυλή» και η εθνικότητα έγιναν κεντρικό χαρακτηριστικό της βρετανικής πολιτικής ένταξης.

Το 1966, ο Roy Jenkins, τότε υπουργός Εσωτερικών, συνόψισε την καινούργια προσέγγιση: «Ένταξη δεν σημαίνει ότι οι μετανάστες χάνουν τα δικά τους χαρακτηριστικά και την εθνική τους κουλτούρα. Δεν πιστεύω ότι χρειαζόμαστε χωνευτήρι […], χρειαζόμαστε ίσες ευκαιρίες που σχετίζονται με την πολιτιστική πολυμορφία, σε κλίμα αμοιβαίας ανοχής». Το θέμα ήταν να ενισχυθεί ο πλουραλισμός στη βρετανική κοινωνία χωρίς την υπερβολική αύξηση των διαφορών που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην παγίωση και σκλήρυνση των ταυτοτήτων, όπως είχε συμβεί με τις ινδικές κάστες στη διάρκεια της βρετανικής παρουσίας στην Ινδία. Όμως, παρά τις προσπάθειες για ίσες ευκαιρίες στην εκπαίδευση, οι μειονότητες γκετοποιήθηκαν. Ακόμα και η προσπάθεια προσαρμογής στην de facto πολυπολιτισμικότητα ―για παράδειγμα, πολλά διοικητικά έγγραφα μεταφράζονται σε γλώσσες των μειονοτήτων― αποδείχθηκε επιζήμια για την ένταξη.   

Όλα τα συστατικά της πολυπολιτισμικότητας, όπως τα θρησκευτικά σχολεία των μειονοτήτων, αποδείχτηκαν εξίσου επιζήμια.  

Μόλις το 2002 ξεκίνησε ο θεσμός του τεστ για άτομα που ζητούν την υπηκοότητα, σκοπός του οποίου ήταν να ελέγξει το επίπεδο της αγγλικής και τη γνώση των θεσμών, την ιστορία και τους νόμους της Βρετανίας. Στη διαδικασία προστέθηκε τελετή κατά την οποία καινούργιοι πολίτες ορκίζονται πίστη στη βασίλισσα: το περίεργο δεν είναι η θέσπισή της αλλά το ότι δεν υπήρχε νωρίτερα. Πάντως, το σύνθημα τώρα είναι Reclaiming Britishness: όπως ο Καναδάς, το Ηνωμένο Βασίλειο έχει συνειδητοποιήσει τη σπουδαιότητα της κοινής ταυτότητας και των κοινών αξιών για την κοινωνική συνοχή. Είναι κάπως αργά.

Η πολιτική ένταξης των Κάτω Χωρών άλλαξε το 2002, μετά τη δολοφονία του εθνικιστή Pim Fortuyn. Μέχρι τότε, οι αρχές συμβουλεύονταν τακτικά τους εκπροσώπους των μουσουλμανικών ενώσεων σύμφωνα με τα πρότυπα του σεβασμού των Προτεσταντών και των Καθολικών. Έτσι, όταν οι μουσουλμάνοι απαίτησαν «δικά τους» σχολεία, στο όνομα της ισότητας, οι αρχές το αποδέχτηκαν. Μόνο που αυτά τα σχολεία προωθούσαν μια κουλτούρα αντίθετη στην ευρωπαϊκή δημοκρατία· μια κουλτούρα που ήταν συχνά εχθρική και διαλυτική.

Μια έκθεση τον Μάιο του 1989 ενθάρρυνε τις αρχές να συνεχίσουν πολιτική ένταξης με μεγαλύτερη έμφαση στην εκμάθηση ολλανδικών και στην ένταξη στην αγορά εργασίας.  

Το 2000 ο Ολλανδός διανοούμενος Paul Scheffer δημοσίευσε ένα άρθρο «Το πολυπολιτισμικό δράμα», στο οποίο ανέλυε την αποτυχία του ολλανδικού μοντέλου ένταξης: «Στις Κάτω Χώρες ζούμε ο ένας δίπλα στον άλλον χωρίς να συναντιόμαστε ποτέ: ο καθένας έχει τα δικά του καφέ, τα δικά του σχολεία, τα δικά του ινδάλματα, τη δική του μουσική, τη δική του πίστη, τον δικό του χασάπη, και σύντομα θα έχει τον δικό του δρόμο και τη δική του γειτονιά». Πράγμα που συνέβη.

Μετά τη δολοφονία του Pim Fortuyn που κατήγγελλε τον ρόλο του Ισλάμ στην κοινωνία, δολοφονήθηκε ο σκηνοθέτης Τeo van Gogh από έναν νεαρό ισλαμιστή μαροκινής καταγωγής. Αυτά τα γεγονότα, μαζί με την αύξηση των βίαιων επεισοδίων κατά της μουσουλμανικής κοινότητας, ώθησαν την ηγεσία σε μια νέα πολιτική ένταξης με τεστ για την επιλογή του κάθε μετανάστη που ζητούσε την υπηκοότητα και με την κατάργηση της εκμάθησης της μητρικής γλώσσας που προσφερόταν στα δημοτικά σχολεία. Αντιθέτως, στη Γαλλία, μέσα σε μια αλλοπρόσαλλη κατάσταση διαμάχης, τα αραβικά έγιναν γλώσσα επιλογής στα σχολεία.

Η πρόκληση των μοντέλων ένταξης επηρέασε χώρες με παράδοση αφομοίωσης, όπως η Γερμανία. 

Για πολύ καιρό η Γερμανία θεωρήθηκε ένα τυπικό παράδειγμα του «εθνικού έθνους», σε αντίθεση με το μοντέλο «πολιτικό έθνος» το οποίο εκπροσωπεί η Γαλλία. Το πρώτο ιδρύθηκε στο δίκαιο του αίματος (jus sanguinis) και αναφέρεται σε κοινά γλωσσικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά, ενώ το δεύτερο βασίζεται στο δίκαιο του εδάφους (jus soli) και στην ανταλλαγή πολιτικών αρχών. Στη Γερμανία, ο τρόπος μετάδοσης της εθνικότητας-υπηκοότητας βάσει κριτηρίων που σχετίζονται με την κληρονομικότητα χαλάρωσε προκειμένου να διευκολυνθεί η ένταξη νέων πολιτών. Κι ενώ παλιότερα οι Gastarbeiter καλούνταν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, από το 1990 η Γερμανία παραχώρησε στους αλλοδαπούς ίσα δικαιώματα, πρόσβαση στο κοινωνικό σύστημα και στην υπηκοότητα. Πράγμα που δεν εμπόδισε καθόλου τον κοινοτισμό και την γκετοποίηση.

Τα πολυπολιτισμικά μοντέλα έχουν επικριθεί για τον κοινοτισμό που προκαλούν: η γεωγραφική συγκέντρωση των μεταναστών σε συγκεκριμένες γειτονιές τις καθιστά συνήθως προβληματικές. Αυτό το φαινόμενο εντείνεται σε χώρες όπου οι μετανάστες προέρχονται κυρίως από πρώην αποικίες, όπως συμβαίνει με τη Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τις Κάτω Χώρες. Ο κοινοτισμός ενισχύεται σε όλα τα κράτη όπου κάθε κοινότητα έχει τα δικά της σχολεία, τους χώρους λατρείας και τους συλλόγους της, αλλά στην πραγματικότητα συμβαίνει σε όλες τις χώρες: στη Βρετανία, στο Βέλγιο, στη Γαλλία εκτεταμένες συνοικίες παγιδεύουν τους κατοίκους σε ένα ηθικό και νομικό σύστημα που δεν είναι το ηθικό και νομικό σύστημα του κράτους. Ωστόσο, η πολιτική που στηρίζεται στην τύφλωση μπροστά στις πολιτιστικές διαφορές παράγει τα ίδια αποτελέσματα: τα γαλλικά προάστια δημιουργήθηκαν σε μια εποχή που, όπως είπα, η Γαλλία προσπαθούσε να εφαρμόσει φυλετική, θρησκευτική και εθνοτική αχρωματοψία.

Όποια και αν είναι τα συστήματα ένταξης, αντιμετωπίζουμε τις εξής προκλήσεις: 

Τη συγκέντρωση των μειονοτήτων σε γειτονιές που έχουν την τάση να υποβαθμίζονται, την τζιχαντοποίηση της μουσουλμανικής νεολαίας, τον κοινωνικό κατατεμαχισμό που προκύπτει από το κοινωνικό και θρησκευτικό μίσος, την ανυπακοή στους νόμους της δημοκρατίας και συχνά την αφοσίωση στο έθνος προέλευσης όπως συμβαίνει συχνά με τις τουρκικές και αλγερινές μειονότητες.  

Αυτές οι προκλήσεις αναγκάζουν τα κράτη να εξελιχθούν προς μια πιο ρεαλιστική διαχείριση των προβλημάτων που προκαλεί η συμβίωση, χωρίς να παραιτηθούν από μια καθολική πολιτική βασισμένη στην πρακτική της κοινής γλώσσας, τον σεβασμό κοινών πολιτικών αρχών και στην ίση πρόσβαση τόσο στα δικαιώματα ―παιδεία, στέγαση, απασχόληση― όσο και στις υποχρεώσεις. Αν ο στόχος μας είναι ο ρεπουμπλικανισμός και η κοσμικότητα έχουμε κάνει πολλά βήματα πίσω.



Δεν υπάρχουν σχόλια: