"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΗΛΙΘΙΟΙ - ΔΙΕΘΝΗ ΚΑΘΑΡΜΑΤΑ - ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Eχει πολιτική ηγεσία η Ευρώπη;


Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

Δεν χρειάζεται να είσαι Γερμανός πολίτης για να θιγείς ή να ανησυχήσεις με τη στάση του καγκελαρίου Σολτς απέναντι στο θράσος του Ερντογάν.  

Αρκεί να είσαι Eυρωπαίος, πολίτης της μεγάλης ένωσης των εθνών στην οποία η Γερμανία διεκδικεί πρωτεύοντα ρόλο. Ο Ερντογάν προσέβαλε τη Γερμανία στη διάρκεια επίσημης επίσκεψης στο Βερολίνο. Απέδωσε τη στάση της στη Μέση Ανατολή στις ενοχές της για το Ολοκαύτωμα. Κοινώς, ένα χτύπημα κάτω από τη ζώνη, στο ευαίσθητο υπογάστριο της μεταπολεμικής της δημοκρατίας.  

Αν ο κ. Σολτς είχε στοιχειώδες χιούμορ θα του ανταπέδιδε το χτύπημα αποδίδοντάς του την υπεράσπιση της Χαμάς στα πεπραγμένα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας την οποία ο Ερντογάν προβάλλει ως δική του προσφορά στον πολυπολικό κόσμο που οραματίζεται ο φίλος του Πούτιν. Αν μη τι άλλο η Γερμανία, μετά τον πόλεμο, υπέβαλε εαυτήν σε μια συστηματική συλλογική ψυχανάλυση, για να καταλάβει και τον ναζισμό και τη Σοά. Σε αντίθεση με αυτήν, η Τουρκία νοσταλγεί το μεγαλείο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.  

«Αυτή είναι η Ευρώπη, αγαπητέ φίλε, αναγνωρίζει τις στρεβλώσεις της, τις επεξεργάζεται και προσπαθεί να τις διορθώσει. Να τις καταργήσει δεν μπορεί. Τα γεγονότα είναι γεγονότα και δεν παραγράφονται». Αντ’ αυτού, ο κ. Σολτς αγνόησε την προσβολή.  

Σκέφτηκε τα εκατομμύρια των Τούρκων ψηφοφόρων στη Γερμανία;  

Θύμισε τη Μέρκελ και τον σκύλο του Πούτιν. Γνωρίζοντας ότι η καγκελάριος πάσχει από κυνοφοβία τον άφησε να την πλησιάσει, να τη μυρίσει με την ησυχία του και υποθέτω ότι την καθησύχασε πως δεν είναι κακός. Σημειωτέον ότι τότε η κ. Μέρκελ είχε μεγαλύτερη ισχύ στην ευρωπαϊκή πολιτική από όση έχει ο κ. Σολτς σήμερα.

Η στάση του κ. Σολτς σηματοδοτεί την αμηχανία της ευρωπαϊκής πολιτικής ηγεσίας. Σε αντίθεση με την Αμερική του Μπάιντεν, η Ευρώπη μοιάζει να οχυρώνεται πίσω από μια διπλωματία της ευπρέπειας, την οποία οι εχθροί της δεν αναγνωρίζουν. Ανήκει στο παρελθόν. 

Ο Μακρόν ζητάει από το Ισραήλ να σταματήσει τους βομβαρδισμούς χωρίς όμως να προτείνει μια αξιόπιστη πορεία για τη συνέχεια. Φοβάται τα οκτώ εκατομμύρια των μουσουλμάνων που ζουν στη Γαλλία; Ξέρει ότι η Χαμάς μπορεί να μετατρέψει τη ζωή στη χώρα του σε κόλαση τρόμου;  

Κατανοητό, πλην όμως εξίσου ανησυχητικό με τη σιωπή του Σολτς απέναντι στην πρόκληση Ερντογάν.  

Εχει πολιτική ηγεσία η Ευρώπη; Οπως είχε επί Κολ και Μιττεράν; Εχει πολιτική ηγεσία που μπορεί να σχεδιάσει τη θέση της στον κόσμο που θα γεννηθεί μέσα από τα δύο πολεμικά μέτωπα στα σύνορά της; 

Το πιο φιλόδοξο, και το πιο αισιόδοξο, πολιτικό όραμα του μεταπολεμικού κόσμου κινδυνεύει να...

 

ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΑΝΘΕΛΛΗΝΕΣ ΗΛΙΘΙΟΙ: Μέχρι να φύγει ο Σούνακ…

 

Του ΚΩΣΤΑ ΓΙΑΝΝΑΚΙΔΗ

Το καλό σενάριο για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα προβλέπει τον δανεισμό τους από το Βρετανικό Μουσείο
. Η σύμβαση δανεισμού θα ανανεώνεται εις το διηνεκές. Σε αντάλλαγμα, η Ελλάδα θα προσφέρει συλλογές προς έκθεση στον χώρο όπου οι Βρετανοί εξέθεταν τα Γλυπτά. Επίσης η Ελλάδα δεν θα αμφισβητούσε το ιδιοκτησιακό καθεστώς των «κλεμμένων». Εν ανάγκη, θα παραχωρούσε στο Βρετανικό Μουσείο τη δυνατότητα να ιδρύσει παράρτημα εντός του Μουσείου της Ακρόπολης.  

Και τώρα;  

 Ακόμα και αν ο Μητσοτάκης δεν μιλούσε για «κλεμμένα», ακόμα και αν δεν έφερε ως παράδειγμα την ακρωτηριασμένη Μόνα Λίζα, αλλά έλεγε ότι είναι σαν να αφαιρείς τον λεπτοδείκτη από το Big Ben, το πιθανότερο είναι ο Σούνακ να αντιδρούσε με τον ίδιο τρόπο

Αλλωστε θα μπορούσε να το χειριστεί πιο ήπια και πιο αποτελεσματικά. Οπως θα του έλεγε και ο Τσόρτσιλ, «το τακτ είναι ο καλύτερος τρόπος για να στείλεις κάποιον στο διάολο και μάλιστα να απολαύσει το ταξίδι». Θα ήταν πολύ πιο απλό, πιο πειστικό και πιο θεαματικό, αν στις κοινές δηλώσεις με τον Μητσοτάκη έλεγε ότι ο ίδιος δεν υποστηρίζει την επιστροφή των Γλυπτών. Παρεμπιπτόντως, πάγια θέση της βρετανικής κυβέρνησης είναι ότι το θέμα αφορά αποκλειστικά το Βρετανικό Μουσείο και η ίδια αδυνατεί να παρέμβει. Θα ήταν εύκολο, λοιπόν, για τον Σούνακ να δηλώσει ότι διαφωνεί με τον επαναπατρισμό και να κλείσει το θέμα εκεί, στέλνοντας τον Μητσοτάκη για τσάι στο Βρετανικό Μουσείο.  

Γιατί το έκανε αυτό; 

Ο προφανής λόγος δείχνει μικροπολιτική σκοπιμότητα πίσω από την απρέπεια. Ο Σούνακ είναι στριμωγμένος δημοσκοπικά και θεώρησε ότι είναι ευκαιρία να απευθυνθεί στον πατριωτισμό των ψηφοφόρων του. Δεν μπορεί να ενοχλήθηκε από τη συνάντηση του Μητσοτάκη με τον αρχηγό των Εργατικών καθώς το πρόγραμμα ήταν γνωστό εκ των προτέρων. Ούτε και από τις δηλώσεις του στο BBC. O Μητσοτάκης απλώς επανέλαβε τη γνωστή επιχειρηματολογία. Ενδεχομένως, ο Σούνακ, να έκανε και ένα ρουσφέτι στο Βρετανικό Μουσείο που τώρα κερδίζει χρόνο. Το θέμα της επιστροφής των «Γλυπτών» παγώνει, τουλάχιστον όσο είναι ο Σούνακ στο Νούμερο 10

Και τι γίνεται τώρα;  

Εξαρτάται ποια κατεύθυνση θα πάρει το θέμα. Σίγουρα θα επενδυθεί με παγκόσμιο επικοινωνιακό ενδιαφέρον, γεγονός που ευνοεί το ελληνικό αίτημα καθώς υπέρ της επιστροφής τάσσεται, πέρα από το Εργατικό Κόμμα, μεγάλο μέρος του Τύπου και διαμορφωτών της βρετανικής κοινής γνώμης. Από την άλλη όμως, αν ο Σούνακ καταφέρει να αναδείξει την υπόθεση ως θέμα που άπτεται του αγγλικού πατριωτισμού, αν αρχίσει, δηλαδή, ένα debate στη Βρετανία, τότε δεν αποκλείεται να πάμε πολύ πίσω.  

Αυτή τη στιγμή είναι νωρίς για συμπεράσματα. 

Το Εργατικό Κόμμα, που, κατά πάσα πιθανότητα, θα κερδίσει τις επόμενες εκλογές, επέκρινε τη στάση του βρετανού πρωθυπουργού. Και ως γνωστόν, οι Εργατικοί βλέπουν θετικά τον επαναπατρισμό των Γλυπτών.  

Και ο Μητσοτάκης; Κέρδισε ή έχασε; 

 Δεδομένων και των ανακοινώσεων του Κασσελάκη και του ΠΑΣΟΚ, που καταγγέλλουν τον Σούνακ, ο Μητσοτάκης κέρδισε επικοινωνιακά στο εγχώριο ακροατήριο. Εμφανίζεται ως ο άνθρωπος που είπε τα πράγματα με το όνομα τους ενώπιον βρετανών τηλεθεατών και πολιτικών. Βέβαια κάποιος θα μπορούσε να τον ελέγξει για τους τόνους που χρησιμοποίησε, αλλά η τακτική του ήταν μάλλον σωστή. Στη βρετανική κοινή γνώμη απευθύνθηκε, όφειλε να είναι πιο παραστατικός.  

Τι θα συμβεί στη συνέχεια; 

Το θέμα «παγώνει» όσο είναι πρωθυπουργός ο Σούνακ, αυτό είναι βέβαιο. Και χρειάζεται προσοχή στους επικοινωνιακούς χειρισμούς της ελληνικής πλευράς ώστε να μη του δώσουν το δικαίωμα να παρουσιάσει το θέμα ως υπόθεση εθνικής υπερηφάνειας. Δεν πρέπει, δηλαδή, η βρετανική κοινή γνώμη να πιστέψει ότι ο έλληνας πρωθυπουργός τους προσέβαλε μέσα στο σπίτι τους. Οταν με το καλό φύγει ο Σούνακ, το 2025, το ξαναβλέπουμε. Με δεδομένη, πάντως, τη δημοσιότητα που πήρε, διεθνώς, το περιστατικό, δεν αποκλείεται η απρέπεια του Σούνακ να λειτουργήσει υπέρ του ελληνικού αιτήματος.  

Και οι ελληνοβρετανικές σχέσεις; 

Είναι πολύ βαθιές για να τραυματιστούν. Το θέμα θα μαζευτεί και από τις δύο πλευρές. Ενδεχομένως να δούμε και κάποια κίνηση από τον Σούνακ στο εγγύς μέλλον. Κάπου, κάπως θα συναντηθεί με τον Μητσοτάκη και η κοινή διαρροή θα λέει ότι δεν συζητήθηκε το θέμα των Γλυπτών.  

Και ένα χαριτωμένο της παγκοσμιοποίησης:  

ΣΥΡΙΖΑίων εθνικών σουργελο-ξεφτιλαράδων κωμωδία

 
 

 
 




 

Διεθνών ανθελλήνων ηλιθίων κωμωδία



 

Σαν σήμερα (29/11/ΧΧΧΧ)

 

1899: Ο ελβετός επιχειρηματίας Χανς Γκάμπερ ιδρύει την ποδοσφαιρική ομάδα της Μπαρτσελόνα.

1906: Ιδρύεται η αυτοκινητοβιομηχανία Lancia από τον ραλίστα και μηχανικό Βιτσέντσο Λάντσια.

1963: Οι Beatles κυκλοφορούν την επιτυχία τους «I Want to Hold Your Hand».Οι προπωλήσεις φθάνουν το 1.000.000 .

1964: Στο αίμα πνίγεται ο επίσημος εορτασμός στον Γοργοπόταμο για την ανατίναξη της ομώνυμης γέφυρας από αντιστασιακούς το 1942. Έκρηξη στον χώρο της εκδήλωσης προκαλεί το θάνατο 13 ανθρώπων και τον τραυματισμό 45.

1975: Ο Μπιλ Γκέιτς και ο Πολ Άλεν ονομάζουν τη νέα εταιρία που ίδρυσαν Microsoft (Microcomputer Software).

1851: Πεθαίνει ο Εμμανουήλ Ξάνθος, από τους ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας.

1924: Πεθαίνει ο ιταλός συνθέτης Τζιάκομο Πουτσίνι («Τόσκα»)

2001: Πεθαίνει ο Τζορτζ Χάρισον, βρετανός κιθαρίστας των Beatles.
 
 
 
 
 
 
 

 
2020:
  Πέθανε σε ηλικία 85 ο Ντέβιντ Πράουζ, ο Βρετανός ηθοποιός που υποδύθηκε τον φανταστικό χαρακτήρα του Τζορτζ Λούκας στην κλασική τριλογία «Ο Πόλεμος των Άστρων», Νταρθ Βέιντερ.

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΩΣ ΟΡΘΑ ΛΟΒΟΤΟΜΗΜΕΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Γκρεμίστε την πολιτική ορθότητα

 Του Παναγιώτη Λιάκου

Είναι παλιό το σύνθημα, χρονολογείται περίπου στα τέλη της δεκαετίας του ’70
– αρχές του ’80, αλλά είναι καλό: «Χειρότερη απ’ τη CIA η αυτολογοκρισία!»  

Όποιος το σκέφτηκε πρέπει να είναι άτομο με βαθιά γνώση της επίδρασης της πολιτικής στις κοινωνίες, αλλά και της ψυχολογίας των ανθρώπων. Αν ο αντίπαλος μπορέσει να πορθήσει τα κάστρα σου, να περάσει τα σύνορά σου, να καταλάβει εδάφη σου, υπάρχει -ακόμα και τότε- ελπίδα να τον εξουδετερώσεις, να απελευθερώσεις ό,τι σκλαβώθηκε, να πάρεις ρεβάνς. Αν, όμως, ο εχθρός στήσει τη σημαία του στη συνείδησή σου και κατορθώσει να σε μεταμορφώσει σε… οπλίτη του, σε πειθήνιο στρατιωτάκι του, η ελπίδα απελευθέρωσης απόλλυται.

Ο λόγος γίνεται για τη λέπρα της πολιτικής ορθότητας, της «τυραννίας με τρόπους», όπως την έχει αποκαλέσει ο σπουδαίος Αμερικανός ηθοποιός Τσάρλτον Ίστον (1923-2008).  

Αυτό το κατασκεύασμα δολοφονεί το χιούμορ, την έμπνευση, την επικοινωνία, το ίδιο το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης και -πάνω απ’ όλα- την αλήθεια. Με το πρόσχημα του «να μη θιχτεί ο Α και να μην προσβληθεί η Β», δεν επιτρέπει να γράφεις χοντρό τον χοντρό, ψηλή την ψηλή, άσχημο τον άσχημο, όμορφη την όμορφη, φονιά τον φονιά, λαμόγιο το λαμόγιο και ψεύτρα την ψεύτρα.

Κάποιοι νοσηροί νόες, ποντάροντας στην ευπιστία και την καλή προαίρεση των μαζών, έχουν οδηγήσει τις καταστάσεις σε τέτοιο σημείο ώστε αποφεύγεται να ειπωθεί έστω και μία λέξη που να απηχεί την ωμή πραγματικότητα.

Η αλυσίδα της πολιτικής ορθότητας έχει περιδεθεί γύρω από πολλές συνειδήσεις, αλλά αποδεικνύεται χάρτινη όταν αντιμετωπιστεί ως έχει: ως μια πλάνη, κάτι που δεν έχει ειδικό βάρος, αξία και σημασία.  

Όταν αρχίσουμε να εκφραζόμαστε απροσχημάτιστα, χωρίς χρυσώματα χαπιών και προσχήματα και νεολογισμούς της πυρκαγιάς, και εθιστούμε στο συναίσθημα της απελευθέρωσης που προσφέρει αυτός ο τρόπος επικοινωνίας, η πολιτική ορθότητα ξεθωριάζει, εκμηδενίζεται, επιστρέφει σαν ανεπιθύμητο γράμμα στους αποστολείς του.

Κι αν από καιρού εις καιρόν εμφανιστεί κάποιος πολιτικός, καλλιτέχνης, γνωστός ή άγνωστος που θα θελήσει να… αυτολογοκριθεί...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΩΣ ΟΡΘΑ ΛΟΒΟΤΟΜΗΜΕΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Εκλεπτυσμένη λογοκρισία, χοντροκομμένος πουριτανισμός

 

Του ΒΑΣΙΛΗ ΒΑΜΒΑΚΑ

Η απαλοιφή της λέξης «χοντρή» από την Άλκηστη Πρωτοψάλτη από το πασίγνωστο τραγούδι «Άδωνις»
του Σταμάτη Κραουνάκη επανάφερε τη συζήτηση για τη λογοκρισία της σύγχρονης πολιτικής ορθότητας.  

Οι υπερασπιστές της πρακτικής αυτής όλο και πληθαίνουν και στην Ελλάδα. Η συζήτηση που ξεκίνησε για τα έμφυλα, φυλετικά και άλλα στερεότυπα εδώ και δεκαετίες στον χώρο της κοινωνιολογίας, τα τελευταία χρόνια πήρε άμεση πολιτική χροιά, και η πολιτιστική βιομηχανία εγχώρια και διεθνής άρχισε να επιδίδεται σε ένα άτυπο κυνήγι μαγισσών για το πώς λέγονταν, σκηνοθετούνταν ή τραγουδιόνταν τα πράγματα. 

Αν και η κρατική λογοκρισία έγινε πολύ πιο ανεκτική από ό,τι στα παλιότερα χρόνια, η «προοδευτική» λογοκρισία, ήπια και απλά, οδηγεί σε μια αναθεώρηση όλης της πολιτισμικής ιστορίας της «Δύσης». Το σώμα, η σεξουαλικότητα, η καταγωγή, έξαφνα και έξω από τα θρησκευτικά συμφραζόμενα, απέκτησε μια νέα ιερότητα.  

Πώς θα μιλάμε για όλα αυτά που στο παρελθόν οδηγούσαν σε διακρίσεις και στιγματισμό με βάση βιολογικά χαρακτηριστικά, τι άρθρο θα βάζουμε στα γένη, πώς θα αποτινάξουμε το αποικιοκρατικό, εξωτικό βλέμμα στους διαφορετικούς άλλους, πώς θα κάνουμε τις λέξεις να μη τραυματίζουν; Πώς θα αποσιωπήσουμε το παρελθόν μας;

Το πρόβλημα με αυτή τη νέα μορφή λογοκρισίας δεν είναι μόνο ότι επιχειρεί μια σχεδόν ανέφικτη πράξη εξωραϊσμού της πραγματικότητας. Δεν είναι μόνο ότι εμμέσως πλην σαφώς επαναφέρει την παιδαγωγική και κατευθυνόμενη μορφή διδακτικού αισθητισμού. Δεν είναι μόνο ότι στιγματίζει ανεπανόρθωτα τους υποτίθεται θύτες του παρελθόντος ή του παρόντος που δεν υπάκουσαν, αγνοούσαν ή παράβλεψαν τους κανόνες της νέας ηθικής καθαρότητας. Όλα αυτά είναι παρενέργειες ορατές, αλλά η ίδια η πραγματικότητα τα αντιπαρέρχεται και μάλιστα γεννά πολιτισμικά πεδία που επιδίδονται επιδεικτικά στην αντίθετη κατεύθυνση. Στην καταπάτηση κάθε ευπρεπούς και καλλωπισμένης αναπαράστασης, σε καλλιέργεια μιας επιθετικής ακόμη και προσβλητικής αργκό, στην διάδοση πολλαπλών προτύπων κυνισμού και σκληρών ταυτοτήτων, που προσελκύουν μεγάλο μέρος του κοινού και ειδικότερα του πιο νεανικού. Η τραπ είναι μεταξύ άλλων η υπέρβαση του πολιτικά ορθού, η πιο άγρια μορφή αγνόησης του προοδευτικού καθωσπρεπισμού, μια γιορτή της «ακαλαισθησίας» ακόμη και της αναισθησίας.

Αυτό που είναι εξίσου σημαντικό αλλά δεν γίνεται εύκολα αντιληπτό είναι ότι η νέα λογοκρισία και λογική ακύρωσης και αφαίρεσης στιγμών του παρελθόντος, διαμορφώνει μια εφιαλτική συνθήκη επιλεκτικής μνήμης ή πολιτικοποιημένης αμνησίας. Καταργεί όχι μόνο  εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής που υπήρξαν αλλά και την ίδια μας την ικανότητα να ασκούμε κριτική σε φάσεις, αντιφάσεις ή και ακρότητες της πολιτισμικής δημιουργίας. Διότι αν συναινέσουμε αστόχαστα στην επικινδυνότητα της λέξης «χοντρή» προς αποφυγή του body shaming, πιθανότατα θα μείνουμε σε αυτή την καθησυχαστική αποδοκιμασία ενός στερεοτύπου και δεν θα δούμε τόσο τις συνθήκες μέσα στις οποίες παράχθηκε το συγκεκριμένο άσμα στη δεκαετία του ’80 όσο και τις διάφορες αναπαραγωγές που ο ίδιος ο δημιουργός του έκανε στην πάροδο των ετών.

Με άλλα λόγια, αν αφαιρέσουμε τη «χοντρή» (γιατί όχι και τα «φρικιά»;) από ένα τραγούδι που αποτέλεσε σχεδόν ύμνο της νέας αστικής ζωής, μιας ζωής που εμπεδώνει τον ελεύθερο χρόνο, τη διασκέδαση, την ελαφρότητα αλλά και τη δημοκρατικά περιπαιχτική συνεύρεση της μεσαίας τάξης στα χρόνια της μεταπολίτευσης, δεν θα καταλάβουμε ούτε το νόημα ούτε την απήχησή του. Και ακόμη χειρότερα δεν θα καταλάβουμε πώς ο ίδιος ο συνθέτης του τα χρόνια της πρόσφατης οικονομικής κρίσης θα μεταβάλει τους στίχους του σε ένα επιθεωρησιακό ύμνο πολιτικής και αισθητικής μισαλλοδοξίας:
«Όπου κι αν πας θα ’σαι πάντα εκεί, με την ξανθιά την κουλή να σε λέει Μπουμπούκο. Κι αναρωτιέμαι η καριόλα τι χρώμα φοράει βρακί. Έλα! Τα βούρλα φυτρώνουν στο βούρκο! Πάμε στον Άδωνι για φραπέ, που μας λέει κουμούνια, φρικιά, τον σιχαίνονται και οι φοιτητές κι εκείνος βγαίνει με μία ξινή, νευρικιά, Ευγενία τη λένε που λες. Και κυκλοφορεί ξετσίπωτα, ένα σόι, ένα τίποτα».

Αν δεν μείνει στη μνήμη μας αυτούσιο το πολύ σημαντικό άσμα του Σταμάτη Κραουνάκη...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΩΣ ΟΡΘΑ ΛΟΒΟΤΟΜΗΜΕΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: «Ο πόλεμος με τη βλακεία τελείωσε. Χάσαμε»

Της Κατερίνας Παναγοπούλου

«Πολιτική ορθότητα σημαίνει να είσαι ελεύθερος να στερείς την ελευθερία του λόγου του άλλου» έγραφε σε σκίτσο του πριν από λίγα χρόνια ο Αρκάς.  

Το τελευταίο επεισόδιο υστερικής επίδειξης πολιτικής ορθότητας ήταν η αφαίρεση από τη σπουδαία τραγουδίστρια Αλκηστη Πρωτοψάλτη της λέξης «χοντρή» και η αντικατάστασή της από ένα «μμμμ» στον στίχο «πάμε στον Αδωνη για καφέ που πηγαίνουν τεκνά και φρικιά και αράζουνε και αθλητές και που πηγαίνει και μία χοντρή νευρικιά Κυριακή να της φύγει το στρες».

Η αλήθεια είναι πως τα τελευταία χρόνια, εξαιτίας του ανελέητου bullying, που γίνεται σε όποιον τολμήσει να αρθρώσει κάτι μη πολιτικά ορθό, ασκείται μία υποσυνείδητη βία στην έκφραση σκέψης, η οποία οδηγεί σε κωμικούς παραλογισμούς. 

Σχετικά πρόσφατα, η ηθοποιός Σοφία Βογιατζάκη είχε πει «σαφώς νομιμοποιούμαι στο να αισθάνομαι καλά με τα παραπανίσια κιλά που έχω, αλλά δεν νομιμοποιούμαι στο όνομα κανενός diversity να πω «γίνετε όλοι χοντροί κι είμαστε ευτυχισμένοι» γιατί είναι θέμα υγείας. Δεν μπορώ να υπερθεματίζω και να λέω ότι πρέπει να είμαστε 120 κιλά και να το χειροκροτώ. Είναι αηδία, γιατί αν εγώ προσωπικά βάλω άλλα δέκα κιλά θα με χτυπήσει στα γόνατα, στην καρδιά». Υστερα από αυτή την εξομολόγηση, η γνωστή ηθοποιός δέχτηκε πλήθος κανιβαλιστικών σχολίων από δικαστές της πολιτικής ορθότητας, οι οποίοι εν ολίγοις της αφαίρεσαν το δικαίωμα να μιλάει για τον ίδιο της τον εαυτό. 

Ενα κίνημα που ουσιαστικά υπερασπίζεται την απροκάλυπτη άσκηση βίας στις συνειδήσεις και στη διατύπωση της σκέψης

Ενα cancel culture που στοχεύει όσους τολμήσουν να ψελίσουν κάτι αμφιλεγόμενο, που ίσως θα μπορούσε να θεωρηθεί μη πολιτικά ορθό.

Φυσικά δεν έχει να κάνει μόνο με τα κιλά, αλλά επεκτείνεται στο φύλο, τις σεξουαλικές προτιμήσεις, σε κάθε έκφανση της ζωής. Ας πούμε κάθε πολιτική κριτική που ασκείται σε μία γυναίκα βαφτίζεται σεξισμός. Επίσης, αποκαλείται σεξισμός κάθε σχόλιο για μία ενδυματολογική αστοχία μίας γυναίκας ή μία ανάρμοστη για την περίσταση στυλιστική της επιλογή, τη στιγμή που ανενόχλητοι σχολιάζουμε ή και αστειευόμαστε με τον ντύσιμο ενός άντρα. Στο μεταξύ, οι ίδιοι άνθρωποι που γράφουν διαπρύσιες διακηρύξεις κατά του σεξισμού, είναι υπέρμαχοι του βαθιά σεξιστικού μέτρου της ποσόστωσης, με την οποία αδικείται ένας άντρας, που ενδεχομένως έχει περισσότερα προσόντα για μία θέση, επειδή πρέπει οπωσδήποτε να συμπληρώνεται ένας συγκεκριμένος αριθμός γυναικών σε ψηφοδέλτια. Ενα μέτρο που στην ουσία καταργεί τη λογική των άξιων ανθρώπων και χωρίζει τα άτομα σε άντρες και γυναίκες.

Την ίδια στιγμή, αστυνόμοι της πολιτικής ορθότητας κατηγορούν ως «ρατσιστές» και «ισλαμόφοβους» όποιους υπερασπίζονται τις κοινωνικές ελευθερίες και τα ατομικά δικαιώματα που έχει κατακτήσει η Δύση. Υπό τον μανδύα ενός δήθεν προοδευτισμού, ένθερμοι δικαιωματιστές ασκούν μία ιδιότυπη μορφή τρομοκρατίας στην έκφραση σκέψης. Ηταν Μάιος του 2018 όταν η – ίσως καλύτερη ελληνίδα συγγραφέας – Σώτη Τριανταφύλλου είχε συρθεί στα δικαστήρια με τον αντιρατσιστικό νόμο, η ανορθολογική χρήση του οποίου έχει προκαλέσει φάμπρικα αγωγών. Η Τριανταφύλλου κατηγορήθηκε ότι προκαλεί ισλαμοφοβία (!) εξαιτίας ενός εκπληκτικού άρθρου που είχε γράψει το 2015 μετά την τρομοκρατική επίθεση στο Μπατακλάν. Ευτυχώς, αθωώθηκε από μία φωτισμένη έδρα, αφού όμως σύρθηκε στα δικαστήρια σαν κοινός εγκληματίας, ξόδεψε χρήματα, έχασε ώρες από τη ζωή της.

Βέβαια, η απάντηση σε όλα αυτά, ίσως κρύβεται ...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΩΣ ΟΡΘΑ ΛΟΒΟΤΟΜΗΜΕΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Οι χοντροί δεν χωράνε στους στίχους

Γράφει ο Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης

Μερικές, μικρές παρατηρήσεις περί του γελοίου του θέματος…

Αν εξαλειφθεί η λέξη χοντρός, -ή από το λεξιλόγιό μας, όπως προτείνει η δημοφιλής Άλκηστις Πρωτοψάλτη, να είναι σίγουρη ότι δεν θα πάψουν να υπάρχουν παχύσαρκοι άνθρωποι. Όπως ακριβώς αν σταματήσουμε να χρησιμοποιούμε τη λέξη ψέμα δεν καταργούνται τα ψέματα. Το ίδιο ισχύει και για την λέξη υποκρισία, επίσης οι υποκριτές δεν θα πάψουν να υπάρχουν. 

Το πώς και το γιατί δημιουργούνται, υπάρχουν και χρησιμοποιούνται οι λέξεις, είναι ένα θέμα περισσότερο σύνθετο από την καλλιφωνία.

Οι λέξεις και το νόημά τους είναι αποτελέσματα μιας πολυσύνθετης, εν εξελίξει πολιτισμικής διαδικασίας. Για παράδειγμα, ο εύσωμος άνθρωπος στον 19 ο αιώνα δήλωνε ευμάρεια, πλούτο, αρχοντιά, ευτυχία και αριστοκρατικότητα σε σχέση με τους λεπτούς που ενσάρκωναν τη φτώχεια, τη δυστυχία και την ανέχεια. «Η κοιλίτσα είναι αρχοντιά» και «τα πάχη μου τα κάλλη μου» έρχεται η πληρωμένη απάντηση όταν και όπου χρειάζεται από το λαϊκό αίσθημα που δεν έχει ανάγκη διαμεσολαβητών.

Είναι σα να λες, «οι χοντροί φεύγουν από τα τραγούδια» (ο καθένας μπορεί να το ερμηνεύσει όπως θέλει). «Οι χοντροί δεν χωράνε στους στίχους γιατί πρέπει να αδυνατίσουν». 

Είναι σαν τον καταδότη που σηκώνει το δάκτυλο δείχνοντας στεγνά τους …χοντρούς, ενώ συνήθως δεν αποτελούν αξιοθέατο για κανέναν! 

Τους χοντρούς και τους λιγνούς, τους κοντούς και τους ψηλούς, τους μαλλιάδες και τους καραφλούς, τους γραμμωτούς και τους κοιλαράδες, τους δημιούργησε ο ρατσισμός του life style.  

Όποιος δεν έχει τις ιδανικές αναλογίες είναι μπάζο. Αυτά δεν λένε μέρα νύχτα όλες αυτές οι «πολιτιστικές εκπομπές» της Mεταπολίτευσης που καταγγέλλουν το body shaming (σοβαρά τώρα;), και έχουν για σημαία τους το woke και όλη την παρδαλή πρωτοπορία, που στηρίζουν την εικόνα και όχι το περιεχόμενο της ζωής;

Ήδη έχει αρχίσει να δημιουργείται μια κοινωνία τεράτων όπου όπως σβήνουν και γράφουν λέξεις, προσθέτουν ή αφαιρούν γεννητικά όργανα, οπίσθια ή στήθη, κόβουν και ράβουν μάγουλα, χείλη, κοιλιές προκειμένου να αποφύγουν τον εαυτό τους, όχι να τον αποδεχτούν. Να μεταμορφωθούν από ύπαρξη σε εικόνα, να αποθεώσουν την πλαστογραφία. 

Μας προσβάλει μια λέξη; 

Την διαγράφουμε. 

Μας προσβάλει ένα γλυπτό; 

Το αποκαθηλώνουμε.  

Μας προσβάλει η μύτη μας;  

Την πλανίζουμε.

Εύκολα γίνεται αντιληπτό ότι έχουμε να κάνουμε με έναν νέο καταστατικό προοδευτισμό πάνω στον οποίο πειραματίζονται στα πανεπιστημιακά εργαστήρια όπου επεξεργάζονται το καινούργιο όραμα της ανθρωπότητας. Αφού δεν καταφέραμε να κάνουμε τον κόσμο καλύτερο ας προσπαθήσουμε να τον κάνουμε ωραιότερο: «χοντροί όλου του κόσμου, εξαφανιστείτε»!

Η αποδοχή, ωστόσο, σχετίζεται με την πολιτισμική ταυτότητα όπως αυτή διαμορφώνεται από την πραγματικότητα και όχι με τις ιδεολογικές επεμβάσεις, τους χειρουργικούς ακρωτηριασμούς, τον πολλαπλασιασμό των φύλων, που δημιουργούν το νέο Φρανκενστάιν της πολιτικής ορθότητας.

Η λογοκρισία στα στιχάκια, στα βιβλία, στα σενάρια, στους πολιτικούς λόγους, είναι ήδη γεγονός. Πρόκειται για μια συζήτηση μαζί με πολλά άλλα ζητήματα, την οποία διεξάγει η Αριστερά της πολυπολιτισμικότητας, μέσω των ιεραποστόλων αυτής της νέας θρησκείας της ανθρωπότητας. Την διεξάγει επίσης ένα τμήμα της νεωτεριστικής Δεξιάς που υμνεί την λύτρωση του ανθρώπινου είδους μέσω της στροφής του προς την παγκόσμια αγορά, πεδίο δράσης ιδανικό ενός ατόμου χωρίς ρίζες, απελευθερωμένου από τους περιορισμούς που του επιβάλλουν οι ξεπερασμένοι ρόλοι της κοινωνίας.

Προφανώς, η Άλκηστις Πρωτοψάλτη δεν το τραβά τόσο μακριά αλλά ως είδωλο κι αυτή ενός ιδιόμορφου «ποιοτικού πολιτισμού»...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΩΣ ΟΡΘΑ ΛΟΒΟΤΟΜΗΜΕΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Η χοντρή στον «Αδωνι» είναι Ιστορία

 

Της ΛΙΛΑΣ ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΓΛΟΥ

Η υπόθεση γνωστή.
 

Η Αλκηστις Πρωτοψάλτη, σε μια εμφάνισή της στο θέατρο Παλλάς μαζί με τον Γιώργο Νταλάρα τραγούδησε τον «Αδωνι» αφαιρώντας τη λέξη «χοντρή» από τους στίχους της Λίνας Νικολακοπούλου. 

Ηταν μια συνειδητή απόφαση εκ μέρους της, με την οποία ήθελε να καταδικάσει το body shaming. Ο Σταμάτης Κραουνάκης, συνθέτης του τραγουδιού, μετά τον ντόρο που προκάλεσε η απόφαση της τραγουδίστριας, πήρε θέση υποστηρίζοντας ότι κάθε ερμηνευτής έχει δικαίωμα να πειράζει οτιδήποτε σε μια ζωντανή μετάδοση των τραγουδιών, και ότι για να το κάνει η Πρωτοψάλτη, προφανώς θεωρεί ότι κάτι φταίει. Ανέφερε, επίσης, ότι η χοντρή νευρική του τραγουδιού είναι υπαρκτό πρόσωπο, ότι το τραγούδι αυτό είναι σαράντα χρόνων και είναι αθώο. 

Είναι λυπηρό να αναγκάζονται οι καλλιτέχνες να δικαιολογούν το έργο τους. Ειδικά όταν μιλάμε για κάτι που δημιουργήθηκε σε μια άλλη εποχή, σε μια άλλη συνθήκη, με πολύ διαφορετικά δεδομένα από αυτά που συγκροτούν τη δική μας πραγματικότητα.  

Και είναι κάπως αμήχανο, ένας καλλιτέχνης με του οποίου τη φωνή ντύθηκαν οι συγκεκριμένοι στίχοι και τραγουδήθηκαν από τόσο κόσμο, να τους αλλάζει. 

Οι προθέσεις είναι καλές, ασφαλώς, κανείς δεν μπορεί να πει στην Αλκηστη Πρωτοψάλτη ότι κάνει λάθος που θεωρεί τη λέξη «χοντρή» έναν άχαρο χαρακτηρισμό προς ανθρώπους που είναι υπέρβαροι και παχύσαρκοι. Οχι γιατί η λέξη αυτή καθεαυτή είναι κακή. Κανένα λεξικό δεν γράφει από δίπλα ότι πρόκειται για βρισιά ή προσβολή. Οι λέξεις, όμως, κουβαλούν και τα στερεότυπα της νοοτροπίας εκείνων που τις χρησιμοποιούν. Και εμείς τη χρησιμοποιούμε για να προσβάλλουμε, είναι ένα επίθετο που πληγώνει. 

Τα τελευταία χρόνια γίνεται μια παγκόσμια συζήτηση γύρω από την τάση να παρεμβαίνουμε σε παλαιότερα έργα τέχνης προκειμένου να αφαιρέσουμε από αυτά κάθε τι που στην εποχή μας φαίνεται υποτιμητικό, προσβλητικό και ενοχλητικά αναχρονιστικό. 

Διορθώνουμε, όμως, κάτι επί της ουσίας ή μήπως το μόνο που καταφέρνουν τέτοιου είδους παρεμβάσεις είναι να δημιουργούν μια επιφανειακή αντίδραση και έναν εντυπωσιασμό; 

 Εχω την αίσθηση ότι τελικά συμβαίνει το δεύτερο. Σαφώς και ξέρουμε πια ότι το να πεις κάποιον χοντρό είναι άσχημο. Οταν, όμως, ο Πάνος Τζαβέλλας τραγουδούσε «Πατάω ένα κουμπί και βγαίνει μια χοντρή», είχε στο μυαλό του μια ευτραφή κυρία του Ερυθρού Σταυρού που μοίραζε φαγητό στα λιπόσαρκα παιδάκια της Κατοχής. Οταν η ομάδα της ελληνικής ταινίας «Τον Αράπη κι αν τον Πλένεις» έβαφε το πρόσωπο του Κώστα Βουτσά μαύρο, δεν καταλάβαινε ότι έκανε την αμφιλεγόμενη πρακτική του «blackface», με την οποία παριστάνεται ένα μαύρο άτομο σαν καρικατούρα. Και όταν ο Γιώργος Ζαμπέτας έγραφε τον «Αράπη τον ταμ ταμ ταμ», επίσης δεν καταλάβαινε την αρνητική χροιά της λέξης «αράπης». Αν ζούσε τώρα, ο Ζαμπέτας δεν θα χρησιμοποιούσε αυτή τη λέξη, όπως και η Λίνα Νικολακοπούλου πιθανότατα δεν θα χρησιμοποιούσε τώρα τη λέξη «χοντρός» στους στίχους της. 

Την Τέχνη πρέπει να την εξετάζουμε χωροχρονικά. Βεβαίως, μπορούμε να σχολιάσουμε πόσο λάθος ήταν κάποιες νόρμες τις οποίες βλέπουμε σε τραγούδια, ταινίες, θεάματα και αναγνώσματα του παρελθόντος. Αλλά αν αρχίσουμε να βάζουμε χέρι σε όσα μας ενοχλούν, θα έπρεπε να αλλάξουμε τη μισή καλλιτεχνική κληρονομιά της ανθρωπότητας. 

Το ζητούμενο είναι εμείς να προχωράμε μπροστά και να έχουμε την παιδεία να φιλτράρουμε το περασμένο, βλέποντάς το σε συνάρτηση με την εποχή όπου γεννήθηκε. Και να το απολαμβάνουμε χωρίς τύψεις, επειδή ακριβώς αντιλαμβανόμαστε τις διαφορές.  

Δεν έχει κανένα νόημα να το αλλάξουμε ή να το παραλλάξουμε εν είδει καταγγελίας για τα στερεότυπα του τότε.  

Αυτό μάλλον δείχνει...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΩΣ ΟΡΘΑ ΛΟΒΟΤΟΜΗΜΕΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Τα πάχη μας, τα κάλλη μας

Του ΣΑΚΗ ΜΟΥΜΤΖΗ

«Και που πηγαίνει και μια χοντρή Κυριακή να της φύγει το στρες…». Αυτός είναι ο επίμαχος στίχος πασίγνωστου τραγουδιού του κ. Σταμάτη Κραουνάκη και της κ. Λίνας Νικολακοπούλου. Ο δίσκος κυκλοφόρησε το αθώο έτος 1985, τότε που ανυποψίαστοι για την επέλαση του «πολιτικώς ορθού» μετά τριάντα χρόνια, εκφραζόμασταν ελεύθερα, αυθόρμητα, χαλαρά, χωρίς τη δαμόκλειο σπάθη της woke κουλτούρας. 

Σήμερα η λέξη «χοντρός/ή» είναι ενοχοποιημένη και εξοβελιστέα. Υποθέτω πως ο αείμνηστος σκιτσογράφος Μιχάλης Γαλλίας, ο εμπνευστής του θρυλικού ζευγαριού «η χοντρή και ο Ζαχαρίας» του περιοδικού «Θησαυρός» (1962), στις μέρες μας θα είχε ριχτεί στο πυρ το εξώτερον. Στο σημερινό ασφυκτικό πλαίσιο, με έντονα τα ίχνη της αυτολογοκρισίας, η κ. Αλκηστις Πρωτοψάλτη, μια από τις καλύτερες φωνές, έκρινε σκόπιμο να απαλείψει τη λέξη «χοντρή» από το τραγούδι «Πάμε στον Αδωνι για καφέ», διότι εκφράζει το λεγόμενο body shaming.

Δεν θα ασχοληθώ με τη συλλογική αποβλάκωση της woke κουλτούρας. Δημοκρατία έχουμε, ο καθένας πιστεύει ό,τι θέλει. 

Είμαι επιφυλακτικός και υποψιασμένος σε θεωρίες επαγρύπνησης και εγρήγορσης. Γιατί η woke κουλτούρα, η κουλτούρα της αφύπνισης, προϋποθέτει πως υπάρχουν κάποιοι φωτισμένοι που διαπιστώνουν πως ο υπόλοιπος ντουνιάς κοιμάται και αυτοί αναλαμβάνουν το έργο της αφύπνισής του. Απέναντι σε φωτισμένες πρωτοπορίες, σε κατόχους της μίας και μοναδικής αλήθειας και απέναντι σε όλους αυτούς που έχουν αναλάβει ιεραποστολικά το έργο της σωτηρίας μας, στέκομαι ριζικά αντίθετος.

Το συγκεκριμένο γεγονός της απάλειψης μιας «ένοχης» λέξης σε ένα τραγούδι θα το προσεγγίσω από μια πιο πεζή πλευρά. Πιο καθημερινή, καθώς αφορά ίσως την ύψιστη στιγμή της παρέας, τη στιγμή που τραγουδά. Εκεί, στην ένωση των φωνών, ολοκληρώνεται η μυσταγωγία μιας συνάντησης φίλων. Αν λοιπόν το παράδειγμα της κ. Αλκ. Πρωτοψάλτη το ακολουθήσουν όλοι οι καλλιτέχνες –υπόθεση εργασίας–, τότε οι μισοί θα τραγουδάμε την αρχική εκτέλεση και οι άλλοι μισοί τη woke.  

Αποτέλεσμα; 

Δεν θα τραγουδάμε. Ακραία αυτή η περίπτωση, αλλά είθισται για να δείξουμε τις συνέπειες μιας εκκεντρικής πράξης να την τραβάμε στα άκρα. Υποθέτω πως ελάχιστα ελληνικά τραγούδια θα άντεχαν στην Ιερά Εξέταση της πολιτικής ορθότητας. Για σκεφτείτε τραγουδιστές και στιχουργούς να αλλάζουν άρον άρον τους επικίνδυνους στίχους των τραγουδιών τους υπό τον φόβο της «πυράς». Θα μείνουμε μόνο με τα τραγούδια των οποίων όλοι οι συντελεστές έχουν πεθάνει. Αλλά και εδώ δεν είμαστε σίγουροι. Μπορεί να εμφανιστεί κάποιος woke κληρονόμος.

Επί της ουσίας:  

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΩΣ ΟΡΘΑ ΛΟΒΟΤΟΜΗΜΕΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Οι "προσβλητικές" λέξεις που πρέπει να βγουν από τα τραγούδια

 Toυ ΜΑΝΟΥ ΒΟΥΛΑΡΙΝΟΥ

Η παράλειψη από την Άλκηστη την Πρωτοψάλτη της λέξης «χοντρή» από τον στίχο «που πηγαίνει μια χοντρή νευρικιά» στο τραγούδι «Άδωνις»
(πάμε στον Άδωνι για καφέ κ.λπ. κ.λπ.) του συντρόφου Κραουνάκη πρέπει να είναι μόνο το πρώτο βήμα.  

Εκτός από το «χοντρή», που πολύ σωστά διαπίστωσε η τραγουδίστρια ότι συνιστά body shaming, στον ίδιο στίχο υπάρχει και η λέξη «νευρικιά» που αποτελεί ολοφάνερο stress shaming

Υπάρχει επίσης ο πιθανότατα σεξιστικός όρος «τεκνά», όπως και ο style shaming όρος «φρικιά».  

Επίσης δεν ξέρω τι λέει το κίνημα για το «μωρό μου», αλλά εμένα μου φαίνεται ως μια ερωτική προσφώνηση που προωθεί την παιδοφιλία.

  Για να μην τα πολυλογώ, μόνο από το συγκεκριμένο τραγούδι πρέπει να φύγουν σίγουρα 5 λέξεις.

Και όπως είπα αυτό είναι μόνο η αρχή. Τα διάφορα shaming, ο ρατσισμός, ο σεξισμός μέσα από λέξεις που μπορεί να προσβάλουν και να ενοχλήσουν βρίσκονται σχεδόν σε κάθε τραγούδι και είναι χρέος των τραγουδιστών που θέλουν να λέγονται ευαίσθητοι να τις αλλάξουν ή να τις εξαφανίσουν εντελώς βάζοντας στη θέση τους ένα απλό «λαλαλα» (τα λα εξαρτώνται από τον αριθμό των συλλαβών της λέξης που φεύγει) προσέχοντας να μη χρησιμοποιήσουν το «νανανα» γιατί παραπέμπει στο σεξιστικό φρούτο μπανάνα (το οποίο παρεμπιπτόντως πρέπει να κάνουμε cancel από σούπερ μάρκετ, λαϊκές και μανάβικα).

Τα «Μωρή κοντούλα λεμονιά», «Τραμ» (περνάει μια χοντρή), «Χοντρό Μπιζέλι», «Είναι γάτα ο κοντός με τη γραβάτα», «Χοντρούλη μου», «Χοντρομπαλού» είναι μόνο λίγα από τα τραγούδια των οποίων τίτλοι και στίχοι πρέπει να αλλάξουν γιατί προσβάλουν και προωθούν την κουλτούρα του body shaming.

Στον «Μεγάλο Ερωτικό» του Μάνου του Χατζιδάκι υπάρχει τραγούδι με τίτλο «Ποιος ειν’ τρελός από έρωτα» το οποίο, όπως και κάθε ένα από τα εκατοντάδες τραγούδια που έχουν μέσα τους τη λέξη «τρελός» ή «τρελή», στιγματίζει την ψυχική νόσο. Πρόκειται για λέξη που θα πρέπει να διαγραφεί όχι μόνο από το λεξιλόγιό μας αλλά και από κάθε καλλιτεχνική δημιουργία.

Το φαινομενικά αθώο «Γαρούφαλλο στ’ αυτί» πάλι σε μουσική Χατζιδάκι αλλά σε στίχους Σακελλάριου δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα ρατσιστικό παραλήρημα αφού το ρεφρέν του πάει «Χτύπα τα πόδια τσίφτισσα, τσιγγάνα τουρκογύφτισσα/ τσιγγάνα τουρκογύφτισσα, χτύπα τα πόδια τσίφτισσα». Εδώ δεν έχουμε μόνο την απαξιωτική αναφορά στην ευαίσθητη κοινωνική ομάδα των ρομά αλλά και μια προστακτική που ευθέως δηλώνει φυλετική ανωτερότητα. Κάποιοι λένε ότι θα μπορούσε να είναι και ο ύμνος της Κου Κλουξ Κλαν και ίσως να είχαν δίκιο αν δεν υπήρχε ολόκληρος δίσκος του Μάνου του Λοΐζου με τον τίτλο «Τα Νέγρικα» με τραγούδια που τιτλοφορούνται «Ο γέρο νέγρο Τζιμ», «Κρίμα σε σένα νέγρο Μπιγκ», «Ο νέγρος ο ζωγράφος», «Η πόρνη η Τζαίην» (ζητώ συγγνώμη από όσους ευαίσθητους συμπολίτες διαβάζουν και σίγουρα αισθάνονται προσβεβλημένοι και πιθανόν να είναι αυτή τη στιγμή λιπόθυμοι). Για το «Γυφτάκι» του Τζίμη του Πανούση ο τίτλος μιλάει από μόνος του, ενώ βρίσκω απαράδεκτο που το τραγούδι «Μπαλαμός» έχει υπότιτλο «Το τραγούδι των γύφτων» και όχι «το τραγούδι των ρομά» ή ακόμα καλύτερα «το τραγούδι της ευαίσθητης κοινωνικής ομάδας που δεν πρέπει να κατονομάζουμε».

Για τις λέξεις «μάγκας», «αλάνι» αλλά και σκέτο «άνδρας» που τις βρίσκουμε σε τραγούδια όπως «Του Βοτανικού ο μάγκας», «Άντρα μου πάει» κ.λπ. δεν χρειάζεται να πω πολλά. Η τοξική αρρενωπότητά τους είναι προφανής και πρέπει να εξαφανιστούν.

Για να μην τα πολυλογώ και επειδή νομίζω ότι απευθύνομαι σε ανθρώπους με ευαισθησίες, δηλαδή ανθρώπους που δεν θέλουν και πολύ για να απαιτήσουν απαγορεύσεις των πραγμάτων που δεν τους αρέσουν, ιδού μια πρώτη μικρή λίστα με λέξεις που πρέπει να αφαιρεθούν από όλα τα τραγούδια όχι μόνο στις ζωντανές τους αποδόσεις αλλά και στις ηχογραφήσεις τους (θα βάζω μόνο το ουδέτερο για να μην προβώ σε ακούσιο σεξισμό αλλά εννοείται πως μιλώ και για τα 14 τα φύλα):  

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΩΣ ΟΡΘΑ ΛΟΒΟΤΟΜΗΜΕΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Η χοντρή

 


Toυ ΜΙΧΑΛΗ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗ

Δεν το άκουγε κανείς. Δεν είχε δώσει κανείς αξιακό βάρος στη λέξη, μέχρι που η Πρωτοψάλτη αποφάσισε να την αποσιωπήσει.
Η παράλειψη λειτούργησε σαν έμφαση.  

Μέχρι να σβηστεί, «η χοντρή νευρική» (που πήγαινε τις Κυριακές στον «Αδωνι» για καφέ) περνούσε απαρατήρητη.  

Δεν της είχε απονεμηθεί περιωπή στίγματος, για να έχει νόημα η αποκαθήλωσή της.

Ποιος λοιπόν φορτίζει τον λόγο με «τραυματιστική» ισχύ; 

Αυτός που τον χρησιμοποιεί αβασάνιστα, όπως αναπνέει; Ή εκείνος που τον οδηγεί σε τιμωρητική σίγαση, αφού τον έχει δικάσει για τις προθέσεις του;  

Ποιος έκανε την αθώα χοντρή αλγεινή; 

Η ενοχοποίηση της γλώσσας είναι ταυτόχρονα και η ακραία φετιχοποίησή της. Τα έπεα δεν επιτρέπεται να είναι πια πτερόεντα. Ο,τι λέγεται είναι «γλωσσική πράξη» που έχει πάντα και τη δύναμη να «προσβάλλει». Ο,τι λέγεται είναι κάτι σαν κακό ξόρκι. Αν πάψεις να το λες, αφοπλίζεις και τη βλαπτική του ενέργεια. Σιωπάς και παύει το κακό.  

Αυτή η αγαθοεργός λογοκρισία επιχειρείται, υποτίθεται, στο όνομα της ηθικής ανακαίνισης της γλώσσας. 

Μοιάζει όμως περισσότερο με...

 

Ελληνόφωνου πολιτικώς ορθά ξεφτιλισμένου δικαιωματιστικού λαθμομαχμουτο-καθαρματόπληκτου κωλοχανείου κωμωδία

 




 
 



 

Σαν σήμερα (28/11/ΧΧΧΧ)

 

1814: Οι «Τάιμς του Λονδίνου» είναι η πρώτη εφημερίδα που εισέρχεται στη νέα εποχή με τη χρήση ατμοκίνητου πιεστηρίου για την εκτύπωσή της.
1895: Διεξάγεται ο πρώτος αγώνας αυτοκινήτων στην Αμερική. Παίρνουν μέρος 6 αυτοκίνητα, τρέχουν για 55 μίλια και ο νικητής αναπτύσσει μέση ταχύτητα 7 μιλίων την ώρα.
1910: Ο Ελευθέριος Βενιζέλος κερδίζει τις εκλογές, καταλαμβάνοντας τις 307 από τις 362 έδρες της Βουλής.
2002: Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επιδικάζει το ποσό των 13,7 εκατ. ευρώ (4,6 δισ. δρχ.) ως αποζημίωση του Ελληνικού Δημοσίου στον τέως βασιλιά Κωνσταντίνο για την απαλλοτρίωση της λεγόμενης βασιλικής περιουσίας.
1820: Γεννιέται ο Φρίντριχ Ένγκελς, γερμανός φιλόσοφος, συνεργάτης του Καρλ Μαρξ. Μαζί έγραψαν το «Κομουνιστικό Μανιφέστο», που αποτελεί τη «βίβλο» του κομουνιστικού κινήματος. [θαν. 5/8/1895]
1948: Γεννιέται η Μαρία Φαραντούρη
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
1912: Φονεύεται σε μάχη με τους Τούρκους στο Δρίσκο των Ιωαννίνων ο ποιητής Λαυρέντιος (Λορέντζος) Μαβίλης
1939: Πεθαίνει ο Τζέιμς Νάισμιθ, καναδός γυμναστής που δημιούργησε το μπάσκετ-μπολ. 
 
 
 
 

 

2021 Έφυγε στα 68 της από την ζωή η τραγουδίστρια Χριστιάνα 

 

NoυΔο-ΣΥΡΙΖΑίικο ΣΟΥΡΓΕΛΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: Χωρίς Βαρβάρους μετά από Δεκαπέντε Χρόνια Κομμάτια…


Γράφει ο ΑΛΚΗΣ ο "ταμείας"

‘Oπως είχε γράψει κάποτε και ο official «ξεβλάχευτής» της δύσμοιρης αυτής χώρας, στη ζωή έρχεται κάποια στιγμή η ώρα του απολογισμού, όπου πρέπει να κάνεις «ταμείο».

Για τον ΣΥΡΙΖΑ, αυτή η ώρα δεν ήρθε τώρα, είχε περάσει προ πολλού, πιθανόν εδώ και χρόνια, αλλά κανένας δεν πήρε χαμπάρι πότε η πραγματικότητα χτύπησε την πόρτα σε αυτό το συγκεκριμένο συνονθύλευμα προσώπων, ιδεολογιών, τάσεων και αντιφάσεων. 

Διότι αν δεν γίνει αυτός ο απολογισμός στην ώρα του, τότε άνθρωποι, ιδέες, κόμματα, εκτροχιάζονται και φεύγουν από τις ράγες στο πουθενά, πολλές φορές και στο γκρεμό. Το είδαμε σε μεγάλη κλίμακα το 2009 με 2015. Μετά, το χάος…

Ίσως ο ιστορικός του μέλλοντος να απορήσει με τις οβιδιακές μεταμορφώσεις αυτού του κόμματος, οι οποίες ξεκίνησαν σαν μέρος πολιτικών τακτικών ενός κατά τα φαινόμενα αλλά και κατά τα πεπραγμένα πονηρού και δολίου ανθρώπου, στου οποίου την πόρτα πολλές φορές η ιστορία έδωσε την ευκαιρία να κάνει το σωστό, αλλά αυτός σαν από παιδικό πείσμα, ή εχθρότητα προς τον ορθολογισμό, τον οποίο προφανώς θεωρούσε «αστική ασθένεια», διάλεγε πάντα τη λάθος δράση και λάμβανε τη λάθος απόφαση σε κάθε στιγμή.

Σίγουρα, το τελευταίο μακρύ ταξίδι του στις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν ήταν ακριβώς «ταξίδι αναψυχής», όπως και πολλοί φοβόμασταν, μην αντιλαμβανόμενοι όμως ότι οι φόβοι ήταν μάλλον υπερβολικοί, καθόσον η επανάληψη του ταξιδιού του 2014 το έτος 2023, δεν θα κατέληγε πάλι ούτε στην κατάληψη της εξουσίας από το συγκεκριμένο μόρφωμα, αλλά ούτε και στην αποκάλυψη ενός νέου «λαγού» τύπου Βαρουφάκη, ο οποίος θα λειτουργούσε σαν προωθητική δύναμη σε μια νέα επέλαση προς την εξουσία. 

Αυτό που βγήκε από το καπέλο αυτή τη φορά, δεν ήταν λαγός. Τραγέλαφος ήταν.

Αντίθετα, αυτή τη φορά η ιστορία ήταν τόσο φάρσα, που δεν πρόλαβε καν να επαναληφθεί. Ο πύραυλος έμεινε χωρίς καύσιμα λίγο μετά την εκτόξευση, και συνέχισε ως βλήμα.

Ο δε λόγος για τον οποίο ο κύριος Κασελλάκης δεν μπόρεσε ποτέ του να εκτοξευθεί ήταν διότι απλά ο καιρός των αστραφτερών αγνώστου ταυτότητος εναερίων φαινομένων (UFO που λένε και στο χωριό μου) πέρασε ανεπιστρεπτί, εφόσον το ελληνικό εθνικό ασυνείδητο, επιτέλους φαίνεται να είναι σε φάση προσγείωσης και προσαρμογής σε μια σκληρή πραγματικότητα.

Αν θα κάνει ένα πράγμα εντύπωση στους ιστορικούς του μέλλοντος, θα είναι ακριβώς η ευκολία με την οποία ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα αντίπαλης ιδεολογίας κατόρθωσε να παρεισφρήσει σε ένα διαμετρικά αντίθετο με τη σημειωτική του ταυτότητα πολιτικό συνασπισμό, και να του κάνει όση ζημιά δεν μπόρεσαν να του κάνουν όλοι οι ψηφοφόροι και οι αρθρογράφοι της «απέναντι πλευράς», οι οποίοι όχι άδικα κάποια στιγμή αναρωτιόταν «μα  πως αντέχει όσο πολύ το τσίρκο».

Ε, να λοιπόν που το κάθε παραμύθι, όσο δυνατό και να είναι, πάντα έχει ένα τέλος.

Θα μπορούσα, μιλώντας προσωπικά, να πω πως είμαι ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα. 

Δυστυχώς αυτή τη στιγμή άλλα πράγματα με απασχολούν, όπως απασχολούν και πάρα πολλούς πολίτες, σε σημείο που να μην ασχολούνται πλέον με πολιτικά πτώματα.

Η ζωή συνεχίζεται, υπάρχουν νέα δεδομένα, και περισσότερο λυπάμαι για μια ζημιά μη αναστρέψιμη την οποία έκαναν όλοι αυτοί οι βασιβουζούκοι της πολιτικής, παρά για το τέλος, το οποίο από ένα σημείο και μετά φαινόταν αναπόφευκτο.

Δυστυχώς, η κυβέρνηση, μετά από την πτώση του αντίπαλου δέους φαίνεται είτε σαν να έχει καταθέσει τα όπλα, είτε να παλινδρομεί προς παλαιές πρακτικές οι οποίες κάνουν πολλούς να φοβούνται ότι μεγάλα τμήματα του πληθυσμού τα οποία επλήγησαν την περασμένη 15ετία, για πολλούς λόγους δεν θα μπορέσουν να έχουν μερτικό από την περίφημη «ανάπτυξη».
Η οποία σε πείσμα της αντίθετης προπαγάνδας, όντως φαίνεται να έρχεται («εκτός εάν πέσει κανένας μετεωρίτης ή έρθουν οι εξωγήινοι», όπως είπε κάποιος, διότι μόνο αυτό απέμεινε να συμβεί). 

Η κυβέρνηση θα πρέπει να προβληματιστεί πολύ για το τι μέλλει γενέσθαι από δω και πέρα.  

Η καβαφική ρήση για τους βαρβάρους φαίνεται πως δεν ήταν απλά ένα σχήμα λόγου αλλά μια αλληγορική περιγραφή μιας πολύ σκληρής πραγματικότητας που έρχεται.

Διότι...