"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ και ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Το ρεμπέτικο λιτανεύεται



Tου Γιώργου Σκαμπαρδώνη
 

Μέσα στην καταχνιά των ημερών, ίσως δεν είναι ακαλαίσθητο να το ρίξουμε και λίγο έξω, να χαμογελάσουμε ενθυμούμενοι τις σχέσεις του ρεμπέτικου με την Εκκλησία, κάτι που μάλλον πρέπει να το δούμε σαν χαρίεν παίγνιο και όχι σαν απόπειρα προσβολής των Ιερών Μυστηρίων.  

Με την προϋπόθεση αυτής της συγκατάβασης, λοιπόν, να θυμηθούμε τον Τσιτσάνη που, υποφέροντας από την έλλειψη στοιχειωδών το κατοχικό καλοκαίρι του 1942 και όντας στη Θεσσαλονίκη από το 1937, αποφασίζει να κάνει μια περιοδεία στα χωριά της Χαλκιδικής. Στην επαρχία τότε δεν είχαν έλλειψη τροφίμων όπως τα αστικά κέντρα και ο συνθέτης αναζήτησε εκεί τη σωτηρία του. Πήγε λοιπόν να παίξει στο κεφαλοχώρι Αγιος Μάμας, όπου ακόμα γίνεται κάθε χρόνο μεγάλη πανήγυρις, κι όπου τον ακολούθησε ένας πλούσιος οπαδός του απ' την Καβάλα, που ήταν και απόφοιτος χασικλής. Αυτός λοιπόν αφηγήθηκε στον Τσιτσάνη πώς πήγε και «την ήπιε» μέσα στην εκκλησιά του χωριού, όπου νόμισε, μέσα στη μαστούρα του, πως κατέβηκε ο αρχάγγελος και του ζήτησε κι εκείνος μια ρουφηξιά. Ο συνθέτης αυτή την ιδέα, επιστρέφοντας στη Θεσσαλονίκη, την έκανε τραγούδι, το «Η λιτανεία του μόρτη», χασάπικο στην πρώτη εκδοχή και λίγο αργότερα ζεϊμπέκικο με τίτλο «Η λιτανεία του μάγκα». Θυμίζω τους στίχους:

«Σαν χριστιανός ορθόδοξος σ' αυτή την κοινωνία
Εβάλθηκα, ρε μάγκες μου, να κάνω λιτανεία
Εμάζεψα τα σέα μου κι ένα κομμάτι μαύρο
Και ξεκινώ, ρε μάγκες μου, να πάω στον Αγιο Μάμο
Κι εκεί μέσα στης εκκλησιάς τις αψηλές καμάρες
Ανάψαμε τις ντουμανιές σαν να 'τανε λαμπάδες».


Και τα λοιπά - ώσπου στο τέλος:
«Να σου και ο αρχάγγελος με μια μεγάλη φούρια
Απ' τα ντουμάνια τα πολλά τον έπιασε η μαστούρα
Ακου μου λέει, χριστιανέ, δεν είναι αμαρτία
Που μπήκες μες στην εκκλησιά να κάνεις λιτανεία».

 

Το τραγούδι πιθανώς πρωτογράφτηκε στις αρχές του 1943 - και δεν ξέρουμε αν η ιστορία με τον Καβαλιώτη και τα σχετικά είναι αστικός μύθος, επινοημένος ή όχι. Τι σημασία έχει; Πάντως το άσμα ήταν απαγορευμένο επί χρόνια, δεν είχε φωνογραφηθεί, ως χασικλίδικο, αλλά παιζόταν στις ταβέρνες

Ο Τσιτσάνης είναι γνωστό ότι παντρεύτηκε τη Ζωή Σαμαρά τον Σεπτέμβριο του 1943 στην εκκλησία του Αϊ-Λευτέρη στη Θεσσαλονίκη και, μέχρι να πεθάνει (1984), κάθε Σεπτέμβριο έστελνε χρήματα στον ιερέα του ναού του Αγίου Ελευθερίου εις μνήμην της ημέρας του γάμου του - αυτά για όσους τον θεωρήσουν βέβηλο εξαιτίας του τραγουδιού που έγραψε.

Τη «Λιτανεία του μάγκα» την ηχογραφεί πρώτος ο Απόστολος Νικολαΐδης το 1975 στην Αμερική, με κάπως αλλαγμένους στίχους, ενώ επίσημα τη φωνογραφεί ο Τσιτσάνης το 1983 και την εντάσσει στον μεγάλο δίσκο του «Λιτανεία» που βγήκε από τη μικρή εταιρεία Τζίνα. Του συγκεκριμένου τραγουδιού όμως προϋπάρχει (ή έπεται;) το εξαίρετο επίσης ρεμπέτικο «Η προσευχή του μάγκα», ή αλλιώς «Θεέ μου, μεγαλοδύναμε» που είναι αδέσποτο, αγνώστου συνθέτη. Η αλληλεπίδραση είναι φανερή, αλλά δύσκολα εγγυάται κανείς αν γράφτηκε πριν ή μετά την «Λιτανεία του μάγκα», πάντως είναι γραμμένο σε ρυθμό τσάμικου και είναι ίδιας θεματογραφίας και ύφους, δηλαδή με προφανώς χιουμοριστική διάθεση, και συνεχίζει να παίζεται συχνότατα και με τη δέουσα ευλάβεια στα σχετικά μαγαζιά:

«Θεέ μου μεγαλοδύναμε, πού 'σαι ψηλά εκεί πάνω
Ρίξε λιγάκι τουμπεκί, Θεούλη μου, στον αργκιλέ μου απάνω
Μπήκαμε μες στης εκκλησιάς τις στρογγυλές καμάρες
Κι αρχίσαμε τις λουλαδιές σαν να 'τανε λαμπάδες
Μπρος στον Αγιο-Σπυρίδωνα με τ' άσπρα του τα γένια
Τραβάω μια ντουμανιά, ξεραίνεται στα γέλια
Κι όταν ανάψει ο αργκιλές και 'ρθούμε στο ντουμάνι
Στείλε όλους του αγγέλους, Θεούλη μου, να πουν το νάνι νάνι».

 

Είναι φανερό πως η βασική έμπνευση προκύπτει από τη θρησκευτική κατάνυξη, η οποία συνδέεται (υπάρχει και η ειρωνική λέξη «κρασοκατάνυξη») παιγνιωδώς με την τούφα, δηλαδή με την καταλαγή-καταβύθιση στην οποία περιέρχεται ο χρήστης.

Αργότερα, ο Στέφανος Κιουπρούλης ή Χοντρονάκος (Μικρασία 1926 - 1998 Θεσσαλονίκη), ένας ρεμπέτης, συνθέτης και στιχουργός, αθυρόστομος, απολαυστικά προπετής, που συνεργάστηκε παλιότερα με τον Τσιτσάνη, τον Παπαϊωάννου (ο οποίος ήταν πρωτοξάδερφος του Χοντρονάκου), τον Μπέμπη, τον Χιώτη, τον Μπίνη, τον Καλδάρα και άλλους, πήγε το θέμα λίγο παραπέρα, το έκανε πιο μεταφυσικό γράφοντας ένα σκωπτικό τραγούδι ανάλογης έμπνευσης και θεματολογίας που λέει:

«Τριγύρω μες στην εκκλησιά το θυμιατό να καίει
Και ένας διάκος στη γωνιά και ο παπάς να λέει
Κάτι θα ήπιε κι ο Θεός και έκανε την πλάση
Κι έδωσε και στον άνθρωπο κι αυτός να μαστουριάσει».


Τις τελευταίες δεκαετίες του ο Χοντρονάκος τις πέρασε στη Θεσσαλονίκη, όπου και συνεργάστηκε για πολλά χρόνια με τη Μαριώ, η οποία εδώ και καιρό κάνει καριέρα στην Αθήνα - το παραπάνω ήταν ένα από τα γνωστά τραγούδια που έλεγε η Μαριώ, όπως και τον «Πράσινο τον μύλο» (του Μπάμπη Μαρκάκη), «Ο μάγκας ξεχωρίζει από το πρόσωπο» (του Χοντρονάκου) και άλλα.

Θυμάμαι, μέσα της δεκαετίας του '80...



 πηγαίναμε με τον ηθοποιό Ιεροκλή Μιχαηλίδη και τον Δημήτρη Σταρόβα σε ένα κέντρο στην στροφή Επανομής, που μάλλον λεγότανε Κοντίκι. Μαζευόταν κυρίως φοιτητόκοσμος. Ο αθυρόστομος Χοντρονάκος, ως φίρμα πια, έβγαινε αργά, στις δύο το πρωί. Λόγω πάχους εμφανιζόταν φορώντας μια πολύ φαρδιά, ολόσωμη κελεμπία και κρατώντας το μπουζούκι, υπό τις ιαχές του κοινού. Πήγαινε, καθότανε σε μια καρέκλα στο κέντρο της σκηνής κι έλεγε τα εξής ευγενικά λόγια για εισαγωγή, απευθυνόμενος σ' εμάς, στον κόσμο:

- Ξέρω ότι όλοι εσείς με έχετε γραμμένο στ' αρ….. σας. Αλλά κι εγώ στ' αρ… μου σας γράφω.

Κι αμέσως ξεκινούσε ρίχνοντας την πρώτη πενιά απ' το άσμα του «Θέλω πολλές, γυναίκες θέλω πολλές, μια Γερμανίδα να την έχω για νταντά, μια Ελληνίδα να την κρατάω αγκαλιά...».

Δεν υπάρχουν σχόλια: