Γράφει ο Χαρίδημος Κ. Τσούκας
Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και ερευνητής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Warwick.
(www.htsoukas.com)
«Η παρρησία δεν είναι δεξιότητα. Είναι στάση, ένας τρόπος ύπαρξης που προσεγγίζει την αρετή. […] Η παρρησία πρέπει να νοείται ως ένας τρόπος εκφοράς της αλήθειας, και όχι ως τεχνική [όπως] η ρητορική».
ΜΙΣΕΛ ΦΟΥΚΟ (1984)
Ο Στέφανος Μάνος δεν ήταν μόνο πολιτικός αρχών, ούτε μόνο το γόνιμο και ορθολογικό μυαλό για το οποίο τον θυμόμαστε.
Ηταν και κάτι άλλο: υπόδειγμα παρρησιαστή – του κριτικά σκεπτόμενου πολίτη που λέει εύτολμα τη γνώμη του. Ενώ με τις πολιτικές απόψεις του μπορεί να διαφωνεί κανείς, ο τρόπος της σκέψης του και η δημόσια εκφορά της συνιστούν υπόδειγμα παρρησιαστικού λόγου, που αξίζει να είναι καθολικά αποδεκτός. Με άλλα λόγια, ακόμη κι αν διαφωνείς με τον Μάνο, είναι καλό να σκέφτεσαι και να μιλάς όπως ο Μάνος.
Εξηγούμαι.
Στις 25 Μαΐου 2008, ένα επτάμηνο πριν από τις ταραχές του Δεκεμβρίου 2008 στην Αθήνα και δύο χρόνια πριν από την ελληνική χρεοκοπία, ο Στ. Μάνος έγραψε στην «Καθημερινή» ένα άρθρο-υπόδειγμα παρρησίας, με τίτλο «Οι βολεμένοι και τα αδιέξοδα της χώρας».
Η κριτική του στην κυβέρνηση Καραμανλή ήταν δριμεία. Ομως, δριμύτερη ήταν η κριτική του στους «βολεμένους φίλους» του – τους ιδιαίτερα ευκατάστατους, μορφωμένους «ενοίκους του επάνω ορόφου», οι οποίοι μένουν «αδιάφοροι και απαθείς με όσα συμβαίνουν γύρω τους, με την προσοχή τους στραμμένη αποκλειστικά στον δικό τους μικρόκοσμο».
Τους ειρωνεύεται για τον συντηρητισμό τους. «Το 2004, το 2000, το 1996 και όσο θυμούνται ψήφισαν Νέα Δημοκρατία. Είναι αρετή να μένεις σταθερός, να μην αλλάζεις. Ετσι λένε. Είναι συντηρητικοί. Δεν πιστεύουν (και ίσως ενδόμυχα δεν θέλουν) ότι μπορεί ν’ αλλάξει οτιδήποτε στην Ελλάδα. Εύκολα καταλήγουν στο απαισιόδοξο συμπέρασμα ότι “τι τα θες, αυτή είναι η… Ελλάδα!”». Τους ανθρώπους αυτούς δεν τους αγγίζουν τα προβλήματα της χώρας – τα προσεγγίζουν ως παρατηρητές, όχι ως ενεργοί πολίτες. «Τα παιδιά τους σπούδασαν σε καλά πανεπιστήμια του εξωτερικού. Η διάλυση της παιδείας ευτυχώς δεν τους άγγιξε». Η Ελλάδα, για τους ευκατάστατους-βολεμένους, «δεν είναι τίποτε παραπάνω από μια πλατφόρμα, μια γεωγραφική περιοχή, από την οποία μπορούν επωφελώς για τους ίδιους να ασκούν τις όποιες επικερδείς δραστηριότητές τους. Δεν αισθάνονται καμιά ιδιαίτερη ευθύνη για την Ελλάδα».
Δεν ξέρω πόσοι από τους ιδιαίτερα ευκατάστατους φίλους του εξακολούθησαν να του λένε καλημέρα έπειτα από εκείνο το άρθρο, αλλά ο Στ. Μάνος τόλμησε να εκστομίσει, με παρρησία, μια δυσάρεστη αλήθεια: παρά τις τιμητικές εξαιρέσεις, η ελίτ δεν νιώθει ότι ο πλούτος της τής δημιουργεί αυξημένη ευθύνη για τη χώρα. Με την οικονομική και πολιτική ισχύ της, έχει τη δυνατότητα να ιδιωτικοποιεί τις λύσεις σε συλλογικά προβλήματα (π.χ. εκπαίδευση, υγεία). Eχει εσωτερικεύσει την εικόνα μιας μονίμως καθυστερημένης Ελλάδας, στην οποία, ωστόσο, η ελίτ απολαμβάνει να παραμένει στην κορυφή. Υποκρίνεται ότι θέλει αλλαγές στη χώρα, αλλά η ίδια δεν θέλει να αλλάξει (παραμένει συντηρητική στις πολιτικές επιλογές της). Δεν μπαίνει στον κόπο να αναζητήσει εναλλακτικές ή να δεξιωθεί τις όποιες αξιόπιστες της προσφέρονται.
Ο Μισέλ Φουκό αναφέρει πέντε γνωρίσματα της παρρησίας.
Ειλικρίνεια – ο ομιλητής διατυπώνει ευθέως τη γνώμη του.
Αλήθεια – σε αντίθεση με έναν ρητορεύοντα (π.χ. δικηγόρο), ο παρρησιαστής πιστεύει την αλήθεια των όσων λέει.
Θάρρος – ο ομιλητής διακινδυνεύει κάτι πολύτιμο γι’ αυτόν, όπως η σχέση του με αυτούς στους οποίους απευθύνεται.
Καθήκον – αισθάνεται ηθικά υποχρεωμένος να μιλήσει, παρά το τίμημα που θα καταβάλει.
Και, τέλος, κριτική – ο ομιλητής λέει πράγματα που ενοχλούν τους άλλους ή τον εαυτό του («ιδού γιατί κάνετε λάθος ή γιατί έκανα λάθος»).
Ο λόγος του Στ. Μάνου εμπεριείχε όλα αυτά τα γνωρίσματα.
Θα σταθώ στην κριτική.
Ο κριτικά σκεπτόμενος άνθρωπος διατηρεί εποικοδομητικό σκεπτικισμό για όλες τις απόψεις (άλλων και δικές του). Θέτει ερωτήματα τόσο στη «δική του» πλευρά όσο και στην «απέναντι». Αναζητάει εμπειρικά δεδομένα για να (ανα)διαμορφώσει άποψη. Δεν υποστέλλει τη σκέψη του χάριν υπέρτερων σκοπιμοτήτων. Γνωρίζει ότι η γνώμη του είναι εγγενώς ατελής και τα συμπεράσματά του δυνάμει αναθεωρήσιμα.
Ο Στ. Μάνος ενσάρκωσε την κριτική πολιτική σκέψη.
Σε άρθρο του στην «Καθημερινή» (13/12/22) αναφέρει ότι μια φίλη του παραπονέθηκε ότι είναι ιδιαίτερα επικριτικός στην κυβέρνηση Μητσοτάκη.
«Τι θέλεις, να ξανάρθει ο Τσίπρας;» τον ρώτησε.
Η απάντησή του ήταν σύνθετη.
Ως ψηφοφόρος ήταν ρεαλιστής. «Αν πρέπει να διαλέξω μεταξύ κυβέρνησης Μητσοτάκη ή κυβέρνησης Τσίπρα, θα διαλέξω κυβέρνηση Μητσοτάκη».
Ως πολίτης ήταν κριτικός:
«Πώς πρέπει να αντιμετωπίσω υπουργικές αποφάσεις ή ενέργειες τις οποίες θεωρώ βλαπτικές για το κοινωνικό σύνολο; Να κάνω πως δεν τις βλέπω επειδή έρχονται εκλογές; […] Δεν βλέπω πώς μπορεί να αλλάξουν τα κακώς κείμενα αν δεν συζητηθούν δημόσια».
Με άλλα λόγια, ο ψηφοφόρος οφείλει να είναι πραγματιστής: επιλέγει μεταξύ ήδη διαμορφωμένων επιλογών.
Ο πολίτης οφείλει να είναι σωκρατικός («ο ανεξέταστος βίος ου βιωτός ανθρώπω»): αμφιβάλλει, διερωτάται, συζητάει.
Και τα δύο χρειάζονται: και πραγματιστική επιλογή και κριτική σκέψη.
Πολλοί επαναπαύονται οπαδικά στην παραταξιακή τους προτίμηση, αποφεύγοντας την ανήσυχη, άβολη σκέψη.
Ο Στέφανος Μάνος...
δεν ήταν ένας από αυτούς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου