Από το 1992 θυμάμαι τις κραυγές των συγγενών όταν άκουσαν ότι οι αρχές θα σφράγιζαν με τσιμέντο το ορυχείο όπου πολλοί εργάτες αγνοούνταν ακόμη, επειδή ήταν ο μόνος τρόπος να σβήσει η φωτιά που έκαιγε έπειτα από έκρηξη μεθανίου. Απελπισμένοι πολίτες συγκρούονταν με πανίσχυρες αστυνομικές δυνάμεις σε λίγη απόσταση από το φρεάτιο το οποίο θα έκλεινε για πάντα με τους ανθρώπους τους μέσα. Θυμάμαι κορμιά των νεκρών, σε σειρές, κάτω από κουβέρτες. Δάκρυα είχαν χαράξει ρυάκια στη μαύρη σκόνη που κάλυπτε τα πρόσωπα των σιωπηρών ανδρών που είχαν ανεβάσει μόνο νεκρούς από το σκοτάδι. Θυμάμαι το βλέμμα θλίψης και αγωνίας του τότε αρχηγού της αντιπολίτευσης, Μεσούτ Γιλμάζ, όταν κοίταξε προς τη φασαρία των συγγενών και μπήκε μέσα στη μαύρη λιμουζίνα να φύγει – θυμάμαι πόσο γυάλιζαν τα μαύρα παπούτσια του, όπως τα μαλλιά του.
Την επόμενη μέρα βρέθηκα σε ορεινό χωριό χαμένο στα σύννεφα, βουτηγμένο στο πένθος, στο χιόνι και τη λάσπη. Είχε χάσει 15 άνδρες στις υπόγειες στοές. Ενας επιζών, ο Αλί Ντεμιρτσέ, 32χρονος πατέρας δύο παιδιών, με εγκαύματα στα χέρια και στο πρόσωπο, μου είπε: «Είναι επικίνδυνο, αλλά πρέπει να δουλεύουμε εκεί. Κανείς δεν θέλει τα ορυχεία να κλείσουν». Αυτή ήταν και η αγωνία του συνδικάτου, το οποίο φοβόταν ότι η κυβέρνηση θα εκμεταλλευόταν το δυστύχημα για να κλείσει τα επιδοτούμενα ορυχεία της περιοχής, όπου πάνω από 32.000 άνθρωποι εργάζονταν. Ο μέσος μισθός του ανθρακωρύχου τότε ήταν 500 δολάρια, διπλάσιος του μέσου μισθού. Το μέσο προσδόκιμο ζωής ήταν 68 έτη, των ανθρακωρύχων 46.
Οι άνθρωποι ήταν φτωχοί, δεν είχαν εναλλακτικές λύσεις. Το κράτος ήταν απόλυτο και βάναυσο.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου