Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ
Για όλους όσοι ασπάζονται την χριστιανική πίστη (Ορθόδοξοι, Καθολικοί, Προτεστάντες), ακόμη και για τους μη έντονα θρησκεύοντες, η Μεγάλη Εβδομάδα με κορύφωση την Ανάσταση είναι μια αφορμή πνευματικής ανάτασης. Περισσότερο ή λιγότερο πιστοί νηστεύουν, κοινωνούν και, κυρίως, συρρέουν στις εκκλησίες, ανάβουν ένα κερί και ακούνε με μεγαλύτερη ή μικρότερη προσοχή τις ακολουθίες των Παθών, την υμνολογία τής Μεγάλης Εβδομάδος. Η παραδοσιακή μάλιστα μετάδοση των ακολουθιών από την Τηλεόραση και το Ραδιόφωνο επιτρέπει να παρακολουθήσουν τις ακολουθίες και πιστοί που δεν μπορούν ή και επιλέγουν αυτή την δυνατότητα συμμετοχής στα τής Μεγάλης Εβδομάδος.
Οι ύμνοι τής Μεγάλης Εβδομάδος ―ιδίως όταν ψάλλονται από γνώστες τής ψαλτικής τέχνης― συγκλονίζουν ως λόγος (περιεχόμενο) και ως άκουσμα («μελωδία») με κυρίαρχη την ελληνική γλώσσας στις καλύτερες εκφάνσεις της. Γεννούν σκέψεις, ανακαλούν εικόνες, προβληματίζουν συνειδήσεις. Λιγότερο ή περισσότερο συγκινούν. Αυτή ήταν και εξακολουθεί σε έναν κυμαινόμενο βαθμό να είναι η διαδικασία και το ευρύτερο πνεύμα τής μεγάλης χριστιανικής γιορτής∙ για την Ελλάδα και τους Ελληνες – συναινούντος και τού ανοιξιάτικου συνήθως καιρού― η μεγαλύτερη και πιο βιωματική γιορτή τής Χριστιανοσύνης.
Τα κείμενα τού Ευαγγελίου, που διαβάζονται την Μεγάλη Εβδομάδα μαζί με τα ποιητικά κείμενα των προσευχητικών ψαλμών τής Παλαιάς Διαθήκης διαμορφώνουν το ιστορικό πλαίσιο τής πορείας των Παθών τού Χριστού μέχρι την σταυρική του θυσία και το δοξαστικό μήνυμα τής Αναστάσεως. Και όλα αυτά πλαισιωμένα από μια έντονα βιωματική υμνολογία που σχολιάζει με καθαρά ποιητικό τρόπο το ιστορικό των Παθών και τής Ανάστασης τού Χριστού.
Δοθέντων αυτών ο εορτασμός τού Πάσχα έχει προσλάβει στην συνείδηση των πιστών στην Ελλάδα έναν έντονα παραδοσιακό και οικογενειακό χαρακτήρα (θα τον παρομοίαζε κανείς ως μορφή εορτασμού με την μεγάλη βαρύτητα που δίνουν λ.χ. οι Αμερικανοί στην Εορτή των Ευχαριστιών, εορτή βεβαίως διαφορετικού εντελώς περιεχομένου και σκοπού). Αυτό εξηγεί και την επιστροφή χιλιάδων Ελλήνων στις πατρογονικές εστίες καταγωγής, σε πόλεις και χωριά διαφόρων περιοχών μακριά από την πρωτεύουσα ή την συμπρωτεύουσα τής χώρας μας ειδικά για τον εορτασμό τού Πάσχα.
Τελευταία, ωστόσο, παρατηρείται μια περισσότερο ή λιγότερο αποκλίνουσα τάση. Πάει, σε κάποιον βαθμό, να αλλοιώθεί και να υποβαθμισθεί ο παραδοσιακός εορταστικός χαρακτήρας τού Πάσχα των Ελλήνων και να προστεθεί στον τύπο των «διακοπών» τουριστικού τύπου. Έτσι, δεν είναι λίγοι αυτοί από τις μεγάλες πόλεις που επιλέγουν να εορτάσουν το Πάσχα στο εξωτερικό ή σε παγοδρομικά κέντρα ή σε πολυτελή ξενοδοχεία με ανέσεις και προσφορές (all inclusive) κ.λπ., δηλαδή σαν καλοκαιρινές ή άλλες διακοπές και όχι ως συγκεκριμένο παραδοσιακά βιούμενο εορτασμό. Έχουμε δηλ. ένα είδος εκκοσμίκευσης και τουριστικοποίησης τής ανάτασης και ανάστασης που συνιστά αυτός ειδικά ο πνευματικός και θρησκευτικός μείζων εορτασμός.
Έτσι η χριστιανική Λαμπρή χάνει το φως το πνευματικό που εκπέμπει. Ας βοηθήσουμε όλοι, Πολιτεία, τοπική αυτοδιοίκηση, πολιτιστικοί φορείς, ιδιώτες να διατηρηθεί το κλίμα τής πασχαλιάτικης γιορτής, με ήθη και έθιμα που ανεβάζουν την διάθεσή μας και την σκέψη μας έξω και πάνω από τα όρια τής καθημερινότητας. Η καταναλωτική κακογουστιά που παράγει πασχαλινά αβγά με εικόνες ποδοσφαιρικών ομάδων ή καλλίγραμμων γυναικών ή ό,τι παραγγείλει ο καταναλωτής δεν έχουν σχέση με Πάσχα και Ανάσταση. Και ο εορτασμός δεν έχει σχέση με το πόσο πωλείται η όποια ποσότητα και είδος κρέατος στα σούπερ μάρκετ ή στα κρεοπωλεία τής γειτονιάς ή στην κεντρική αγορά (χαρακτηρίζεται πομπωδώς και «έρευνα αγοράς»), ένα καταναλωτικό γεγονός που ανάγεται σε μείζονα πασχαλινή πληροφορία, ενώ κάθε οικογενειάρχης ξέρει γιατί και από πού ψωνίζει.
Αλλιώς, μπορείς να συμβάλεις στην διαμόρφωση ενός εορταστικού κλίματος, ρωτώντας λ.χ. πώς αισθάνεται ο Έλληνας τής μακρινής Αυστραλίας που έρχεται να κάνει Πάσχα στο χωριό του. Ο ξένος που γιορτάζει το ελληνικό Πάσχα. Αν και πώς γιορτάζει και αν κάτι αισθάνεται ο μετανάστης που ζει στην Ελλάδα. Πώς βάφει τα αβγά και πώς ετοιμάζει τα γλυκίσματα (κουλούρια, τσουρέκια κ.λπ.) η νοικοκυρά σε πόλεις και χωριά τής Ελλάδος. Πώς ψάλλει σε μια εκκλησία τις ημέρες αυτές ένας έμπειρος ψάλτης (υπεριχύει συχνά και έγκριτων κοσμικών τραγουδιστών) αλλά και ένας «επ’ ευκαιρία» ψάλτης (που αυτοσχεδιάζει εν πολλοίς για να βγει η ακολουθία) και, προπάντων, πώς ο ορθόδοξος παππάς τής επαρχίας ανασταίνει συχνά «από χωρίου εις χωρίον».
Εξασφαλίζεται η παπαδιαμαντική κατάνυξη ή υπερισχύουν βεγγαλικές επιδόσεις που μιμούνται βαλλιστικές καταστάσεις;
Γιατί πολλοί συρρέουν στα Μοναστήρια στις ακολουθίες των Παθών;
Ευτυχώς, πάντως, που ―περισσότερο από δημοσιογραφική αίσθηση «επικαιρότητας»― άρχισαν και κάποιοι τηλεοπτικοί σταθμοί (δημόσιοι κυρίως και ελάχιστοι ιδιωτικοί) να συμμετέχουν στο πνευματικό κλίμα τού πασχαλινού εορτασμού με κάποιες ἐπὶ τούτῳ εκπομπές, πράγμα που παλαιότερα συνέβαινε συστηματικά και προβεβλημένα.
Τέλος, ευτυχώς που δεν αποφεύγουμε πλέον, για λόγους πολιτικής ορθότητας (να μη θίξουμε πιστούς άλλων θρησκειών, αγνωστικιστές ή και άθεους), να ευχόμαστε μεταξύ μας την επιβεβλημένη χριστιανική ευχή «Καλή Ανάσταση» αντί τού ουδέτερου (και βαθύτατα έως εσκεμμένα κοσμικού) «Καλές Γιορτές», που ακόμη εξαγιάζεται από την ευχή «Καλό Πάσχα».
Ετυμολογία των λέξεων Πάσχα, Ανάσταση και Λαμπρή:
Πάσχα. Λέξη ελληνιστικής περιόδου < αραμ. pasḥa < εβρ. pesáḥ «πέρασμα, παρέλευση», καθώς αναφέρεται στη Βιβλική αφήγηση τής δεκάτης πληγής κατά των Αιγυπτίων, όταν ο άγγελος τού Θεού προσπερνούσε τις εβραϊκές κατοικίες (των οποίων οι πόρτες είχαν ραντιστεί στις παραστάδες με αίμα αρνιού) και δεν θανάτωνε τα πρωτότοκά τους (Π.Δ., Έξοδ. 12,23: καὶ παρελεύσεται Κύριος πατάξαι τοὺς Αἰγυπτίους καὶ ὄψεται τὸ αἷμα ἐπὶ τῆς φλιᾶς καὶ ἐπ’ ἀμφοτέρων τῶν σταθμῶν, καὶ παρελεύσεται Κύριος τὴν θύραν καὶ οὐκ ἀφήσει τὸν ὀλεθρεύοντα εἰσελθεῖν εἰς τὰς οἰκίας ὑμῶν πατάξαι). Στην Κ.Δ. η λ. δήλωσε επιπλέον την θυσία τού Χριστού (Α΄ Κορινθ. 5,7: καὶ γὰρ τὸ πάσχα ἡμῶν ἐτύθη Χριστός), ο οποίος προσδιορίζεται ως ο Αμνός τού Θεού που θυσιάζεται για τη σωτηρία από τον θάνατο και την αμαρτία.
Στην χριστιανική αντίληψη μεταφορικά η έννοια τού «περάσματος», τής «μετάβασης» απέκτησε νέο περιεχόμενο, νέα σημασία. Σήμανε ότι, με την διδασκαλία τού Χριστού-Σωτήρα και με το μήνυμα τής Αναστάσεως, ο κόσμος λυτρώνεται και πραγματοποιεί την μετάβαση (το Πάσχα) από την δουλεία τής αμαρτίας στην ελευθερία τής αποκάλυψης και από τον θάνατο στην ζωή.
Ανάσταση Η λέξη ἀνάστασις προέρχεται από το αρχ. ρ. ἀνίστημι, που σημαίνει «εγείρω, σηκώνω». Ενώ ήδη στον Αισχύλο απαντά η σημασία «ανάσταση νεκρού» (Εὐμεν. 647-8: ἀνδρὸς δ’ ἐπειδὰν αἷμ’ ἀνασπάσῃ κόνις ἅπαξ θανόντος, οὔτις ἔστ’ ἀνάστασις), ωστόσο η κύρια σημασία της στην Αρχαιότητα δεν ήταν σχετική με ανάσταση νεκρών: χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει μετάθεση, μετατόπιση, κυρ. στρατεύματος (πβ. Θουκ. Ἱστ. 7.75: καὶ ἡ ἀνάστασις ἤδη τοῦ στρατεύματος τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀπὸ τῆς ναυμαχίας ἐγίγνετο) ή ξύπνημα από ύπνο (πβ. Σοφ. Φιλοκτ. 276-7: ποίαν μ’ ἀνάστασιν δοκεῖς αὐτῶν βεβώτων ἐξ ὕπνου στῆναι τότε;). Αυτή η δεύτερη σημασία, τού ξυπνήματος, έδωσε τη μεταφορική αφετηρία για τον συσχετισμό τής λέξης με την ανάσταση των νεκρών. Όταν οι συγγραφείς τής Καινής Διαθήκης χρειάστηκε να αναφερθούν στο καινοφανές γεγονός τής Αναστάσεως τού Χριστού, καθώς και σε άλλες αναστάσεις που περιγράφονται στην Καινή Διαθήκη (τού γυιου τής χήρας τής Ναΐν, τού Λαζάρου κ.λπ.) δεν είχαν κάποιο παράλληλο από την Π.Δ. Εκεί, σε όραμα τού προφήτη Ιεζεκιήλ περιγράφεται ανάσταση ανθρώπων, χωρίς όμως χρήση κάποιας εξειδικευμένης λέξης: ἐλθὲ καὶ ἐμφύσησον εἰς τοὺς νεκροὺς τούτους, καὶ ζησάτωσαν. (…) καὶ εἰσῆλθεν εἰς αὐτοὺς τὸ πνεῦμα, καὶ ἔζησαν καὶ ἔστησαν ἐπὶ τῶν ποδῶν αὐτῶν (Ιεζεκ. 37, 9-10).
Από τις πιθανές λοιπόν λέξεις ἔγερσις, ἀνάστασις, παλιγγενεσία, ἀναβίωσις χρησιμοποιήθηκαν μόνο εκείνες που σχετίζονται με το ξύπνημα, λόγω τής προφανούς αντιστοιχίας τού ύπνου με τον θάνατο. Είναι αξιοσημείωτο ότι, ενώ στην Καινή Διαθήκη η ανάσταση περιγράφεται κυρίως με το ρήμα ἐγείρομαι (Μάρκ. 16,6: ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε· ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν), ωστόσο επικράτησε στην συνέχεια η λέξη ἀνάστασις.
Μπορούμε εδώ να πούμε ότι ενώ είναι εμφανής η ομοιότητα των δύο λέξεων ως προς το ξύπνημα από κατάσταση ύπνου, ωστόσο η λέξη ἀνάστασις είναι πιο εκφραστική, διότι περιέχει και την σημασία τής επαναφοράς σε όρθια θέση.
Έκτοτε, η σημασία τής αναστάσεως στην χριστιανική διδασκαλία συνετέλεσε στην ευρύτατη διάδοση τής λέξης.
Το δόγμα τής Αναστάσεως ήταν τόσο σημαντικό, που η Ορθόδοξη Εκκλησία την αναγόρευσε σε σπουδαιότερη γιορτή τής Χριστιανοσύνης (γεγονός που την διαφοροποιεί από την Καθολική) και ονομάστηκε «Εκκλησία τής Αναστάσεως». Ο Παύλος είχε γράψει ήδη σχετικά στους Κορινθίους (Α΄ Κορινθ. 15,14: εἰ δὲ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, κενὸν ἄρα [καὶ] τὸ κήρυγμα ἡμῶν, κενὴ καὶ ἡ πίστις ὑμῶν), το δε δόγμα τής Αναστάσεως ήταν ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία που διέκριναν τον χριστιανισμό από τις αιρέσεις. Κατ’ επέκταση, η λέξη χρησιμοποιήθηκε για την ανάσταση όλων των ανθρώπων κατά το πρότυπο τού Χριστού (πβ. στο Σύμβολο τής Πίστεως το άρθρο Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν), αλλά χρησιμοποιείται ευρύτατα και μεταφορικά για την αναζωογόνηση, την έξοδο από παρακμή (π.χ. η ανάσταση τού Γένους).
Παράλληλα, η λέξη ανάσταση δήλωσε και την γιορτή τής Αναστάσεως, για την οποία χρησιμοποιούνται εναλλακτικά η λέξη Πάσχα και σε πιο καθημερινό λόγο η λέξη Λαμπρή.
Η λέξη Πάσχα έχει την αφετηρία στην αντίστοιχη ιουδαϊκή γιορτή που ανασημασιοδοτήθηκε από την Ανάσταση τού Χριστού: όπως ο παλαιός Ισραήλ εόρταζε το πέρασμα από την Αίγυπτο στη Γη τής Επαγγελίας, έτσι και ο λυτρωμένος κόσμος περνάει από την δουλεία στην ελευθερία και από τον θάνατο στην ζωή. Γι’ αυτό και ο Χριστός αναφέρεται σε σχετικούς ύμνους ως «τὸ καινὸν Πάσχα» (καινούργιο Πάσχα).
Τέλος, η γιορτή τής Αναστάσεως, που ήδη στην υμνογραφία ονομάζεται λαμπροφόρος ἡμέρα, σταδιακά αποδόθηκε με την λέξη Λαμπρή (πβ. Νικόδημο Αγιορείτη [περ. 1800]: ἀλλά τώρα εἶναι Ἀνάστασις καὶ Λαμπρά [Πνευματικά Γυμνάσματα]).



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου