"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Η γλώσσα ως όπλο και εργαλείο εξουσίας!

Το παγκόσμιο παιχνίδι που παίζεται εδώ και αιώνες διαμορφώνει πεπρωμένα λαών και καθορίζει τις κοινωνικές διαδρομές ολόκληρων κρατών. Γιατί οι ειδικοί αποκαλούν τη Μεσόγειο «Διαφθοροποιό θάλασσα»


Γλώσσα και πολιτική: Πώς παίζεται εδώ και αιώνες το παγκόσμιο πολιτικό παιχνίδι μέσω της γλώσσας; Πώς οι γλωσσικές πολιτικές διαμορφώνουν συλλογικά πεπρωμένα λαών ανά τον κόσμο, ορίζοντας τις κοινωνικές διαδρομές ολόκληρων κρατών;
Η γλώσσα, συστατικό στοιχείο της εθνικής ταυτότητας, αποτυπώνει αναμφίβολα την Ιστορία, καθώς δεν υπήρξε ποτέ ανεξάρτητη από την πολιτική, αν λάβουμε υπόψη τόσο την κατά καιρούς κυριαρχία των εκάστοτε διεθνών γλωσσών όσο και τις διάφορες γλωσσοκτονίες στον χώρο και στον χρόνο· και ιδίως στη «Διαφθοροποιό Θάλασσα», όπως αποκαλείται εναλλακτικά η Μεσόγειος από ιστορικούς και γλωσσολόγους.
Ποιες γλωσσικές πολιτικές καταπίεσης έχουν αναπτυχθεί και με ποιον στόχο;
Ποιες παράπλευρες συνέπειες είχαν οι γλωσσικές πολιτικές που σχετίζονται με τον χώρο της θρησκείας, δεδομένου πως οι γλώσσες των ιερών κειμένων των τριών μονοθεϊστικών θρησκειών αποτέλεσαν επί αιώνες τις μόνες γλώσσες γραμματισμού;

Κατά πόσο οι λεκτικές μάχες που έχουν δοθεί στη Μεσόγειο είχαν γεωπολιτικές επιπτώσεις; 

Η Ελένη Καραντζόλα, συγγραφέας του πολύτιμου εγχειριδίου «Γλωσσικές πολιτικές στις χώρες της Μεσογείου», εξηγεί

«Κάθε εποχή έχει τη διεθνή γλώσσα της! Στη σημερινή εποχή, γλωσσικές πολιτικές που αντιστρατεύονται την ηγεμονία της αγγλικής αναπτύσσουν χώρες που διεκδικούν για τη γλώσσα τους διεθνή ρόλο».

Τι είδους γλωσσικές πολιτικές αναπτύσσονται, λοιπόν, στην εποχή της αγγλόγλωσσης παγκοσμιοποίησης προκειμένου να αντιστραφεί η αγγλόφωνη κυριαρχία;

«Η Γαλλία, για παράδειγμα, με την πολιτική της Francophonie: Οχι μόνο προστατεύει τη γαλλική εντός της επικράτειάς της, απαγορεύοντας, για παράδειγμα, τη χρήση της αγγλικής σε εμπορικά προϊόντα, διαφημίσεις ή επιστημονικές δημοσιεύσεις, αλλά την προωθεί εντός της Ευρωπαϊκής Ενωσης ως γλώσσα εργασίας, ενώ συγχρόνως επενδύει στη συστηματική διδασκαλία της στο εξωτερικό».

Διασαφηνίζει, ωστόσο, ότι δεν είναι εύκολο να αντιστραφεί πλήρως η κατάσταση με μέτρα που αφορούν αποκλειστικά το γλωσσικό επίπεδο, δεδομένου ότι η γλωσσική κυριαρχία των ΗΠΑ εδράζεται στην οικονομική, την πολιτική, την τεχνολογική και την πολιτισμική επικράτησή τους.

Οι γλώσσες υπόκεινται, λοιπόν, σε συνεχείς αλλαγές, που είναι απόρροια των γλωσσικών επιλογών των εκάστοτε κοινοτήτων και φυσικά αποτέλεσμα της εφαρμογής των αντίστοιχων γλωσσικών πολιτικών των εθνών, με την εκπαίδευση να παραμένει πάντα ο σημαντικότερος τομέας οποιασδήποτε γλωσσικής πολιτικής. Στην αρχαιότητα τόσο η λατινική όσο και η ελληνική λειτούργησαν ως linguae francae. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η αμερικανική αγγλική διαδέχτηκε τη βρετανική αγγλική για να λειτουργήσει ως lingua franca - «θέση» που προηγουμένως κατείχαν η γαλλική και η ολλανδική.

Για την Ελληνίδα γλωσσολόγο, «οι γλώσσες αλλάζουν στο πέρασμα του χρόνου ακριβώς επειδή χρησιμοποιούνται [...] Αλλά ένα υποσύνολο αλλαγών συνδέεται άμεσα με την παρέμβαση του ανθρώπινου παράγοντα. Οι ηθελημένες αυτές προσπάθειες προέρχονται κατά κύριο λόγο από την πλευρά των κρατών, χωρίς ωστόσο να αποκλείεται η δραστηριοποίηση οργανισμών, ομάδων ή και ατόμων, όπως λ.χ. ο Κοραής για την επεξεργασία της καθαρεύουσας ως γραπτού οργάνου ή ο Μπεν Γεούντα για την αναβίωση της εβραϊκής. Απλώς, η γλωσσική πολιτική και ο γλωσσικός προγραμματισμός εκ μέρους της κυβέρνησης θεωρείται ότι έχουν την ευρύτερη απήχηση, δεδομένου ότι οι κυβερνήσεις έχουν και την εξουσία να θεσμοθετούν και τη δυνατότητα να αναπτύσσουν δομές για να υποστηρίξουν τις αποφάσεις τους».

Οσο για τις χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις γλωσσοκτονίας στη Μεσόγειο;

«Στην Τουρκία, οι Κούρδοι και η κουρδική γλώσσα υπήρξαν από τα πρώτα και βασικά θύματα της εθνικιστικής γλωσσικής πολιτικής του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ. Ακόμη και σήμερα οι Κούρδοι είναι “εμπόδιο”/ “πρόβλημα” για τις στρατιωτικές και τις πολιτικές ελίτ, με αποτέλεσμα η κουρδική γλώσσα στην Τουρκία να εξακολουθεί να είναι μία από τις πιο καταπιεσμένες γλώσσες στον κόσμο» λέει η Ελένη Καραντζόλα, εξηγώντας ότι η απόσταση ανάμεσα στις πολιτικές αφομοίωσης, στην α-ορατότητα ορισμένων γλωσσών μέχρι την απαγόρευση και τη γλωσσοκτονία δεν είναι μεγάλη, δεδομένου ότι ο στόχος πάντα είναι ο ίδιος:  


Να αλλάξουν ορισμένοι πολίτες του κράτους τη μητρική γλώσσα τους, να πάψουν να τη μιλούν και να υιοθετήσουν την επίσημη του κράτους. Η συγγραφέας δεν παραλείπει να αναφερθεί εκτενώς στο βιβλίο της, όπου μελετώνται οι επίσημες και οι μειονοτικές γλώσσες στη Μεσόγειο, σε περιπτώσεις όπως η Ισπανία, η Μάλτα, η Κύπρος, το Ισραήλ, όπου αναγνωρίζονται ως επίσημες περισσότερες της μίας γλώσσες.

Οσο για το πολιτικό παιχνίδι, παίχτηκε όλα αυτά τα χρόνια στα Βαλκάνια μέσα από τις εκάστοτε γλωσσικές πολιτικές;

Με την κατάρρευση της πολυεθνικής και πολυγλωσσικής Γιουγκοσλαβίας στις αρχές της δεκαετίας του ’90 οι πρώην Δημοκρατίες μετασχηματίστηκαν, με διαφορετικούς ρυθμούς, σε κράτη, με αποτέλεσμα παλιοί πλειονοτικοί πληθυσμοί να αποτελούν πλέον μειονότητες στα νεοσύστατα κράτη. Σε καθαρά γλωσσικό επίπεδο, η ενιαία σερβοκροατική γλώσσα, που είχε παίξει κεντρικό ρόλο στην ενιαία γιουγκοσλαβική ταυτότητα, διαιρέθηκε σε σερβική και κροατική και στη συνέχεια σε βοσνιακή και μαυροβουνιακή (!).

Με συστηματικές εργασίες γλωσσικού προγραμματισμού οι φυγόκεντρες αυτές τάσεις ενισχύονται. Αξιοσημείωτος στην περίπτωση των βαλκανικών χωρών είναι και ο «εθνικισμός των αλφαβήτων», με την έννοια ότι στα Συντάγματά τους προσδιορίζεται πλέον όχι μόνο η γλωσσική ποικιλία που είναι επίσημη, αλλά και το επίσημο σύστημα γραφής, το οποίο άλλωστε αποτελεί κι ένα είδος πολιτισμικού ορίου ανάμεσα στις διαφορετικές εθνότητες (Σέρβοι / κυριλλικό αλφάβητο VS Κροάτες / λατινικό αλφάβητο).
Το φαινόμενο αυτό υπογραμμίζει ακόμη εντονότερα τη γλωσσική πολιτική των διάδοχων κρατών της πρώην Γιουγκοσλαβίας προς μια γλωσσική πολιτική ανεξαρτησίας, απόστασης.

Τι ακριβώς συμβαίνει στο πεδίο της θρησκείας

Στην περιοχή της Μεσογείου συναντάμε τρεις σημαντικές μονοθεϊστικές θρησκείες, τον ιουδαϊσμό, τον χριστιανισμό και το Ισλάμ. Πώς οι γλωσσικές πολιτικές επηρεάζουν το πεδίο της θρησκείας;

Στη θρησκεία, όπως ακριβώς και στην οικογένεια, παρατηρούνται συγκεκριμένες προσπάθειες επηρεασμού της γλωσσικής συμπεριφοράς. Και στις τρεις θρησκείες κεντρικής σημασίας είναι η επιλογή γλώσσας και γλωσσικής ποικιλίας για τα ιερά κείμενα και τις τελετές. Μπορεί, λοιπόν, να διαπιστώσει κανείς ότι κινούνται στο πλαίσιο μιας βασικής διχοτομίας: Αφενός, σε εκείνες που επιμένουν στη χρήση αποκλειστικά μιας ιερής εκδοχής και, αφετέρου, σε εκείνες που είναι πιο ανοιχτές στη μετάφραση των ιερών κειμένων στις καθομιλούμενες γλώσσες και στη χρήση αυτών των τελευταίων στη λειτουργία. Κάθε θρησκεία, ανάλογα με την ιστορική περίοδο, μπορεί να υιοθετεί τη μία ή την άλλη στάση, με περισσότερο ή λιγότερο απόλυτο τρόπο. [...] Οι γλωσσικές πολιτικές στον χώρο της θρησκείας έχουν επιπτώσεις και σε άλλους τομείς. Εφόσον μια συγκεκριμένη γλώσσα / γλωσσική ποικιλία αποτελεί τη γλώσσα των ιερών κειμένων (βιβλικά εβραϊκά, αραβικά του Κορανίου, ελληνικά των ευαγγελίων), απαιτείται τα παιδιά να αναπτύξουν γλωσσική επάρκεια σε αυτή, δηλαδή να τη διδαχθούν. Από την άλλη πλευρά, οι πρότυπες αυτές ποικιλίες, σε συνδυασμό με τη μακρά παράδοσή τους ως γλωσσών γραμματισμού, και το κύρος που απολαμβάνουν διεκδικούν ρόλο στον γλωσσικό καταταμερισμό ισχύος στο πλαίσιο του κράτους. Η σύγχρονη εικόνα των αραβικών κρατών είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική για τις συνέπειες του θέματος επί της επίσημης γλώσσας.

H κεμαλική μεταρρύθμιση και οι Πομάκοι της Θράκης

Οι γλωσσικές πολιτικές υπεισέρχονται ακόμη και σε τεχνικά θέματα, όπως η επιλογή συστήματος γραφής; Ποιος ήταν ο στόχος της γλωσσικής μεταρρύθμισης του Κεμάλ Ατατούρκ;

Η γλωσσική μεταρρύθμιση πάλι της τουρκικής (Dil Devrimi), που σχεδίασε και υλοποίησε ο Μουσταφά Κεμάλ από το 1928 και εξής, περιελάμβανε την αντικατάσταση του αραβοπερσικού αλφαβήτου, που χρησιμοποιείται επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με το λατινικό, καθώς και τον καθαρισμό της τουρκικής από τα αραβικά και τα περσικά δάνεια. Οι συγκεκριμένες αλλαγές αποτελούσαν έναν απτό τρόπο αποσύνδεσης από το ισλαμικό / οθωμανικό παρελθόν που διακαώς επιθυμούσαν οι Νεότουρκοι. Στην πορεία εκσυγχρονισμού της χώρας έπρεπε να αντιστοιχεί μια νέα εθνική γλώσσα. Με άλλα λόγια, υπήρξε μια σαφής πολιτική βούληση διαμόρφωσης της εθνικής τουρκικής γλώσσας προκειμένου να διαμορφωθεί η χώρα.

Τι συνέβη στην περίπτωση των Πομάκων της Θράκης;

Στην περίπτωση, για παράδειγμα, εγγραφισμού της πομακικής, της σλαβικής ποικιλίας που έχει ως μητρική γλώσσα ένα τμήμα της μουσουλμανικής μειονότητας της Δ. Θράκης, υπήρχαν θεωρητικά τρεις επιλογές: το κυριλλικό, το ελληνικό και το λατινικό αλφάβητο. Οι εκδοχές ελληνικού και λατινικού αλφαβήτου που προτάθηκαν παρουσιάζουν αμφότερες τεχνικά αδύνατα σημεία. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι επειδή το σχέδιο εισαγωγής της πομακικής στη δίγλωσση (ελληνικά, τουρκικά) μειονοτική εκπαίδευση δεν τελεσφόρησε, η γραπτή χρήση της πομακικής στη Δ. Θράκη εξακολουθεί να είναι περιορισμένη και η συζήτηση περί καταλληλότερου γραφικού συστήματος σε εκκρεμότητα.

Πώς επηρεάστηκε η ανάπτυξη  του (αραβικού) εθνικισμού!

Τι είδους γλωσσικές πολιτικές έχουν υιοθετηθεί στον αραβικό κόσμο; Πώς επέδρασε η επιβολή της γλώσσας της αποικιοκρατικής μητρόπολης στις αποικίες της και κατά πόσον επηρέασε την ανάπτυξη του αραβικού εθνικισμού και τον ισλαμικό φονταμενταλισμό;

Η Βιβή Κεφαλά, επίκουρη καθηγήτρια Διεθνών Σχέσεων στη Μέση Ανατολή στο Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου, εξηγεί ότι «ο αραβικός κόσμος είναι ως γνωστόν ένα πολυπληθές σύνολο, το οποίο διατρέχεται από ισχυρούς συνεκτικούς ιστούς, όπως η κοινή καταγωγή, η κοινή γλώσσα και θρησκεία, ωστόσο δεν είναι -και δεν θα μπορούσε να είναι- απόλυτα ομοιογενές. Οι διαφοροποιήσεις που παρατηρούνται οφείλονται σε λόγους ιστορικούς, όπως το γεγονός ότι από τον 7ο αιώνα μ.Χ. μέχρι την οθωμανική κατάκτηση αναδύθηκαν διαδοχικά μεγάλα αραβικά κέντρα ισχύος και πολιτισμού, όπως η Δαμασκός, η Βαγδάτη, ή όπως το γεγονός ότι τμήμα του αραβικού κόσμου -Ιράκ, Παλαιστίνη, Αίγυπτος, Ιορδανία- υπήχθη στη σφαίρα επιρροής της Μεγάλης, τότε, Βρετανίας, η οποία χρησιμοποιούσε ένα διαφορετικό μοντέλο διαχείρισης της αποικιοκρατίας σε σχέση με τη Γαλλία».

Το ερώτημα που ταλανίζει έκτοτε τα κράτη του βορειοαφρικανικού Μαγκρέμπ υπό τη γαλλική επιρροή -όπου η αραβική γλώσσα βρίσκεται σε μια σπαρακτική πάλη με τη γαλλική- δεν ήταν άλλο από το «μαθαίνω τη γλώσσα του αποικιοκράτη, έτσι ώστε να τον χτυπήσω με τα λεκτικά του όπλα, ή δεν καταλαβαίνω καν τι μου λέει;» Αποτέλεσμα; Στην Τυνησία, στο Μαρόκο, στην Αλγερία και στον Λίβανο κατέληξε να είναι χρηστική γλώσσα η γαλλική, παρόλο που η επίσημη είναι η αραβική.

Διαλεκτική σύγκρουση

«Πρόκειται για μια διαλεκτική σύγκρουση ανάμεσα στη διατήρηση ταυτότητας και στην ανάγκη αντιπαράθεσης με αποικιοκράτες» υπογραμμίζει η Βιβή Κεφαλά, θίγοντας το νέο δίλημμα που δημιουργήθηκε τότε στον αραβικό κόσμο: «Από τη μία πλευρά, υπάρχει η κοινή εθνική ταυτότητα, δηλαδή η αίσθηση του κοινώς ανήκειν σε ένα ευρύ σύνολο, δηλαδή στον αραβικό κόσμο. Από την άλλη πλευρά, δεν υπήρχε καμία πραγματική πιθανότητα να δημιουργηθεί το “μεγάλο αραβικό βασίλειο”, το οποίο είχαν υποσχεθεί οι Βρετανοί στους Αραβες το 1915» δεδομένου πως καμία Μεγάλη Δύναμη δεν θέλει να επιτρέψει την ανάπτυξη του μεγάλου αραβικού κράτους...

Μοναδικό υποκατάστατο; Ο Αραβικός Σύνδεσμος, ενώ ταυτόχρονα ενδοαραβικοί ανταγωνισμοί, διαιρέσεις βασανίζουν την εύφλεκτη περιοχή.

Επιπλέον, δεδομένου πως κάθε αραβική περιοχή διεξήγαγε τον δικό της αντιαποικιοκρατικό αγώνα, με έπαθλο την εθνική ανεξαρτησία -αφού είχε αφανιστεί η ελπίδα ταυτόχρονης απελευθέρωσης από τον αποικιοκρατικό ζυγό-, ήταν πλέον αναγκαία η κατασκευή μιας επιμέρους εθνικής ταυτότητας, που παραγκώνισε τη γενική εθνική ταυτότητα, δηλαδή την αραβική. Η Βιβή Κεφαλά  αναλύει πώς στη σύγχρονη εποχή ο αραβικός κόσμος συνεχίζει να κατατρύχεται από τις ίδιες αντιφάσεις όσον αφορά την ταυτότητά του, την ενότητά του αλλά και τη θέση του στον κόσμο.

Οι αντιφάσεις αυτές, οι οποίες δεν ξεπεράστηκαν με τη νασερική ιδεολογία του παναραβισμού, αναβιώνουν με ιδιαίτερα οδυνηρό τρόπο σήμερα, που ολόκληρη η Μέση Ανατολή βρίσκεται σε κατάσταση οξυμένης αστάθειας και σύγκρουσης. «Πρόκειται για έναν φαύλο κύκλο, ο οποίος αναπαράγεται και διευρύνεται από τη βαθιά έλλειψη ανάπτυξης και τις ξένες επεμβάσεις. Τα στοιχεία αυτά αποτέλεσαν το εύφορο έδαφος για την ανάπτυξη της τρομοκρατίας και του ισλαμικού φονταμενταλισμού, που επικαλείται την ανάγκη “επιστροφής στα θεμέλια της πίστης”, δηλαδή στο Κοράνι, και προσπαθεί να επιβάλει αυτήν την “επιστροφή” με ειδεχθή τρόπο, προσβάλλοντας τις ίδιες του τις αξίες».

Η διεθνολόγος πανεπιστημιακός καταλήγει ότι ο αραβικός κόσμος βιώνει σε γλωσσικό, και όχι μόνο, επίπεδο μια σημαντική διαφοροποίηση, καθώς και μια βαθιά αντίθεση. Η διαφοροποίηση αφορά τον δυϊσμό μεταξύ της κορανικής αραβικής και της καθομιλούμενης αραβικής. «Στην περίπτωση αυτή, η γλώσσα ταυτίζεται με τον “αυτούσιο λόγο του Θεού” και επομένως δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αλλάξει. Επιπλέον, δεν μπορεί να αλλάξει ούτε η γραπτή αποτύπωσή της, δηλαδή το αλφάβητο που χρησιμοποιήθηκε για τη συγγραφή του Κορανίου, εκτός εάν στόχος της αλλαγής είναι η αποκοπή από το παρελθόν και η αλλαγή του ρόλου που διαδραματίζει το Ισλάμ στις αραβικές κοινωνίες».

Δεν υπάρχουν σχόλια: