"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Αν η Αμερική δεν αλλάξει πορεία μακροπρόθεσμα οδεύει προς πτώχευση, προειδοποιούν οι αγορές

Τhe Economist

Την περασμένη εβδομάδα η Ασία, αυτήν την εβδομάδα η Ευρώπη: μη σας κάνει εντύπωση που ο Μπαράκ Ομπάμα συμμετείχε σε τόσες συνόδους κορυφής από τότε που το κόμμα του δέχθηκε πλήγμα στις ενδιάμεσες εκλογές. Η προοπτική ενός αδιεξόδου στο εσωτερικό της χώρας στρέφει πάντα έναν πρόεδρο στο εξωτερικό. Ο κ. Ομπάμα, όμως, θέλει τόσο πολύ να αποδείξει πως εξακολουθεί να έχει τον έλεγχο της εσωτερικής πολιτικής. Εκείνο που πρέπει να επιτύχει πρώτα απ’ όλα είναι να πείσει το Κογκρέσο να προχωρήσει σε συμφωνία, για να μπουν σε τάξη τα δημοσιονομικά προβλήματα των ΗΠΑ.

Ο πληθυσμός γερνά
Γνωρίζουμε εκ πείρας πως δεν είναι εφικτή μια τέτοια συμφωνία: το πρόβλημα είναι υπερβολικά μεγάλο και η πολιτική υπερβολικά δύσκολη. Είναι, όμως, λάθος να νομίζει κανείς πως δεν είναι δυνατό να περιοριστεί το δημοσιονομικό έλλειμμα. Το μέγεθος του δημοσιονομικού προβλήματος της Αμερικής εξαρτάται από πόσο μακριά κοιτάζει κανείς. Το σημερινό έλλειμμα είναι 9% του ΑΕΠ και είναι τεράστιο. Το δημόσιο χρέος έχει εκτιναχθεί στο 62% του ΑΕΠ και είναι το μεγαλύτερο που έχει καταγραφεί τα τελευταία τουλάχιστον 50 χρόνια. Αυτό οφείλεται βέβαια σε μεγάλο βαθμό στα οικονομικά προβλήματα. Αν ανακάμψει η οικονομία, μπορεί να κλείσει η τρύπα που άνοιξε μετά από χρόνια συνεχών φοροαπαλλαγών και υψηλών δαπανών. Εκείνο που χρειάζεται για να σταθεροποιηθεί το δημόσιο χρέος μέχρι το 2015 είναι να περικοπούν δαπάνες ή να αυξηθούν φόροι που να αναλογούν στο 2% του ΑΕΠ. Αν, όμως, κοιτάξουμε πιο μπροστά, τότε ανοίγει ένα ακόμη μεγαλύτερο χάσμα, καθώς ο πληθυσμός γερνά και θα χρειαστούν περισσότερες συντάξεις και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Αυτά τα «δικαιώματα» θα διπλασιάσουν το δημόσιο χρέος μέχρι το 2027 και στη συνέχεια το ποσό θα αυξάνεται διαρκώς. Εξ ίσου τρομακτικά είναι τα στοιχεία για το χρέος των πολιτειών και των περιφερειών.

Εμφαση στις περικοπές
Η λύση θα βρεθεί όταν συμφωνήσουν ο κ. Ομπάμα και το Κογκρέσο σε έναν στόχο για το χρέος, που να μπορούν να αντιμετωπίσουν: για παράδειγμα, ένα 60% του ΑΕΠ μέχρι το 2020. Πρέπει επίσης να συμφωνήσουν έναν ισορροπημένο συνδυασμό λιγότερων δαπανών και περισσότερων φόρων για να το επιτύχουν. Ο Economist πιστεύει πως το βάρος πρέπει να πέσει στην πλευρά των δαπανών. Οι κοινωνικές δαπάνες βρίσκονται στην καρδιά του προβλήματος και πρέπει να περικοπούν. Οι έρευνες έχουν, άλλωστε, δείξει πως οι περικοπές δαπανών πλήττουν την ανάπτυξη λιγότερο από όσο οι αυξήσεις φόρων. Μακροπρόθεσμα, η αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης και οι άλλες μεταρρυθμίσεις θα διευρύνουν την εργατική δύναμη και το δυναμικό ανάπτυξης, ενώ οι υψηλότεροι φόροι μπορούν να αποθαρρύνουν την εργασία και τις επενδύσεις.

Ακόμη, όμως, και εμείς εδώ, που υποστηρίζουμε το μικρό κράτος, βλέπουμε πως υπάρχει λόγος για να αυξηθούν κάπως και οι φόροι. Από πολιτικής απόψεως, η αύξηση αυτή θα είναι σίγουρα το τίμημα μιας συμφωνίας των δύο κομμάτων. Από οικονομικής, υπάρχουν σαφώς περιθώρια ελιγμών χωρίς να πληγεί η ανάπτυξη. Οι φόροι στην Αμερική είναι σχετικά χαμηλοί μετά τις φοροαπαλλαγές και εκπτώσεις που έχουν παραχωρηθεί τα τελευταία χρόνια. Σε έναν ιδανικό κόσμο, η φορολογική επιβάρυνση θα μεταφερόταν σταδιακά από τα εισοδήματα στην κατανάλωση (συμπεριλαμβανομένου και του φόρου στην κατανάλωση άνθρακα). Είναι, όμως, δύσκολο από πολιτικής απόψεως και υπάρχουν άλλα πεδία που προσφέρονται περισσότερο για μεταρρυθμίσεις.

Είναι λογικό να εκφράσει κάποιος φόβους πως η λιτότητα μπορεί να αποδιαρθρώσει μια παραπαίουσα ανάκαμψη. Αυτό, όμως, καθιστά σαφή την ανάγκη για ένα αξιόπιστο πρόγραμμα μείωσης του ελλείμματος. Καθησυχάζοντας τις αγορές πως έχει τον έλεγχο του χρέους της, η αμερικανική κυβέρνηση θα έχει μεγαλύτερα περιθώρια να τονώσει την οικονομία βραχυπρόθεσμα αν χρειαστεί, όπως για παράδειγμα αν παρατείνει τις φοροαπαλλαγές που παραχώρησε ο Μπους. Σε ό,τι αφορά τις συντάξεις, η λύση είναι σαφής, έστω κι αν όχι δημοφιλής: οι άνθρωποι θα πρέπει να δουλέψουν περισσότερο. Η Αμερική πρέπει να εξαρτήσει την ηλικία συνταξιοδότησης από τη μακροημέρευση και να περιορίσει τις παροχές για τους εργαζόμενους υψηλού εισοδήματος.

Πολύ πιο ακανθώδες θέμα είναι εκείνο της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, καθώς υποδαυλίζεται τόσο από τη γήρανση του πληθυσμού όσο και από τις αυξανόμενες απαιτήσεις για υπηρεσίες κατ’ άτομο.

Οι δαπάνες περίθλαψης
Δικαιούχοι υψηλότερου εισοδήματος θα έπρεπε να καταβάλουν μεγαλύτερο μερίδιο στο πρόγραμμα Medicare, ενώ η γενναιοδωρία του συστήματος πρέπει να ελέγχεται πάντα από ανεξάρτητη επιτροπή, προκειμένου να καταγράφονται υπηρεσίες και πληρωμές.

Είναι σχετικά εύκολο να επινοήσει κανείς ένα πρόγραμμα για τον περιορισμό του ελλείμματος και τελικά του χρέους σε μεγέθη που μπορούν εύκολα να ελεγχθούν. Δεν είναι το ίδιο, όμως, και το να πείσει κανείς τους πολιτικούς να συμφωνήσουν μεταξύ τους. Δύο πράγματα πρέπει να ενθαρρύνουν τον κ. Ομπάμα. Πρώτον, η πολιτική της δημοσιονομικής αλήθειας ίσως δεν είναι τόσο τρομερή όσο φαντάζεται. Ο Ρόναλντ Ρέιγκαν και ο Μπιλ Κλίντον εξελέγησαν για δεύτερη φορά μετά από περικοπές των κοινωνικών δαπανών ή αυξήσεις φόρων. Δεύτερον, μακροπρόθεσμα οι αγορές μάς λένε: αν δεν αλλάξει πορεία, η Αμερική οδεύει προς την πτώχευση.

Ο Γ. Μπάφετ ευχαριστεί την κυβέρνηση
Με ανοιχτή επιστολή του, που δημοσιεύθηκε στους Times της Νέας Υόρκης, ο δισεκατομμυριούχος Γουόρεν Μπάφετ ευχαριστεί την κυβέρνηση των ΗΠΑ για την παρέμβασή της στη χρηματοπιστωτική κρίση, καθώς έτσι απέτρεψε την κατάρρευση πολλών επιχειρήσεων, έσωσε εκατομμύρια θέσεις εργασίας και αποκατέστησε την ηρεμία. Πλέκει μάλιστα το εγκώμιο στον πρόεδρο της Federal Reserve, Μπεν Μπερνάνκι, τον υπουργό Οικονομικών, Τίμοθι Γκάιτνερ, και τον προκάτοχό του, Χένρι Πόλσον, αλλά και στην πρόεδρο της Υπηρεσίας Εγγύησης Καταθέσεων, Σίλα Μπερ. Αν και παραδέχεται πως ουδέποτε τον ψήφισε, δίνει εύσημα ακόμη και στον Τζορτζ Μπους για τη στήριξη της οικονομίας. 

 Επιχειρώντας μιαν ανάλυση των βαθύτερων αιτίων της κρίσης, ο Γουόρεν Μπάφετ επισημαίνει πως στην Αμερική είχε επικρατήσει η «μαζική ψευδαίσθηση» πως οι τιμές των κατοικιών δεν υποχωρούν ποτέ σημαντικά, σημειώνοντας ότι «οι ψευδαισθήσεις δημιουργούν φούσκες, η φούσκα αυτή έσκασε και το περιεχόμενό της σκόρπισε σε όλον τον κόσμο». Μολονότι παραδέχεται πως η αμερικανική κυβέρνηση έχει υπάρξει σε πολλές περιπτώσεις παράλογη, τονίζει πως σε αυτήν την περίσταση υπήρξε αποτελεσματική και πως «ο κόσμος θα ήταν διαφορετικός αν δεν είχε παρέμβει».

Δεν υπάρχουν σχόλια: