Ο αμερικανός σκηνοθέτης, ηθοποιός, σκηνοθέτης, συγγραφέας, κριτικός κινηματογράφου και παραγωγός Πίτερ Μπογκντάνοβιτς γεννήθηκε το καλοκαίρι του 1939 σε μια οικογένεια μεταναστών που έφυγαν από την Ευρώπη στο Kingston της Νέας Υόρκης, για φόβο για τη ναζιστική απειλή.
Η δημιουργική του καριέρα στην κινηματογραφική βιομηχανία, ο Peter ξεκίνησε ως ηθοποιός τη δεκαετία του 1950, αφού εργάστηκε στο τμήμα κινηματογράφου του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης στη Νέα Υόρκη, γράφοντας κρίσιμα άρθρα για ταινίες και σενάρια. Μετά από 18 χρόνια, αποφάσισε να δοκιμάσει την υπόσταση του σκηνοθέτη, μετακόμισε στο Λος Άντζελες.
Το 1968, ο Μπογκντάνοβιτς έβαλε δύο ταινίες ταυτόχρονα: «Ταξίδι στον πλανήτη των προϊστορικών γυναικών» και «Στόχος».
Οι πιο γνωστές συνθέσεις του Τζον Λιντ είναι η επιτυχία των Earth Wind & Fire του 1979 «Boogie Wonderland» και το «Crazy For You» της Μαντόνα το 1985. Για δεκαετίες στη μουσική βιομηχανία, ο Λιντ συνεργάστηκε επίσης με καλλιτέχνες όπως οι Cher, The Temptations και Cheap Trick.
Η συμβολή του ήταν καθοριστική στη δισκογραφική επιτυχία και την άνοδο στα charts των Μάιλι Σάιρους, Ντέμι Λοβάτο, Σελίνα Γκόμεζ και the Jonas Brothers.
Ως μουσικός o Meat Loaf έγινε ιδιαίτερα γνωστός για την τριλογία δίσκων Bat Out of Hell (1977, 1993 και 2006), η οποία συνολικά έχει πουλήσει πάνω από 43 εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως. Ο πρώτος εκ των τριών δίσκος, με την υπογραφή του Τζιμ Στάινμαν, μετά από 40 χρόνια σχεδόν συνεχίζει και πουλάει δεκάδες χιλιάδες δίσκους ετησίως, και συγκαταλέγεται σε τα πιο επιτυχημένα άλμπουμ όλων των εποχών.
O Meat Loaf συνεργάστηκε με τον Στάινμαν και το 1993 για το άλμπουμ Bat Out of Hell II: Back Into Hell που πούλησε πάνω από 5 εκατομμύρια αντίτυπα μόνο στις ΗΠΑ. Το πλατινένιο single του «I’d Do Anything for Love (But I Won’t Do That)» έμεινε 5 εβδομάδες στο No. 1 των τσαρτ στα τέλη του 1993 και θεωρείται μακράν το μεγαλύτερο χιτ του τραγουδιστή.
Οι ζωντανές εκτελέσεις του Meat Loaf χαρακτηρίζονταν από θεατρικότητα, αλλά αυτό που τον έκανε μοναδικό ήταν το εντυπωσιακό εύρος της φωνής του. Κατά τη διάρκεια της καριέρας του εμφανίστηκε σε δεκάδες τηλεοπτικές σειρές και κινηματογραφικές ταινίες, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει φυσικά το Rocky Horror Picture Show, όπου υποδύθηκε τον Eddie.
Η Βίτι γεννήθηκε το 1931 στη Ρώμη. Πρωταγωνίστησε σε ταινίες του Λουίς Μπουνιουέλ του Ντίνο Ρίζι, του Μάριο Μονιτσέλι, όμως έγινε γνωστή κυρίως από τις ταινίες του Μικελάντζελο Αντονιόνι. Το 1968, ο Αντονιόνι αποφάσισε να ζητήσει τη Μόνικα Βίτι σε γάμο. «Με αιφνιδίασε!», σχολίαζε η Βίτι. «Σκεφθείτε ότι συμβιώνουμε έντεκα χρόνια και ποτέ δεν ετέθη ζήτημα γάμου…»
Η Βίτι έλαβε πολλά βραβεία, μεταξύ αυτών 9 βραβεία Νταβίντ ντι Ντονατέλο, 11 ιταλικές Χρυσές Σφαίρες, μία Αργυρή Άρκτο καλύτερης ηθοποιού και τον Τιμητικό Χρυσό Λέοντα για την προσφορά της στον κινηματογράφο.
Οι ερμηνείες της στις ταινίες «Η Περιπέτεια» (1960), «Η Νύχτα» (1961) και η «Η Έκλειψη» (1962) άφησαν εποχή.
Ήταν ο πρώτος Αφροαμερικανός ηθοποιός που έλαβε αυτή την τιμή, 24 χρόνια μετά τη νίκη της Χάτι ΜακΝτάνιελ, που είχε βραβευτεί με Όσκαρ Β' Γυναικείου Ρόλου το 1939.
Ο Πουατιέ υπήρξε επίσης σκηνοθέτης, συγγραφέας και διπλωμάτης.
Κατά τη δεκαετία του '60 και πιο συγκεκριμένα το 1967 είχε τρεις επιτυχημένες ταινίες στο αμερικανικό Box-Office: Ιστορία ενός Εγκλήματος (In the Heat of the Night), Μάντεψε ποιος θα 'ρθει το βράδυ (Guess Who's Coming to Dinner) και Στον Κύριο μας με Αγάπη (To Sir, with Love), οι οποίες πραγματεύονταν το θέμα του ρατσισμού.
Ήταν επίσης γνωστός για τη συμμετοχή του στις ταινίες: Η Ζούγκλα του Μαυροπίνακα (Blackboard Jungle, 1955), Έσπασα τα Δεσμά μου (Edge of the City, 1957), Όταν σπάσαμε τις αλυσίδες (The Defiant Ones, 1958), Ένα Σταφύλι στον Ήλιο (A Raisin in the Sun, 1960) και Τυφλός Άγγελος (A Patch of Blue).
Το 1972 έκανε το σκηνοθετικό του ντεμπούτο με την ταινία Οι Δυο Συνένοχοι (Buck and the Preacher). Το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου τον έχει κατατάξει στην 22η θέση στη λίστα με τους 25 μεγαλύτερους σταρ όλων των εποχών.
Το 2002 ο ηθοποιός βραβεύτηκε με Τιμητικό Όσκαρ από την Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογραφικών Τεχνών και Επιστημών, για τα επιτεύγματά του ως καλλιτέχνης, αλλά κι ως άνθρωπος και το 2009 τιμήθηκε με το Προεδρικό Μετάλλιο της Ελευθερίας από τον πρόεδρο των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα.
Αξιοσημείωτη είναι η αυτοβιογραφία του, με τίτλο «The measure of a man».
Ο Σίντνεϊ Πουατιέ είχε γεννηθεί στο Μαϊάμι, όπου οι Μπαχαμέζοι γονείς του βρίσκονταν για επίσκεψη. Μεγάλωσε στο Νησί Κατ της Καραϊβικής κι έπειτα διέμεινε στο Μαϊάμι, όπου οι γονείς του, Ρέτζιναλντ Τζέιμς Πουατιέ και Έβελυν Άουτεν, ταξίδευαν για να πουλήσουν ντομάτες κι άλλα προϊόντα της φάρμας τους στο Νησί Κατ.
Γεννήθηκε δυο μήνες πρόωρα κι οι ελπίδες επιβίωσης του βρέφους ήταν ελάχιστες, γι' αυτό το λόγο οι γονείς του διέμειναν τρεις μήνες στις Η.Π.Α. για να τον φροντίσουν. Έτσι ο ηθοποιός έλαβε αυτομάτως την αμερικανική ιθαγένεια. Στα 10 του χρόνια οι γονείς του μετακόμισαν στην πόλη Νασσάου στις Μπαχάμες και στα 15 του χρόνια οι γονείς του τον έστειλαν στο Μαϊάμι για να ζήσει με τον αδελφό του. Στα 17 του μετακόμισε στη Νέα Υόρκη όπου εργάστηκε ως λαντζιέρης. Με τη βοήθεια ενός Εβραίου σερβιτόρου που καθόταν μαζί του κάθε βράδυ έμαθε να διαβάζει εφημερίδα. Αργότερα αποφάσισε να καταταγεί στον Αμερικανικό Στρατό κι όταν απολύθηκε πέρασε από επιτυχημένη ακρόαση.
Ο Πουατιέ ξεκίνησε τις εμφανίσεις του στο Αμερικανικό Θέατρο Μαύρων, αλλά το κοινό τον αποδοκίμασε. Οι περισσότεροι μαύροι ηθοποιοί της εποχής ήταν καλλίφωνοι, αλλά ο Πουατιέ δε διέθετε μουσικό αυτί, πράγμα που τον καθιστούσε μη ικανό να τραγουδήσει. Αποφασισμένος να βελτιώσει τις υποκριτικές του δυνατότητες και να ξεφορτωθεί την προφορά που υποδήλωνε την καταγωγή του από τις Μπαχάμες, πέρασε έξι μήνες μελετώντας ώστε να έχει επιτυχία στο θέατρο.
Η δεύτερή του θεατρική απόπειρα ήταν επιτυχημένη και τον οδήγησε στον πρωταγωνιστικό ρόλο στην θεατρική παράσταση Λυσιστράτη (βασισμένη στην ομώνυμη κωμωδία του Αριστοφάνη) στο Μπρόντγουεϊ, που του χάρισε καλές κριτικές. Εκεί τον πρόσεξε κι ο διευθυντής της 20th Century Fox, Ντάριλ Φ. Ζάνουκ, που τον προσέλαβε για να συμμετάσχει στην ταινία του Τζόζεφ Λ. Μάνκιεβιτς Το Μίσος Προστάζει (No Way Out, 1949) στο ρόλο ενός γιατρού που απειλείται από έναν λευκό άνδρα τον οποίο υποδύθηκε ο Ρίτσαρντ Γουίντμαρκ.
Η ερμηνεία του τον οδήγησε σε περισσότερους ρόλους, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν αξιοσημείωτοι, σε σχέση με εκείνους που προσέφεραν σε άλλους Αφροαμερικανούς ηθοποιούς της περιόδου. Καθιερώθηκε με τη συμμετοχή του στην ταινία Η Ζούγκλα του Μαυροπίνακα (Blackboard Jungle, 1955), όπου εμφανίστηκε στο ρόλο μαθητή μιας ανεπίδεκτης τάξης πλάι στον Γκλεν Φορντ.
Ήταν παντρεμένος με την Χουανίτα Χάρντι από το 1950 μέχρι και το 1965, και το ζευγάρι απέκτησε 4 κόρες. Παντρεύτηκε για δεύτερη φορά το 1976 με την ηθοποιό Τζοάννα Σίμκους, με την οποία ήταν παντρεμένος μέχρι και σήμερα, αποκτώντας ακόμα δύο κόρες.
10/3/2022: Πέθανε στα 80 του χρόνια ο βολιβιανός αξιωματικός Μάριο Τεράν Σαλασάρ που σκότωσε τον Ερνέστο «Τσε» Γκεβάρα
Την 8η Οκτωβρίου 1967 ο βολιβιανός στρατός αιχμαλώτισε τον Τσε Γκεβάρα, μυθική μορφή της επαναστατικής ένοπλης δράσης κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου, με την υποστήριξη δύο κουβανοαμερικανών πρακτόρων της CIA.
Ο Τσε ήταν επικεφαλής μιας χούφτας ανταρτών που επιβίωσαν από μάχες, την πείνα και τις ασθένειες στα βουνά της Βολιβίας. Τραυματισμένος σε μάχη, οδηγήθηκε σε εγκαταλελειμμένο σχολείο στο χωριό Λα Ιγκέρα.
Εκεί πέρασε την τελευταία του νύχτα: τον εκτέλεσε την επομένη ο Τεράν Σαλασάρ, μετά την έγκριση του προέδρου Ρενέ Μπαριέντος (1964-1969), ορκισμένου αντικομουνιστή.
«Ήταν η χειρότερη στιγμή της ζωής μου. Ο Τσε μου φαινόταν μεγάλος, πολύ μεγάλος, τεράστιος. Στα μάτια του έκαιγαν χίλιες φωτιές», αφηγήθηκε ο Τεράν Σαλασάρ αργότερα. «‘Ηρέμησε’, μου είπε, ‘και σημάδεψε καλά! Θα σκοτώσεις έναν άνθρωπο!’. Έκανα ένα βήμα πίσω, προς την πόρτα, έκλεισα τα μάτια και πυροβόλησα».
Μετά τον θάνατό του, στα 39 του χρόνια, ο Τσε μετατράπηκε σε θρύλο. Το πτώμα του εκτέθηκε σαν τρόπαιο στο γειτονικό χωριό Βαγιεγκράντε, εικόνα που απαθανάτισε ο δημοσιογράφος του Γαλλικού Πρακτορείου Μαρκ Ιτέν.
Έπειτα από τριάντα χρόνια υπηρεσίας, ο Τεράν Σαλασάρ πήρε σύνταξη και προσπάθησε να παραμείνει ανώνυμος, αποφεύγοντας τον Τύπο. Για καιρό διατεινόταν πως ο δολοφόνος του Γκεβάρα δεν ήταν ο ίδιος, αλλά κάποιος άλλος στρατιωτικός με το ίδιο ονοματεπώνυμο.
Ο Χερτ κέρδισε το Όσκαρ Α' Ανδρικού Ρόλου το 1986 για το φιλμ «Kiss of the Spider Woman», στο οποίο είχε υποδυθεί έναν ομοφυλόφιλο άνδρα που μοιράζεται ένα κελί με έναν πολιτικό κρατούμενο στη Βραζιλία. Ακολούθησαν τρεις ακόμα υποψηφιότητες για Όσκαρ Α' Ανδρικού Ρόλου για τα «Children of a Lesser God» και «Broadcast News» και Β' Ανδρικού Ρόλου για την ταινία «A History of Violence».
Γεννημένος το 1950, ο Χερτ σπούδασε θεολογία στο πανεπιστήμιο, αλλά η μεγάλη αγάπη του ήταν η υποκριτική, οπότε γράφτηκε στη Σχολή Τζούλιαρντ το 1972. Μετά από μια σειρά μικρών ρόλων, κέρδισε τον πρώτο του σημαντικό ρόλο στην ταινία «Altered States» του Κεν Ράσελ και ακολούθησε το ερωτικό θρίλερ «Body Heat», πρωταγωνιστώντας δίπλα στην Κάθλιν Τέρνερ.
Η επιτυχία της ταινίας εκτόξευσε τη φήμη του ηθοποιού και ο Χερτ ήταν πλέον, ένας από τους πιο σημαντικούς σταρ της δεκαετίας του 1980. Συνέχισε στο κωμικό δράμα «The Big Chill», και στο κατασκοπευτικό θρίλερ «Gorky Park», ενώ λίγο αργότερα επιλέχτηκε για το «Kiss of the Spider Woman», από τον σκηνοθέτη Έκτορ Μπαμπένκο.
Ο Χερτ είχε μια συγκλονιστική ερμηνεία στην ταινία, κερδίζοντας το βραβείο καλύτερου ηθοποιού στις Κάννες καθώς και το Όσκαρ καλύτερου ηθοποιού. Την επόμενη χρονιά υποδύθηκε έναν δάσκαλο στο «Children of a Lesser God», απέναντι από τη Μάρλι Μάτλιν - και μετέπειτα σύντροφό του - η οποία ήταν η πρώτη κωφή ηθοποιός που βραβεύτηκε με Όσκαρ Α' Γυναικείου Ρόλου.
23/3/2022 Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 84 ετών η πρώην υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μαντλίν Ολμπράιτ
Η Μαντλίν Ολμπράιτ γεννήθηκε στο Σμίχοφ της Πράγας στην πρώην Τσεχοσλοβακία, ενώ μετακόμισε στις Ηνωμένες Πολιτείες μαζί με την οικογένειά της.
Ο πατέρας της, διπλωμάτης Γιόζεφ Κόρμπελ, μετοίκησε με την οικογένεια του στο Ντένβερ του Κολοράντο. Η Ολμπράιτ έγινε Αμερικανίδα πολίτης το 1957.
Η Ολμπράιτ αποφοίτησε από το κολλέγιο Ουέλσλεϊ το 1959 και ολοκλήρωσε το διδακτορικό της στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια το 1975, γράφοντας τη διατριβή της για την Άνοιξη της Πράγας.
Εργάστηκε ως βοηθός του γερουσιαστή Έντμουντ Μάσκι πριν λάβει αξίωμα υπό τον Ζμπίγκνιου Μπρζεζίνσκι στο Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας. Υπηρέτησε σε αυτή τη θέση μέχρι το 1981, όταν ο Τζίμι Κάρτερ δεν επανεξελέγη ως πρόεδρος.
Αφού εγκατέλειψε το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας, η Ολμπράιτ προσχώρησε στο ακαδημαϊκό προσωπικό του Πανεπιστήμιου Τζόρτζταουν και ήταν σύμβουλος των υποψηφίων των Δημοκρατικών για την εξωτερική πολιτική. Μετά την νίκη του Κλίντον στις προεδρικές εκλογές του 1992, η Ολμπράιτ τον βοήθησε να συγκροτήσει το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας του.
Το 1993 ο Κλίντον τη διόρισε πρέσβειρα των ΗΠΑ στα Ηνωμένα Έθνη. Διατήρησε την θέση της μέχρι το 1997 όταν διαδέχθηκε τον Ουόρεν Κρίστοφερ ως υπουργό Εξωτερικών, θέση την οποία διατήρησε μέχρι την λήξη της θητείας του Κλίντον το 2001.
Η Ολμπράιτ ήταν πρόεδρος της Albright Stonebridge Group από το 2009, ενώ τον Μάιο του 2012, βραβεύτηκε με το Προεδρικό Μετάλλιο Ελευθερίας από τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, Μπαράκ Ομπάμα.
18/4/2022 Πέθανε η ηθοποιός Κατρίν Σπάακν σε ηλικία 77 ετών - Η «αιώνια έφηβη του ιταλικού σινεμά».
Η Κατρίν Σπάακ είχε υποστεί εγκεφαλικό το 2020 και έκτοτε βρισκόταν σε νοσοκομείο της Ρώμης.
Κόρη του σεναριογράφου Σαρλ Σπάακ, ανιψιά του βέλγου πρωθυπουργού Πολ-Ανρί Σπάακ, εκ των πατέρων της Ευρώπης, η Κατρίν Σπάακ γεννήθηκε στις 3 Απριλίου 1945 στην Γαλλία.
Συνεργάσθηκε με τον Ζαν Μπεκέρ ("Le trou") πριν φύγει για την Ιταλία όπου θα εξελιχθεί σε σταρ του σινεμά και της τηλεόρασης.
Εμφανίσθηκε στις ταινίες «Ο Φανφαρόνος» του Ντίνο Ρίζι, «Η Γάτα με τις Εννιά Ουρές» του Ντάριο Αρτζέντο, «Weekend at Dunkirk, Δουνκέρκη - 2 Ιουνίου) του Ανρί Βερνέιγ, «Scandalo Secreto», της Μόνικα Βίτι.
Τραγουδίστρια, έγινε γνωστή το 1963 με το «Quelli della mia età», διασκευή του «Tous les garçons et les filles» της Φρανσουάζ Αρντί.
1/5/2022: Στα 81 του χρόνια άφησε την τελευταία του πνοή ανήμερα Πρωτομαγιάς στο Γκρατς της Αυστρίας όπου ζούσε τα τελευταία χρόνια ο εμβληματικός Βόσνιος προπονητής Ίβιτσα Όσιμ. Στην Ελλάδα τον γνωρίσαμε από το πέρασμά του από τον Παναθηναϊκό το 1992. Δεν έμεινε πολύ, δέχτηκε σκληρή κριτική από τον Τύπο της εποχής, αλλά η δουλειά του φάνηκε αργότερα αφού έβαλε τις βάσεις της ομάδας που έφθασε στα ημιτελικά του Τσάμπιονς Λιγκ.
Γεννήθηκε στο Σαράγεβο στις 6 Μαΐου 1941 και κατά τη διάρκεια της 18χρονης ποδοσφαιρικής καριέρας του φόρεσε τη φανέλα αρκετών ομάδων, μεταξύ των οποίων της Στρασμπούρ, της Σεντάν και της Βαλενσιέν, ενώ με την εθνική Γιουγκοσλαβίας αγωνίστηκε σε 16 ματς, σκοράροντας 8 φορές.
Τη μεγάλη καριέρα την έκανε ως προπονητής από το 1978. Εργάστηκε σε Ζελέσνιτσαρ, την εθνική Γιουγκοσλαβίας, την Παρτίζαν, την Στουρμ Γκρατς και την εθνική Ιαπωνίας (τελευταία του ομάδα).
Η φράση του «η μπάλα είναι πόρνη» έμεινε στην ιστορία.
13/5/2022 Πέθανε ο γνωστός αμερικανός ηθοποιός Φρεντ Γουόρντ σε ηλικία 79 ετών
Η πρώτη του δουλειά του γεννημένου στο Σαν Ντιέγκο, Γουόρντ, ήρθε μετά από πολύ κόπο και αρκετές αποτυχίες. Αρχικά άλλωστε εντάχθηκε στην πολεμική αεροπορία. Αργότερα όμως, κατάλαβε ότι ανήκει στον κόσμο της υποκριτικής και αποφάσισε να γίνει ηθοποιός. Ο Γουόρντ, έκανε την παρθενική του εμφάνιση στην τηλεταινία «The Age of the Medici» του Ρομπέρτο Ροσελίνι, το 1973
Ο Γουόρντ, έγινε γνωστός παίζοντας «κακούς» όπως στο «Southern Comfort» τον δολοφόνο δεκανέα Ρις, τον κτηνίατρος του Βιετνάμ στο «Uncommon Valor» και στο «The Right Stuff» τον αστροναύτη Γκας Γκρίσομ.
Στην κωμωδία τρόμου «Tremors» του Ρον Άντεργουντ, μία από τις πολλές ταινίες που ώθησαν την καριέρα του Γουόρντ μαζί με τον Κέβιν Μπέικον καταφέρρνουν να σώσουν μια κοινότητα της ερήμου της Νεβάδα η οποία πολιορκείται από γιγάντια υπόγεια φίδια.
Στην ταινία «Απόδραση από το Αλκατράζ» (1979) του Ντον Σίγκελ, οι Γουόρν και Τζακ Θιμπό υποδύονται αδελφούς κατάδικους που συνεργάζονται με τον Κλιντ Ιστγουντ για να οργανώσουν την έξυπνη, τολμηρή υποτιθέμενη απόδραση από τον Βράχο.
17/6/2022 Έφυγε σε ηλικία 91 ετών ο κορυφαίος Γάλλος ηθοποιός Ζαν-Λουί Τρεντινιάν
Κατά την διάρκεια της μακρόχρονης καριέρας του ο Ζαν-Λουί Τρεντινιάν γύρισε περισσότερες από 120 ταινίες, έπαιξε πολύ θέατρο και συνεργάστηκε με σημαντικούς σκηνοθέτες μεταξύ των οποίων ο Κώστας Γαβράς, ο Κλοντ Λελούς, o Μπερνάρντο Μπερτολούτσι, ο Μίχαελ Χάνεκε, ο Φρανσουά Τρυφώ και ο Κριστόφ Κισλόφσκι.
Πολυβραβευμένος, τιμήθηκε το 1968 με την Αργυρή Άρκτο καλύτερου ηθοποιού στο φεστιβάλ του Βερολίνου για την ταινία «L'homme qui ment».Την επόμενη χρονιά, απέσπασε το βραβείο ανδρικής ερμηνείας στο φεστιβάλ των Καννών για την ταινία «Ζ» ενώ το 2013 έλαβε το Βραβείο Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου και το Βραβείο Σεζάρ Α' ανδρικού ρόλου για την ερμηνεία του στην ταινία «Αγάπη».
Η θρυλική ταινία «Και ο Θεός έπλασε τη γυναίκα» αποτέλεσε σταθμό όχι μόνον στην επαγγελματική αλλά στην προσωπική ζωή του Ζαν Λουί Τρεντινιάν. Εκεί γνώρισε την ασυναγώνιστη σε γοητεία και ερωτισμό νεαρή Μπριζίτ Μπαρντό και η σχέση τους μεταφέρθηκε από το κινηματογραφικό πανί στην πραγματικότητα. Εξαιτίας του έρωτά της με τον Τρεντινιάν η Μπαρντό χώρισε από τον πρώτο σύζυγό της και σκηνοθέτη της ταινίας Ροζέ Βαντίμ. Οι δυο τους έζησαν μαζί για περίπου δύο χρόνια αλλά δεν επισημοποίησαν ποτέ τη σχέση τους.
Παρά το γεγονός ότι τον είχε ερωτευθεί η Μπριζίτ Μπαρντό, μια από τις πιο ποθητές γυναίκες στον κόσμο, και να είχε κάνει τρεις γάμους, ο ίδιος είχε εξομολογηθεί με νόημα στο παρελθόν: «Η ρομαντική μου ζωή δεν ήταν ευτυχισμένη. Πολλές γυναίκες με άφησαν»
Η ζωή του Ζαν Λουί Τρεντινιάν σημαδεύτηκε από μια τεράστια απώλεια, αυτήν την αγαπημένης του κόρης, επίσης ηθοποιού, Μαρί Τρεντινιάν. Το 2003 η νεαρή γυναίκα και μητέρα τεσσάρων παιδιών ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου από τον σύντροφό της, γνωστό μουσικό και τραγουδιστή του συγκροτήματος Noir Désir Μπερτράν Καντά, σε δωμάτιο ξενοδοχείου στη Λιθουανία. Ο Καντά φυλακίστηκε μόνον για τέσσερα χρόνια, καθώς το δικαστήριο του αναγνώρισε ελαφρυντικά. Η πρόωρη αποφυλάκισή του εξόρκισε προκάλεσε έντονες διαμαρτυρίες τόσο από τον Ζαν Λουί Τερντινιάν όσο και από πολλά γυναικεία κινήματα σε ολόκληρο τον κόσμο. Αρκετά χρόνια πριν, η μοίρα τον είχε χτυπήσει και πάλι πολύ σκληρά όταν έχασε την νεογέννητη κόρη του Πολίν από το σύνδρομο του αιφνίδιου βρεφικού θανάτου.
Από τα τέλη της δεκαετίας του '90 μέχρι και το 2012 οπότε πρωταγωνίστηκε στην συγκλονιστική ταινία του Μίχαελ Χάνεκε «Αγάπη» είχε αποσυρθεί από τα κινηματογραφικά δρώμενα. Συνέχισε ωστόσο να δραστηριοποιείται στο θέατρο το οποίο αγάπησε βαθιά.
27/6/2022 Πέθανε σε ηλικία 87 ετών ο ιταλός επιχειρηματίας Leonardo Del Vecchio, ο οποίος έκανε περιουσία 25,7 δισεκατομμυρίων με ορμητήριο ένα μικρό εργαστήριο οπτικών στα βουνά των Δολομιτών,
Μεγαλωμένος σε ένα ορφανοτροφείο του Μιλάνου, ο Del Vecchio μετακόμισε στην αλπική πόλη Αγκόρντο, βόρεια της Βενετίας, για να ανοίξει ένα μαγαζί, ξεκινώντας την επιχειρηματική του δραστηριότητα, που έμελλε να γράψει ιστορία, ως μικρός προμηθευτής εξαρτημάτων σκελετού σε τοπικούς κατασκευαστές γυαλιών.
Μέσα από μια σειρά από εξαγωγές, η εταιρεία του, EssilorLuxottica, κατέκτησε την κορυφή. Αναδείχθηκε σε παγκόσμιο ηγέτη στον κλάδο. Παγκοσμίως αναγνωρισμένα ονόματα Ray-Ban και Oakley ήταν μεταξύ των δεκάδων επωνυμιών γυαλιών που αγόρασε ο Del Vecchio στο δρόμο του προς την κορυφή.
Σύμφωνα με το Bloomberg Billionaires Index, η καθαρή περιουσία του ανερχόταν σε 25,7 δισεκατομμύρια δολάρια την 1η Ιουνίου.
Κατείχε ποσοστό 32% στην EssilorLuxottica, τον γαλλο-ιταλικό κολοσσό γυαλιών που προέκυψε από τη συγχώνευση της Luxottica το 2018 με τον γαλλικό γίγαντα φακών Essilor.
Η εταιρεία, η οποία κατασκευάζει σκελετούς για πολυτελείς οίκους όπως η Armani και η Prada, κατέχει «βαριά» brands, όπως η Ray-Ban.
Απασχολεί περισσότερους από 180.000 υπαλλήλους, δραστηριότητες σε όλο τον κόσμο και ένας τομέας της δραστηριοποιείται στα είδη πολυτελείας και στην ιατρική τεχνολογία.
Η EssilorLuxottica είναι η κορυφαία εταιρεία λιανικής πώλησης γυαλιών στον κόσμο και ο μεγαλύτερος παραγωγός φακών οράσεως.
Ντροπαλός και μυστικοπαθής από τη φύση του, ο Del Vecchio πέρασε δεκαετίες αποφεύγοντας μεθοδικά τα φώτα της δημοσιότητας.
Σε μια από τις σπάνιες συνεντεύξεις του πρόσφατα ο μεγιστάνας ρωτήθηκε πώς έχτισε την αυτοκρατορία του. «Πάντα προσπαθούσα να είμαι ο καλύτερος σε ό,τι κάνω — αυτό είναι», αποκάλυψε το «μυστικό» του, περικλείοντας σε μια φράση τι ήταν αυτό που τον έφτασε στην κορυφή: «Δεν μπορούσα ποτέ να χορτάσω».
Εκτός από το μερίδιο ελέγχου στην EssilorLuxottica, η Delfin είχε επίσης συμμετοχές σε ιταλικές χρηματοοικονομικές εταιρείες όπως η Mediobanca SpA, η Assicurazioni Generali SpA και η UniCredit SpA.
Τα «πέτρινα» χρόνια και η άνοδος
Γεννημένος στις 22 Μαΐου 1935, ο Del Vecchio μεγάλωσε φτωχός στο Μιλάνο. Μην μπορώντας να φροντίσει τον γιο της, η μητέρα του, που έμεινε χήρα πέντε μήνες πριν γεννήσει- τον έστειλε σε ορφανοτροφείο σε ηλικία επτά ετών. Άρχισε να εργάζεται ως μαθητευόμενος σε έναν κατασκευαστή εργαλείων και βαφών στο Μιλάνο όταν ήταν 14 ετών.
Ο Del Vecchio μετακόμισε στο Αγκόρντο τη δεκαετία του 1960 και ξεκίνησε μια μικρή επιχείρηση κατασκευής σκελετών για γυαλιά. Ίδρυσε τη Luxottica το 1961 με 14 εργάτες σε γη που του παραχωρήθηκε δωρεάν στο πλαίσιο της πολιτικής τόνωσης της τοπικής οικονομίας.
Η Luxottica άρχισε να παράγει τα σχέδια με την υπογραφή της στα τέλη της δεκαετίας του 1960.
Στη δεκαετία του 1980, ο Del Vecchio άρχισε να αγοράζει εταιρείες στις ΗΠΑ. Το 1999, αγόρασε τη Ray-Ban προς 640 εκατομμύρια δολάρια.
Στα πρώτα χρόνια της καριέρας του, ο Del Vecchio είπε ότι «έβαζε τη δουλειά πάνω από όλα τα άλλα», αφιερώνοντας λίγο χρόνο στα παιδιά του. «Το εργοστάσιο έγινε η πραγματική μου οικογένεια», είπε, ωστόσο, τα τελευταία χρόνια προσπαθούσε να αναπληρώσει μέρος από τον χαμένο χρόνο με την πραγματική του οικογένεια σε κάποια από τα σπίτια που κατείχε.


















