Στεφανος Μανος: Από τους ελάχιστους πολιτικούς που είπε σκληρές αλήθειες...
— MC...x-ARK (@liberal2402) August 15, 2026
Φυσικά ο Ελληναρας προτιμούσε τα ΘΑ και το ψεμα...#rip pic.twitter.com/KBzW6CnVJf
ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Του Θάνου Τζήμερου
Η πολιτική λάσπη είναι ένα προηγμένο τεχνολογικά προϊόν.
Δεν προκύπτει από τον θυμό ενός υβριστή. Αυτός είναι ο τελικός εκτοξευτής.
Τη λάσπη την κατασκευάζουν άλλοι: επιστήμονες λασπουργοί, που συστήνονται (και πληρώνονται) ως επικοινωνιολόγοι, εργάζονται στα επιτελεία των κομμάτων και μελετούν με προσοχή τη σύστασή της, για να έχει το καλύτερο αποτέλεσμα στον συγκεκριμένο στόχο.
Υπάρχουν πολλά είδη λάσπης. Τόσα, όσοι και οι στόχοι.
Ωστόσο, υπάρχει μια γενική συνταγή: η λάσπη έχει ως σκοπό την αποδόμηση της προσωπικότητας του θύματος, την απαξίωσή του. Επειδή ως στόχοι επιλέγονται άνθρωποι με αξία, ικανότητες και ήθος - αυτοί είναι που απειλούν το σύστημα - ο σκοπός της λάσπης είναι να τους παρουσιάσει ως ασυνεπείς, ανακόλουθους, υποκριτές, ανίκανους, ηθικά διάτρητους. Δάσκαλε που δίδασκες… Σε πολιτική απόδοση: "Κοίτα ποιος μιλάει! Αυτός που…" Μετά το "που" ακολουθεί η λάσπη. Συνήθως είναι ένα καραμπινάτο ψέμα. Όμως, τα επικοινωνιακά επιτελεία του συστήματος, διαφεντεύοντας τα ΜΜΕ, θα καταφέρουν να το βάλουν στα χείλη και στα πληκτρολόγια όλων.
Ποιος, μετά, θα μνημονεύει την αλήθεια;
Υπάρχει και μια δεύτερη περίπτωση. Η λάσπη να έχει ψήγματα αλήθειας. Μιας αλήθειας όμως που έχει αποκοπεί από το πλαίσιο της (πότε ελήφθη μια απόφαση, κάτω από ποιες συνθήκες, για πόσο χρόνο, ποιες εναλλακτικές υπήρχαν) και ο λασπουργός την συνδέει στρεψόδικα με ό,τι θέλει αυτός: ύποπτο, σκοτεινό, ιδιοτελές.
Έκανα αυτή την εισαγωγή, καθώς στα σχόλια του προ 15θημέρου άρθρου μου αλλά και στα social media, διακινήθηκε ξανά η λάσπη που έχει πετάξει, εδώ και δεκαετίες το σύστημα, αριστερό και δεξιό, στον μεγάλο εκλιπόντα, Στέφανο Μάνο: "Μιλάς για τον Μάνο που…"
Θα αναφερθώ στα πιο "δημοφιλή" "που…".
"…που χρεοκόπησε την Αλλατίνη." Είναι 100% ψέμα. Ο Μάνος, διοικώντας την Αλλατίνη από το 1966 ως το 1977, την εκσυγχρόνισε και εκτόξευσε την κερδοφορία της υιοθετώντας πρωτοποριακές, για την εποχή, μεθόδους.
Απέκλεισε τους χονδρεμπόρους και διοχέτευσε τα προϊόντα της κατευθείαν στα σημεία πώλησης με όφελος και για τον καταναλωτή και για την εταιρεία του.
Κατάργησε το "χύμα" προϊόν και το πουλούσε συσκευασμένο για να έχει έλεγχο της ποιότητας.
Λανσάρισε το αλεύρι που φουσκώνει μόνο του. Όλα αυτά οδηγούσαν την Αλλατίνη από επιτυχία σε επιτυχία.
Όμως, όταν το 1977 μπήκε στην πολιτική, έκανε κάτι που έχουν κάνει ελάχιστοι: παραιτήθηκε από κάθε θέση στη εταιρεία, για να μην υπάρχει ούτε υποψία conflict of interest. Υπήρχε κάτι που τον ενέπνεε περισσότερο από τα κέρδη της Αλλατίνη: ο πόθος να υπηρετήσει τη χώρα.
Η Αλλατίνη συνέχισε να λειτουργεί κανονικά, και αργότερα μεταβιβάστηκε σε άλλους επιχειρηματικούς ομίλους. Μπήκε σε περιπέτειες, μαζί με όλη την αλευροβιομηχανία της χώρας, όταν, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, η τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ επέβαλε πάγωμα τιμών λιανικής στο αλεύρι, ενώ η τιμή του σιταριού και το κόστος της ενέργειας ανέβαιναν αλματωδώς στη διεθνή αγορά, οδηγώντας το σύνολο του κλάδου σε οικονομική ασφυξία. (Να θυμίσω ότι η διατίμηση, δηλαδή η λαϊκίστικη, βλακώδης και καταστροφική επιβολή κρατικού ορίου τιμών στα καταναλωτικά αγαθά, ήταν διαχρονικό εργαλείο των ελληνικών κυβερνήσεων από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, και γνώρισε ιδιαίτερες μέρες "δόξας" επί Κατοχής, στα χέρια του Γερμανικού Φρουραρχείου: εξαφάνισε τα προϊόντα από την επίσημη αγορά και τα έστειλε όλα στη μαύρη. Παρά την προφανή της αποτυχία, διατηρήθηκε από όλες τις μεταπολεμικές ελληνικές κυβερνήσεις, προκαλώντας τεράστιες στρεβλώσεις στην Οικονομία, μέχρι να καταργηθεί οριστικά, από τον Μάνο, το 1992. Σε παραλλαγμένη μορφή - πλαφόν στο περιθώριο κέρδους - αναβίωσε με τη σημερινή κυβέρνηση.)
Η λάσπη περί "χρεοκοπίας" κατασκευάστηκε από το αυριανιστικό σύστημα και διαδόθηκε μαστόρικα από όσους, πράσινους, μπλε και κόκκινους κόκκους, αντιδρούσαν στη θέση του Μάνου ότι η Δημόσια Διοίκηση πρέπει να είναι αποτελεσματική με όρους management και όχι πελατειακών εξυπηρετήσεων. "Τι να μας πει κι αυτός ο τεχνοκράτης που φαλίρισε! Αφήστε εμάς που ξέρουμε να σας διορίζουμε για να μας ψηφίζετε."
"…που χάρισε τα χρέη του Ολυμπιακού." Η ρύθμιση των χρεών των αθλητικών εταιρειών έγινε με νόμο, όχι με υπουργική απόφαση. Έχει σημασία αυτό, διότι τον νόμο τον ψήφισε και το ΠΑΣΟΚ. Ο Μάνος ήταν τότε Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών στην κυβέρνηση Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Ο νόμος είχε ευεργετικό χαρακτήρα για όλες τις Ποδοσφαιρικές Ανώνυμες Εταιρείες (ΠΑΕ) που όφειλαν στο Δημόσιο. Διέγραφε το μεγαλύτερο μέρος των προστίμων και των προσαυξήσεων που είχαν συσσωρευτεί. Το εναπομείναν χρέος ρυθμίστηκε σε 60 έως 120 μηνιαίες δόσεις. Ο Ν. 2021/1992 δεν αποτελεί μεμονωμένο φαινόμενο. Στην ιστορία του ελληνικού επαγγελματικού αθλητισμού, σχεδόν όλες οι μεγάλες ομάδες ποδοσφαίρου και μπάσκετ κατά καιρούς αξιοποίησαν παρόμοιες νομοθετικές ρυθμίσεις.
Το 1992, ναι, ο Ολυμπιακός είχε τα περισσότερα χρέη. Βρισκόταν στα πρόθυρα της πτώχευσης, της κατάσχεσης των περιουσιακών του στοιχείων και του υποβιβασμού στη Γ' Εθνική, λόγω του σκανδάλου Κοσκωτά, το οποίο δεν το εξέθρεψε ο Μάνος, ούτε οι φίλαθλοι του Ολυμπιακού. Πασοκικό προϊόν και συνολική αποτυχία των θεσμών ήταν ο Κοσκωτάς. Άρα υπήρχε και κρατική ευθύνη.
Η επιχειρηματολογία του Μάνου ήταν ότι αν η ΠΑΕ πτωχεύσει, το Δημόσιο και η (υπό εκκαθάριση) Τράπεζα Κρήτης δεν θα εισπράξουν τίποτα. Λόγω πολυετούς μη καταβολής των φόρων, τα αρχικά ποσά είχαν τριπλασιαστεί εξαιτίας των υπέρογκων τόκων υπερημερίας. Κουρεύοντας τις προσαυξήσεις, το Δημόσιο εξασφάλιζε την είσπραξη τουλάχιστον του αρχικού χρέους, σε βάθος χρόνου. Επιπλέον, κανένας επενδυτής (τότε εμφανίστηκε ο Σωκράτης Κόκκαλης) δεν θα αναλάμβανε μια εταιρεία με χρέη 11 δισ. δραχμών που αυξάνονταν καθημερινά. Η ρύθμιση ήταν η απαραίτητη προϋπόθεση για να βρεθεί νέος αγοραστής και για να μπουν χρήματα στα κρατικά ταμεία. Η πολιτική, σχεδόν πάντα, διαχειρίζεται προβλήματα για τα οποία δεν υπάρχει η τέλεια λύση. Εσύ, τι θα έκανες στη θέση του Μάνου;
Όμως, η αλήθεια είναι ότι αυτή η πρακτική καθιέρωσε ένα κακό προηγούμενο. Οι αθλητικές εταιρείες δημιουργούσαν χρέη, γνωρίζοντας ότι, λόγω του κοινωνικού τους βάρους, και της απειλής εκτρόπων από τους οπαδούς, το κράτος αργά ή γρήγορα θα έβρισκε μια νομοθετική φόρμουλα για να τα "κουρέψει". Αυτό, οι "κουτόφραγκοι" το ονομάζουν ηθικό κίνδυνο (moral hazard) και το λαμβάνουν σοβαρά υπόψη. Σε μας, δεν μετράει και τόσο. Απόδειξη, τα χρέη των κομμάτων. Ο γράφων υποστηρίζει την άποψη ότι σε κόμματα που χρωστούν ή που αρνούνται οικονομικό έλεγχο θα έπρεπε να μπαίνει λουκέτο και οι υπεύθυνοι να υφίστανται τις συνέπειες του νόμου, όπως ισχύει για τις ιδιωτικές επιχειρήσεις. Επιπλέον, οποιαδήποτε χαριστική απόφαση τραπεζών προς κόμματα, συνιστά το αδίκημα της απιστίας για τις διοικήσεις τους, διότι "ρίχνουν" τους μετόχους, τα συμφέροντα των οποίων υποτίθεται ότι προασπίζουν. Η δική σου άποψη ποια είναι;
"…που έβαλε, από τη μια μέρα στην άλλη, 50 δραχμές φόρο στη βενζίνη." Αληθεύει, μολονότι δεν ήταν 50άρικο αλλά 32 έως 35 δραχμές το λίτρο ανάλογα με τον τύπο του καυσίμου. Δες, όμως, τις συνθήκες και πες μου εσύ τι θα έκανες.
Μέχρι η κυβέρνηση Μητσοτάκη να αναλάβει την εξουσία τον Απρίλιο του 1990, η Οικονομία της Ελλάδας εφάρμοζε το… δόγμα "Τσοβόλα, δώσ’ τα όλα" και βρισκόταν σε κατάσταση ολοκληρωτικού εκτροχιασμού και επικείμενης χρεοκοπίας. Τα "όλα" που έδινε ο Τσοβόλας, μετά την προτροπή του εθνικού εκμαυλιστή, προέρχονταν από εσωτερικό και εξωτερικό δανεισμό, αφήνοντας πίσω τους μια μαύρη δημοσιονομική τρύπα. Το δημόσιο χρέος, από το 30% του ΑΕΠ που το παρέλαβε το ΠΑΣΟΚ το 1981, είχε εκτιναχθεί στο 80%, το 1990. Το έλλειμμα του προϋπολογισμού ήταν 16% του ΑΕΠ, μέγεθος απολύτως μη βιώσιμο, που καθιστούσε τον δανεισμό της χώρας από τις διεθνείς αγορές επισφαλή και πανάκριβο. Ο πληθωρισμός κάλπαζε στο 20%, φαλκιδεύοντας την αγοραστική δύναμη των πολιτών και αποθαρρύνοντας κάθε ξένη επένδυση. Το κράτος είχε φορτωθεί δεκάδες χρεοκοπημένες ιδιωτικές επιχειρήσεις, τις οποίες "διοικούσαν" οι συνδικαλιστές, τις κατάκλεβαν και τις βούλιαζαν ακόμα περισσότερο. Ταυτόχρονα, οι υψηλοί φορολογικοί συντελεστές είχαν εκτινάξει τη φοροδιαφυγή. Ουσιαστικά είχαμε άτυπο μνημόνιο: μας επιτηρούσε η ΕΟΚ, που απειλούσε με διακοπή των κοινοτικών κονδυλίων αν δεν νοικοκυρεύαμε το μαγαζί.
Ο Μάνος ως Υπουργός Οικονομικών έκανε πολλές δομικές, γενναίες μεταρρυθμίσεις για να στηρίξει την ανάπτυξη.
Μείωσε τους συντελεστές φορολογίας σε φυσικά και νομικά πρόσωπα, κατάργησε τη διπλή φορολογία (εταιρειών και μερισμάτων), διαχειρίστηκε αυστηρά τις δαπάνες, πούλησε προβληματικές κρατικές επιχειρήσεις, κατάργησε πλήθος από γραφειοκρατικούς περιορισμούς και σοσιαλιστικές αγκυλώσεις, θεσμοθέτησε τα ΣΔΙΤ (σύμπραξη δημοσίου και ιδιωτικού τομέα) και την αυτοχρηματοδότηση στα μεγάλα έργα, εισήγαγε το leasing, έφερε την κινητή τηλεφωνία, δρομολόγησε την ιδιωτικοποίηση του ΟΤΕ, παρά τη λυσσαλέα πολεμική των συνδικαλιστών, ακόμα και στελεχών της ΝΔ. Όλα αυτά βελτίωσαν σημαντικά την κατάσταση της Οικονομίας, αλλά είχαμε ακόμα πολύ δρόμο.
Το 1992 η Ελλάδα είχε μόλις υπογράψει τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και έπρεπε να πιάσει, πάση θυσία, τα αυστηρά δημοσιονομικά κριτήρια που αυτή έθετε για να μην αποκοπεί από την πορεία προς το Ευρώ.
Το κράτος χρειαζόταν άμεσα πρωτογενές πλεόνασμα.
Θα μπορούσε να το βρει από πώληση δημοσίων επιχειρήσεων. Αλλά οι αποκρατικοποιήσεις συναντούσαν πρωτοφανείς αντιδράσεις (απεργίες, καταλήψεις, πολιτικό μπλόκο από την αντιπολίτευση) και απαιτούσαν χρόνο για να αποδώσουν ρευστότητα, την οποία το κράτος χρειαζόταν "χθες".
Θα μπορούσε να τυπώσει χρήμα υποτιμώντας τη δραχμή, όμως θα ανέβαζε πάλι τον πληθωρισμό και το εξωτερικό χρέος.
Η εναλλακτική ήταν ένας νέος φόρος, προσωρινός, μέχρι να ανεβάσει στροφές η Οικονομία. Θα μπορούσε να μπει στα ακίνητα, όμως θα έπληττε καίρια την οικοδομή, ατμομηχανή της Οικονομίας μας.
Η αύξηση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (ΕΦΚ) στα καύσιμα προτάθηκε και ουσιαστικά επιβλήθηκε από την ΕΟΚ. Ήταν η μόνη ρεαλιστική λύση που εξασφάλιζε εγγυημένα έσοδα μέσα σε λίγες εβδομάδες, για να αποφευχθεί στάση πληρωμών του κράτους και για να μείνουν οι "κάνουλες" της ΕΟΚ ανοιχτές. Μάλιστα, είχε μηδενικό διαχειριστικό κόστος, διότι το κράτος τον εισέπραττε στην πηγή (από τα διυλιστήρια). Εσύ τι θα έκανες;
Ο φόρος έφερε "ζεστό χρήμα" στα κρατικά ταμεία, δημιούργησε πρωτογενές πλεόνασμα για πρώτη φορά μετά από το 1973 (!), που επέτρεψε στα πακέτα Ντελόρ να συνεχίσουν να φτάνουν στη χώρα μας, μείωσε το κόστος δανεισμού και βελτίωσε τη συνολική δημοσιονομική εικόνα, με όποια θετική επίδραση έχει αυτό στην Οικονομία και στις ζωές των πολιτών. Όμως, το να δεις ένα πρωί ξαφνικά την τιμή της αμόλυβδης στις 162,2 δραχμές το λίτρο, ενώ χθες το βράδυ ήταν στις 130, είναι ένα σοκ που καταγράφεται ανεξίτηλα στη συλλογική μνήμη.
Την ίδια στιγμή ο πολίτης ξεχνάει, αν έχει καν συνειδητοποιήσει, το όφελος στη ζωή του από την φορολογική ελάφρυνση των μεταρρυθμίσεων Μάνου. Ως το 1991, το φορολογικό σύστημα ήταν εξαιρετικά πολύπλοκο και βαρύ για όλα τα εισοδήματα. Περιλάμβανε 9 φορολογικά κλιμάκια που έφταναν στο 50%. Ο Μάνος τα μείωσε σε 4 θεσπίζοντας αφορολόγητο όριο 1.000.000 δραχμές για τα χαμηλά εισοδήματα. Παράλληλα προσπάθησε να δημιουργήσει φορολογική συνείδηση στον Έλληνα με τη θρυλική καμπάνια "Αγαπάς την Ελλάδα; Απόδειξη!". Ήταν η πρώτη φορά που το κράτος απευθύνθηκε στον πατριωτισμό των πολιτών ενάντια στη μάστιγα της φοροδιαφυγής και τους κάλεσε να γίνουν οι ίδιοι εφαρμοστές και ελεγκτές της νομιμότητας στην καθημερινότητά τους. Μολονότι το σύστημα συλλογής αποδείξεων, σε μια εποχή που όλα γίνονταν με το χέρι, ήταν μπελαλίδικο, αποτέλεσε τον πρόγονο όλων των συστημάτων που εφαρμόστηκαν τις επόμενες δεκαετίες, μέχρι να φτάσουμε στη σημερινή εποχή των POS και των ψηφιακών διασταυρώσεων.
Έκανα μια μικρή άσκηση, που δεν ξέρω πόσοι από όσους έβριζαν και βρίζουν τον Μάνο για το "50ρικο" μπήκαν στον κόπο να κάνουν.
Το 1992 ο μέσος ετήσιος μισθός ήταν 2.500.000 δραχμές. Με μέση ετήσια χρήση αυτοκινήτου 12.000 χιλιόμετρα και μέση κατανάλωση βενζίνης, τότε, 8 λίτρα / 100 χλμ. έχουμε 960 λίτρα βενζίνης ανά έτος και μέγιστη επιβάρυνση από τον φόρο 33.600 δρχ. Προσθέτουμε και τον ΦΠΑ (18% ήταν τότε) και φτάνουμε στις 39.648 δραχμές.
Πριν τον Μάνο, με τον Ν.1828/1989 για εισόδημα 2.500.000 δραχμές πλήρωνες φόρο 701.000 δραχμές. Υπήρχαν, βέβαια, πολλές και πολύπλοκες κατηγορίες ελαφρύνσεων που μείωναν τον φόρο, ο οποίος, όμως, σε καμμία περίπτωση δεν μπορούσε να πέσει στα επίπεδα της φορολογίας Μάνου (Ν. 2065/1992) που για τα 2.500.000 δρχ. τον πήγε, μπαμ και κάτω, στις 75.000 δρχ., γκρεμίζοντας από 38% σε 5% τον συντελεστή για εισόδημα από 2.000.000 έως 2.500.000! Το θυμάσαι αυτό; Το άκουσες ποτέ από κάποιον;
Όσοι βρίζουν τον Μάνο ξεχνούν και κάτι άλλο: η εκάστοτε κυβέρνηση ευθύνεται για το σύνολο των νόμων που ισχύουν, ακόμα κι αν είναι από την εποχή του Όθωνα. Αν διαφωνούσε, θα τους άλλαζε. Η διατήρησή τους είναι τεκμήριο της συναίνεσής της, σωστά;
Όλες, λοιπόν, οι κυβερνήσεις από το 1992 μέχρι σήμερα, όχι μόνο δεν κατήργησαν τον ΕΦΚ στα καύσιμα, αλλά τον αύξησαν 12 φορές!
Τι ψήφιζες από το 1992 και μετά;
Ο Μάνος ήταν φιλελεύθερος, αλλά χωρίς manual φιλελευθερισμού. Δεν τον ενδιέφερε η "ιδεολογική ταυτότητα" ενός μέτρου, αλλά η λειτουργία του. Για παράδειγμα, ο κλασικός φιλελευθερισμός είναι κατά των παρεμβάσεων του κράτους στην αγορά. Όμως, το 1991, η Αθήνα υπέφερε από ατμοσφαιρική ρύπανση που προκαλούσαν σε μεγάλο βαθμό τα σαπάκια που κυκλοφορούσαν στους δρόμους της. Ο Μάνος δεν περίμενε να αντικατασταθούν με τον φυσικό ρυθμό της αγοράς. Γι’ αυτό νομοθέτησε την απόσυρση. Στέλνεις το σαράβαλο για ανακύκλωση και αγοράζεις καταλυτικό; Δεν πληρώνεις φόρους και τέλη. Μέσα σε 18 μήνες έφυγαν σχεδόν 350.000 παλιά, ρυπογόνα οχήματα. Μαζί τους έφυγε και το "νέφος". Και ποιος ξέρει πόσα ατυχήματα γλυτώσαμε και πόσες ζωές σώθηκαν καθώς τα καινούργια οχήματα ήταν πιο αξιόπιστα και ασφαλή.
Η πολιτική διαχειρίζεται μεγέθη σε ανεπάρκεια. Ποτέ δεν έχει τα χρήματα, τον χρόνο και τους ανθρώπους που χρειάζονται, ειδικά για τις μεγάλες αλλαγές. Τις περισσότερες φορές δεν έχει ούτε το θάρρος, καθώς κάθε μεγάλη παρέμβαση θίγει μεγάλα συμφέροντα και δημιουργεί μεγάλες αντιδράσεις. Ο Μάνος δεν χαμπάριαζε από αντιδράσεις. Οι επιχειρηματίες της νύχτας απειλούσαν να τον σκοτώσουν, όταν αποφάσισε, στην πρώτη του θητεία στο νεοσύστατο Υπουργείο Χωροταξίας Οικισμού και Περιβάλλοντος (ΥΧΟΠ) να μεταμορφώσει την Πλάκα από μια κακόφημη και θορυβώδη περιοχή, στο διεθνές κόσμημα που είναι σήμερα. Είμαι σίγουρος ότι θα σκέφτηκε "πώς έφτασα εγώ, ένας αστός και επιτυχημένος βιομήχανος να μπλέξω με τον υπόκοσμο"! Δεν ξέρω πόσοι θα συνέχιζαν. Ο Μάνος το έκανε. Η ανάπλαση της Πλάκας θεωρείται ως μια από τις πιο επιτυχημένες παγκοσμίως.
Μακαρίζει, όμως, τον Μάνο ο ιδιοκτήτης της περιοχής που είδε την περιουσία του να αξίζει χρυσάφι ή ο εστιάτορας που δεν έχει καρέκλα άδεια από τους τουρίστες που έρχονται στη "Συνοικία των Θεών";
Τον μακαρίζει ο κάτοικος διαμερίσματος που παρκάρει κατευθείαν στην πιλοτή και δεν κάνει γύρους στη γειτονιά μέχρι να βρει κάποια θέση, όπως όσοι μένουν σε διαμερίσματα που χτίστηκαν πριν τον νόμο Μάνου για υποχρεωτικές θέσεις πάρκινγκ σε κάθε πολυκατοικία;
Θυμάμαι τον πόλεμο που είχε ξεσπάσει τότε με τους εργολάβους. Ευτυχώς νίκησε ο Μάνος.
Θυμάμαι και τον πόλεμο με τους μαγαζάτορες στους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας που πεζοδρομήθηκαν. "Πώς θα έρχονται οι πελάτες μας; Με τα πόδια;" Αυτό ήταν το αντεπιχείρημα! Το σιγοντάριζε και η αντιπολίτευση. Το ΠΑΣΟΚ, κυνηγώντας ψηφαλάκια, υποδαύλιζε τις διαμαρτυρίες εμπορικών συλλόγων και καταστηματαρχών που ισχυρίζονταν ότι η διακοπή της κυκλοφορίας των αυτοκινήτων θα "νεκρώσει την αγορά" και θα τους οδηγήσει σε οικονομική καταστροφή. Το ΚΚΕ έβαζε την γνωστή κασέτα για μέτρα που εξυπηρετούν το μεγάλο κεφάλαιο, αυτή που παίζει ακόμα.
Ευτυχώς, πάλι νίκησε ο Μάνος.
Πώς θα ήταν η Αθήνα και η Ελλάδα ολόκληρη, αν υπήρχε Μάνος στην προδικτατορική κυβέρνηση Καραμανλή, της αντιπαροχής και της αστυφιλίας, όταν οι νεότεροι αρχιτεκτονικοί μας θησαυροί έγιναν μπάζα και στη θέση των νεοκλασικών κοσμημάτων φύτρωσε ένα κακόγουστο τσιμεντένιο δάσος;
Αν οι διάδοχοί του προχωρούσαν το όραμά του για την αποκέντρωση και τις ανταγωνιστικές πόλεις της υδροκέφαλης Αθήνας;
Αν το ρυθμιστικό του σχέδιο εφαρμοζόταν με αυστηρότητα;
Ακόμα και το 1979, όταν ο Μάνος ορίσθηκε (από τον Καραμανλή) Υπουργός ΥΧΟΠ, υπήρχαν κτήρια που έπρεπε να σωθούν και ελεύθερα οικόπεδα που έπρεπε να γίνουν πάρκα και παιδικές χαρές. Ποιος, όμως, θα πλήρωνε τον λογαριασμό;
Με την καινοτομία της μεταφοράς συντελεστή δόμησης (ΣΔ) ο Μάνος σχεδόν τετραγώνισε τον κύκλο. Ο ιδιοκτήτης του διατηρητέου ή του απαλλοτριωμένου οικοπέδου δεν έχανε, διότι αποζημιωνόταν. Όχι από το κράτος, αλλά πουλώντας "δικαιώματα δόμησης", αυτά που το κράτος του απαγόρευε να χρησιμοποιήσει. Τα δικαιώματα τα αγόραζε κάποιος ιδιώτης και έχτιζε περισσότερο στο οικόπεδό του, τηρώντας όμως τα όρια ύψους της περιοχής. Ναι, κάπου θα έπεφτε λίγο παραπάνω τσιμέντο. Αλλά αν σωζόταν ένα νεοκλασικό στην Πανεπιστημίου, με "κοινωνικό αντίτιμο" ένα κτήριο στον Γέρακα αντί για 500 μέτρα εμβαδόν να έχει 550, ε, δεν ήταν και τόσο τραγικό. (Ο νόμος έβαζε όριο πως το κτήριο "υποδοχής" του ΣΔ δεν θα μπορούσε να "φουσκώσει" πάνω από 10% του κανονικού.)
Το πώς αντιμετωπίστηκε αυτή η ευφυής και πρακτική ιδέα είναι ένα ειδικό case study. Θα άξιζε βιβλίο, αλλά το θίγω επί τροχάδην. (Με τον ίδιο νόμο θεσπίστηκε για πρώτη φορά ως ανώτατος συντελεστής δόμησης για ολόκληρη τη χώρα το 2,4, βάζοντας φρένο στην ανέγερση θηριωδών πολυκατοικιών.)
Υπήρξαν, λοιπόν, αντιδράσεις, που κατέληξαν στο ΣτΕ.
Κι εκείνο, το 1994, απεφάνθη: για να γίνει μεταφορά ΣΔ θα πρέπει προηγουμένως να υπάρχει… ειδική επιστημονική πολεοδομική μελέτη για κάθε οικοδομικό τετράγωνο της περιοχής υποδοχής, δηλαδή για όλη την Ελλάδα, που να ορίζει πόσο παραπάνω εμβαδόν μπορεί να σηκώσει! Μα, πώς μπορεί να γίνει αυτό; Και γιατί χρειάζεται κάτι τέτοιο, εφόσον ο υπάρχων συντελεστής δόμησης σημαίνει ότι, έστω και χωρίς εξαντλητικές μελέτες, η Πολιτεία όρισε πόσο χτίσιμο σηκώνει κάθε γειτονιά; Ένα 10% επιπλέον σε κάποιο κτήριο που αγόρασε συντελεστή, δεν θα φέρει δα και τον οικολογικό Αρμαγεδδώνα. Πόσα κτήρια είναι υπό κατασκευή σε μια περιοχή; Ένα στα εκατό; Και πόσα από αυτά θα αγοράσουν συντελεστή; Ένα στα δέκα; Δηλαδή θα επιβαρυνθεί η περιοχή με 0,01% παραπάνω τσιμέντο και καθόμαστε να το συζητάμε;
Και τι άλλο μπορεί να γίνει, αφού το κράτος δεν έχει να πληρώσει τόσες πολλές αποζημιώσεις και τα νεοκλασικά καταρρέουν;
Όμως, το ΣτΕ δεν ασχολείται με τέτοια ποταπά θέματα: "Το επιχείρημα, εξάλλου, ότι τούτο θα απαιτούσε υπέρογκες δαπάνες εκ μέρους του κράτους δεν αφορά, καταρχήν, τη δογματική του συνταγματικού δικαίου, αφού ανάγεται αποκλειστικά στη σφαίρα της (πολιτικής) σκοπιμότητας." Ήγουν: κόψτε τον λαιμό σας να βρείτε τα λεφτά (αρκεί να μην είναι από περικοπές σε μισθούς και συντάξεις δικαστών) ή αφήστε τα να ρημάξουν. Εμείς είμαστε δογματικοί θεωρητικοί.
Η απόφαση του 1994 (και η επανάληψή της το 2002) κατέστρεψε την αρχιτεκτονική κληρονομιά. Εκατοντάδες ιστορικά νεοκλασικά που θα μπορούσαν να είχαν σωθεί με τα χρήματα της μεταφοράς συντελεστή, αφέθηκαν στην τύχη τους και τελικά κατέρρευσαν. Επιπλέον, χιλιάδες πολίτες που κρατούσαν στα χέρια τους νόμιμους τίτλους βρέθηκαν ξαφνικά με ένα άχρηστο κομμάτι χαρτί, χάνοντας τις περιουσίες τους, χωρίς καμία αποζημίωση από το κράτος. Το ΣτΕ εφάρμοσε μια "αποστειρωμένη" νομική καθαρότητα, εις βάρος της πραγματικής ζωής. Προτίμησε να παγώσει έναν επιτυχημένο σε πολλά κράτη και ρεαλιστικό θεσμό, επειδή δεν ήταν θεωρητικά τέλειος, αντί να δει τη μεγάλη εικόνα. Δεν ήταν η πρώτη φορά, ούτε η τελευταία που ο δρόμος για την κόλαση είναι στρωμένος με τις αγαθές προθέσεις του ΣτΕ.
Η λύση δόθηκε μόλις πρόσφατα (Μάρτιος 2026), αξιοποιώντας, μετά από 47 (!) χρόνια την καινοτομία Μάνου. Είναι η Ψηφιακή Τράπεζα Γης. Η μεταφορά δεν γίνεται πια "χέρι με χέρι". Ο ιδιοκτήτης του διατηρητέου πουλάει τον συντελεστή του στην Ψηφιακή Τράπεζα Γης και παίρνει χρήματα. Τα τετραγωνικά αυτά αποθηκεύονται ψηφιακά και το κράτος τα διαθέτει σε προκαθορισμένες Ζώνες Υποδοχής Συντελεστή (ΖΥΣ), οι οποίες υποτίθεται ότι έχουν ήδη μελετηθεί και αντέχουν το επιπλέον χτίσιμο, του 0,01%!
Ο Μάνος όμως έβλεπε τη μεγάλη και κυρίως τη μελλοντική εικόνα. Τον ενδιέφερε το αποτύπωμα που θα άφηνε στον τόπο, κι ας του κόστιζε την εκλογή του.
Ακούγεται τρελό, αλλά για τους πεζοδρόμους, τις πιλοτές και την Πλάκα, που θα έπρεπε να του στήσουν ανδριάντα οι Αθηναίοι, τον… μαύρισαν! Στις εκλογές του 1981 δεν εξελέγη καν βουλευτής.
Είχε βέβαια και ένα άλλο "κουσούρι": αρνήθηκε να χρησιμοποιήσει το Υπουργείο του για ρουσφέτια, "χαλώντας την πιάτσα" των παραδοσιακών πολιτικών πρακτικών. Αυτό εξόργισε τα τοπικά στελέχη της Νέας Δημοκρατίας, τα οποία δεν τον στήριξαν (ή και τον υπονόμευσαν) στη μάχη του σταυρού.
Άφησε όμως, παρά τα λίγα χρόνια υπουργίας του, τεράστιο αποτύπωμα: Αττική Οδός, Γέφυρα Ρίου - Αντιρρίου, Μετρό, Αεροδρόμιο Σπάτων δεν θα υπήρχαν χωρίς τον Μάνο. Όπως δεν θα υπήρχαν καθορισμένες χρήσεις γης, παραδοσιακοί οικισμοί, Πλάκα, ιδιωτική τηλεφωνία (6 χρόνια περιμέναμε να μας βάλει τηλέφωνο ο ΟΤΕ, και το πληρώναμε πανάκριβα) και απελευθερωμένη ενέργεια.
Γιατί, όμως, ο μέσος Έλληνας δεν τον θυμάται γι’ αυτά;
Γιατί δεν τον ξαναψήφισε γι’ αυτά;
Διότι το αφήγημα "έλα μωρέ, σιγά τι έκανε, αυτός που έβαλε φόρο στη βενζίνη…" βολεύει τη διανοητική νωθρότητά του. Τον εξυπηρετεί να πιστεύει ότι κανένας δεν είναι άξιος. Είναι ένας μηχανισμός άμυνας καθώς ψάχνει μια ηθικοφανή δικαιολογία για τη δική του αδιαφορία για τα κοινά. Η ισοπέδωση των πάντων λειτουργεί ως "απαλλακτικό βούλευμα": αν όλοι είναι ίδιοι, τότε η αποχή και η ιδιώτευση δεν είναι λιποταξία, αλλά "σοφή στάση". Έτσι, τη μέρα των εκλογών πάει για μπάνιο. Η πνευματική τεμπελιά μετατρέπεται σε στάση πολιτικής ανωτερότητας ή και… αντίστασης.
Η αμηχανία ξεκινάει τη στιγμή που στην πολιτική σκηνή εμφανίζεται κάποιος, άξιος και αποτελεσματικός, που κινείται με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον. Δηλαδή, ένας Μάνος. Η ύπαρξη ενός τέτοιου "αιρετικού" μετατοπίζει την ευθύνη από τον πολιτικό στον ψηφοφόρο, καθώς του θέτει το αμείλικτο ερώτημα: "Και εσύ, τι κάνεις για να τον στηρίξεις;"
"Καλά τα λέτε, αλλά εγώ δεν ψηφίζω. Έχω ρίξει μούντζα σε όλο το σύστημα." Αυτό μας ανακοίνωσε ένας πολίτης, τον Ιούνιο του 2012, που έτυχε να βρίσκεται στο Γκάζι, στην τελευταία ανοιχτή προεκλογική συγκέντρωση του συνασπισμού του γράφοντος με τον Μάνο. Κι απομακρύνθηκε, περήφανος. (Υπενθυμίζω ότι στις εκλογές του Μαΐου του 2012, η "Δράση" είχε πάρει 1,8% και η "Δημιουργία, ξανά!" 2,2%. Έναν μήνα αργότερα, ο συνασπισμός μας τιμήθηκε από τον σοφό λαό με 1,6%, και αμέσως μετά ο Μάνος αποχώρησε από την πολιτική.)
Τους καταλαβαίνω όσους "ρίχνουν μούντζα". Η συστράτευση απαιτεί φαιά ουσία, ενημέρωση, σύγκρουση με το ρεύμα και δράση, πράγματα που έχουν κόστος και απαιτούν προσπάθεια. Αν, μάλιστα, ο πολιτικός τάσσεται κατά του ρουσφετιού, η υποστήριξή του δεν συνεπάγεται για τον πολίτη κανένα προσωπικό όφελος.
Ο μέσος Έλληνας έβλεπε στον Μάνο έναν διπλό κίνδυνο. Αποδεικνύοντας ότι "αυτά που δεν γίνονται στην Ελλάδα" γίνονται, αρκεί να βρεθεί αυτός που θα τα κάνει, του στερούσε την ευτυχία της… απελπισμένης ιδιωτείας. Επιπλέον, του καταργούσε την προοπτική του μικροσυμφέροντος. Έτσι, προτίμησε τη λάσπη.
Ακόμα κι από σοβαρούς ανθρώπους έχω ακούσει: "Ναι, αλλά ο Μάνος…
τα έλεγε χύμα, άγαρμπα." Και το πιστεύουν, χωρίς ούτε στιγμή να αναρωτηθούν: πώς θα μπορούσε να τα πει αλλιώς;
Πώς θα έλεγες εσύ ότι "δεν μας χρεοκόπησε το μνημόνιο, αλλά η συνήθειά μας να ζούμε επί δεκαετίες ξοδεύοντας πάνω από τις δυνατότητές μας";
Πώς θα έλεγες ότι "για να διοικήσεις κάτι πρέπει να το μετρήσεις και οι πολιτικοί στην Ελλάδα δεν μετρούν τίποτε, εκτός από την κοινή γνώμη";
Πώς θα έλεγες ότι "αξιολόγηση Δημοσίων Υπαλλήλων που δεν περιλαμβάνει απόλυση για τους ακατάλληλους, είναι να ’χουμε να λέμε";
Ταυτόχρονα, όμως, όχι απλώς αναγνώριζε ότι η Δημόσια Διοίκηση έχει εξαιρετικά στελέχη, αλλά σ’ αυτά στηριζόταν ως Υπουργός: τους έδινε ρόλο και τους ενέπνεε. Μετακλητούς χρησιμοποιούσε κατ’ εξαίρεση και για ειδικές περιπτώσεις. Τα "έχωνε" και στον, υποτίθεται, κύκλο του: "Πολλοί επιχειρηματίες δεν μιλούν, αλλά αρμέγουν το κράτος όπως μπορούν. Αν μιλήσουν, θα βρουν τον μπελά τους. Δεν μιλούν και επωφελούνται όπως μπορούν. Το ίδιο συμβαίνει με τους καθηγητές πανεπιστημίου, που δεν μιλούν, βολεύονται και χώνονται παντού."
Αυτά - και πολλά άλλα - έλεγε ο Μάνος.
Ήταν άγαρμπος;
Όχι. Ήταν ειλικρινής και ευθύς. Όμως, ένα κοινό εθισμένο στα ευχάριστα ψέματα, στις λεκτικές περικοκλάδες που αποφεύγουν τα δύσκολα, και στην τσοχατζοπούλεια κενολογία, την ευθύτητα δεν την αντέχει. Όπως δεν αντέχει την ευφυΐα, την οξύνοια, την οξυδέρκεια, την καινοτομία, την προβλεπτικότητα, τη ρηξικέλευθη δράση, τις αρχές, τις αξίες, τη συνέπεια, τον ακριβοδίκαιο ορθολογισμό, όλα αυτά που συνέθεταν την προσωπικότητα του Μάνου. Γιατί είναι πέρα από όσα μπορεί να διαχειριστεί. Ο Mάνος ήταν leader. Ο ψηφοφόρος θέλει ο πολιτικός που τον εκπροσωπεί να είναι δικός του follower!
Ο μέγας εκλιπών ήταν η περίπτωση που στον ουρανό την ψάχνεις και στη γη τη βρίσκεις. Κινητήρας Φεράρι, που βρέθηκε σε κρατικό σασί Ζάσταβα.
Θα έπρεπε να ευγνωμονούμε την τύχη μας και ν’ αρπάξουμε την ευκαιρία από τα μαλλιά.
Όχι μόνο δεν το κάναμε, αλλά στείλαμε την πρωτοποριακή μηχανή για ανακύκλωση και ξαναβάλαμε την παλιά, με τις σοσιαλιστικές εργοστασιακές ρυθμίσεις. Και πανηγυρίζουμε επειδή, μετά από δεκαετίες, βάλαμε στο Ζάσταβα βενζίνη με περισσότερα οκτάνια και ελαστικά με καλύτερη πρόσφυση. Όμως οι δυνατότητές του δεν άλλαξαν και πολύ. Αγκομαχάει ακόμα και στο ίσιωμα.
Αν αναθέταμε στον Στέφανο Μάνο να μετατρέψει και το σασί σε Φεράρι, όπως ήξερε και μπορούσε, μηχανικός με ειδίκευση στην αεροδυναμική γαρ, θα ήμασταν μια άλλη χώρα.
Αλλά, μάλλον, αυτή μας αξίζει.
Υ.Γ. Μολονότι αποφεύγω να αναφέρομαι στην ιδιωτική ζωή των πολιτικών, ο Μάνος έκανε 5 παιδιά με τη γυναίκα της ζωής του, κανένα από τα οποία δεν "μπήκε" στην πολιτική. Έχουν κι αυτά τη σημασία τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου