2013: Πεθαίνει από ανακοπή καρδιάς ο ηθοποιός Φώτης Πολυχρονόπουλος. o οποίος έγινε γνωστός στο κοινό μέσα από την ταινία
«Λούφα και Παραλλαγή» του Νίκου Περάκη, και συγκεκριμένα από το ρόλο του
«Καραμαζόφ»
Μία ολιγαρχία που περιβάλλει το πολιτικό σύστημα φροντίζει να το συντηρεί για να απολαμβάνει τα προνόμιά της κρατώντας τον κόσμο σε άγνοια για να τον διαχειρίζεται. Και τα καταφέρνει. Καταφέρνει επίσης να συντηρεί μια ελάχιστου ενδιαφέροντος πολιτική νομενκλατούρα την οποία αναπαράγει. Δεν επιτρέπει να αναδειχθεί τίποτε καινούργιο και καινοτόμο.
ΜΕ ΤΙΣ ΦΩΤΙΕΣ ΚΑΘΕ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΟ ΙΔΙΟ ΤΡΟΠΑΡΙ. ΦΤΑΙΕΙ Ο ΚΑΙΡΟΣ, ΑΛΛΑ ΦΤΑΙΕΙ ΚΑΙ Ο ΚΑΚΟΣ ΜΑΣ Ο ΚΑΙΡΟΣ.
Ο στρατηγός Ηλίας Λεοντάρης έγραψε τα αυτονόητα: «Ό,τι βλέπουμε σήμερα στην Αττική είναι το προϊόν της άμετρης, έως εγκληματικής, αστικοποίησης της χώρας. Όταν από το Σούνιο μέχρι τον Ισθμό της Κορίνθου… ονομάζεται “Αθήνα”. Όταν το 55% του πληθυσμού της χώρας ζει στο 3,5% της έκτασής της. Όταν το 80% της παραγωγής συγκεντρώνεται στο λεκανοπέδιο Αττικής. Όταν, όταν, όταν…
»Κι αυτά θα συμβαίνουν και η κατάσταση θα χειροτερεύει όσο δεν αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα. Για όσο το πολιτικό “σύστημα” αγνοεί ότι η Ελλάδα ορίζεται από τους Οθωνούς, τα Μαράσια, τη Στρογγύλη και τη Γαύδο».
Αυτή η αντίληψη δεν θα αλλάξει. Η ολιγαρχία που κυβερνά τον τόπο προτιμά αυτό που έχει διαμορφώσει ως συγκεντρωτικό κράτος από οποιαδήποτε αλλαγή. Και δεν υπάρχει κανείς και τίποτε που να μπορεί να την αμφισβητήσει.
Θεωρούν πως τα όρια της Ελλάδας εξαντλούνται στο λεκανοπέδιο. Και όταν τα γράφεις εξεγείρεται και ο λαϊκός πληθυσμός της Αττικής. Λες και αυτοί είναι η αθηναϊκή ολιγαρχία που κυβερνά. Λες και δεν έχει επιπτώσεις πάνω τους, στην ποιότητα της ζωής τους αυτός ο υπερσυγκεντρωτισμός. Θα έπρεπε να ήταν οι πρώτοι που θα φώναζαν «Φτάνει πια».
Από τους κόλπους αυτής της ολιγαρχίας προέρχονται οι αναλυτές και οι αναλύσεις που μας καλούν να παραδοθούμε διότι δήθεν η Τουρκία δημιούργησε τετελεσμένα, τα οποία πρέπει να αποδεχθούμε για να αποφύγουμε τον πόλεμο.
Τον πόλεμο δεν πρόκειται να τον αποφύγει αυτή η σχολή σκέψης μέχρι να παραδώσει την ψυχή της στην Τουρκία. Την ψυχή της θέλει η Τουρκία, όχι εδαφικές εκτάσεις. Εκτάσεις έχει αρκετές. Να τους δορυφοροποιήσει ενδιαφέρεται – και το έχει καταφέρει, αν κρίνουμε από τα κείμενά τους.
Ένας λαός του οποίου η ηγέτιδα τάξη εκπέμπει μηνύματα παράδοσης δεν έχει καμιά προοπτική. Οι λαοί που έχουν ρόλο στην Ιστορία διακρίνονται από δυναμισμό και αποφασιστικότητα.
Στην Ελλάδα, εκτός μερικών εξαιρέσεων, η πλειονότητα έχει αποδεχθεί το κυρίαρχο αφήγημα. Παράδοση διά της διολισθήσεως για να καθυστερήσουμε χρονικά και να αποφύγουμε τον πόλεμο. Ποιον πόλεμο;
Τον πόλεμο θα τον αποφύγει η Ελλάδα και η νομενκλατούρα της αν δείξει αποφασιστικότητα ότι δεν τον φοβάται. Η ειρήνη διασφαλίζεται μόνο με την προετοιμασία για την αποτροπή του πολέμου.
Σε αντίθεση με το ελληνικό παρακμιακό κατεστημένο, στην Τουρκία...
Mε το να αποδίδουμε τις φωτιές στην κλιματική αλλαγή, απαλλάσσουμε από τις ευθύνες τους εγκληματίες που ζουν ανάμεσά μας. Δείχνουμε κοινωνική ευαισθησία ―Πες τα Γκρέτα!― αλλά ρίχνουμε το φταίξιμο στην «πολιτεία», στις ηγεσίες, στις ΗΠΑ ή στην Κίνα. Όσο μεγαλύτερο φαντάζει το πρόβλημα τόσο καλύτερα: είμαστε θύματα και δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Καταραμένες κυβερνήσεις!
Στο μεταξύ, παραμονεύει ένας αόρατος εμπρηστής, ένας ψυχοπαθής που παίζει με σπίρτα.
Οι εμπρηστές είναι μια μεταφορά για τον πολιτισμό μας, για το πώς η δειλία μπορεί να μας αφανίσει: την περιέγραφε ο Μαξ Φρις στο θεατρικό του έργο «Ο κύριος Μπίντερμαν και οι εμπρηστές»· τη ζούμε καθημερινά μπροστά σε ποικίλες οικονομικές, περιβαλλοντικές και πολιτιστικές απειλές. Ο εμπρησμός, μεταφορικά και κυριολεκτικά, είναι το κίνητρο, είναι η πράξη πίσω από τον όλεθρο: κάποιος, κάποιοι, είναι οι αυτουργοί της δυστυχίας μας.
Τούτου λεχθέντος, πράγματι, ο πληθυσμός της γης και οι ανθρώπινες δραστηριότητες έχουν επηρεάσει το κλίμα· ο «καιρός» μοιάζει όλο και λιγότερο φυσιολογικός· κι αν έχουμε κοντή μνήμη εμφανίζει στα μάτια μας μια μορφή τρέλας.
Ωστόσο, φυσικές καταστροφές συνέβαιναν πάντοτε: ξηρασία, πλημμύρες, τυφώνες, καύσωνες, κύματα πολικού ψύχους ―ο πλανήτης είναι ένα περίπλοκο σύστημα στο οποίο παίζουν ρόλο πλήθος παράγοντες· η ιστορία του, και η δική μας ιστορία, είναι μια σειρά από καταστροφές και ανοικοδομήσεις. Το 1928-1930 η ξηρασία στην Κίνα ήταν μια από τις μεγαλύτερες συμφορές του 20ού αιώνα· το 1949, στις πλημμύρες της Γουατεμάλας πνίγηκαν 40.000 άνθρωποι· τo 2003 οι φωτιές στη Ρωσία έκαψαν 200.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα (επαναλήφθηκαν το 2015 καίγοντας «μόνο» 11.000 τ.χλμ.).
Οι φωτιές του 21ου αιώνα, τις οποίες τείνουμε να εντάσσουμε με μια γενναία δόση ακτιβισμού στην κλιματική κρίση, δεν είναι καινούργιο «ακραίο» φαινόμενο· ούτε περιορίζονται στις θερμές χώρες: το 2017, οι πυρκαγιές στον Καναδά κατέστρεψαν 12.000 τ.χλμ. πράσινου· αν ο Καναδάς δεν έγινε στάχτη κι αποκαΐδια είναι επειδή εφάρμοσε προηγμένα σχήματα πυρασφάλειας και διαχείρισης κινδύνων.
H συχνότητα και η ένταση των wildfires ―των ανεξέλεγκτων, γρήγορα επεκτεινόμενων πυρκαγιών― εξαρτάται από τη διάταξη των δασών, από τη βλάστηση (από το αν τα φυτά είναι περισσότερο ή λιγότερο εύφλεκτα), από τη δόμηση κι από τις μεθόδους πρόληψης και πυροπροστασίας.
Όσο για το ξεκίνημα της κάθε πυρκαγιάς, 9 στις 10 φορές ευθύνεται ένας ή περισσότεροι άνθρωποι· πρόκειται για ατυχήματα, δολιοφθορές ή τρομοκρατικές ενέργειες.
Το 1666, η μεγάλη πυρκαγιά του Λονδίνου ξεκίνησε από τον φούρνο ενός αρτοποιείου ―από μια σπίθα που πετάχτηκε από τη θράκα στα ξύλινα κτίσματα της πυκνοκατοικημένης πόλης· το 25% των πρόσφατων πυρκαγιών στην Καλιφόρνια αποδόθηκαν σε εσκεμμένες πράξεις πυρομανών· οι υπόλοιπες οφείλονταν σε συνδυασμό απροσεξίας και καιρικών συνθηκών: το 2020 οι wildfires άρχισαν από ένα πάρτι γονέων που μόλις είχαν μάθει το φύλο του μωρού τους και το γιόρτασαν με βεγγαλικά. Λαμπρή ιδέα που επιβεβαιώνει όσους κάνουν λόγο για αμερικανιές. Εν πάση περιπτώσει, η ξηρασία εκείνων των ημερών έκανε τα βεγγαλικά αίτιο της καταστροφής των μισών καλιφορνέζικων δασών. Τα άλλα μισά κάηκαν εξαιτίας μιας αστραπής.
Κάπως έτσι, είμαστε ικανοί να ξεπαστρέψουμε το τοπίο και τον ίδιο μας τον εαυτό ―ιδίως σε χώρες σαν τη δική μας όπου ο εμπρησμός ήταν μέχρι πρότινος πλημμέλημα (σημειώνω εδώ ότι πουθενά δεν τιμωρείται με την αυστηρότητα που θα περίμενε κανείς) κι όπου η αγωγή του πολίτη παραμένει εξαιρετικά ελλιπής. Θέλω να πω: οι αιτίες ανάφλεξης είναι απλές. Πολλές πυρκαγιές αρχίζουν από αποτσίγαρα· το ξέρει ακόμα κι ένα παιδί. Σε δασώδες περιβάλλον είναι απαραίτητο να σβήνει κανείς τα τσιγάρα σε νερό, να μην τα πετάει καταγής ― λίγοι άνθρωποι κάνουν το αυτονόητο. Άλλες αρχίζουν από εστίες κατασκηνώσεων, από καύση σκουπιδιών ή κλαδιών, από βραχυκυκλώματα ηλεκτρικών εγκαταστάσεων, από εξατμίσεις οχημάτων (τα καυσαέρια φτάνουν συχνά τη θερμοκρασία των 1.000 βαθμών).
Σκέφτομαι τις φωτιές στην Καλιφόρνια, ένα μέρος που μοιάζει αρκετά με την Ελλάδα: η μορφολογία, το κλίμα, οι καλλιέργειες (αμπελουργία, εσπεριδοειδή), η εγγύτητα με τη θάλασσα μοιάζουν· αυτό που ίσως δεν μοιάζει είναι η πολεοδομία και η δασολογία ―στην Καλιφόρνια, αν και δεν λείπουν οι πολεοδομικές αυθαιρεσίες, η άναρχη δόμηση είναι περιορισμένη και τα εθνικά πάρκα προστατεύονται με μια στρατιά δασονόμους και wranglers. Εμείς, στην Ελλάδα, επιδεινώνουμε τον κίνδυνο ανάφλεξης και τη γενικότερη αστάθεια του οικοσυστήματος εξαιτίας της αμέλειας στη δόμηση και στη διαχείριση των δασών ―εξαιτίας της γενικής μας ακηδίας: φαίνεται ότι δεν κάνουμε ούτε τις βασικές χειρονομίες αποφυγής του πυρός, όπως είναι, λόγου χάρη, η επιλογή φυτών ανθεκτικών στη φωτιά (αλόη, φραγκοσυκιές, άλλα ποώδη), η χάραξη μονοπατιών και αντιπυρικών ζωνών με υλικά ανθεκτικά στη φωτιά και η μη φύτευση ψηλών δέντρων κοντά σε σύρματα της ΔΕΗ.
Η μεγαλύτερη συχνότητα και ένταση των πυρκαγιών που παρατηρούνται στην Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες είναι όντως αποτέλεσμα ενός φαύλου κύκλου υπερδόμησης, ανώμαλων θερμοκρασιών, εύμπρηστης χλωρίδας και έμπρηστων δομικών υλικών. Κυρίως, είναι αποτέλεσμα ατομικής ανευθυνότητας στη διαδικασία της αστυφιλίας και της στέγασης, καθώς και στη γενικότερη τήρηση των νόμων. Είναι πολύ δύσκολο να διευθετηθούν προβλήματα που έχουν παγιωθεί στο παρελθόν ―το θέμα είναι τι κάνουμε από δω και πέρα: θα χρειαστεί σκέψη, θα χρειαστούν αποφάσεις, θα χρειαστούν ειδικοί φόροι, θα χρειαστεί αστυνομική εργασία για να συλληφθούν και να τιμωρηθούν οι εμπρηστές όπως προβλέπει ο νόμος. Θα χρειαστεί αναβάθμιση της διοίκησης, ένα τεράστιο διακύβευμα· θα χρειαστεί προπάντων στήριξη, οικονομική και ψυχική αλληλεγγύη, από όλους σε όλους: σήμερα, οι πυρκαγιές είναι το καινούργιο μεγάλο, εθνικό μας τραύμα.
Η κλιματική απορρύθμιση είναι περίπλοκο ζήτημα, αλλά επιμένω ότι οι αιτίες των πυρκαγιών εξηγούνται με στοιχειώδη φυσικοχημεία και με στοιχειώδη εγκληματολογία.
Αρκεί...
Ἀμφιβάλλει κανείς ὅτι εἴμαστε «γιά δέσιμο» ὅταν καιγόμαστε σάν τά ποντίκια καί παρακαλοῦμε νά βρέξει γιά νά σβήσουν οἱ φωτιές, ἀλλά …νά μήν βρέξει πολύ γιατί μπορεῖ νά πνιγοῦμε; Ἀμφιβάλλει κανείς;
Ἀρκεῖ νά ἀκούσει κάποιος τά ρεπορτάζ στήν τηλεόραση γιά νά ἀντιληφθεῖ ὅτι «δέν πᾶμε καλά»…
Τί λέτε γιά τήν θριαμβική μετάδοση τῶν καταστροφῶν ἀπό τήν τηλεόραση, καί τήν …στενοχώρια ὁρισμένων ρεπόρτερ ὅταν «δέν μποροῦμε νά σᾶς δείξουμε τί γίνεται ἀκριβῶς, ἀλλά νομίζουμε ὅτι αὐτό τό σπίτι αὐτή τήν ὥρα καίγεται!»;
Κάποιος τούς ἔχει πεῖ ὅτι ἄν πετύχουν καμμιά παράγκα, κανένα ἐρείπιο νά καίγεται (ἄν δέν ὑπάρχουν καιόμενες κανονικές κατοικίες) ἔχει περισσότερο ἐνδιαφέρον ἀπό τοῦ νά μᾶς δείξουν –ἄς ποῦμε– τήν ἐπιχείρηση-σωτηρία τῶν ὑπέροχων ἀλόγων ἱππασίας ἀπό τόν Ἱππικό Ὅμιλο Βαρυμπόμπης!
«Νά το-νά το καίγεται τό σπίτι!» φωνάζει ὁ νεαρός ρεπόρτερ καί ἡ «ἀνκορ-γούμαν» τοῦ σταθμοῦ τοῦ δίνει ὁδηγίες: «Πήγαινε πιό δεξιά γιά νά ἔχουμε καλύτερη εἰκόνα!»: Δαφνί, ὁλοταχῶς!
Ὁ ἄλλος, νεαρός καί αὐτός, ρεπόρτερ, λέει τό ἀπίθανο: «Ἔχει ἕνα τέταρτο πού ἄναψε ἡ φωτιά καί ἀκόμη δέν ἔχει ἔρθει οὔτε ἕνα ἱπτάμενο μέσο»! Τί νά σοῦ κάνω, νεαρέ, πού δέν ἤμουν κοντά νά σοῦ στείλω κανένα ἱπτάμενο… τασάκι! Φαίνεται ὅτι κάποιος τούς ἔχει πεῖ ὅτι τά «ἱπτάμενα μέσα» εἶναι σάν ἐκεῖνα πού βλέπουν στίς ταινίες τῆς Μάρβελ, πού πατᾶς ἕνα κουμπί καί τό διαστημόπλοιο διακτινίζεται καί ἐμφανίζεται σέ ἄλλον πλανήτη! Σκέτη τρέλα!
Κάποιος νά τούς πεῖ ὅτι:
α) Ὅταν σέ μιά χώρα σάν τήν Ἑλλάδα, ἡ ὁποία δέν διαθέτει καί τόν μεγαλύτερο στόλο «ἱπταμένων μέσων» στόν κόσμο, ἀνάβουν ὀγδόντα (ἀριθμός 80) μέτωπα σέ λίγες ὧρες, ὅσα «ἱπτάμενα μέσα» καί νά διαθέτεις δέν σοῦ φτάνουν!
β) Ἕνα ἱπτάμενο μέσο γιά νά πάει σέ μιά πυρκαϊά πρέπει πρῶτα νά πάει στή θάλασσα ἤ σέ μιά λίμνη γιά νά γεμίσει τίς δεξαμενές του μέ …κάποιους τόνους νεροῦ! Συνεπῶς, ἡ ταχύτητά του στόν ἀέρα δέν εἶναι μεγάλη. Καί, συνεπῶς, γιά νά φθάσει ἕνα ἱπτάμενο μέσο στή Βαρυμπόμπη μέσα σέ ἕνα τέταρτο ἀφ’ ὅτου σημειώθηκε ἡ φωτιά, θά πρέπει νά ἀπογειώθηκε ἀπό τοῦ Βάρσου καί νά γέμισε νερό στό Κεφαλάρι!
γ) Ὅταν θέλουμε νά περιγράψουμε μιά κατάσταση σάν τήν παροῦσα, δέν λέμε «ἡ χώρα κλυδωνίζεται» ἀλλά μποροῦμε, ἄνετα, νά ποῦμε ὅτι «ἡ χώρα δοκιμάζεται σκληρά», καί νά ἔχουμε ἀποδώσει τήν πραγματικότητα.
Περιδιαβαίνω τό διαδίκτυο καί διαπιστώνω ὅτι οἱ φανατικοί ἀντίπαλοι τῆς κυβερνήσεως, μόνο πού δέν τά ἔχουν βάψει μαῦρα ἐπειδή δέν ἔχουμε (μέχρι αὐτή τήν στιγμή πού σᾶς γράφω) ἀνθρώπινες ἀπώλειες!
Εἶναι δέν εἶναι ἔνδειξη φρενοκομείου αὐτή ἡ ἀντίληψη;
Τέλος, ἕνας ἐκ τῶν ἀντιεμβολιαστῶν ἰατρῶν κάνει μακάβριο χιοῦμορ μέ τίς πυρκαϊές καί γράφει «εὐτυχῶς, πού ὁ ἰός δέν κολλάει μέ τόν καπνό»! Φυσικά, γελοῖε, ἄν εἶχε πάρει τό δικό σου σπίτι φωτιά –ἀνάγωγε– δέν θά τολμοῦσες νά σπεκουλάρεις ἐπάνω σέ μιά τεράστια τραγωδία.
Ἔ, αὐτός ὁ ἄνθρωπος...
Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ
Κάποτε η Ελλάδα ζούσε για το καλοκαίρι.
Δεν ήταν μόνον ο τουρισμός. Ηταν και τα μπάνια του λαού. Η ζέστη, όσο βαριά κι αν ήταν, έκανε τη ζωή πιο εύκολη. Δεν χρειαζόσουν κλιματιστικά για να επιβιώσεις. Παρά θίν’ αλός λύνονταν όλα τα προβλήματα. Κι όσα δεν λύνονταν, αναστέλλονταν σαν τις ποινές.
Πυρκαγιές υπήρχαν και μάλιστα καταστροφικές. Η Αττική κάηκε για πρώτη φορά τον Αύγουστο του 1981. Η τουρκική εισβολή στην Κύπρο έγινε μήνα Ιούλιο, τον ωραιότερο του χρόνου. Ο Ιούλιος του 1974 βέβαια φρόντισε να αποκαταστήσει την τιμή του με την πτώση της δικτατορίας.
Τα τελευταία χρόνια, όμως, το ελληνικό καλοκαίρι έχει αλλάξει συμπεριφορά. Εχει θυμώσει.
Το 2015 ξυπνούσες και δεν ήξερες αν ήσουν στην ίδια χώρα με αυτή που άφησες όταν κοιμήθηκες. Ηταν εκείνο το καταραμένο δημοψήφισμα, ο φόβος της εξόδου από την Ευρώπη, οι κλειστές τράπεζες. Η παραλία στη Λέσβο, όπου παραθέριζα, κάθε μέρα γέμιζε με πρόσφυγες, οικογένειες με παιδιά, άλλους που δεν ήξεραν πού βρίσκονται. Τους έλεγες πως η Λέσβος είναι νησί και δεν σε πίστευαν. Οι πυρκαγιές συνέχιζαν, όμως ήταν απ’ αυτές που τις θυμούνται μόνον οι πυρόπληκτοι. Και μετά ήρθε το 2018 και η εκατόμβη στο Μάτι. Δεν ήταν μόνον ο θρήνος για τους νεκρούς, ήταν και η ανασφάλεια που προκάλεσε η διάλυση του κρατικού μηχανισμού. Ηταν και το όνειδος της πολιτικής διαχείρισης. Μείναμε απροστάτευτοι απέναντι στον θυμό του ελληνικού καλοκαιριού.
Το 2020 η ατμόσφαιρα στο Αιγαίο ήταν στα όρια να γίνει πολεμική και στα μπιτσόμπαρα έκανε βόλτα ο κορωνοϊός.
Ρόδος, Μεσσηνία, Ηλεία, Εύβοια, Αττική. Αρχές Αυγούστου, τα μελτέμια δεν άρχισαν ακόμη και η μισή Ελλάδα στις φλόγες. «Τη μεγάλη γαλήνη που αισθανόμουν τώρα τελευταία, τα πρωινά, εδώ, δεν ξέρω αν θα την ξανάβρω…» Ετσι αποχαιρετά στις «Μέρες» του ο Σεφέρης τον Πόρο.
Πόσο μακρινή μοιάζει σήμερα αυτή η γαλήνη. Δεν ακούγεται μόνον σαν να ’ρχεται από άλλους καιρούς. Ακούγεται σαν φωνή από έναν άλλον κόσμο που δεν έχει σχέση με τον δικό μας.
Η γαλήνη απαιτεί σταθερότητα, ακόμη και ρουτίνα. Κι απ’ τη ζωή μας λείπουν και τα δύο. Σαν να παλεύουμε σε κινούμενη άμμο.
Σκέφτομαι τους κατοίκους της Βαρυμπόμπης. Εζησαν όπως όλοι μας την καραντίνα, έζησαν την απίστευτη ταλαιπωρία της χιονόπτωσης και τώρα εγκαταλείπουν τα σπίτια τους για να σώσουν τη ζωή τους. Τα νεύρα διαλυμένα, η διάθεση ηττημένη. Τους μένει μόνον ο θυμός, κι ας ξέρουν ότι ούτε αυτός τους βοηθάει. Απλώς τον αφήνουν να ξεσπάσει για να ξεσκάσουν.
Κι όλοι ξαναγινόμαστε παιδιά. Φοβόμαστε τη φωτιά, τις αρρώστιες, ακόμη και τα εμβόλια. Το πευκόδασος μοιάζει με στρατό από φαντάσματα που ετοιμάζεται να μας κατασπαράξει. Και το χειρότερο:
ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Του ΠΕΤΡΟΥ ΤΑΤΣΟΠΟΥΛΟΥ
Αυτές τις ώρες, του μεγάλου καύσωνα και της μεγάλης δυσφορίας, όπου οι αντοχές μας αγγίζουν κυριολεκτικά το κόκκινο, η σκέψη μου τρέχει σ’ εκείνους τους συμπατριώτες μας που δεν απομακρύνονται ποτέ από την περιοχή του κόκκινου, που η βάρδια τους συχνά ξεκινάει με τη σειρήνα ενός συναγερμού. Εβλεπα τις προάλλες μια φωτογραφία με δυο πυροσβέστες – μια γυναίκα, έναν άνδρα – να ξαποσταίνουν σ’ ένα πεζούλι, ημιλιπόθυμοι, προτού πιάσουν πάλι τις μάνικες. Τι να πουν σε αυτούς τους ανθρώπους οι 42 βαθμοί Κελσίου, όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με τους 451 Φαρενάιτ;
Πριν από λίγους μήνες, σε όλες τις στάσεις των λεωφορείων, το σημαδεμένο πρόσωπο μιας νοσηλεύτριας μάς υπενθύμιζε ότι η δική μας δυσανεξία για την περιστασιακή χρήση της μάσκας δεν μπορεί ούτε κατ’ ελάχιστον να συγκριθεί με την καθημερινότητα όσων είναι υποχρεωμένοι να φορούν επί ώρες μια παραλλαγή στολής αστροναύτη και να δίνουν τη μάχη κατά της πανδημίας στην πρώτη γραμμή του μετώπου.
Δίπλα σε αυτούς, οι διασώστες στο ανοιχτό πέλαγος και, φυσικά, οι φαντάροι που χρησιμεύουν ως πασπαρτού σε κάθε επείγουσα περίπτωση καταστροφής, ώστε να φρενάρουν είτε με αντιπυρικές ζώνες τις πυρκαγιές είτε με αναχώματα τις πλημμύρες.
Από καιρού εις καιρόν θυμόμαστε αυτούς τους ανθρώπους, βγαίνουμε στα μπαλκόνια και τους χειροκροτούμε ή τους αφιερώνουμε τιμητικές «παγκόσμιες ημέρες», αλλά μετά δυσκολίας κατορθώνουμε να κρύψουμε την πικρή και άβολη αλήθεια: πάντοτε τους εκλαμβάνουμε ως… δεδομένους.
Δεν θέλω να παρερμηνευθώ. Δεν βάζω όλους εμάς τους υπόλοιπους στο ίδιο τσουβάλι. Ασφαλώς και δεν αποτιμώ εξίσου το πλούσιο τσογλάνι που ανάβει το πούρο του με χαρτονομίσματα και τον υπάλληλο που ιδροκοπάει στο γραφείο του με χαλασμένο το κλιματιστικό. Δεν εξισώνω την ταλαιπωρία στη Μύκονο με την ταλαιπωρία στα Σεπόλια. Προφανώς άλλο μαράζι δέρνει κάποιον επειδή δεν θ’ ανοίξει το «Νάμος» κι άλλο εκείνον που φουρνίζει το σαρκίο του στο ημιυπόγειό του.
Ωστόσο, παρά τον διαφορετικό βαθμό ταλανισμού, μια ευδιάκριτη γραμμή διαχωρίζει «εμάς τους υπόλοιπους» από τους «δεδομένους» συμπατριώτες μας. Δεν νομίζω ότι δραματοποιώ υπερβολικά την κατάσταση εάν ισχυριστώ ότι οι άλλοι Ελληνες, οι «δεδομένοι», εκείνοι που καθημερινά καλούνται (και ανταποκρίνονται) για να βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά, είναι και η απαραίτητη προϋπόθεση – η «εκ των ων ουκ άνευ», που λένε – για τη δική μας ύπαρξη. Χωρίς τη συμβολή της δικής τους μειοψηφίας, η δική μας πλειοψηφία θα εκτοξευόταν στο δάσος σαν φλεγόμενο κουκουνάρι.
Οχι, επιμένω. Ας κοντοσταθούμε ένα λεπτό και ας φανταστούμε μια Ελλάδα όπου σύσσωμοι αποφασίζουμε εν μία νυκτί ότι θα αφήσουμε κάποιον άλλον να βγάλει το φίδι από την τρύπα – κι επειδή ακριβώς όλοι θεωρούμε τον άλλον «αρμόδιο» (εν προκειμένω ο «αρμόδιος» ενέχει και τη σημασία του «κορόιδου»), κανένας μας δεν σπεύδει να φέρει εις πέρας την άχαρη κι ενίοτε επικίνδυνη δουλειά.
Τουναντίον. Απαντες σπεύδουμε στους υπολογιστές μας και στα «έξυπνα» κινητά μας, συνδεόμαστε πάραυτα με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και ως αυθεντικοί ή κατά φαντασίαν influencers επιδιδόμαστε στην αγαπημένη μας εθνική ασχολία: γκρινιάζουμε για τα πάντα, στηλιτεύουμε τα πάντα, δικάζουμε και καταδικάζουμε τους πάντες για τα πάντα, εκτός από εμάς βέβαια, που δεν αναγνωρίζουμε άλλο καθήκον και άλλη ευθύνη πέραν του να βροντοχτυπάμε τα πληκτρολόγια. Οχι, παρακαλώ.
Δεκτά και στοιχήματα. Πόσα χρόνια -πόσους μήνες, πόσες εβδομάδες – λέτε να επιβίωνε αυτή η Ελλάδα;
Την επόμενη φορά λοιπόν που θα τρέξει η σκέψη μας στους «δεδομένους»...
Του ΑΛΕΞΗ ΠΑΠΑΧΕΛΑ
Η χώρα δοκιμάζεται συνεχώς. Το ελληνικό κράτος καλείται να αντιμετωπίσει διάφορες απειλές, από τις τεράστιες πυρκαγιές που έχουν μπει για τα καλά στη ζωή μας έως την πανδημία και την προστασία των συνόρων.
Αυτό που αποδεικνύεται ξανά και ξανά είναι η σημασία του ζωτικού πυρήνα του κράτους. Χωρίς αυτόν η χώρα δεν θα στεκόταν όρθια. Πυροσβέστες, νοσηλευτές, συνοριοφύλακες είναι οι άνθρωποι που δίνουν τις δύσκολες μάχες. Οφείλουμε ως κοινωνία να τους «προστατεύουμε» και να διασφαλίζουμε τις καλύτερες δυνατές συνθήκες εργασίας για αυτούς.
Κανείς από αυτούς δεν μπορεί να λειτουργήσει μόνος του. Χρειάζονται εκπαίδευση, ηγεσία με επαγγελματισμό και τα σωστά μέσα.
Κανείς δεν μπορεί να δράσει με αυταπάρνηση όταν ξέρει ότι ο προϊστάμενός του έχει διοριστεί με κομματικά ή άλλα κριτήρια, όχι γιατί το αξίζει. Το έχουμε δει πολλές φορές αυτό το έργο στο παρελθόν. Για αυτό δεν επιτρέπονται τα ρουσφέτια, οι εκπτώσεις σε κρίσιμες θέσεις στα νοσοκομεία, στα Σώματα Ασφαλείας, στις Ενοπλες Δυνάμεις.
Οι πολιτικοί μας μοιάζουν να έχουν πάρει το μάθημά τους, αν και υπάρχουν στοιχεία του DNA της παλαιάς Ελλάδας που ενίοτε αντιστέκονται. Γίνονται σημαντικά βήματα στην πολιτική προστασία, αλλά θα χρειαστεί χρόνος για να φύγουν από κάποιες υπηρεσίες μοιραίες νοοτροπίες και πρακτικές.
Μέσα στο περιβάλλον της ισοπέδωσης που ζήσαμε, όμως, χάθηκε και η έννοια της προτεραιοποίησης στο ελληνικό κράτος.
Ξεχάσαμε πως ο πιλότος ή ο νοσηλευτής ΜΕΘ δεν μπορεί να πληρώνεται το ίδιο με έναν υπάλληλο γραφείου που απλώς μετράει τον χρόνο μέχρι να πάρει σύνταξη.
Ο ζωτικός πυρήνας του κράτους πρέπει να αμείβεται καλύτερα από τους υπόλοιπους εργαζομένους στο Δημόσιο, τελεία και παύλα.
Στεκόμαστε με σεβασμό μπροστά σε όσους ρισκάρουν τη ζωή τους για να είμαστε εμείς ασφαλείς. Πρέπει όμως...
Ακολούθησαν δυστυχώς τα αντίθετα. Οι εξαγγελίες για κλείσιμο και συγχωνεύσεις νοσοκομείων, δημιουργία κλίματος επαγγελματικής ανασφάλειας, στοχοποίηση για τη διασπορά του ιού, υποχρεωτικότητα και απειλές για απομακρύνσεις την ώρα που το 90% των υγειονομικών έχει ήδη εμβολιαστεί.
Την ίδια ώρα, σε ανάλογα δραματικές συνθήκες ζουν και οι πυροσβέστες. Είναι οι ήρωες των 700 ευρώ που τους βλέπουμε ξανά αυτές τις ημέρες να κάνουν μια συγκλονιστική υπέρβαση δυνάμεων και να τα δίνουν όλα, χωρίς όχι μόνο να παίρνουν τίποτα, αλλά να κινδυνεύουν και να χάσουν. Χαρακτηριστικές είναι οι μαρτυρίες από την περιοχή της Βαρυμπόμπης ότι χάρη στη δική τους αυτοθυσία -την ώρα που σε κεντρικό επίπεδο υπήρχε ολιγωρία- αποφεύχθηκαν τα χειρότερα.
Με γνωστές τις ελλείψεις στις υποδομές, τις ανεπάρκειες και το μειωμένο προσωπικό, με πενιχρά μέσα και πλήρη εγκατάλειψη, οι ήρωες αυτοί όταν σημάνει το κουμπί του συναγερμού τα ξεχνούν όλα και πέφτουν στη φωτιά. Κατά τραγική ειρωνεία, μάλιστα, βρέθηκαν να αποτελούν μετά τους υγειονομικούς τα επόμενα θύματα του υγειονομικού απαρτχάιντ. Κάνοντας πικρό χιούμορ, αναρωτιέται κανείς τι θα γινόταν εάν για να προστρέξουν να σβήσουν τις φωτιές οι πυροσβέστες έπρεπε να διαθέτουν πιστοποιητικό… εμβολιασμού, για να μην έχουν την τύχη των 54 συναδέλφων τους της ΕΜΑΚ;
Παρά τα μεγάλα λόγια...
Το RADAR είναι "ΑΝΑΙΣΘΗΤΟ" σε ΚΟΜΜΑΤΙΚΕΣ ΥΠΟΔΕΙΞΕΙΣ και "ΥΠΕΡΕΥΑΙΣΘΗΤΟ" στην ΚΟΜΜΑΤΙΚΗ ΑΛΗΤΕΙΑ κάθε χρώματος.
Αν περιμένετε να μάθετε τι "στριγκάκι" αγόρασε η κυρία-Χ ή πώς είναι το "ντεκολτέ" της κυρίας-Υ είστε σε ΛΑΘΟΣ διαδικτυακό χώρο
Αν προσδοκάτε "αποκλειστικότητες" και άμεση ενημέρωση επι παντός επιστητού επίσης είστε σε ΛΑΘΟΣ διαδικτυακό χώρο
Το λειτούργημα της άμεσης ενημέρωσης επι παντός επιστητού το αφήνουμε στους "φυσικούς" υπηρέτες της, τους ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥΣ, έντιμους ή ανέντιμους,ηθικούς ή ανήθικους, "κομιστές" ή ουδέτερους, έξυπνους ή ηλιθιους, αδιάβλητους ή λαμόγια.
Μπορεί να κηρυχθεί πόλεμος και να το μάθετε από άλλους.
Ό,τι αξιόλογο* γράφουν οι λειτουργοί της ενημέρωσης χωρίς παρωπίδες στα μάτια, το RADAR το αναδημοσιεύει με αναφορα στην πηγή
Ο,τι αξιόλογο* θάβουν στα ψιλά, το RADAR το ξεθάβει
Ό,τι αξιόλογο* στείλουν οι αναγνώστες το RADAR θα το προβάλλει
"Πυρά" που προσβάλλουν νοημοσύνη και συνειδήσεις ο "Αγρυπνος Φρουρός" φιλοδοξεί να τα αναχαιτίσει
*Ως "αξιόλογες" ο "Αγρυπνος Φρουρός" ορίζει κάθε είδους ειδήσεις που αφυπνούν κοιμiσμένες συνειδήσεις, αλλά και κάθε είδους "από καρδιάς απόψεις" από μορφωμένους και αγράμματους ακόμα κι αν διαφωνεί με τους εκφραστές τους
ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ : Agrypnos.Frouros@gmail.com