Toυ ΠΕΤΡΟΥ ΛΑΖΟΥ
Στη Δημοκρατία, οι δεύτερες ευκαιρίες δεν απαγορεύονται. Κερδίζονται.
Και κερδίζονται με έναν μόνο τρόπο: όταν εκείνος που ζητά να επιστρέψει αποδεικνύει ότι κατάλαβε τι έκανε, τι κόστισε και τι θα έκανε διαφορετικά.
Χωρίς αυτόν τον λογαριασμό, η επάνοδος ενός πρώην πρωθυπουργού δεν είναι πολιτική αναγέννηση. Είναι απαίτηση να ξεχάσει η κοινωνία όσα θυμάται.
Αυτό ακριβώς είναι το πραγματικό πρόβλημα με την επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα. Όχι το όνομά του, ούτε το δικαίωμά του να διεκδικήσει ξανά την εξουσία. Το πρόβλημα είναι ότι η νέα προσπάθεια δεν φαίνεται να ξεκινά από μια καθαρή αποτίμηση της προηγούμενης.
Αντί για εξήγηση, προσφέρεται μια βολική ανακατασκευή του παρελθόντος.
Αντί για ανάληψη ευθύνης, μια αφήγηση στην οποία οι κρίσιμες αποφάσεις ήταν περίπου αναπόφευκτες, οι συνέπειες περίπου υπερβολικές και οι πραγματικοί υπεύθυνοι βρίσκονταν πάντοτε κάπου έξω από το Μέγαρο Μαξίμου.
Η συζήτηση για το 2015 δεν είναι ιστορική εμμονή.
Είναι τεστ πολιτικής αξιοπιστίας. Εκείνη η περίοδος αποκάλυψε έναν συγκεκριμένο τρόπο άσκησης εξουσίας: τη σύγχυση ανάμεσα στη διαπραγματευτική αποφασιστικότητα και στον αυτοσχεδιασμό, την πεποίθηση ότι η πολιτική βούληση μπορεί να ανατρέψει οικονομικούς περιορισμούς, την τάση να παρουσιάζεται κάθε κόστος ως τίμημα ηρωικής αντίστασης. Όμως ένα κράτος δεν κυβερνάται με συμβολισμούς. Κυβερνάται με ταμειακές ροές, συμβάσεις, προθεσμίες, καταθέσεις, εισαγωγές και εμπιστοσύνη. Όταν αυτά διαταράσσονται, δεν πληρώνουν οι αφηρημένες "δυνάμεις του συστήματος". Πληρώνει πρώτος όποιος δεν διαθέτει αποθέματα.
Η Ελλάδα είχε ασφαλώς μπει στην κρίση πολύ πριν από τον ΣΥΡΙΖΑ. Η χρεοκοπία ήταν προϊόν δεκαετιών κακής διαχείρισης, πελατειακών σχέσεων, υπερκατανάλωσης, χαμηλής παραγωγικότητας και πολιτικής δειλίας. Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί έκαναν επίσης σοβαρά λάθη και επέβαλαν μέτρα που βάθυναν την ύφεση. Καμία σοβαρή αποτίμηση δεν μπορεί να αγνοήσει αυτά τα δεδομένα. Ακριβώς γι’ αυτό, όμως, δεν επιτρέπεται να συγχέεται η προϋπάρχουσα ασθένεια με την ευθύνη εκείνου που επέλεξε μια θεραπεία χωρίς να γνωρίζει τη δοσολογία και χωρίς να έχει ετοιμάσει σχέδιο για τις παρενέργειες.
Υπάρχει, βεβαίως, και το ισχυρό αντίθετο επιχείρημα. Ο Τσίπρας τελικά έκανε τη στροφή, αποδέχθηκε τη συμφωνία, κράτησε τη χώρα στο ευρώ και ολοκλήρωσε τη θητεία του χωρίς την καταστροφή που φοβήθηκαν πολλοί. Αυτό πρέπει να αναγνωριστεί. Αλλά η προσαρμογή στην πραγματικότητα δεν αρκεί από μόνη της ως απόδειξη ωριμότητας. Το κρίσιμο είναι αν άλλαξε η αντίληψη που προηγήθηκε της σύγκρουσης. Αν δεν άλλαξε, τότε η υποχώρηση του 2015 δεν ήταν μάθημα. Ήταν απλώς αναγκαστική προσγείωση.
Και εδώ βρίσκεται το σημείο που υπερβαίνει τον ίδιο τον Τσίπρα. Η αξιοπιστία μιας χώρας δεν ανήκει στην εκάστοτε κυβέρνηση, όπως δεν της ανήκουν τα αποθέματα της κεντρικής τράπεζας ή η περιουσία των πολιτών. Είναι συλλογικό κεφάλαιο, χτισμένο αργά και χαμένο συνήθως σε λίγες εβδομάδες. Επηρεάζει το κόστος δανεισμού του Δημοσίου, τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων, τις επενδυτικές αποφάσεις και τελικά τις θέσεις εργασίας. Όποιος λοιπόν υπόσχεται ρήξεις οφείλει να εξηγεί όχι μόνο με ποιον θα συγκρουστεί, αλλά και ποιος θα απορροφήσει τη ζημιά αν αποτύχει.
Η απάντηση "θα πιεστούν οι άλλοι" δεν είναι σχέδιο. Είναι ευχή. Και οι ευχές, όταν εφαρμόζονται ως οικονομική πολιτική, έχουν την κακή συνήθεια να μετατρέπονται σε φόρους, ανεργία και χαμένες ευκαιρίες.
Οι πρώτες πολιτικές ενδείξεις δεν είναι ενθαρρυντικές. Η εύκολη πλειοδοσία για δωρεάν μετακινήσεις σε όλο τον πληθυσμό, ως απάντηση σε μια περιορισμένη πρόταση του ΠΑΣΟΚ, δεν αποτελεί κοινωνική πολιτική. Αποτελεί αντανακλαστικό. Πρώτα ανακοινώνεται το ευχάριστο, μετά αναζητείται το κόστος και στο τέλος κάποιος τρίτος καλείται να το καλύψει.
Αυτή η μέθοδος δεν είναι προοδευτική ούτε φιλολαϊκή. Είναι ο παλιός ελληνικός πειρασμός να βαφτίζουμε δικαίωμα κάθε παροχή και λεπτομέρεια κάθε χρηματοδότηση.
Ούτε η παρουσία νεότερων στελεχών αρκεί για να αλλάξει την ουσία.
Ένα κόμμα δεν ανανεώνεται επειδή μειώνει τον μέσο όρο ηλικίας των εκπροσώπων του. Ανανεώνεται όταν…
αλλάζει τα ερωτήματα που θέτει, τα όρια που αναγνωρίζει και τον τρόπο με τον οποίο κοστολογεί τις υποσχέσεις του. Η πολιτική ενηλικίωση δεν φωτογραφίζεται. Αποδεικνύεται όταν κάποιος λέει και το δυσάρεστο "δεν γίνεται", ακόμη κι αν γνωρίζει ότι δεν θα χειροκροτηθεί.
Η κοινωνία έχει κάθε δικαίωμα να δώσει στον Αλέξη Τσίπρα μια νέα εντολή. Έχει όμως και την υποχρέωση να απαιτήσει πρώτα κάτι περισσότερο από ένα νέο ξεκίνημα: μια καθαρή απάντηση για το παλιό.
Η ψήφος μπορεί να ανανεώσει μια πολιτική εντολή, δεν μπορεί όμως να ξαναγράψει τα γεγονότα ούτε να μετατρέψει την απουσία αυτοκριτικής σε απόδειξη αλλαγής.
Διότι η Δημοκρατία συγχωρεί. Δεν οφείλει να αμνηστεύει. Και όποιος ζητά δεύτερη ευκαιρία χωρίς να έχει καταθέσει απολογισμό για την πρώτη, δεν ζητά εμπιστοσύνη. Ζητά λήθη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου