Ελληνικό σχολείο στο Σοχούμι κατά τη
δεκαετία του '30, πριν ο σταλινισμός απαγορεύσει την ελληνική εκπαίδευση
και εξαπολύσει τις διώξεις κατά της ελληνικής μειονότητας
Διδάκτορα Σύγχρονης Ιστορίας και μαθηματικού
...πόνεσα την αιώνια σταυρωνόμενη
ράτσα μου που κιντύνευε και πάλι στο προμηθεϊκό βουνό του Καυκάσου. Δεν
ήταν ο Προμηθέας, ήταν η Ελλάδα καρφωμένη πάλι από το Κράτος και τη Βία
στον Καύκασο -αυτός είναι ο σταυρός ο δικός της- και φωνάζει. Φωνάζει
τους ανθρώπους, τα παιδιά της να τη σώσουν
ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ
(«Καύκασος», Αναφορά στον Γκρέκο)
Στις 24 Δεκεμβρίου του 1991 διαλύθηκε και τυπικά η Ενωση
Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών, παραχωρώντας τη θέση της σε
ανεξάρτητα και κυρίαρχα κράτη. Την ημέρα αυτή έφτασε στο τέρμα μια
ολόκληρη ιστορική περίοδος, που ξεκίνησε στις 7 Νοεμβρίου του 1917, με
την κατάληψη της εξουσίας από τους μπολσεβίκους. Η κατάρρευση του
αυταρχικού μονοκομματικού καθεστώτος είχε δραματικές συνέπειες στη
σοβιετική κοινωνία. Εμφύλιες συγκρούσεις, διεθνικοί πόλεμοι, ακραίοι
εθνικισμοί, ανταλλαγές πληθυσμών και εθνικές εκκαθαρίσεις
επανεμφανίστηκαν στα πολυεθνοτικά εδάφη της αυτοκρατορίας.
Στο μέσο των συγκρούσεων βρέθηκαν και αρκετοί από τους 500.000
Ελληνες που κατοικούσαν στην ΕΣΣΔ και αποτελούσαν μια διακριτή
μειονότητα, που έφερε ένα σημαντικό ιστορικό φορτίο.
Η μεγαλύτερη εμπλοκή των Ελλήνων στις ένοπλες συγκρούσεις του
Καυκάσου -με τουλάχιστον 50 νεκρούς- υπήρξε στην Αμπχαζία, τμήμα της
Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γεωργίας. Στην Αμπχαζία
κατοικούσαν 15.000 Ελληνες, οι οποίοι στην πλειονότητά τους είχαν
επιστρέψει από την Κεντρική Ασία, όπου είχαν εκτοπιστεί το 1949. Η
Αμπχαζία είχε καθεστώς Αυτόνομης Δημοκρατίας, ενταγμένης στη Σοβιετική
Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Γεωργίας. Οι Γεωργιανοί διεκδίκησαν την
πλήρη ενσωμάτωση της Αμπχαζίας στο έθνος-κράτος τους, ενώ οι Αμπχάζιοι
θέλησαν να δημιουργήσουν το δικό τους.
Η σύγκρουση των Γεωργιανών με τους Αμπχάζιους χρονολογείται από
το πρώτο τέταρτο του 20ού αιώνα. Η νέα σύγκρουση ξεκίνησε με αφορμή την
προσπάθεια των Γεωργιανών να ιδρύσουν στο Σοχούμι, όπου υπήρχε ήδη το
πανεπιστήμιο της Αμπχαζίας, γεωργιανό πανεπιστήμιο. Η αντίθεση των
Αμπχαζίων και η επιμονή των Γεωργιανών οδήγησε στις πρώτες συγκρούσεις,
με θύματα και από τις δύο πλευρές. Η όξυνση των γεγονότων στην Αμπχαζία
οδήγησε 1.400 Ελληνες της περιοχής να προβούν τον Μάιο του 1992 σε
έκκληση προς την ελληνική κυβέρνηση, στην οποία ζητούσαν να τεθούν υπό
την προστασία της ελληνικής κυβέρνησης και να χαρακτηριστούν
«πρόσφυγες».
Η αφορμή για την τελική σύγκρουση δόθηκε στην αρχή του
καλοκαιριού του 1992, όταν στάλθηκε γεωργιανός στρατός στο Σοχούμι. Οι
Ελληνες της περιοχής βρέθηκαν στο μέσο των μαχών. Διακήρυξαν την
ουδετερότητά τους, παρ' ότι συναισθηματικά υποστήριζαν τους Αμπχάζιους.
Οι Αμπχάζιοι, παρ' ότι ήταν μόνο το 17% του συνολικού πληθυσμού της
Αμπχαζίας, κατάφεραν να πάρουν με το μέρος τους τις περισσότερες εθνικές
ομάδες της περιοχής, συγκροτώντας έτσι ένα ευρύ αντιγεωργιανό μέτωπο.
Υποστηρίχθηκαν επίσης από την Ομοσπονδία των Ορεινών Λαών του Καυκάσου,
που είχε στόχο την επαναφορά του status quo που υπήρχε πριν από την
κατάληψη της περιοχής από τους Ρώσους το 19ο αιώνα.
Με την έναρξη των συγκρούσεων οι ρωσικές εφημερίδες δημοσίευσαν
την είδηση ότι η ελληνική κυβέρνηση θα μεριμνήσει για τη μεταφορά των
εγκλωβισμένων Ελλήνων και ειδικά των παιδιών. Ως αποτέλεσμα της είδησης
αυτής, οι Ελληνες της πόλης κατέβαιναν κάθε μέρα στο λιμάνι περιμένοντας
το πλοίο, το οποίο έφτασε έπειτα από 14 μήνες.
Μάνα και γέροντες θρηνούν στο Σοχούμι την εποχή των σταλινικών διώξεων
Σύντομα στο Σοχούμι εμφανίστηκαν παρακρατικές ομάδες, οι οποίες
λεηλατούσαν και έκλεβαν τον άμαχο πληθυσμό. Παρουσιάστηκαν περιπτώσεις
απαγωγής Ελλήνων με σκοπό τα λύτρα, καθώς και επιθέσεις των οργανωμένων
παραστρατιωτικών ομάδων στα ελληνικά χωριά. Χαρακτηριστικότερο
παράδειγμα είναι αυτό του χωριού Γεόργιεφκα, όπου, αφού η ομάδα των
ληστών επισκέφθηκε την ελληνική εκκλησία και προσευχήθηκε, άρχισε τις
ληστείες και τις βιαιοπραγίες κατά των Ελλήνων.
Επίσης πολλά κρούσματα ληστειών και βιασμών σημειώθηκαν μέσα
στην ίδια την πόλη του Σοχούμι. Οι Ελληνες αποτέλεσαν ιδιαίτερο στόχο
αυτών των επιθέσεων, γιατί υπήρχε η εντύπωση ότι ήταν εύπορη ομάδα, η
οποία ενισχυόταν οικονομικά από συγγενείς που ζούσαν στην Ελλάδα. Οι
ληστές συνήθως βασάνιζαν τα θύματά τους για να τους παραδώσουν τα
χρήματα και τα διάφορα τιμαλφή.
Οι περιουσίες των Ελλήνων βρέθηκαν στο έλεος των φανατικών
παραστρατιωτικών ομάδων. Σε μια περίπτωση στάλθηκε επιστολή διαμαρτυρίας
προς στον Ε. Σεβαρντνάντζε, στην οποία καταγγέλθηκε ότι: «Η επίθεση και
η κατάκτηση και η ληστεία των περιουσιών των Ελλήνων πολιτών στην πόλη
Σοχούμι γίνεται όλο και πιο συχνά. Το θέμα έφτασε μέχρι την κατ' ευθείαν
απαλλοτρίωση της ακίνητης περιουσίας». Περιγράφηκε ο τρόπος κατάληψης:
«...η σιδερένια πόρτα της εισόδου παραβιάστηκε με οξυγονοκόλληση υπό την
προστασία της εθνοφρουράς. Μετά, σ' αυτό το διαμέρισμα εγκαταστάθηκε
οικογένεια Γεωργιανών, την οποία και μέχρι τώρα προστατεύουν οι
στρατιώτες του γεωργιανού κράτους». Η συγκεκριμένη πράξη παραλληλίστηκε
με τις απαλλοτριώσεις 20.000 ελληνικών σπιτιών, που έγιναν στην Αμπχαζία
το 1949, όταν εκτοπίστηκαν οι Ελληνες στην Κεντρική Ασία. Η διαφορά των
δύο ληστειών, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, είναι ότι η πρώτη γινόταν
«...κάτω από τη σημαία του μαρξισμού-λενινισμού», ενώ η δεύτερη κάτω από
τη σημαία του εθνικισμού.
Σημαντική καταστροφή προκάλεσαν οι ομάδες
αυτές με την πυρπόληση του Ιστορικού Αρχείου του Σοχούμι. Το Αρχείο
καταστράφηκε ολοσχερώς, με αποτέλεσμα την απώλεια του μόνου, σχετικά
πλήρους, σώματος της εφημερίδας «Κόκκινος Καπνάς» που υπήρχε στον
Καύκασο, καθώς και πολύτιμων ελληνικών βιβλίων του μεσοπολέμου. Μαζί
τους καταστράφηκαν και όλες οι πηγές για την ιστορία της περιοχής.
Σε απόφαση έκτακτης σύσκεψης προέδρων έξι συλλόγων προσφύγων απ'
όλη την Ελλάδα, που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη την 1η Νοεμβρίου
1992, καταγγέλθηκε ότι: «Στην Αμπχαζία και άλλα μέρη της Γεωργίας
υπάρχουν θύματα, κλοπές, λεηλασίες, καταλήψεις οικιών... Υπάρχει πείνα.
Δυσχέρειες στην επικοινωνία. Δεν υπάρχουν καύσιμα. Ερχεται ο χειμώνας.
Τι θα γίνει;». Η σύσκεψη ζητούσε από το ελληνικό κράτος «να τεθούν υπό
καθεστώς προσφύγων όσοι Ελληνες κατορθώσουν να έρθουν από την Αμπχαζία.
Αμεση συμπαράσταση με εξασφάλιση στέγης και επιδομάτων. Αποστολή
ανθρωπιστικής βοήθειας και ιατροφαρμακευτική στους εγκλωβισμένους
Ελληνες της Αμπχαζίας (εάν είναι δυνατόν να σταλεί οργανωμένη
ανθρωπιστική βοήθεια σε όλη τη Γεωργία)».
Παρόμοια έκκληση έφτασε στην Ελλάδα από το Βατούμι. Ο ελληνικός
σύλλογος της πόλης διεκτραγωδούσε την κατάσταση των 1.000 Ελλήνων
προσφύγων από το Σοχούμι που είχαν καταφύγει εκεί, έχοντας χάσει τα
πάντα στον πόλεμο και περιμένοντας την ελληνική βοήθεια. Χαρακτήριζε την
πολιτική που υπέστησαν στο Σοχούμι «γενοκτονία» και καλούσε όλους τους
Ελληνες, απ' όλο τον κόσμο, να συνδράμουν την προσπάθεια περίθαλψης των
προσφύγων. Μεταξύ άλλων στην έκκληση γράφεται: «Σήμερα στη Γεωργία
μαίνεται φοβερός πόλεμος, χύνεται το αίμα των Ελλήνων ομοεθνών μας,
χάνονται γέροι, γυναίκες και παιδιά. 1.000 Ελληνες -πρόσφυγες από την
Αμπχαζία- εγκαταλείπουν το βιος πολλών γενεών, τα νοικοκυριά και τα
σπίτια τους, χωρίς μέσα διαβίωσης, για να σώσουν τη ζωή τους.
Κατευθύνθηκαν στο Βατούμι για να μεταβούν αργότερα στην Ελλάδα μέσω της
γειτονικής Τουρκίας. Είναι δύσκολο να περιγραφούν τα πάθη των. Σε μια
στιγμή έχασαν τα πάντα, πολλούς συγγενείς και μόλις πρόλαβαν να φύγουν
από τα σπίτια τους και να σώσουν τη ζωή τους. Αλλά το πιο δύσκολο ακόμα
είναι να βλέπεις να κλαίνε οι μητέρες, παππούδες, γιαγιάδες. Η
γενοκτονία των Ποντίων Ελλήνων συνεχίζεται, τους σκοτώνουν, τους
κλέβουν, τους βιάζουν...».
Σε έκκληση, που έστειλε στην Ελλάδα η Πανσοβιετική Ομοσπονδία
Ελληνικών Οργανώσεων «Ο Πόντος», με την υπογραφή του Γαβριήλ Ποπόφ,
αναφερόταν ότι στην Αμπχαζία υπήρχε κατάσταση έκτακτης ανάγκης για τον
ελληνικό πληθυσμό. Οτι δεν υπήρχαν πλέον πόροι επιβίωσης και ότι
διακόσιες ελληνικές οικογένειες βρίσκονταν σε απελπιστική κατάσταση. Η
Ομοσπονδία ζητούσε από την ελληνική κυβέρνηση «...να σταλεί καράβι από
την Ελλάδα για να πάρει 600-700 άτομα».
Κορυφαία διαμαρτυρία των Ποντίων της Ελλάδας υπήρξε η
συγκέντρωση και η πορεία 5.000 ατόμων στο κέντρο της Αθήνας, τον Απρίλιο
του 1993, με βασικό σύνθημα «Απομάκρυνση των Ελλήνων από την Αμπχαζία.
Τώρα!». Παράλληλα εμφανίστηκαν δημοσιεύματα που καλούσαν σε άμεση δράση.
Η πολιτική ηγεσία, με πρωτοβουλία τής τότε υφυπουργού Εξωτερικών
Βιργινίας Τσουδερού, αποφάσισε τελικά την απομάκρυνση των Ελλήνων, που
είχαν εγκλωβιστεί στην περιοχή του Σοχούμι. Κατ' αρχάς, μεταφέρθηκαν
στην Ελλάδα οι πρόσφυγες που είχαν καταφύγει στο Σότσι της νότιας
Ρωσίας. Στη συνέχεια οργανώθηκε η βασική επιχείρηση απομάκρυνσης των
εγκλωβισμένων Ελλήνων από το Σοχούμι, το οποίο βρισκόταν υπό γεωργιανή
κυριαρχία και ήταν περικυκλωμένο από τις δυνάμεις των Αμπχαζίων.
Η οργάνωση της επιχείρησης
Για την επιχείρηση απομάκρυνσης των προσφύγων χρησιμοποιήθηκε το
πλοίο Viscountess της εταιρείας Marlines. Το πρωί της 15ης Αυγούστου το
πλοίο έφτασε στο λιμάνι του Σοχούμι. Οι πρόσφυγες περίμεναν ήδη στην
προβλήτα και επιβιβάστηκαν 1.013 άτομα.
Πίσω, στην περιφέρεια του Σοχούμι, έμεινε πλήθος Ελλήνων. Πολλοί
δεν αναχώρησαν γιατί δεν άντεχαν την κοινωνική υποβάθμιση που
συνεπαγόταν η προσφυγοποίηση. Αλλοι, γιατί περίμεναν ότι ο πόλεμος θα
τελειώσει σύντομα και δεν ήθελαν να εγκαταλείψουν το νοικοκυριό τους στο
έλεος των συμμοριών. Μερικοί γιατί δεν μπορούσαν να πάρουν μαζί τούς
γέροντες γονείς τους. Ηταν η τέταρτη κατά σειρά προσφυγιά που βίωνε ο
πληθυσμός αυτός μέσα σε εβδομήντα χρόνια. Υπολογίζεται ότι οι Ελληνες
νεκροί σε όλη την Αμπχαζία ξεπερνούσαν τους 200.
Σε μια πρόχειρη συγκέντρωση στοιχείων, που έγινε από το
συγγραφέα κατά τη διάρκεια του ταξιδιού επιστροφής του πλοίου από την
Αμπχαζία, καταγράφηκαν 52 νεκροί από το Σοχούμι. Απ' αυτούς οι 30
δολοφονήθηκαν από τις παρακρατικές ομάδες και οι υπόλοιποι σκοτώθηκαν
από τους βομβαρδισμούς. Υπήρχαν επίσης και σκοτωμένοι στις μάχες.
Πρόχειρα καταμετρήθηκαν τρεις από την αμπχαζιανή πλευρά και πέντε από τη
γεωργιανή.
Ελληνες στο πεδίο της μάχης
Οσοι Ελληνες σκοτώθηκαν πολεμώντας στις τάξεις του αμπχαζιανού
στρατού κατάγονταν από την Αμπχαζία, ενώ οι σκοτωμένοι στις τάξεις του
γεωργιανού στρατού προέρχονταν από την κεντρική Γεωργία.
Από έρευνα που
έγινε πάνω στο πλοίο, κατά τη διάρκεια της επιστροφής, εξήχθησαν
ενδιαφέροντα συμπεράσματα:
83% είχαν εξοριστεί στην Κεντρική Ασία από
τους σταλινικούς και επανεγκαταστάθηκαν στην Αμπχαζία μετά την
αποσταλινοποίηση, ξεκινώντας πάλι από το μηδέν. 46% των οικογενειών
έπεσαν θύμα ληστείας, ενώ οι κατοικίες του 45% υπέστησαν ολικές ή
μερικές καταστροφές. Η πλειονότητα των αρχηγών των προσφυγικών αυτών
οικογενειών είχαν γεννηθεί στο Σοχούμι και στα γύρω χωριά. Ενα 13% είχαν
γεννηθεί στο Καζακστάν, όπου είχαν εξοριστεί. Από το δείγμα που
μελετήθηκε, το 60% των οικογενειών είχαν εκτοπιστεί το 1949 στην
Κεντρική Ασία. Ενα 23% δεν απάντησαν, μάλλον φοβούμενοι.
Το υπόλοιπο αποτελούνταν κυρίως από νέα άτομα, τα οποία είχαν
γεννηθεί στο Σοχούμι. Οι εξορισμένοι είχαν μεταφερθεί σε ποσοστό 70% στο
Καζακστάν. Κατά τη διάρκεια του πολέμου της Αμπχαζίας, υπέστησαν ζημιές
τα σπίτια του 48% του συνόλου. Απ' αυτά καταστράφηκε πλήρως το 53%, ενώ
το 47% υπέστη μερικές ζημιές (δηλαδή έσπασαν όλα τα τζάμια ή
καταστράφηκε μόνο το ένα δωμάτιο κ.λπ.).
Στις οικογένειες που μελετήθηκαν έγιναν 290 πράξεις βίας, οι
οποίες κατανέμονται ως εξής:
46% κλοπή οικοσκευής, 39% κλοπή χρημάτων
και κοσμημάτων και 15% κλοπή αυτοκινήτου. Μεταξύ των προσφύγων που
ταξίδεψαν με το πλοίο υπήρχαν πάρα πολλά μεμονωμένα άτομα ή ζευγάρια.
Αυτό οφείλεται στο ότι τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας είχαν φύγει από
την Αμπχαζία. Υπήρχαν περιπτώσεις όπου οι γονείς αγνοούσαν αν τα παιδιά
τους είχαν καταφύγει στην Ελλάδα, τη Ρωσία και σε ποιο ακριβώς μέρος.
Πολυπληθέστερες ήταν οι τριμελείς οικογένειες, οι οποίες κατελάμβαναν
την τρίτη θέση, ως προς τον απόλυτο αριθμό οικογενειών.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου