"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ: Καλοκαίρια με τους Τούρκους

 

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΑΛΟΥΧΟΥ

Το φετινό καλοκαίρι δεν έδωσε, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, εντυπωσιακές τηλεοπτικές εικόνες όπως το περσινό, με ερευνητικά τουρκικά να κόβουν βόλτες στο Αιγαίο και με τους στόλους των δύο κρατών παρατεταγμένους σε διαρκείς διατάξεις μάχης.
Ετσι, κάποιοι ίσως έχουν μείνει ακόμα με την εντύπωση ότι είναι ένα «ήσυχο καλοκαίρι», όπως προ μηνών διαφημίστηκε.  

Ομως, η πραγματικότητα είναι η ακριβώς αντίθετη. Οχι μόνον δεν είναι ήσυχο, αλλά, αντιθέτως, το θερμόμετρο εκτοξεύθηκε μετά την επίσκεψη Ερντογάν στα κατεχόμενα της Κύπρου. Τόσο, που όχι απλώς θορύβησε τη διεθνή κοινότητα οδηγώντας ακόμα και το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ να πάρει άμεσα θέση, αλλά, πιο σημαντικό, όλες τις Μεγάλες Δυνάμεις να κάνουν το ίδιο.

Εκεί, υπήρξε περίπου ομόθυμη καταδίκη της τουρκικής στάσης. Με μία μεγάλη παραφωνία: αυτή της Γερμανίας. Που αν και χρησιμοποίησε, όπως πάντα, διπλή γλώσσα, επί της ουσίας έστειλε το μήνυμα «αφήστε ήσυχη την Τουρκία». Τώρα το ότι οι κινήσεις αυτές παραβιάζουν ωμά τον Καταστατικό Χάρτη και τις σχετικές αποφάσεις του ΟΗΕ, ότι επεκτείνουν την επί μισό αιώνα παράνομη κατοχή τμήματος χώρας – μέλους της Ευρωπαϊκής Ενωσης και της ευρωζώνης, αλλά και το ότι προκάλεσαν την έντονη αντίδραση των πάντων, όλα αυτά, δεν «συγκίνησαν» το Βερολίνο. Και σε αυτή την κλιμάκωση η Τουρκία βρήκε στη Γερμανία για μία ακόμα φορά έναν ισχυρό σύμμαχο. Που απονεύρωσε άμεσα κάθε δυνατότητα της Ευρώπης να αντιδράσει ως θα όφειλε και όπως πολλές χώρες της ήθελαν. Από αυτή την άποψη ο Ερντογάν κατήγαγε μία ακόμα νίκη.

Ομως όσο κι αν αυτό είναι πρόβλημα (ίσως περισσότερο για την ίδια την Ευρώπη και τη δήθεν υπερεθνική ολοκλήρωσή της παρά για την ίδια την Κύπρο), η νίκη δεν τού είναι αρκετή. Κάθε άλλο μάλιστα. Οταν τα πράγματα σκουρύνουν αληθινά, το τι κάνει η Γερμανία δεν θα έχει τόσο μεγάλη σημασία όσο άλλες χώρες, όπως, φυσικά, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Γαλλία, ή και το Ισραήλ και, πιθανώς και η Ρωσία, που όμως παραδοσιακά κρατάει αποστάσεις ασφαλείας από τις εξελίξεις τόσο στα ελληνοτουρκικά όσο και στην Κύπρο.

Ολα αυτά έχουν φανεί ξεκάθαρα πολλές φορές. Και ιδίως στις μεγάλες κρίσεις άλλων τραγικών για τον ελληνισμό καλοκαιριών με τους Τούρκους: η Μικρασιατική Καταστροφή έγινε καλοκαίρι, όπως και ο Αττίλας το ίδιο – και τα Σεπτεμβριανά της Κωνσταντινούπολης μόλις λίγες ημέρες μετά το τέλος του. Αυτό είναι φυσικά απλώς μια σύμπτωση, δεν σημαίνει τίποτα. Εκείνο όμως που σημαίνει τα πάντα είναι το γεγονός ότι όλα εκείνα τα μοιραία καλοκαίρια, η στάση των πραγματικά σημαντικών Μεγάλων Δυνάμεων έναντι της Ελλάδας και της Τουρκίας βρισκόταν στον απόλυτο αντίποδα της σημερινής

Και η Ελλάδα είχε ευθύνη γι’ αυτό. Εκανε το ένα βαρύ λάθος πάνω στο άλλο, χωρίς να κατανοεί και να υπολογίζει το διεθνές περιβάλλον, σε ένα ζήτημα που της ήταν αδύνατο να το δει στις πλήρεις και πραγματικές διαστάσεις του. Και τυφλωμένη από αυτή της την αδυναμία έκανε χωρίς να το αντιλαμβάνεται ουσιαστικά ότι μπορούσε για να σπρώξει την Τουρκία στην αγκαλιά των Μεγάλων Δυνάμεων και για να βρεθεί η ίδια στρατηγικά απέναντί τους. Δυστυχώς, τα κατάφερε μια χαρά.  

Επίσης το ίδιο έκανε, για μεγάλο διάστημα, και...

 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ: Η ώρα των αποφάσεων για Αθήνα – Λευκωσία – Κόσοβο

Καθηγητή Γεωπολιτικής ΕΚΠΑ
 

Ό καιρός για την οριστική  “διευθέτηση” του Κυπριακού διαφαίνεται εγγύς. 

Το 2021 θα είναι το έτος του σύγχρονου Κυπριακού, μπορεί όχι των οριστικών εξελίξεων, αλλά σίγουρα των μεγάλων αποφάσεων περί αυτού. Και δεν ομιλώ περί …«επίλυσης», αλλά χρησιμοποιώ τον όρο «διευθέτηση», καθόσον «επίλυση» παρόμοιων μακρόχρονων και ιδιαίτερα πολυπαραγοντικών και γεωπολιτικώς κρίσιμων εκκρεμών ζητημάτων του διεθνούς συστήματος μπορεί και πρέπει να αφορά βιώσιμες και οριστικές λύσεις που επιφέρουν ηρεμία σε ένα λαό, διασφαλίζουν την ειρηνική συνύπαρξη με τις όμορες χώρες (και λαούς) και κυρίως του εξασφαλίζουν την απαιτούμενη βιώσιμη ασφάλεια ώστε να μπορέσει να διασφαλίσει τις ελάχιστες απαιτούμενες προϋποθέσεις για να αναπτυχθεί με ειρήνη και ομαλότητα (εσωτερική και εξωτερική) και εντέλει να ευημερήσει.

Δυστυχώς, η διαφαινόμενη “διευθέτηση”, απότοκος του εγχειρήματος του “προταθέντος” αλλά, ευτυχώς, απορριφθέντος από τον κυπριακό Λαό, Σχεδίου Αννάν (2004), δεν προορίζεται από τους εμπνευστές της να λειτουργήσει ευεργετικά και κυρίως λυτρωτικά για ολόκληρο τον Κυπριακό λαό, δηλαδή και για τις επιμέρους μεγαλύτερες ή μικρότερες κοινότητές του

Ο λαός της Κύπρου, μετά τη “διευθέτηση” που οσονούπω επέρχεται, θα βυθιστεί ακόμη περισσότερο, διαγράφοντας μια ακόμη σπείρα στη μακραίωνη γεωπολιτική ομηρία που μοιραία συνοδεύει τον πανέμορφο, αλλά τραγικό αυτό τόπο από τα βάθη της ιστορίας, καθόσον οι όροι της διαμορφώνονται από την εξαιρετικά – και διαχρονικά – κρίσιμη γεωγραφική του θέση. Μια γεωγραφική θέση που καλώς ή κακώς ευνόησε στοιχεία της ανάπτυξης και της ευημερίας του κυπριακού λαού, αλλά παράμεινε εξίσου διαχρονικά κρίσιμο εξισορρόπημα στον αέναο κύκλο δυναμικής γεωπολιτικής ανακατανομής ισχύος μεταξύ Υπερσυστημικών και περιφερειακών Πόλων Ισχύος για χιλιετηρίδες.

Στην παρούσα φάση, το σύγχρονο διακύβευμα του διεθνούς Συστήματος είναι η επαναχάραξη νέων δικτυακών Υποσυστημάτων ισχύος εμπεριεχόντων νέων – δημιουργουμένων οσημέραι – πρωτοβαθμίων και δευτεροβαθμίων διεθνών δρώντων σε νέα πλαίσια δυναμικών ισορροπιών. Κατά την νέα αυτή γεωστρατηγική δυναμική γενικού επανασχεδιασμού από την Ουάσιγκτον (του Λονδίνου σε ρόλο “μικρο-στρατηγικού” εξωευρωπαϊκού ρυθμιστού, του Βερολίνου σε εναγώνιο ρόλο ευρωπαϊκού ρυθμιστού αντιτιθέμενο με την αφυπνιζομένη Γαλλία), η Τουρκία αποτελεί ένα από τα πλέον κρίσιμα (περιφερειακά μεν, αλλά με παγκόσμιες προεκτάσεις) «ζητήματα» προς διευθέτηση, ειδικά για το Ευρωατλαντικό σκέλος του. Μια προσπάθεια που η νέα διακυβέρνηση Μπάιντεν – Χάρις φρόντισε να κάνει  ευρέως και σαφέστατα γνωστό από τις πρώτες ημέρες.

Η σύγχρονη Τουρκία ως εθνοφυλετική και εθνοθρησκευτική οντότης “πρέπει” να επανεγγραφεί στο πλαίσιο του Ατλαντικού γεωπολιτικού συμπλόκου με όλες τις χαρακτηριστικές υπευθυνότητες και υποχρεώσεις της. Διαφορετικά θα “επανεξετασθεί” ως Μικρασιατικός Χώρος και θα εγγραφεί στον Aναχωματικό Ευρωατλαντικό Δακτύλιο κατατεμαχισμένη σε Νέες Εθνοκρατικές οντότητες, ταυτοτικώς προσδιορισθείσες από την Ουάσιγκτον. Οι επιδιωκομένη από τον κο Ερντογάν γεωστρατηγική τουρκική “επιτήδεια ουδετερότης” δεν αποτελεί σε καμμία περίπτωση επιλογή του κου Μπάϊντεν και των Δημοκρατικών στρατηγικών σχεδιαστών του.  

Το Νέο Μεσογειακό Παλίμψηστο δεν θα εμπεριέχει τέτοιου είδους “κείμενον αρχών” το οποίον να ορίζει και ρωσσικούς γεωπολιτικούς παίκτες εις την Μεσόγειο και τα Βαλκάνια. Ξαναγράφεται στον 21ον αιώνα για να τους αποκλείσει ολοσχερώς.

Συνεπώς, η Τουρκία του υπολοίπου 21ου αιώνος, υποβασταζομένη από το Βερολίνο, το διεθνές δίκτυο της Οργανώσεως των Αδελφών Μουσουλμάνων, τους “υποδίκους” και σκοτεινούς οικονομικούς δεσμούς των Ερντογάν-Τράμπ αλλά και τα κεφάλαια του Κατάρ,  δεν μπορεί να συνεχίσει να αυξάνει το γεωπολιτικό αποτύπωμά της με τους αυτούς ρυθμούς, τους καταγραφέντες από το μέχρι σήμερα Ερντογανικό καθεστώς. Ενα καθεστώς που εφήρμοσε την νταβουτογλιανή νεοοθωμανική, νεο-χαουσχοφεριανή, ισλαμοναζιστική γεωστρατηγική, βασισμένο στα “πνευματικά” θεμέλια της γκιουλενικής τουρκο-ισλαμιστικής «διαφωτίσεως» . Το ίδιο εκ των πραγμάτων αναγκαία είναι και η εξίσου επιτακτική (για διάφορους λόγους, γεωπολιτικούς, αλλά και «εσωτερικούς» άλλων ενδιαφερόμενων κρατών, όπως οι ΗΠΑ, η Ρωσία, η Κίνα, η Γαλλία, το Ισραήλ, το Ιράν, το Ιράκ κλπ.), είναι και η διευθέτηση του εδαφικού ζητήματος που αφορά περιοχής που μεγάλο μέρος της απετέλεσε το πεδίο των συρράξεων με το πάλαι ποτέ ISIS, αλλά και τους άλλους εμπόλεμους στην πρόσφατη διεθνοποιημένη πολύπλευρη ένοπλη σύρραξη.

Αναφέρομαι στο τετράγωνο της κρίσιμης περιοχής της Ανατολικής -Νοτιο-ανατολικής Ανατολίας (Τουρκία), της Βορειοδυτικής, Βορείου και Βορειο-ανατολικής Συρίας, και του Βορείου Ιράκ (ημιαυτόνομη κουρδική επαρχία του Β. Ιράκ)  και του βορειοδυτικού Ιράν. Τη διευθέτηση δηλαδή του σύνθετου Κουρδικού και του κουρδο-Συριακού ζητήματος. Επίσης, και την ανάδυση του εθνοτικού ζητήματος του επι χρόνια διωκομένου και γενοκτονηθέντος Ασσυριακού έθνους, για το οποίο πρέπει να έχουν αρχίσει να ενδιαφέρονται εις την Ουάσιγκτον.

Πρέπει να γίνει απολύτως σαφές ότι ο Ερντογάν, αλλά και οι διάδοχοί του, είναι αποφασισμένοι, εάν υποστούν ισχυρές πιέσεις από την Ουάσιγκτον των Δημοκρατικών και συγκεκριμένες ευρωπαϊκές δυνάμεις (π.χ. Γαλλία) να οπισθοχωρήσουν  στρατιωτικά από τις περιφερειακές τους προβολές ισχύος (Αζερμπαϊτζάν, Λιβύη, Συρία, Ιράκ κ.τ.λ.) αρκούμενοι σε συγκεκριμένα οικονομικά ανταλλάγματα και “κατά τόπους” οικονομικές απολαβές.

Στην Κύπρο όμως, η σθεναρή γερμανική και βρετανική στήριξη ενθαρρύνει την Τουρκία να απαιτεί ως μεγίστη απαίτηση τα “δύο ξεχωριστά κράτη” και ως ελαχίστη την “συνομοσπονδία” (η οποία θα “βαπτισθεί” Ομοσπονδία) δύο ανεξαρτήτων, κατά τα λοιπά, κρατών με “πολιτική ισότητα” την οποία η Άγκυρα έχει ερμηνεύσει ως “κυριαρχική ισότητα”.

Τί χαρά!: Δια του τρόπου αυτού οφελούνται όλοι οι συμπλέοντες! Τοιουτοτρόπως, οι Τουρκοι και οι Βρετανοί – ως μη μέλη της ΕΕ – θα δύνανται μέσω του χυλοειδούς αυτού “κυπριάζοντος” μορφώματος να τηλεκατευθύνουν όλες τις ευρωπαϊκές αποφάσεις που απαιτούν ομοφωνία στα αντίστοιχα θεσμικά ευρωπαϊκά όργανα όπως και οι γερμανοί το ίδιο. Και αυτό θα το επιτυγχάνουν πιέζοντες αναλόγως – μέσω και πάλιν του ιδίου χυλοειδούς μορφώματος – το σύνολο των Ευρωπαϊκών χωρών. Το “άνοιγμα” των Βαρωσίων και οι βερμπαλιστικές αντιδράσεις του ΣΑ/ΟΗΕ όπως και της ΕΕ καταδεικνύουν στην Τουρκία τα εκτενή όρια των εκνόμων φιλοδοξιών της. Η Αθήνα όμως και η Λευκωσία δεν αντιδρούν πρακτικώς και μάλιστα στον Τομέα της Σκληρής ισχύος, απευθυνόμενες προς την Γαλλία. Το επόμενο κείμενο του γράφοντος θα έχει ακριβώς αυτό για αντικείμενο.

Η Αθήνα δεν μπορεί να δεχθεί καμμία ανάλογη “ιφιγενοποίηση” της Κυπριακής Δημοκρατίας θεωρώντας ουτοπικώς ότι θα εξασφαλίσει δήθεν “ειρηνικές ελληνο-τουρκικές σχέσεις” είτε, έτι χειρότερον και ειδεχθέστερον, απλώς “ήρεμο θέρος”.

Η διαχείριση του θέματος από πλευράς (και) δημοσίας διπλωματίας.

Η Τουρκία δημιουργεί ένα υψηλότατο τείχος απαιτήσεων για να προκαλέσει την Ελληνική, Κυπριακή και διεθνή πλευρά. Όταν αυτό συμβεί και αφού η κατάστασις εκτραχυνθεί μεταξύ των ενδιαφερομένων πλευρών για την άρση της απαιτήσεως των “Δύο Κρατών” η Τουρκία, μετά από “έντονες παρεμβάσεις των ΗΠΑ και της ΕΕ” θα… “υποχωρήσει” (!) εις την “λύσιν της συνομοσπονδίας δύο κρατών με κυριαρχική ισότητα” και θα φανεί ότι είναι “σώφρων” και “διαλλακτική” (!) και μάλιστα “σεβομένη την απαίτηση για διεθνή τάξη και ειρήνη (!)… έχοντας ταυτοχρόνως κυριολεκτικώς “καταπιεί” (με την συνέργεια του ΟΗΕ, της ΕΕ και του κυβερνητικού διπόλου Αθηνών και Λευκωσίας) τα διεθνή εγκλήματα της Εισβολής και της Κατοχής, της καταστροφής των χριστιανικών πολιτισμικών μνημείων, των αγνοουμένων, των βιασμών, του παράνομου εποικισμού, του σφετερισμού των ελληνικών περιουσιών, κτλ !

Φαίνεται ότι το κακόηθες, πρωτόγονο, ευτελές και εύηθες διπλωματικό αυτό παίγνιον της Τουρκίας, αρχίζει να “καταναλώνεται” από την Αθήνα εφόσον υπάρχουν χειροπιαστά δείγματα περί αυτού.

Παρατηρώ τις σχετικές δηλώσεις του έλληνος Πρωθυπουργού, οι οποίες και επιβεβαιώθησαν και με τη δέουσα λεπτομέρεια δια χειλέων του κου Ν. Δένδια, σε συνέντευξή του σε Αραβικό Μέσο Ενημερώσεως και μάλιστα στην αραβική διεθνή εφημερίδα «Asharq Al Aswat», εις το φύλο της, της 18ης Ιουλίου 2021Μήνυμα Δένδια σε Τουρκία: Δεν υπάρχει «λύση δύο κρατών» στην Κύπρο»)[1]. Εκεί, ο έλλην ΥΠΕΞ έκρινε σκόπιμο να απαντήσει στις τουρκικές μεθοδεύσεις που απορρέουν από τη γνωστή πρακτική του ανωτέρω περιγραφέντος τουρκικού «παζαριού». Η ρητή απόρριψη Δένδια της προτεινομένης (έστω και εμφανώς προσχηματικά, δεδομένου ότι μια τέτοια λύση αντίκειται κατά μείζονα λόγο στα γεωπολιτικά συμφέροντα της  Τουρκίας, της Βρετανίας και των ΗΠΑ) λύσεως των δύο κρατών, στη πράξη δύναται να “οριοθετήσει” και την στάση της Αθήνας κατά την προϊούσα και ανορθολογικώς διεξαγομένη και άκαιρη διαπραγμάτευση -υπό τις παρούσες τουρκικές βάρβαρες- προκλήσεις για το Κυπριακό. Το μαξιμαλιστικό τουρκικό αίτημα (δηλ. τα δύο κράτη) μεν δεν συζητείται, αλλά (ή, μήπως, άρα) “δυνάμεθα να αποδεχθούμε την Ομοσπονδία (Συνομοσπονδία) δύο κρατών με πολιτική (βλ. “κυριαρχική”) ισότητα και να οδηγήσομε σε πλήρη ομηρία από την Τουρκία  το σύνολο του κυπριακού Ελληνισμού, εάν εσείς στην Άγκυρα… προσποιηθείτε ότι… υποχωρείτε!”

Εάν, λέγω εάν, μια ανάλογη σκέψις πρυτανεύει στην Αθήνα, τότε πρόκειται για διπλωματική κίνηση, προσφέρουσα την δυνατότητα της της τελικής λήψεως αποφάσεως στην πλευρά της Τουρκίας (ικανοποιώντας το Λονδίνο και το Βερολίνο), και διασφαλίζουσα έτσι ότι δεν θα έχει την κατάληξη που είχε το Σχέδιο Αννάν. Το ότι δηλαδή, εκτός απροόπτου, θα διασφαλιστεί τόσο από Λευκωσία, όσο και από Αθήνα, και προφανώς από την Άγκυρα ότι μια τέτοια κατάληξη στη διαπραγμάτευση θα γίνει αποδεκτή ή έστω ανεκτή από τον Κυπριακό, και βέβαια από τον Ελληνικό λαό ο οποίος θεωρείται από τους σχεδιαστές της, ότι θα λάβει αφελώς (!) και πανηγυρίζων (!) το καταπότιον της “τουρκικής υποχωρήσεως” και θα συμφωνήσει χειροκροτών την “εξαίρετη ελληνική διπλωματία”!

Άλλωστε, σε επίπεδο «διορθωτικής» διαμόρφωσης της κοινής γνώμης και δημόσιου διαλόγου μπορούν να ενεργοποιηθούν σχετικά “πρόθυμα δίκτυα” με μεθοδεύσεις οι οποίες είναι ήδη μάλλον εμφανείς εδώ και καιρό, από συγκεκριμένα – γνωστά – Ιδρύματα/ΜΚΟ χρηματοδοτούμενα από πρεσβείες διεθνών δυνάμεων και διεθνείς “φιλανθρώπους”  ή προσωπικότητες επηρεασμού/διαμόρφωσης της κοινής γνώμης (opinion leaders/makers) προσκείμενα εις τους ιδίους “κορβανάδες”, είτε σε επίπεδο πρακτικής, με τη δρομολόγηση καταστάσεων ή τετελεσμένων σε επιχειρησιακό, διπλωματικό, ή και επιχειρησιακό επίπεδο (π.χ. μείζονα ή ελάσσονα μεθοριακά επεισόδια, θέματα με τη μειονότητα, αναζωπύρωση των ήδη υφιστάμενων διμερών σημείων τριβής[2], όπως παραβάσεις, παραβιάσεις, ζητήματα Ε-Δ, αιτιάσεις περί της αποστρατικοποίησης αποκλειστικά ελληνικών νήσων του Αιγαίου, ναυτικά περιστατικά με αλιευτικά, εμπορικά ή πολεμικά πλοία[3], ναυτικές διεκδικήσεις στο ενεργειακό πεδίο, κλπ.), που προορίζονται να δημιουργήσουν ένα υπόβαθρο επιπρόσθετης πίεσης ή αντιπερισπασμού της κοινής γνώμης, ή και του κρατικού μηχανισμού ώστε να μην έχει τη δυνατότητα να παρακολουθεί απρόσκοπτα και να αποφασίζει ψύχραιμα περί των εξελίξεων ως προς το Κυπριακό. Η δε τουρκική πλευρά θα διασφαλίσει ότι θα επικοινωνήσει στον τουρκικό λαό τότε, και μόνον τότε, την πραγματική επιτυχία της τουρκικής διπλωματίας εξασφαλίζουσα δια το καθεστώς Ερντογάν, μια ανηφορική πορεία στους φθίνοντες μέχρι σήμερα, δημοσκοπικούς δείκτες.

Η Περίπτωση της Αναγνωρίσεως του Κοσόβου από την Ελλάδα

Η επίσκεψη του Προέδρου της Τουρκίας Ρ.Τ. Ερντογάν στα κατεχόμενα της Κυπριακής Δημοκρατίας και οι δηλώσεις του για την περιοχή “ειδικού καθεστώτος” της Αμμοχώστου, όπως και η ευρύτερη πολυετής συστηματική πολιτική επιδιώξεων της Τουρκίας για εργαλειοποίηση των μειονοτικών ζητημάτων τόσο στην Κύπρο, όσο και στην Ελλάδα, εμφανίζει ανησυχητικό σημείο κορύφωσης και προκαλεί για την συνδυαστική μελέτη συναφών περιπτώσεων ενεργοποιήσεως μειονοτικών αξιώσεων (θεμιτών ή μη) στο γεωπολιτικό σύμπλοκο της Ευρώπης – Ανατολικής Μεσογείου.

Η περίπτωση μάλιστα του Κοσσόβου δεσπόζει στη λίστα διερευνωμένων αντίστοιχων παραδειγμάτων. Αυτό διότι, η αποφασιστική διαχείρισή της μέσω σχετικών Αποφάσεων του ύπατου δικαιοδοτικού οργάνου της διεθνούς τάξεως, του Διεθνούς Δικαστηρίου «της Χάγης» (δηλαδή το ICJ), αλλά και η εκκρεμούσα διαδικασία διεθνούς αναγνωρίσεως της ανεξαρτητοποιήσεως του Κοσσόβου, παρουσιάζει εξαιρετικό γεωπολιτικό ενδιαφέρον. Και μάλιστα όχι μόνον προς μελέτην από την στενή «λεγκαλιστική» σκοπιά του Διεθνούς Δικαίου, αλλά και από την ευρυτέραν, αυτήν δηλαδή της Γεωπολιτικής Αναλύσεως, η οποία μεθοδολογικώς θεωρεί σκόπιμο και υποχρεωτικό να συμπεριλάβει τη διεθνοδικαιϊκή συνιστώσα στην συνισταμένη γεωπολιτικής ισχύος μιας πληρεστέρας γεωπολιτικής αναλύσεως.

Τούτο δε να εξετασθεί αφενός

1) για το Υποσύστημα της περιοχής μας, αλλά και

2) το ευρύτερο γεωπολιτικό Σύμπλοκο (Ευρώπη – Ανατ. Μεσόγειος – Εύξεινος Πόντος).

Πολλώ δε μάλλον είναι υποχρεωτικώς αναγκαία, κατά το μέτρο όπου θα απαιτηθεί η εν λόγω ανάλυση να αποτελέσει την απαιτουμένη βάση για την κατάρτιση μιας συγκεκριμένης γεωπολιτικής εκτιμήσεως αφορώσης την περίπτωση του Μεσογειακού Ελληνισμού, δηλαδή αφενός της μείζονος κρατικής συνιστώσας (της Ελληνικής Δημοκρατίας), αφετέρου της αντιστοίχου ελάσσονος (της Κυπριακής Δημοκρατίας), αλλά και των θεμελιωδών ταυτοτικών ανθρωπολογικών στοιχείων[4] δηλαδή των ταυτοτικώς ελληνικών (ελληνογενών ελληνοφώνων  πληθυσμών όπως των κοινωνικών πληθυσμιακών ομάδων με αμιγή ή λανθάνουσα, πρωτογενή ή μη, εθνική ελληνική συνείδηση) που είτε ως «μειονότητες» (δηλαδή ως νομικώς αναγνωρισμένα διεθνή υποκείμενα)[5], είτε ως μειονοτικές ομάδες/πληθυσμοί (μη αναγνωρισμένες μεν ως νομικά διακρινόμενες εκ του γενικού πληθυσμού, αλλά ως διακριτές κοινωνικές ομάδες, που πληθυσμιακά είναι υποσύνολο του γενικού πληθυσμού του λαού ενός κράτους, με συγκεκριμένα διακριτά ταυτοτικά ανθρωπολογικά ή κοινωνικο-πολιτισμικά χαρακτηριστικά) κατοικούσες μονίμως εδώ και γενεές σε πολλές από τις χώρες της περιοχής αυτής.

Αντιστοίχως, και η περίπτωση της Κύπρου παρουσιάζει εξίσου ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Τούτον διότι η επικαιρότητα επιβάλει την συνεχή της παρουσία σε υψηλές θέσεις στην ειδησεογραφία, αλλά και στο δημόσιο διάλογο, με επίκεντρο πέραν των ενεργειακών, και των ζητημάτων διεθνούς ασφάλειας, και θεμάτων απτομένων από πλευράς διακοινοτικών αξιώσεων κατά την αναμενόμενη ευρύτερη “πολιτική διευθέτηση”. Διευθέτηση προβληματική κατά τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ που δεν επιτρέπει στον Οργανισμό να επεμβαίνει στα εσωτερικά των κρατών, η οποία επίκειται, μεταξύ όλων των κρατικών και μη, δρώντων του ζητήματος που έχει πλέον εδώ και δεκαετίες επικρατήσει να ονομάζεται «Κυπριακό».

Από τα ανωτέρω, συνάγονται τα ακόλουθα δύο μείζονα σημεία προσοχής της Ελλαδικής και Κυπριακής εξωτερικής πολιτικής:

(α)          το ζήτημα της υποστηρίξεως τρίτων (κρατικών και μη κρατικών φορέων) επί του ζητήματος της αναγνωρίσεως, προσφέρει νομιμοποιητική υποστήριξη, ή και νομιμοποιεί άμεσα, αντίστοιχα αιτήματα ταυτοτικών μειονοτήτων υπαρχουσών σε πολλά κράτη του κόσμου και δη της εξεταζόμενης περιοχής. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, η προβολή τους, αν αυτή καθοριστεί σε αντίστοιχη έκβαση με αυτή του Κοσόβου, να θέτει προφανή ζητήματα που θίγουν τη διεθνή τάξη και ασφάλεια. Μάλιστα, η ταυτόχρονη έγερση τους θα λειτουργήσει ενισχυτικά των όποιων αρνητικών επιπτώσεων  εις βάρους των εμπεριεχόντων αυτές κρατών, και αυτό είναι κάτι που θα πρέπει να σταθμιστεί ιδιαίτερα από όσες δυνάμεις φιλοδοξούν να διατηρήσουν, ή και να αναλάβουν ρόλο ηγεμονικής δύναμης στα μελετώμενα σύμπλοκα.

(β)          Ειδικά για την περίπτωση της Ελλάδας, θα πρέπει να γίνει σαφές ότι η θέση της στο ζήτημα της αναγνωρίσεως του Κοσόβου, τόσο σε άμεσο επίπεδο, όσο και έναντι τρίτων, θα πρέπει να σταθμιστεί με ιδιαίτερη σπουδή. Η Ελλάδα, ως μητροπολιτικό κρατικό υποκείμενο (εγγυήτρια δύναμις) του Μείζονος και Ελάσσονος ελληνισμού, πρέπει να λάβει υπόψη της τόσο τις αντιστοιχίες των συναφών με την υπόθεση του Κοσόβου ημέτερων μειονοτικών ζητημάτων, όσο και αντίστοιχων μειονοτικών ζητημάτων που εγείρουν συναφείς αιτιάσεις αυτονομήσεως (που ενδέχεται να οδηγήσουν ακόμη και σε ανεξαρτητοποίηση) άλλων κρατικών δρώντων του εγγύς ή και ευρύτερου διεθνούς συστήματος, με τις οποίες η Ελλάδα διατηρεί είτε σχέσεις σύμπλευσης και συνεργασίας (άμεσης ή έμμεσης), είτε σχέσεις ανταγωνιστικές ή και αντιπαλότητας, είτε και ουδέτερες σχέσεις.

Μάλιστα, κατά την διαδικασία αυτήν, πέραν της υπεραπλουστευτικής μεν, αν και όχι ευκαταφρόνητης, γραμμικής αναλύσεως (δηλαδή εύλογη ανησυχία για παρόμοιες περιπτώσεις μειονοτικών αιτιάσεων αποσχίσεως – ανεξαρτητοποιήσεως, και αυτομάτου υποστηρίξεως φιλικών κρατών κατά την διαχείριση παρομοίων ζητημάτων θιγόντων, εν δυνάμει, την εθνική τους ακεραιότητα), κρίνεται σκόπιμη η ανάδειξη μιας διακριτής παραμέτρου η οποία παρέχει ιδιαίτερη προστιθέμενη αξία καθόσον μάλιστα εισάγεται με θετικότατους όρους κόστους – οφέλους στο δημόσιο διάλογο, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Αυτή αφορά το ζήτημα της υπέρβασης της απλής στατικής, αλλά της ενεργού και δυναμικής υποστήριξης από ελληνικής πλευράς της ερμηνείας του Διεθνούς Δικαίου που αφορά την απόρριψη νομικών αντιλήψεων περί αναγνώρισης του βάσιμου των αιτιάσεων άσκησης του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης με την εξωτερική της εκδοχή, δηλαδή εκφράζοντάς την με όρους αποσχίσεως έως και ανεξαρτητοποιήσεως, έτσι όπως αναγνωρίστηκαν, έστω και ad hoc στην περίπτωση του Κοσσόβου
 
Πρέπει να σημειωθεί ότι, το Δικαστήριο (ICJ) στη Γνωμοδότησή[1] του (22 Ιουλίου 2010) (όπως εξηγήθηκε ανωτέρω) δέχτηκε ότι η Ανακήρυξη Ανεξαρτησίας εκ μέρους του Κοσόβου δεν συνιστούσε αντιδιεθνή ενέργειαthe declaration of independence of Kosovo adopted on 17 February 2008 did not violate international law»). Πρέπει όμως να είναι σαφές οτι το προηγούμενο της εν λόγω γνωμοδοτήσεως η οποία εξεδόθη από το Δικαστήριο προκειμένου να καλύψει συγκεκριμένα την εν λόγω Ανακήρυξη Ανεξαρτησίας, δεν θα πρέπει (ειδικά υπό την τρέχουσα παγκόσμια γεωπολιτική συγκυρία) να εκληφθεί μετά βεβαιότητος και ως αμετάβλητο νομολογικό προηγούμενο καθοδηγόν απολύτως δεσμευτικά το Διεθνές Δικαστήριο (ή και άλλα διεθνή δικαιοδοτικά όργανα) στην απόφανσή του και επί άλλων υποθέσεων μελλοντικών μειονοτικών αποσχιστικών αξιώσεων. Τουναντίον αυτό δεν θα πρέπει να αποκλειστεί ως πιθανό ενδεχόμενο. Υπό αυτή την έννοια, και σύμφωνα με το άρθρο 38 του Καταστατικού του ΔΔ, που ορίζει ως πηγές (αν και δευτερογενείς) του Διεθνούς Δικαίου τη διδαχή των πλέον αναγνωρισμένων-διακεκριμένων ακαδημαϊκών Διεθνολόγων, είναι σαφές ότι θα πρέπει να καταβληθεί προσπάθεια ώστε να ενισχυθεί η καθιερωθείσα νομική πεποίθηση περί αυτού του ζητήματος μεταξύ των μελών της εγχώριας αλλά και της διεθνούς academia, με σκοπό ώστε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο αξιοποιήσεως του νομολογιακού προηγουμένου της Αποφάσεως για το Κόσοβο, έστω και αν όχι πρωτογενώς, αλλά στο πλαίσιο μιας απόπειρας «προοδευτικής» εξέλιξης του Δικαίου, προς μια ριζοσπαστική – αναθεωρητική κατεύθυνση. Κατεύθυνση δηλαδή, η οποία επικινδύνως για την εθνική ασφάλεια των κρατών, θα υιοθετούσε την διευκόλυνση παρομοίων μειονοτικών αξιώσεων προκρίνουσα την εξωτερική εκδοχή της “αρχής της αυτοδιαθέσεως” εις βάρος της κρατούσας και άρα της «κλασικής» ερμηνευτικής αντιλήψεως των ορίων εφαρμογής της αρχής της αυτοδιαθέσεως, η οποία σαφώς υποστηρίζει, θεωρητικώς τουλάχιστον, τη θεμιτή άσκησή της μόνον εις την εσωτερική της εκδοχή. Συνεπώς, σαφώς για την προάσπιση του σεβασμού των ατομικών δικαιωμάτων των μελών μιας μειονότητας, χωρίς όμως περαιτέρω αναγνώριση συλλογικών αξιώσεων δυναμικής ολοκληρωτικής αυτονομήσεως (και δη αποσχίσεως) εις βάρος του εμπεριέχοντος αυτήν κράτους.Έτσι, θα συνεχίσει να προκρίνεται η επικράτηση της μη δυνάμενης να θιγεί ή να αμφισβητηθεί νόμω ή έργω, εθνική κυριαρχία και το επαγωγικώς συναμφότερο του ενιαίου και αδιαίρετου της εθνικής επικρατείας έναντι της ασκήσεως της αρχής της (εξωτερικής) αυτοδιαθέσεως (πέραν βεβαίως των γνωστών εξαιρέσεων, του αγώνα για αποαποικιοποίηση ή για εθνική απελευθέρωση, που  πλέον έχουν από καιρού εκλείψει ως περιπτώσεις διεθνούς πρακτικής, από τα τέλη της εποχής της αποαποικιοποίησης, πέραν ίσως των εντελώς μονωμένων περιπτώσεων των λαών της Παλαιστίνης και των Σαχραουΐ.).
 
 Περιπτώσεις αναγνώρισης της εξωτερικής εκδοχής της αυτοδιάθεσης μπορούν να γίνουν αποδεκτές από το κρατούν Διεθνές Δίκαιο σε περιπτώσεις που η αυταρχική διακυβέρνηση του κράτους «φιλοξενίας» αποστερεί από τα μέλη της μειονότητας τη δυνατότητα άσκησης της «εσωτερικής» αυτοδιάθεσης, ήτοι όταν τίθεται θέμα πλημμελούς προστασίας των ατομικών και λοιπών ανθρωπίνων δικαιωμάτων των μελών της μειονότητας. Σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι δυνατόν να αντιμετωπιστεί ευμενώς σχετικό αίτημα περί εξωτερικής αυτοδιάθεσης, καθόσον δεν υπάρχει πλέον άλλη εναλλακτική, δια της οποίας να προστατεύονται τόσο η εθνική κυριαρχία του κράτους (ειδικά στο τμήμα της επικράτειας που αφορά τη μειονοτική περιοχή) ενώσω εξασφαλίζεται παράλληλα η πλήρης και προπαντός αδιάκριτη προστασία των δικαιωμάτων όλων των πολιτών του, μειονοτικών και μη.
Η ανωτέρω ρήτρα σε ό,τι αφορά την άσκηση του δικαιώματος αυτοδιαθέσεως από συλλογικά υποκείμενα, που έχουν χαρακτηριστεί ως λαοί (peoples), συμφώνως με το Προοίμιο του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, δικαίωμα που δύναται – μέσω μιας θεμιτής διασταλτικής ερμηνείας – να θεωρηθεί ότι καλύπτει εξίσου και “μειονοτικά (υπό τη νομική φυσικά έννοια) υποκείμενα”, μας παρέχει ένα εξαιρετικό νομικό υπόβαθρο, ώστε να καθοδηγήσει τη σκέψη μας και σε άλλες μειονοτικές περιπτώσεις. Για παράδειγμα, η περίπτωση της κοινότητας των τουρκοκυπρίων στην Κυπριακή Δημοκρατία, των εθνικών ή θρησκευτικών (ή και γλωσσικών) μειονοτήτων σε πολλά κράτη της Ευρώπης (Ισπανία, Αλβανία, Ελλάδα, Τουρκία, Ουκρανία-Ρωσία-Κριμαία, Αρμενία-Αζερμαιτζάν, Γεωργία-Αμπχαζία κλπ.). Η θεμιτή άσκηση μειονοτικών ή άλλων ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι πλέον μια sine qua non ρήτρα για κάθε προηγμένη νομική και πολιτική τάξη κάθε σύγχρονου κράτους. Πολλώ δε μάλλον όταν πρόκειται για κράτος μέλος τόσο της ΕΕ, όσο και του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Ως εκ τούτου...

 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ: Στρατηγικό αδιέξοδο

Toυ ΑΛΕΞΗ ΠΑΠΑΧΕΛΑ

Η Ιστορία απαιτεί υπομονή και ψυχραιμία. Κανείς δεν μπορεί να βγάλει συμπεράσματα βιαστικά, πριν τα γεγονότα «στεγνώσουν» αρκετά για να μπορούν να καταγραφούν με μια σχετική αντικειμενικότητα. Ούτε βέβαια όταν η όποια συζήτηση διεξάγεται σε συνθήκες ακραίου πάθους και φανατισμού.

Ομολογώ ότι βρίσκω την κατάσταση στην Κύπρο σήμερα πάρα πολύ στενάχωρη.  

Εχοντας ασχοληθεί πολλά χρόνια με αυτό το θέμα και καθώς τελειώνω τη συγγραφή ενός βιβλίου, βλέπω στον ορίζοντα να διαγράφεται ένα στρατηγικό αδιέξοδο. 

Η διχοτόμηση έχει παγιωθεί. Η ελληνοκυπριακή πλευρά δεν μπορεί να περιμένει κάποιο εδαφικό αντάλλαγμα στο πλαίσιο μιας συμβιβαστικής φόρμουλας. Κάθε σκέψη για ένα «βελούδινο διαζύγιο», που θα αντάλλασσε κάποιου είδους αναγνώριση με έδαφος, ανήκει στο παρελθόν. Ακόμη και αν υπήρχε μια συμφωνία σήμερα, θα ήταν πιθανότατα τόσο περίπλοκη και δυσεφάρμοστη (ακόμη περισσότερο και από το σχέδιο Αναν) που δύσκολα θα περνούσε από ένα δημοψήφισμα.

Οι καταδικαστικές δηλώσεις από τις ΗΠΑ είναι θετικές και σημαντικές, σε αντίθεση με τις ευρωπαϊκές, που θα τις χαρακτήριζε κάποιος χλιαρές. Δεν πρόκειται όμως να αλλάξουν κάτι στην πράξη.

Αν μετρούσαμε τα ψηφίσματα και τις δηλώσεις των τελευταίων 60 και κάτι ετών, το ισοζύγιο θα ήταν θετικό για την ελληνική πλευρά. Αν μετρήσουμε τι ακριβώς συμβαίνει στο έδαφος του πολυτάραχου νησιού, το ισοζύγιο μόνο θετικό δεν είναι. 

Το κλισέ πως το Κυπριακό είναι μια ιστορία χαμένων ευκαιριών είναι από τα λίγα που δικαιολογείται πλήρως. Ο ελληνισμός είχε ευκαιρίες στο Κυπριακό, τις οποίες όμως δεν άδραξε λόγω προσωπικών εγωισμών και παιχνιδιών, ενός αέναου νεοβυζαντινού μπρα ντε φερ μεταξύ Αθήνας και Λευκωσίας και του καταραμένου πολιτικού κόστους. Αυτό που το 1964 θα φιγουράριζε σαν «προδοσία» στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, σήμερα φαντάζει μια πολύ καλή λύση. 

Το Κυπριακό ήταν το πρώτο και μείζον ζήτημα που βρέθηκε στο «μάτι» του φαινομένου του μεταπολεμικού αριστεροδεξιού λαϊκισμού και δεν άφησε πολλά περιθώρια ψυχρών χειρισμών. Ο Γιώργος Καλπαδάκης, στο εξαιρετικό πρόσφατο βιβλίο του «Κυπριακό 1954-74», μιλάει πολύ εύστοχα για τον «αιώνιο δηληγιαννισμό».

Ηταν πολλές οι περιπτώσεις όπου με λίγη ψυχραιμία, εθνική συνεννόηση και λιγότερο αυτάρεσκες προσωπικές συμπεριφορές ορισμένων πρωταγωνιστών θα είχαμε επιτύχει τους εθνικούς στόχους της εποχής. Δεν ήταν εύκολες ασφαλώς οι αποφάσεις και οι συμβιβασμοί. Δεν θα ήθελα να βρίσκομαι στη θέση εκείνων που έπρεπε να αποφασίσουν, αμέσως μετά την τουρκική εισβολή, εάν έπρεπε να δεχθούν ένα συμβιβασμό με επιστροφή εδάφους και επαναφορά προσφύγων στα σπίτια τους ή εάν ήταν σοφότερη η απόρριψη κάθε τέτοιας ιδέας ώστε να μη νομιμοποιηθεί η τουρκική κατοχή στο νησί. Ούτε μπορώ να απαντήσω στο εάν έπρεπε να έχουμε δεχθεί μία από τις πολλές προτάσεις επιστροφής των Βαρωσίων με αντάλλαγμα τη νομιμοποίηση των τετελεσμένων.

Αυτά όλα...

 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Χτίζεται η νέα Οθωμανία στην Τουρκία

Από τον Σάββα Καλεντερίδη

 Όταν ο Ερντογάν ρωτήθηκε για την εθνική του καταγωγή, είπε επί λέξει: «Οταν ρώτησα τον πατέρα μου για την εθνική μας καταγωγή, μου είπε ότι κι εκείνος είχε απευθύνει στον πατέρα του το ίδιο ερώτημα και έλαβε την εξής απάντηση: Δεν έχει σημασία η καταγωγή μας, σημασία έχει ότι είμαστε μουσουλμάνοι».

Σ’ αυτή τη φράση κρύβεται η εθνοθρησκευτική ιδεολογία του Ερντογάν

Μπορεί να υπερασπίζεται εθνικιστικές θέσεις το τελευταίο διάστημα και να μιλά για ένα έθνος, μία θρησκεία, μία σημαία, όμως αυτό οφείλεται κυρίως σε δύο λόγους: Ο ένας είναι ότι συγκυβερνά με τους υπερεθνικιστές, τα «ένστικτα» των οποίων πρέπει να ικανοποιεί, και ο άλλος είναι η «απειλή» του Κουρδικού, που τινάζει στον αέρα την ιδεολογία του Ερντογάν, αφού για τους Κούρδους, για τη συντριπτική τους πλειονότητα, προέχει η εθνική καταγωγή και έπεται το θρήσκευμα. Και αυτό ξεπερνιέται μόνο με το «είμαστε όλοι Τούρκοι».  

Με βάση αυτήν την εθνοθρησκευτική ιδεολογία, που έφτασε στο απόγειό της κατά την Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπου ο σουλτάνος ήταν ο χαλίφης, δηλαδή ο εκπρόσωπος του προφήτη Μωάμεθ στη γη, ο οποίος κυβερνούσε τους υπηκόους του ελέω Αλλάχ, ο Ερντογάν σχεδίασε τη στρατηγική της Τουρκίας, με στόχο το 2071, χίλια χρόνια μετά τη μάχη του Ματζικέρτ, να ανασυσταθεί η νέα Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Και με αυτόν τον στόχο, εκτός από τη στρατιωτική εισβολή που έχει κάνει σε Ιράκ (Νότιο Κουρδιστάν), Β. Συρία (Δυτικό Κουρδιστάν), ΒΔ Συρία (Ιντλίμπ), Κύπρο και Λιβύη, με παρουσία τουρκικού στρατού σε διάφορες χώρες, όπως Κατάρ, Υεμένη (παραστρατιωτικοί), Σομαλία, Αλβανία, Βοσνία, Κοσσυφοπέδιο, Αζερμπαϊτζάν, προσπαθεί να χτίσει τα θεμέλια της νέας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Αυτά τα μεγαλεπήβολα σχέδια, που οδήγησαν την Τουρκία σε ενεργό εμπλοκή στην επιχείρηση διάλυσης της Συρίας, σε συνδυασμό με την πολιτική εργαλειοποίησης των μουσουλμάνων μεταναστών έναντι της Ελλάδας και της Ευρώπης, που έχει υιοθετήσει ο Ερντογάν, είχαν ως αποτέλεσμα η Τουρκία να καταστεί ένας ελκυστικός προορισμός για πρόσφυγες από τη Συρία, αλλά και για πολίτες μουσουλμανικών χωρών που είχαν ως στόχο στη συνέχεια να μεταβούν και να εγκατασταθούν σε ευρωπαϊκές χώρες «απίστων» για να βελτιώσουν τη ζωή τους και ταυτοχρόνως να διαδώσουν το Ισλάμ, που είναι ιερό καθήκον για κάθε καλό μουσουλμάνο.

Όλα τα παραπάνω είχαν ως αποτέλεσμα πολλοί από εκείνους που επέλεξαν την Τουρκία ως χώρα διέλευσης τελικά να παραμείνουν μονίμως εκεί, και η Τουρκία να γίνει πλέον μια πολυεθνική χώρα, φιλοξενώντας εκατομμύρια μέλη εθνοτήτων, πέραν εκείνων που κατοικούν παραδοσιακά στην Ανατολία.

Ενδεικτικό της κατάστασης που έχει δημιουργηθεί στην Τουρκία είναι το άρθρο του Zülfikar Doğan που δημοσιεύτηκε στο ahvalnews, με τίτλο «220.000 αλλοδαποί αγόρασαν κατοικία στην Τουρκία, με πρώτους τους Αφγανούς και τους Σομαλούς».

Το πιο καυτό θέμα συζήτησης των τελευταίων ημερών στην Τουρκία είναι αυτό των αλλοδαπών που αιτούνται άσυλο στη χώρα και το νέο κύμα μετανάστευσης από το Αφγανιστάν. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Διεύθυνσης Διαχείρισης Μετανάστευσης του υπουργείου Εσωτερικών, ο αριθμός των Σύρων που έχουν λάβει το καθεστώς «προσωρινής προστασίας» στην Τουρκία φτάνει τα 3.600.000, ενώ ο συνολικός αριθμός υπερβαίνει τα 5.500.000, συμπεριλαμβανομένων των «παράτυπων μεταναστών».

Εκτός από την εξάπλωση των Σύρων σε 81 νομούς της χώρας, αφγανικά και σομαλικά γκέτο έχουν αρχίσει να σχηματίζονται στις πόλεις. Στο Kızılay, το πιο πολυσύχναστο κέντρο της πρωτεύουσας Αγκυρας, ορισμένοι δρόμοι είναι γεμάτοι με σομαλικά εστιατόρια, καταστήματα, κουρεία, κομμωτήρια κ.λπ. Μαζί με τους χώρους εργασίας του, ο δρόμος άρχισε να ονομάζεται «λεωφόρος Σομαλίας».

Ενώ ο αριθμός των Σύρων στην πόλη Κίλις ξεπέρασε τον πληθυσμό των Τούρκων κατοίκων της, ο δήμαρχος του μητροπολιτικού δήμου Αντιόχειας (Χατάι) Lütfü Savaş, που εκλέγεται με το Λαϊκό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα (CHP), δήλωσε ότι οι Σύροι είναι σε θέση να εκλέξουν βουλευτές και να κερδίσουν εκλογές για δημάρχους σε ορισμένες περιφέρειες, ενώ ο δήμαρχος του Μπόλου (Νεοκλαυδιούπολη) Tanju Canzcan ανακοίνωσε αύξηση και είπε ότι «οι αλλοδαποί θα πληρώνουν δέκα φορές ακριβότερα το νερό». Οι δηλώσεις του Canzcan προκάλεσαν αντιδράσεις στο κόμμα του, το CHP, καθώς και στην κυβέρνηση. Ο δήμαρχος της Κωνσταντινούπολης Ekrem İmamoğlu επέκρινε επίσης τον Tanju Canzcan. Μετά την ποινική καταγγελία της Διεθνούς Ένωσης για τα Δικαιώματα των Προσφύγων, ο γενικός εισαγγελέας του Μπόλου ανακοίνωσε ότι ξεκίνησε έρευνα εναντίον του Canzcan με την κατηγορία της «κατάχρησης εξουσίας, διακρίσεων και μίσους».

Ο πρόεδρος του CHP Kemal Kılıçdaroğlu ανακοίνωσε ότι όταν έλθουν στην εξουσία συμφώνησαν με τη διοίκηση της Δαμασκού ότι οι Σύροι που έχουν καταφύγει στην Τουρκία θα επιστρέψουν στη χώρα τους με ασφάλεια και ότι έτσι θα λυθεί το πρόβλημα των προσφύγων εντός δύο ετών.

Ο ηγέτης του CHP ισχυρίστηκε επίσης ότι έχει πληροφορία σύμφωνα με την οποία η Ε.Ε. έχει ετοιμάσει ένα νέο «πακέτο δωροδοκίας» προς την Τουρκία, για να κρατήσει τους Αφγανούς πρόσφυγες στην Τουρκία. Δήλωσε ότι θα ανοίξουν ξανά τη συμφωνία για τους πρόσφυγες με την Ε.Ε. σε διαπραγματεύσεις και ότι δεν θα επιτρέψουν τη μετατροπή της Τουρκίας σε «υπαίθρια φυλακή» για πρόσφυγες από κάθε χώρα. Ο Ali Babacan, πρόεδρος του αντιπολιτευτικού κόμματος DEVA, αντιτάχθηκε στις δηλώσεις του ηγέτη της αξιωματικής αντιπολίτευσης, υποστηρίζοντας ότι οι Σύροι έχουν γίνει πλέον «μόνιμοι» κάτοικοι της Τουρκίας και ότι αποκλείεται να σταλούν πίσω στη χώρα τους.

Οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης αντέδρασαν στις δηλώσεις του Kılıçdaroğlu ο ένας μετά τον άλλον. Ο αναπληρωτής πρόεδρος του AKP Mehmet Özhaseki ισχυρίστηκε ότι η βιομηχανία επέζησε σε πόλεις της Ανατολίας όπως η Καισάρεια, το Αντέπ και το Ικόνιο, χάρη στους Σύρους ή τους αιτούντες άσυλο.

Ένας άλλος αναπληρωτής πρόεδρος του ΑΚΡ, ο Mustafa Şen, είναι εναντίον εκείνων που υποστηρίζουν την απέλαση των Σύρων από την Τουρκία. «Ρώτησα αυτούς που ήρθαν από τη Συρία τι λένε για το θέμα της επιστροφής τους στην πατρίδα τους και μου είπαν: «Πρώτα να φύγουν από τα χώματα αυτά εκείνοι που ήλθαν πριν από μας (ΣτΜ: εννοεί τους Τούρκους που ήλθαν από την Κεντρική Ασία) και μετά θα βρούμε τον δρόμο και θα ακολουθήσουμε κι εμείς». Οταν μοιράστηκε το μήνυμα αυτό ο Mustafa Şen, οι συζητήσεις φούντωσαν. Εκπρόσωποι της αντιπολίτευσης, οι οποίοι ισχυρίστηκαν ότι το μήνυμα του Şen σήμαινε «εκδίωξη των Τούρκων από την Τουρκία, υποδηλώνοντας ότι θα επιστρέψουν στην κεντρική Ασία», αντέδρασαν στην κυβέρνηση.

Παρά τις συζητήσεις προσφύγων – μεταναστών – προσφύγων που βρίσκονται όλο και περισσότερο στην ημερήσια διάταξη, οι στατιστικές πωλήσεων κατοικιών του τουρκικού στατιστικού ινστιτούτου (TUIK), από την άλλη πλευρά, δίνουν τα σήματα ότι οι αιτούντες άσυλο γίνονται γρήγορα μόνιμοι και εγκαθίστανται στην Τουρκία.

Σύμφωνα με τα στοιχεία, οι πωλήσεις κατοικιών στην Τουρκία μειώθηκαν κατά 11,5% το πρώτο εξάμηνο του τρέχοντος έτους, ενώ οι πωλήσεις σε αλλοδαπούς αυξήθηκαν κατά 44%. Εξετάζοντας τα στοιχεία πωλήσεων τον Ιούνιο, η αύξηση των πωλήσεων κατοικιών σε αλλοδαπούς αυξήθηκε στο 185% σε σύγκριση με τον ίδιο μήνα του προηγούμενου έτους. Ενας από τους σημαντικούς παράγοντες σε αυτό είναι ότι τα σπίτια στην Τουρκία γίνονται φτηνότερα για τους ξένους λόγω της μεγάλης υποτίμησης της τουρκικής λίρας. Επιπλέον η χορήγηση τουρκικής ιθαγένειας και διαμονής σε αλλοδαπούς που αγοράζουν ακίνητα αξίας 250.000 δολαρίων είναι ένας άλλος σημαντικός παράγοντας.

Σύμφωνα με τα στοιχεία, ο αριθμός των αλλοδαπών που θέλουν να αποκτήσουν σπίτι στην Τουρκία αυξάνεται μέρα με τη μέρα. Αναμένεται ότι το σύνολο των πωλήσεων κατοικιών σε αλλοδαπούς ως το τέλος του έτους θα ανέλθει στις...

 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Γιατί η Γερμανία κέρδισε και η Ιταλία έχασε στο γεωπολιτικό πόκερ για τον North Stream 2 - Η Ιταλία έχει χάσει την εθνική κυριαρχία της !!!

 

Manlio Dinucci/ Reseau International

Η Γερμανίδα Καγκελάριος Μέρκελ – γράφει ο Αλμπέρτο Νέγκρι (il manifesto,23 Ιουλίου) – αντιστάθηκε στις πιέσεις τριών κυβερνήσεων – Ομπάμα, Τραμπ και Μπάιντεν – να εξαλείψουν τον North Stream 2, τον αγωγό φυσικού αερίου που συμπληρώνει τον North Stream  ο οποίος είχε εγκαινιαστεί πριν από δέκα χρόνια, διπλασιάζοντας την παροχή ρωσικού αερίου στη Γερμανία. Από την άλλη πλευρά, «ο Νότιος Αγωγός, ο αγωγός αερίου Eni-Gazprom, απέτυχε». 

Ο Νέγκρι ορθώς καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Μέρκελ «κέρδισε το παιχνίδι που χάσαμε».

Αμέσως τίθεται το ερώτημα: γιατί κέρδισε η Γερμανία και έχασε η Ιταλία; 

Ο τίτλος της Washington Post είναι σημαντικός: «ΗΠΑ και Γερμανία καταλήγουν σε συμφωνία για τον ρωσικό αγωγό, τερματίζοντας μια διαφωνία μεταξύ συμμάχων». Η συμφωνία, στην οποία κατέληξε ο Πρόεδρος Μπάιντεν με την Καγκελάριο Μέρκελ, έγινε και χαιρετίζεται έντονα από μια δικομματική ομάδα του Κογκρέσου, με επικεφαλής τον Ρεπουμπλικανό γερουσιαστή Τζέι Ρις, ο οποίος προτείνει νόμο κατά του «κακόβουλου ρωσικού σχεδίου». Έτσι, πράγματι, η συμφωνία είναι μια «ανακωχή» (όπως την ορίζει ο Νέγκρι).

Ο λόγος που η κυβέρνηση Μπάιντεν αποφάσισε να την υπογράψει ήταν για να τερματίσει τη «διαφωνία» που επιδεινώνει τις σχέσεις με τη Γερμανία. Ωστόσο, η τελευταία πλήρωσε το «pizzo» (λύτρα που καταβάλλονται στη Μαφία) στον Αμερικανό  αρχηγό, δεσμευόμενη – όπως ζήτησε η Αμερικανίδα υφυπουργός Εξωτερικών Βικτόρια Νούλαντ – να «προστατεύσει την Ουκρανία» (ουσιαστικά ήδη μέλος του ΝΑΤΟ) μέσω ενός επενδυτικού ταμείου ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων ως αποζημίωση για τις μειωμένες προσόδους της, καθώς οι δίδυμοι αγωγοί φυσικού αερίου North Stream περνούν από τη Βαλτική Θάλασσα παρακάμπτοντας το έδαφός της Ουκρανίας. Σε αντάλλαγμα, η Γερμανία έχει, τουλάχιστον προς το παρόν, την άδεια των ΗΠΑ να εισάγουν 55 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα φυσικού αερίου ετησίως από τη Ρωσία.

 Τον αγωγό διαχειρίζεται η διεθνής κοινοπραξία Nord Stream AG, αποτελούμενη  από 5 εταιρείες: Τη ρωσική Gazprom, τη γερμανική Wintershall και την Pegi/E.On, την ολλανδική Gasunie και τη γαλλική Engie. Έτσι, η Γερμανία γίνεται ο ενεργειακός κόμβος για τη διανομή ρωσικού φυσικού αερίου στο ευρωπαϊκό δίκτυο.


Τον  ίδιο ρόλο θα μπορούσε να διαδραματίσει η Ιταλία με τον αγωγό φυσικού αερίου South Stream.
Το έργο γεννήθηκε το 2006, κατά τη διάρκεια της κυβέρνησης Prodi II, με τη συμφωνία που υπέγραψαν η Eni και η Gazprom. Ο αγωγός αερίου θα διέσχιζε τη Μαύρη Θάλασσα (στα ρωσικά, βουλγαρικά και τουρκικά χωρικά ύδατα) συνεχίζοντας διά ξηράς μέσω Βουλγαρίας, Σερβίας, Ουγγαρίας, Σλοβενίας και Ιταλίας προς το Ταρβίσιο (Ουντίν). Από εκεί το αέριο θα μοιραζόταν στο ευρωπαϊκό δίκτυο.

Η κατασκευή του αγωγού ξεκίνησε το 2012. Τον Μάρτιο του 2014, η Saipem (Eni) έλαβε μια πρώτη σύμβαση ύψους 2 δισεκατομμυρίων ευρώ για την κατασκευή του υποθαλάσσιου τμήματος. Αλλά εν τω μεταξύ, ενώ το πραξικόπημα στην πλατεία Mεϊντάν του Κιέβου επέσπευσε την ουκρανική κρίση, η κυβέρνηση Ομπάμα, μαζί με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ενεργούσε για να βυθίσει το South Stream.

 Τον Ιούνιο του 2014, μια αντιπροσωπεία της Γερουσίας των ΗΠΑ, με επικεφαλής τον Τζον Μακέιν, αφίχθη στη Σόφια, και διαβίβασε τις εντολές της Ουάσινγκτον στη βουλγαρική κυβέρνηση. Αμέσως, ανακοινώθηκε ότι οι εργασίες για το South Stream, στο οποίο η Gazprom είχε ήδη επενδύσει 4,5 δισεκατομμύρια δολάρια, θα  τερματιστούν. Έτσι, η Ιταλία έχανε όχι μόνο συμβάσεις δισεκατομμυρίων ευρώ, αλλά και τη δυνατότητα να έχει στο έδαφός της τον ρωσικό κόμβο διανομής φυσικού αερίου στην Ευρώπη, από τον οποίο θα προέρχονταν ισχυρές εισροές και σημαντική ανάπτυξη θέσεων εργασίας.

 Γιατί η Ιταλία τα έχασε όλα αυτά; 

Επειδή...

 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Η μίνι Σένγκεν των γειτόνων μας


Του ΣΤΑΥΡΟΥ ΤΖΙΜΑ

Οι ηγέτες της Σερβίας, της Βόρειας Μακεδονίας και της Αλβανίας συμφώνησαν να ανοίξουν τα μεταξύ τους σύνορα, ώστε να μετακινούνται ελεύθερα πολίτες, εμπορεύματα και κεφάλαια, χωρίς περιορισμούς, από την 1η Ιανουαρίου του 2023.

Ονόμασαν την πρωτοβουλία τους «Ανοιχτά Βαλκάνια» ή «μίνι Σένγκεν» και εξέφρασαν την ελπίδα ότι στο μέλλον στη ζώνη των ελεύθερων μετακινήσεων θα ενταχθούν το Μαυροβούνιο, η Βοσνία-Ερζεγοβίνη και το Κόσοβο, που πάντως δεν ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα για συμμετοχή στην εκκίνηση της διαδικασίας.

Προφανώς και δεν είναι κακή μια περιφερειακή συνεργασία, αν και δεν το βλέπω εύκολο λόγω των ιστορικών διαφορών που εξακολουθούν να κρατούν σε αποστάσεις τις κοινωνίες και να συντηρούν εθνοτικές εντάσεις.

Αλλο είναι το θέμα. Αποτελούν υψηλή προτεραιότητα για τους Βούτσιτς, Ζάεφ και Ράμα  τα «Ανοιχτά Βαλκάνια» ή πρόκειται για μια σημειολογική κίνηση των τριών ηγετών ώστε να διαπραγματευτούν (εκβιάσουν) πολιτικά την πορεία τους προς την Ε.Ε.;  

Τι μπορεί να  σημαίνουν οι δηλώσεις (τους), ότι «οι χώρες των Δυτικών Βαλκανίων δεν μπορούν να περιμένουν να επιλυθούν όλα τα εσωτερικά προβλήματα της Ε.Ε., ώστε να προχωρήσει η ένταξή τους;».

Και αφού «δεν μπορούν να περιμένουν» έχουν κατά νουν αλλαγή ρότας και προς ποιες  γεωπολιτικές «αγκαλιές» εγκαταλείποντας το όραμα των «Ευρωπαϊκών Βαλκανίων;».

Το τι θα κάνουν μεταξύ τους οι Ράμα, Βούτσιτς, Ζάεφ και όποιοι άλλοι θελήσουν, αν θελήσουν, να ενταχθούν στη «μίνι Σένγκεν», δεν αφορά τους Ευρωπαίους. 

Εκείνο που σίγουρα ενδιαφέρει τους Ευρωπαίους είναι η πορεία  υλοποίησης από τις τρεις υποψήφιες χώρες  των προβλεπόμενων μεταρρυθμίσεων, για τις οποίες έχουν δεσμευθεί, ώστε να ενταχθούν το συντομότερο δυνατό στην Ενωμένη Ευρώπη.

Τα περί «αποτυχίας» της Ε.Ε. να ξεκινήσει σε ορισμένη ημερομηνία ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Αλβανία και τη Βόρεια Μακεδονία, «λόγω εσωτερικών προβλημάτων της Ε.Ε.», που εκστομίσθηκαν με το πέρας των υπογραφών, είναι η μισή αλήθεια.

Η άλλη μισή είναι ότι οι χώρες αυτές με ευθύνη των ηγεσιών τους απέχουν από το να μπορούν να «κουμπώσουν» με τις κοινωνίες που απαρτίζουν την Ε.Ε., μολονότι (περισσότερο) για γεωπολιτικούς λόγους, οι εταίροι τις θέλουν στο κοινό ευρωπαϊκό σπίτι.

Αντί λοιπόν να επιζητούν εναλλακτικές, ίσως θα ήταν καλύτερο...

 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Τρία σενάρια για το μέλλον του Αφγανιστάν


Του Ben Barry / IISS

Από τις ανακοινώσεις Μπάιντεν και μετά, ο πρόεδρος του Αφγανιστάν έχει κάνει πολλές δηλώσεις στις οποίες εκφράζει την εμπιστοσύνη του στις ικανότητες των κυβερνητικών δυνάμεων. Σε αντίθεση με την αισιοδοξία του Ghani ωστόσο, οι Ταλιμπάν έχουν στο μεταξύ προωθηθεί και έχουν αυξήσει το πλεονέκτημά τους έναντι των αφγανικών κυβερνητικών δυνάμεων. Η αποχώρηση των Αμερικανών συμβούλων και η μείωση των αεροπορικών επιδρομών των ΗΠΑ έναντι των Ταλιμπάν έχουν μειώσει τη μαχητική δύναμη και το ηθικό των αφγανικών δυνάμεων, των οποίων η αποτελεσματικότητα υπονομεύεται επίσης από τη διαφθορά και τους διοικητές που διορίζεται για πολιτικούς αντί για επαγγελματικούς λόγους. Ο αφγανικός στρατός και οι δυνάμεις της αστυνομίας είναι εξαιρετικά υψηλής αφοσίωσης και αποτελεσματικότητας, και η κυβέρνηση έχει βασιστεί σε μεγάλο βαθμό, στις μεγαλύτερες δυνατότητες των δυνάμεων ειδικών επιχειρήσεων. Δεν θα πρέπει να αποτελεί έκπληξη ότι οι Ταλιμπάν έχουν νικήσει τις αφγανικές κυβερνητικές δυνάμεις σε πολλές αγροτικές περιοχές. Έχουν κερδίσει το πλεονέκτημα στη μάχη του αφηγήματος, η προπαγάνδα της υποστηρίζει ότι η νίκη είναι αναπόφευκτη. 

Υπάρχουν τρία πιθανά σενάρια για το πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση στο Αφγανιστάν από εδώ και πέρα.

1. Επιτυχημένη κυβερνητική στρατηγική άμυνα
Το πρώτο σενάριο είναι ότι η αφγανική κυβέρνηση κάνει αυτό που έχουν ζητήσει οι ΗΠΑ. Να συγκεντρώσει τις κυβερνητικές δυνάμεις για την άμυνα της Καμπούλ, της Κανταχάρ, της Τζαλαλαμπάντ και άλλων βασικών πόρων. Αυτή η προσέγγιση θα επιτρέψει τη συγκέντρωση των κυβερνητικών δυνάμεων και την καλύτερη χρήση της περιορισμένης αεροπορικής δύναμης. Μετά το 2015 και τις μάχες του 2016 στο Κουντούζ, οι Ταλιμπάν φάνηκε να εγκαταλείπουν τις προσπάθειες κατάληψης βασικών αφγανικών πόλεων. Οι μεγάλες απώλειες που υπέστησαν οι εξεγερμένοι στις μάχες της Κουντούζ, ιδιαίτερα από τις αεροπορικές επιδρομές των ΗΠΑ, ήταν πιθανώς ένας σημαντικός παράγοντας στους υπολογισμούς των Ταλιμπάν. Εάν η Καμπούλ θέλει να υιοθετήσει αυτή τη στρατηγική -όπως και να μειώσει τις τοξικές πολιτικές διαμάχες εντός της αφγανικής κυβέρνησης που έχει διαβρώσει τόσο πολύ τη στρατιωτική αποτελεσματικότητα- θα είχε εύλογες πιθανότητες να διατηρήσει βασικές αστικές θέσεις για κάποιο διάστημα. Όσο περισσότερο οι Ταλιμπάν μένουν εκτός των μεγάλων αφγανικών πόλεων, τόσο περισσότερο εξασθενεί η διαπραγματευτική τους θέση.

2. Ειρηνευτική συμφωνία
Το δεύτερο σενάριο είναι ότι η κυβέρνηση της Καμπούλ συμφωνεί μια ειρηνευτική συμφωνία με τους Ταλιμπάν. Αυτό πιθανώς θα πάει πίσω τις ελευθερίες και τους εκσυγχρονισμούς που πραγματοποιήθηκαν στη χώρα από τις 11 Σεπτεμβρίου. Πιθανώς θα υπάρξει και μερική επιστροφή στο νόμο της Σαρίας. Αυτές οι επαρχίες με πλειοψηφία τους Παστούν, θα ελέγχονται από τους Ταλιμπάν, οι οποίοι θα εφαρμόσουν περισσότερα πολιτικά και νομικά μέτρα του ισλαμισμού. Οι ευκαιρίες για τις Αφγανές γυναίκες σε περιοχές ελεγχόμενες από τους Ταλιμπάν, θα μειωθούν, όπως παρουσιάζεται στην πρόσφατη έκθεση των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών.Αλλά ένας πλήρης εμφύλιος πόλεμος θα μπορούσε να αποφευχθεί από την ειρηνευτική συμφωνία, συμπεριλαμβανομένης μιας συμφωνίας μεταξύ των Ταλιμπάν και των ομάδων που δεν είναι Παστούν, όπως οι Ουζμπέκοι και οι Τατζίκοι. Αυτές οι περιοχές θα περιέλθουν στον έλεγχο των πολεμάρχων που εκπροσωπούσαν την πρώην Βόρεια Συμμαχία. Μια ασθενής κυβέρνηση συνασπισμού στην Καμπούλ, θα συνεχίσει να διαπραγματεύεται μια δυσάρεστη ισορροπία φυγόκεντρων δυνάμεων. Αλλά η πραγματική δύναμη θα βρίσκεται σε επαρχιακό και τοπικό επίπεδο, και μεγάλο μέρος της στα χέρια πολεμάρχων, παραστρατιωτικών και των ηγετών των Ταλιμπάν.

3. Εμφύλιος πόλεμος
Το τρίτο και χειρότερο σενάριο δεν προβλέπει καμία συμφωνία μεταξύ των Ταλιμπάν και της κυβέρνησης στην Καμπούλ, και οι Ταλιμπάν συνεχίζουν να κερδίζουν στρατιωτικό πλεονέκτημα στις περιοχές με πλειοψηφία των Παστούν, αυξημένες στρατιωτικές ήττες θα οδηγούσαν τις αφγανικές δυνάμεις να εγκαταλείψουν αυτές τις περιοχές. Θα μπορούσαν κάλλιστα να διαλυθούν υπό πίεση. . Οι Ουζμπέκοι και οι Τατζίκοι πιθανώς θα ανησυχούσαν τόσο πολύ για αυτό που η Βόρεια Συμμαχία θα ανασυντασσόταν ως συλλογή πολιτοφυλακών, υπό τους πολέμαρχους, ασκώντας βία προκειμένου να προστατεύσουν τα συμφέροντα τους. Η κυβέρνηση της Καμπούλ θα κατέρρεε υπό το βάρος της αυξανόμενης πολιτικής, στρατιωτικής και εθνικής πίεσης. Οι επιπτώσεις από μια επιστροφή σε εμφύλιο πόλεμο για το Αφγανιστάν θα ήταν...

 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Οι Ταλιμπάν προελαύνουν, χιλιάδες πρόσφυγες στο Αφγανιστάν

 

Ας είμαστε ειλικρινείς, η Ευρώπη, οι ευρωπαίοι πολίτες, αδιαφορούν σε γενικές γραμμές για το Αφγανιστάν εκτός όταν στέλνει προς το μέρος τους επικίνδυνα ή ενοχλητικά προϊόντα του χάους του. «Προϊόντα» όπως η ισλαμιστική τρομοκρατία ή και οι πρόσφυγες. 

Καθώς οι Ταλιμπάν κλιμακώνουν την επίθεσή τους στο Αφγανιστάν, αποφασισμένοι να ανακτήσουν τον έλεγχο της χώρας μετά την αποχώρηση των τελευταίων αμερικανικών στρατευμάτων, είναι δύσκολο να πει κανείς αν το Αφγανιστάν θα ξαναγίνει άδυτο του διεθνούς τζιχαντισμού: όσο γνωστή είναι η εχθρότητα των Ταλιμπάν απέναντι στο ISIS, άλλο τόσο επιβεβαιωμένη είναι η ανεκτικότητά τους έναντι της Αλ Κάιντα, το «δίκτυο Χακάνι», μάλιστα, μία σημαντική συνιστώσα του κινήματος των Ταλιμπάν, παραμένει στενά συνδεδεμένο με την οργάνωση. 

Ο κίνδυνος μιας νέας μεταναστευτικής κρίσης, όμως, είναι ήδη απτός. Περισσότεροι από 270.000 Αφγανοί έχουν εκτοπιστεί από τις αρχές της χρονιάς, πολλοί από αυτούς επιχειρούν να εγκαταλείψουν τη χώρα, οι πληροφορίες μιλούν για διπλασιασμό της ροής στα σύνορα του Ιράν με την Τουρκία. Φοβούμενη την ενοποίηση δύο κρίσεων, της κατάρρευσης του Αφγανιστάν και της έντασης στο Ιράν, όπου μαίνονται μεγάλες διαμαρτυρίες για την έλλειψη νερού, η Αγκυρα επιταχύνει την κατασκευή ενός τείχους 64 χιλιομέτρων στην επαρχία Βαν, στα σύνορά της με το Ιράν. Είναι γνωστό όμως πως στην τουρκική πολιτική, το μεταναστευτικό λειτουργεί σαν τριπλό φυτίλι: η αντιπολίτευση το χρησιμοποιεί προκειμένου να επιτεθεί στον Ερντογάν, ο πρόεδρος της χώρας προκειμένου να τροφοδοτήσει την εθνικιστική του προπαγάνδα και το καθεστώς του προκειμένου να επηρεάσει, και να εκβιάσει, την Ευρώπη.

Οι εξελίξεις στο Αφγανιστάν γίνονται, στην πραγματικότητα, όλο και πιο ανησυχητικές. Τρεις μήνες αφότου εξαπέλυσαν την επίθεσή τους – με αφορμή την απόφαση του Τζο Μπάιντεν να μεταθέσει την καταληκτική ημερομηνία για την αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων από την Πρωτομαγιά στην 11η Σεπτεμβρίου – οι Ταλιμπάν υποστηρίζουν πως έχουν καταλάβει το ήμισυ της αφγανικής επικράτειας, συμπεριλαμβανομένων και των μεθοριακών διαβάσεων με το Ιράν και το Πακιστάν. Μέχρι πρότινος είχαν καταλάβει βέβαια πρωτίστως αγροτικές περιοχές, τις τελευταίες ημέρες ωστόσο απειλούν σοβαρά αρκετές περιφερειακές πρωτεύουσες, με πρώτη την Κανταχάρ, τη δεύτερη πολυπληθέστερη πόλη της χώρας (650.000 κάτοικοι) και γενέτειρα του κινήματός τους. Τη νύχτα του Σαββάτου προς Κυριακή μάλιστα έπληξαν το αεροδρόμιο της Κανταχάρ με τουλάχιστον τρεις ρουκέτες, σε μια προσπάθεια να αντικρούσουν τις αεροπορικές επιδρομές των αφγανικών κυβερνητικών δυνάμεων εναντίον τους: δύο ρουκέτες έπληξαν τον μοναδικό διάδρομο προσαπογείωσης του αεροδρομίου, που τέθηκε προσωρινά εκτός λειτουργίας.

Παράλληλα, όμως, οι Ταλιμπάν έχουν καταλάβει στρατηγικά κτίρια γύρω από το Χεράτ, στο δυτικό Αφγανιστάν, την τρίτη πολυπληθέστερη πόλη της χώρας ενώ πολιορκούν επικίνδυνα και τη Λασκάρ Γκα, πρωτεύουσα της επαρχίας Χελμάντ, στο νότιο Αφγανιστάν, πλάι στην επαρχία Κανταχάρ: σφοδρές συγκρούσεις συνεχίζονταν χθες εντός της πόλης ανάμεσα στους Ταλιμπάν και τις κυβερνητικές δυνάμεις. Περιττό να επισημάνει κανείς πως η πτώση οποιουδήποτε μεγάλου αστικού κέντρου θα εκτόξευε την εκστρατεία των Ταλιμπάν σε άλλο επίπεδο, εντείνοντας τις ανησυχίες πως ο στρατός είναι ανήμπορος να αντισταθεί στην προέλασή τους.

Το τι θα σημάνει μία επιστροφή των Ταλιμπάν στην εξουσία στην Καμπούλ για τις γυναίκες του Αφγανιστάν, αυτές στις οποίες επέβαλαν τα χρόνια της απολυταρχίας τους (1996-2001) τη σκληρότερη ερμηνεία του ισλαμικού νόμου και μία απόλυτη υποταγή, μπορεί να το συνοψίσει κανείς στον τίτλο πρόσφατου κύριου άρθρου της «Le Monde»: «Αφγανιστάν: η βάναυση εγκατάλειψη των γυναικών». Ή και στην κατακλείδα του: «Για αυτές τις Αφγανές που η Αμερική καυχήθηκε ότι βοήθησε να απελευθερωθούν, ανοίγοντάς τους την προοπτική της ισότητας, η επιστροφή των Ταλιμπάν θα ήταν μία γιγάντια οπισθοδρόμηση. Ο,τι και αν λέει ο Τζο Μπάιντεν, από αυτή την άποψη, η αποχώρηση αυτή είναι ξεκάθαρα μία εγκατάλειψη».

Οπως προείπαμε, εντούτοις, άλλα τρομάζουν τους περισσότερους Ευρωπαίους. Η αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων, η άνοδος των Ταλιμπάν, επισπεύδουν την έξοδο πολλών Αφγανών. Ηδη, στις αρχές Ιουλίου, 500-1.000 Αφγανοί -στην πλειονότητά τους, άνδρες 16-25 χρόνων – έφταναν παράτυπα καθημερινά στην Τουρκία μέσω του Ιράν, σύμφωνα με τον τουρκικό ιστότοπο T-24, και η τάση βαίνει επιταχυνόμενη. «Τα αεροπλάνα αναχωρούν από την Καμπούλ γεμάτα», λέει η αφγανή ερευνήτρια Νασίμ Ματζίντι. «Η μεσαία τάξη αναχωρεί αεροπορικώς, και όσοι δεν έχουν τα μέσα κατευθύνονται οδικώς προς το Πακιστάν ή το Ιράν», απαραίτητο πέρασμα προς την Τουρκία, με την ελπίδα, ενδεχομένως, μιας μετάβασης στην Ευρώπη.

Σύμφωνα με τον Εμίν Μπιλμέζ, τον κυβερνήτη της τουρκικής επαρχίας Βαν, στη διάρκεια της περασμένης χρονιάς οι τουρκικές αρχές σταμάτησαν στα σύνορα με το Ιράν κάπου 105.000 πρόσφυγες: φέτος έχουν ήδη ξεπεράσει τους 55.000. Οι τουρκικές αρχές ωστόσο επιμένουν πως η κατάσταση είναι υπό έλεγχο. Στις 28 Ιουλίου, μάλιστα, η τουρκική ακτοφυλακή ανακοίνωσε τη σύλληψη περισσότερων από 200 παράτυπων μεταναστών – στην πλειονότητά τους Αφγανών και Σύρων – που ετοιμάζονταν να βγουν στη θάλασσα ελπίζοντας να φτάσουν στην Ελλάδα: η μεγαλύτερη ομάδα παράτυπων μεταναστών που συνελήφθησαν από τις αρχές της χρονιάς.

Οι φόβοι της κυβέρνησης Ερντογάν, ωστόσο, αντικατοπτρίζονται στο...

 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Η ριψοκίνδυνη ζαριά του Ερντογάν στην Καμπούλ

 

Του Νίκου Μελέτη

Σε μια από τις πιο επικίνδυνες και υψηλού ρίσκου «ζαριές» στην πολιτική διαδρομή του ο Ταγίπ Ερντογάν, προσφέρεται, την ώρα που όλοι εγκαταλείπουν το Αφγανιστάν, η Τουρκία να μείνει στην Καμπούλ διασφαλίζοντας μια ασφαλή πύλη εισόδου και εξόδου στη χώρα, προσδοκώντας ότι θα είναι μια επιχείρηση που θα προσδώσει κύρος στη χώρα του και θα είναι το «διαβατήριο» για την αποκατάσταση της σχέσης με την Ουάσινγκτον.


Το παζάρι του Ερντογάν με την Ουάσινγκτον η οποία έχει ανακοινώσει την απόσυρση των δυνάμεων της από το Αφγανιστάν (θα έχει ολοκληρωθεί έως τον Σεπτέμβριο) δεν έχει ολοκληρωθεί και είναι αμφίβολο πως θα καταλήξει, καθώς η φύλαξη του αεροδρομίου της Καμπούλ προϋποθέτει την ύπαρξη και δύναμης πυρός στην περίπτωση που οι τουρκικές δυνάμεις δεχθούν επίθεση.

Το ρίσκο είναι εξαιρετικά μεγάλο, με δεδομένο ότι οι Ταλιμπάν οι οποίοι ελέγχουν το μεγαλύτερο μέρος της χώρας και φαίνεται ότι απλώς συγκρατούν τις δυνάμεις τους από μια προέλαση και στην Καμπούλ, μέχρις ότου φύγουν οι Αμερικανοί, έσπευσαν να δηλώσουν ότι η Τουρκία είναι ανεπιθύμητη καθώς θα είναι εκεί ως μέλος της Συμμαχίας του ΝΑΤΟ. Η παραμονή της Τουρκίας θα είναι «απερίσκεπτη και μια παραβίαση της κυριαρχίας και της εδαφικής μας ακεραιότητας και ενάντια στο εθνικό μας συμφέρον» δήλωσαν οι Ταλιμπάν, προσθέτοντας ότι η απειλή αυτή θα αντιμετωπισθεί ως «κατοχή».

Η προσπάθεια της Τουρκίας και του ίδιου του κ. Ερντογάν να δελεάσουν τους Ταλιμπάν με την επίκληση της μουσουλμανικής θρησκείας και του ρόλου της Τουρκίας στην προστασία των απανταχού μουσουλμάνων μάλλον έπεσε στο κενό. Στην προσπάθεια αυτή όμως ο κ.Ερντογάν ξεπέρασε κόκκινες γραμμές καθώς ομολόγησε ότι η Τουρκία «δεν έχει τίποτε εναντίον της ιδεολογίας των Ταλιμπάν».

Η τουρκική παρουσία θα είναι κρίσιμη για να μείνουν ανοικτές οι ξένες πρεσβείες στην Καμπούλ. Οι Τούρκοι που υπηρετούν τώρα στην Καμπούλ είναι σχεδόν 500 άνδρες που δεν έχουν εμπλακεί όμως σε μάχες, καθώς επί χρόνια συμμετέχουν στη φύλαξη του αεροδρομίου της Καμπούλ και στην εκπαίδευση των αφγανικών δυνάμεων ασφαλείας.

Ο κ. Ερντογάν έθεσε την περασμένη εβδομάδα και δημοσίως μια σειρά προϋποθέσεων για να κάνει το επόμενο βήμα στο Αφγανιστάν:

«Πρώτα απ' όλα, σχετικά με τη διπλωματία, οι ΗΠΑ πρέπει να στέκονται στο πλευρό μας, στις διπλωματικές σχέσεις. 

Δεύτερον, θα πρέπει να κινητοποιήσουν την υλικοτεχνική τους βοήθεια και να μεταφέρουν όλη την υλικοτεχνική τους υποστήριξη σε εμάς. 

Τρίτον, θα υπάρξουν σοβαρά ζητήματα όσον αφορά τα οικονομικά και την διαχείριση και θα πρέπει να παράσχουν την απαραίτητη βοήθεια στην Τουρκία για τα ζητήματα αυτά. 

Εάν αυτά τα πράγματα μπορούν να γίνουν, εξετάζουμε, ως Τουρκία, την ανάληψη του αεροδρομίου της Καμπούλ».

Είναι άγνωστο τι από όλα αυτά θα έχουν την διάθεση να του προσφέρουν οι Αμερικανοί…

Και σε κάθε περίπτωση ακόμη και με την στήριξη των Αμερικανών θα είναι ένα εξαιρετικά επικίνδυνο εγχείρημα.
Σε ένα αφιλόξενο Αφγανιστάν, όπου κάθε άλλο παρά έχει ομαλοποιηθεί η κατάσταση, οι τουρκικές δυνάμεις να πρέπει να προστατεύουν πια όχι μόνο το αεροδρόμιο αλλά και τους ίδιους τους εαυτούς τους. Είναι επίσης άγνωστο εάν τελικά προχωρήσει η επιχείρηση αυτή, αν θα είναι υπό την αιγίδα του ΝΑΤΟ ή η διοίκηση θα παραμείνει στην Τουρκία η οποία θα ορίζει και τους κανόνες εμπλοκής…

Ένα ακόμη ερώτημα είναι σε ποιες γειτονικές χώρες μπορεί να στηριχθεί η Τουρκία. 

Το Πακιστάν κάθε άλλο παρά μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστο στήριγμα, καθώς παρά τις άριστες σχέσεις με την Τουρκία, τα συμφέροντα που διακυβεύονται στο Αφγανιστάν είναι πολύ μεγαλύτερα, ενώ και η σχέση με τους Ταλιμπάν είναι καθοριστική για το Ισλαμαμπάντ.

Ανησυχία υπάρχει και στην Ινδία. Το Νέο Δελχί έχει συχνά κατηγορήσει το Πακιστάν ότι υποδαυλίζει την ισλαμική τρομοκρατία(ενώ είναι γνωστές οι σχέσεις με τους Ταλιμπάν) και τώρα βλέπει με καχυποψία την πιο στενή σύμμαχο του Πακιστάν, την Τουρκία να θέλει να αναλάβει αυτό τον κρίσιμο ρόλο στην Καμπούλ.

Όσο για το Ιράν δεν ανησυχεί μόνο για την έξοδο νέου κύματος προσφύγων που θα προστεθούν στους χιλιάδες Αφγανούς που έχουν βρει καταφύγιο στη χώρα, αλλά και για την επικράτηση των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν. Το Ιράν τα πρώτα χρόνια της επέμβασης των ΗΠΑ είχε στηρίξει τον αγώνα εναντίον των σουνιτών Ταλιμπάν αν και το τελευταίο διάστημα διατηρεί διαύλους επικοινωνίας, χωρίς αυτό όμως να περιορίζει την έντονη ανησυχία και καχυποψία έναντι τους. Πάντως ούτε από το Ιράν θα πρέπει να περιμένει «βοήθεια» η Τουρκία.

Η Ρωσία έχοντας την δική της οδυνηρή εμπειρία από το Αφγανιστάν, δεν θέλει να υπάρξει αποσταθεροποίηση και νέες συγκρούσεις που θα μπορούσαν να τροφοδοτήσουν την ισλαμική τρομοκρατία σε γειτονικές πρώην σοβιετικές Δημοκρατίες, όπως το Τατζικιστάν, το Κιργιστάν και το Ουζμπεκιστάν.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Ερντογάν προσπαθεί να κάνει δρασκελιές μεγαλύτερες κι από τον ίσκιο τον δικό του και της Τουρκίας

Και όπως παρατηρούν αναλυτές, αν μέχρι τώρα η Τουρκία είχε κερδίσει την φήμη της και μια ανοχή από τους Ταλιμπάν ασκώντας soft power, με τους στρατιώτες της να μην έχουν εμπλακεί σε συγκρούσεις, τώρα τα πράγματα θα είναι πολύ διαφορετικά.

Η Τουρκία έχει ζωτική ανάγκη να...

 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Το παιχνίδι της Τουρκίας στο στόμα του λύκου - Τα σχέδια Ερντογάν για το Αφγανιστάν

Της Ευρυδίκης Μπερσή 

Το Αφγανιστάν, γνωστό ως «νεκροταφείο αυτοκρατοριών», θα αποτελέσει άραγε και ταφόπλακα των αυτοκρατορικών φιλοδοξιών του Ταγίπ Ερντογάν στην Κεντρική Ασία;  

Στις ραγδαίες αλλαγές που συντελούνται στη χώρα με την αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων και την προέλαση των Ταλιμπάν, η Τουρκία επιδιώκει να αποκτήσει ρόλο μεσολαβήτριας, εγχείρημα παρακινδυνευμένο, το οποίο όμως της αποδίδει πρόσκαιρα πολιτικά οφέλη.

Η κατάσταση στο Αφγανιστάν, ένα μήνα πριν από την ολοκλήρωση της αποχώρησης των αμερικανικών στρατευμάτων, μπορεί να περιγραφεί μόνο ως δραματική. Το πιο ενθαρρυντικό που έχουν να πουν οι Αμερικανοί επιτελείς είναι ότι η επικείμενη κατάληψη της χώρας από τους Ταλιμπάν «δεν είναι νομοτελειακή». Στην πράξη ίσως το ερώτημα είναι πόσος χρόνος θα χρειαστεί μέχρι οι Ταλιμπάν να επικρατήσουν πλήρως και ποια εξωτερική δύναμη μπορεί να τους επηρεάσει.

Οι Ταλιμπάν, φορείς αποκρουστικών μεσαιωνικών αντιλήψεων, είχαν εκδιωχθεί από την εξουσία το 2001 με την επέμβαση των ΗΠΑ και των συμμάχων τους, ως τιμωρία για τη φιλοξενία που προσέφεραν στον Οσάμα μπιν Λάντεν και στην Αλ Κάιντα. Οι ΗΠΑ παρέμειναν στο Αφγανιστάν, στηρίζοντας την κυβέρνηση που εγκατέστησαν στην Καμπούλ και ελπίζοντας ότι μπορεί να υπάρξει σταθερότητα, την ώρα που το αντάρτικο εις βάρος τους επέμενε. «Διαπράξαμε ύβρη», δήλωσε ο επικεφαλής της ελεγκτικής υπηρεσίας του Πενταγώνου, Τζον Σόπκο. «Πιστέψαμε ότι μπορούμε να πάρουμε μια χώρα που ήταν σε απελπιστική κατάσταση το 2001 και να τη μετατρέψουμε σε μικρή Νορβηγία».

Μεγάλες φιλοδοξίες τρέφει τώρα και η Αγκυρα, επιδιώκοντας να διατηρήσει στη χώρα δύναμη 500 ανδρών, η οποία θα φυλάσσει το αεροδρόμιο της Καμπούλ και θα διασφαλίζει ότι, σε περίπτωση κινδύνου, οι ξένοι διπλωμάτες θα μπορούν να διαφύγουν από τη χώρα. Αλλά αν υπάρχει ένα πράγμα που οι Ταλιμπάν έχουν κάνει «σημαία» τους, πέρα από την ίδρυση χαλιφάτου, είναι η αποχώρηση όλων των ξένων στρατευμάτων από τη χώρα. Αυτό περιλαμβάνει όχι μόνο στρατιώτες αλλά και μισθοφόρους, όχι μόνο Δυτικούς αλλά και Τούρκους.

Οι Τούρκοι είναι σουνίτες μουσουλμάνοι, όπως και οι Ταλιμπάν, αλλά η ιδέα ότι αυτό θα τους καταστήσει περισσότερο ευπρόσδεκτους είναι υπεραπλουστευμένη. Ο άνθρωπος της Αγκυρας στο Αφγανιστάν ήταν ο Ουζμπέκος οπλαρχηγός –μετέπειτα στρατηγός, μετέπειτα στρατάρχης, μετέπειτα αντιπρόεδρος– Ρασίντ Ντοστούμ, ένας από τους βασικότερους αντιπάλους των Ταλιμπάν. Για την ακρίβεια, η λέξη «αντίπαλος» δεν περιγράφει το μίσος που τρέφουν οι Ταλιμπάν για τον Ντοστούμ, ο οποίος το 2001 ήταν ηγετικό στέλεχος της Βόρειας Συμμαχίας που προήλαυνε υποστηριζόμενη από την αεροπορία του ΝΑΤΟ. Ο Ντοστούμ είχε πείσει χιλιάδες Ταλιμπάν να παραδοθούν και εν συνεχεία τους είχε εξοντώσει με φρικτό τρόπο, μέσα σε κοντέινερ, σε ένα από τα πιο βάρβαρα επεισόδια μιας εικοσαετίας που βρίθει από μελανές σελίδες. Το προπύργιο του Ντοστούμ, η πόλη Σεμπεργκάν στα σύνορα με το Τουρκμενιστάν, καταλήφθηκε πρόσφατα από τους Ταλιμπάν, ενώ ο ίδιος τους τελευταίους μήνες ζει στην Τουρκία.

Ενδεχομένως, στις συνομιλίες τους με Αμερικανούς αξιωματούχους, οι Τούρκοι διαφημίζουν τον έλεγχο που ασκούν στον Ντοστούμ ως «χαρτί» για την πιθανή μελλοντική άσκηση επιρροής (βλ. νέο αντάρτικο) στις περιοχές του Αφγανιστάν στις οποίες ζουν συγγενή τουρκικά φύλα. 

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Ερντογάν κάλεσε τους Ταλιμπάν «να φύγουν από τα εδάφη των αδελφών τους», δηλαδή από τις περιοχές του Αφγανιστάν που κατοικούνται από Ουζμπέκους, Τατζίκους και Τουρκμένους. Παράλληλα, οι Τούρκοι προσπαθούν να προβληθούν ως διαμεσολαβητές ανάμεσα στην κυβέρνηση της Καμπούλ και στους Ταλιμπάν, αν και η άρνηση των Ταλιμπάν να λάβουν μέρος στις ειρηνευτικές συνομιλίες που επιχείρησε να οργανώσει η Τουρκία στην Κωνσταντινούπολη δείχνει τα όρια αυτής της ιδέας. Πάντως, οι ΗΠΑ φαίνεται να ενδιαφέρονται τουλάχιστον για τη διατήρηση της τουρκικής δύναμης στο αεροδρόμιο και Τούρκοι παρατηρητές θεωρούν ότι αυτό εξηγεί τους ηπιότερους τόνους της αμερικανικής κυβέρνησης απέναντι στην Αγκυρα τις τελευταίες εβδομάδες.  

Ο Αμερικανός πρόεδρος Μπάιντεν γνωρίζει τις συνέπειες που θα έχει η αμερικανική αποχώρηση και η πιθανή κατάρρευση της κυβέρνησης της Καμπούλ για τα τμήματα εκείνα της αφγανικής κοινωνίας, κυρίως τα κορίτσια και τις γυναίκες των πόλεων, που βελτίωσαν κάπως τη θέση τους την τελευταία εικοσαετία, βγαίνοντας από το σπίτι όπου τις είχαν κλεισμένες οι Ταλιμπάν. Ομως θεωρεί ότι...

 

Εθνικών αριστερών ξεφτιλαράδων κωμωδία

 






 

"Επίγεια μαγεία" (Ένας χρόνος χωρίς τον Αγάθωνα...)