1/1/2023 Η βραβευμένη με Γκράμι τραγουδίστρια Ανίτα Πόιντερ πέθανε σε ηλικία 74 ετών έπειτα από μάχη με τον καρκίνο
Ένα από τα ιδρυτικά μέλη του συγκροτήματος της R&B, The Pointer Sisters, η Ανίτα Πόιντερ έγινε γνωστή παγκοσμίως με επιτυχίες όπως οι «I’m So Excited», «Jump» και «Fire».
Το συγκρότημα από το Όκλαντ της Καλιφόρνια – οι τρεις αδελφές Ανίτα, Τζουν και Ρουθ – κυκλοφόρησε το πρώτο άλμπουμ του το 1973 και αργότερα κέρδισε τρία βραβεία Γκράμι.
Ο Βιάλι είχε διαγνωστεί με καρκίκο στο πάγκρεας το 2017.
Στην καριέρα του, είχε μετρήσει 59 συμμετοχές με την Εθνική Ιταλίας, ενώ είχε πανηγυρίσει πρωταθλήματα με τη Σαμπντόρια και τη Γιουβέντους, με την οποία κατέκτησε και το Τσάμπιονς Λιγκ.
Εκτός Ιταλίας, αγωνίστηκε στην Τσέλσι, στην οποία διετέλεσε και προπονητής, όπως και στη Γουότφορντ. Πιο πρόσφατα, ήταν μέλος του προπονητικού τιμ της Εθνικής Ιταλίας, η οποία στέφθηκε πρωταθλήτρια Ευρώπης το καλοκαίρι του 2021.
13/1/2023 Έφυγε από τη ζωή από καρδιακή ανακοπή σε ηλικία 54 ετών η τραγουδίστρια Λίζα Μαρί Πρίσλεϊ, το μοναδικό παιδί του θρύλου του Ροκ εν Ρολ, Έλβις
Η Λίζα Μαρί ήταν η κληρονόμος της επιχείρησης Elvis Presley Enterprises, όμως πούλησε το μεγαλύτερο μέρος των μετοχών της σε εταιρεία επενδύσεων και διαχείρισης κεφαλαίων το 2005.
Διατήρησε τον έλεγχο της Graceland, ιδιοκτησίας στο Μέμφις (Τενεσί) που ανήκε στον πατέρα της και όπου βρέθηκε ο διάσημος τραγουδιστής χωρίς τις αισθήσεις του τον Αύγουστο του 1977, προτού μεταφερθεί σε νοσοκομείο όπου ο θάνατός του αποδόθηκε σε καρδιακή ανακοπή.
Η Λίζα Μαρί Πρίσλεϊ κυκλοφόρησε τρία άλμπουμ κατά τη διάρκεια της καριέρας της. Είναι η μητέρα της ηθοποιού Ράιλι Κίο, που έπαιξε στην ταινία «Mad Max: Fury Road».
Εκτός του μουσικού Ντάνι Κίο, με τον οποίο χώρισαν το 1994, είχε επίσης παντρευτεί με τον ηθοποιό Νίκολας Κέιτζ, με τον ηθοποιό και συνθέτη Μάικλ Λόκγουντ και με τον θρύλο της ποπ Μάικλ Τζάκσον (1994-1996). Το ζευγάρι που παντρεύτηκε μόλις μετά από ένα μήνα από την γνωριμία τους, είχε μοιραστεί ένα αμήχανο φιλί το 1994 στα βραβεία του MTV, το οποίο τότε είχε συζητηθεί πάρα πολύ.
16/1/2023 Πέθανε η Τζίνα Λολομπρίτζιντα σε ηλικία 95 ετών . Η Λολομπρίτζιντα έγινε δημοφιλής τη δεκαετία του 1950 ως το απόλυτο μεσογειακό σύμβολο του σεξ και, στη συνέχεια, όταν αποσύρθηκε από την υποκριτική, ασχολήθηκε με τη φωτογραφία και τη γλυπτική.
Το 1955 η Λολομπρίτζιντα πρωταγωνίστησε στην ταινία «The World’s Most Beautiful Woman» («La Donna Piu Bella del Mondo»), με την οποία έγινε ευρέως γνωστή.
Η κόρη κατασκευαστή επίπλων από ένα χωριό έξω από τη Ρώμη, το Σουμπιάκο, έκανε περισσότερα από 60 φιλμ, συμπεριλαμβανομένων και αυτών της δεκαετίας του 1990.
Το 1981 χώρισε από τον Γιουγκοσλάβο γιατρό με τον οποίο ήταν παντρεμένη, έπειτα από 22 χρόνια γάμου και την απόκτηση του γιου της. Το 2006, σε ηλικία 79 ετών, παντρεύτηκε έναν Ισπανό επιχειρηματία ακινήτων ο οποίος ήταν κατά 34 χρόνια μικρότερός της, αλλά ο γάμος σύντομα ακυρώθηκε από δικαστήριο του Βατικανού.
Τα τελευταία χρόνια προβλήματα στην υγεία της την κράτησαν μακριά από τα φώτα δημοσιότητας.
Ο πρώτος της ρόλος ήρθε στην ταινία του Τζον Χιούστον «Beat the Devil» (1953). Το 1961 κέρδισε Χρυσή Σφαίρα για την ερμηνεία της στην ταινία «Come September», με συμπρωταγωνιστή τον Ροκ Χάντσον.
Η Λολομπρίτζιντα ήταν το ιταλικό πρότυπο ομορφιάς. Μάλιστα, τα κοντά μαλλιά της έγιναν μόδα στην Ιταλία κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960 με το όνομα «lollo».
«Είχα πολλούς εραστές και ακόμα έχω ρομαντικές σχέσεις. Είμαι πολύ κακομαθημένη. Σε όλη μου τη ζωή είχα πολλούς θαυμαστές» είπε σε συνέντευξή της το 2000.
17/1/2023 Την τελευταία του πνοή άφησε σε ιδιωτικό νοσοκομείο των κατεχομένων ο αντιστράτηγος εν αποστρατεία του κατοχικού στρατού Χασάν Κουντακτσί, ο άνθρωπος που ομολόγησε ότι έδωσε εντολή για τη στυγερή δολοφονία του Σολωμού Σολωμού στο οδόφραγμα της Δερύνειας, στις 14 Αυγούστου του 1996.
Ο Κουντακτσί είχε δηλώσει αμετανόητος για την άνανδρη δολοφονία του Σολωμού Σολωμού, τον μοιραίο εκείνο Αύγουστο. Εναντίον του η Ιντερπόλ είχε εκδώσει διεθνές ένταλμα σύλληψης και έκτοτε δεν ταξίδεψε στο εξωτερικό, τονίζοντας ότι προτιμούσε να είναι γνωστός ως «ο εγκλωβισμένος διοικητής» παρά ως ο διοικητής με κατεβασμένη σημαία.
Ο ίδιος εξομολογήθηκε ότι πριν από τα επεισόδια είχε ήδη δώσει εντολές σε αξιωματικούς και υπαξιωματικούς του Αττίλα που συγκεντρώθηκαν στο οδόφραγμα της Δερύνειας, ότι κανείς Ελληνοκύπριος δεν θα περάσει το συρματόπλεγμα. Όταν ο Σολωμός Σολωμού επιχείρησε να κατεβάσει τη σημαία της κατοχής από τον ιστό, αρκούσε ένα νεύμα του Κουντακτσί με το χέρι του για να πυροβοληθεί και να πέσει νεκρός.
Το όνομα του είχε εμπλακεί πρόσφατα στην υπόθεση δολοφονίας του Τουρκοκύπριου δημοσιογράφου Kutlu Adalı το 1996 στην κατεχόμενη Λευκωσία, όπου τότε διατελούσε ως επικεφαλής της "ειρηνευτικής δύναμης" του τουρκικού στρατού στα κατεχόμενα.
15/2/2023 Πέθανε η Αμερικανίδα ηθοποιός και «σύμβολο του σεξ», Ράκελ Γουέλς
Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 82 ετών - Είχε συμπεριληφθεί στη λίστα με τις «100 πιο σέξι σταρ» στην ιστορία του σινεμά
Γεννήθηκε στις 5 Σεπτεμβρίου του 1940 στο Σικάγο από Βολιβιανό πατέρα και Αμερικανίδα μητέρα. Οι άσχημες σχέσεις του ζευγαριού έφεραν τη νεαρά Ράκελ σε δύσκολη θέση και μοναδική διέξοδος απ' την πραγματικότητα ήταν η ενασχόλησή της με το χορό και το θέατρο. Ξεκίνησε την καριέρα της σε ηλικία 19 ετών και πρωταγωνίστησε σε περίπου 65 ταινίες.
Το 1973, τιμήθηκε με Χρυσή Σφαίρα για τον ρόλο της Κονστάνς στην ταινία «Ο Νταρτανιάν και οι Τρεις Σωματοφύλακες» του Ρίτσαρντ Λέστερ, δίπλα σε τρεις αστέρες της εποχής, τους Όλιβερ Ριντ, Μάικλ Γιορκ και Ρίτσαρντ Τσάμπερλεϊν.
Πέρα από τη γοητεία της, φανέρωσε και τις υποκριτικές της ικανότητες και μάλιστα ως κωμικός. Υπήρξε ακόμη μία φορά υποψήφια για Χρυσή Σφαίρα, το 1987 με τον πρωταγωνιστικό στη δραματική ταινία «Right to Die», υποδυόμενη μια γυναίκα που έπασχε από σοβαρή νόσο και η εμφάνισή της δεν θύμιζε τίποτα από τη γυναίκα που έκαιγε καρδιές.
Έγινε γνωστή στο ευρύ κοινό με τους ρόλους της στο «Fantastic Voyage» και στο «One Million Years BC», όπου και συμμετείχε το 1966.
Έκανε επίσης, μια εμφάνιση στο «The Cher Show» το 1975 και ερμήνευσε το «I'm a Woman» με τη Σερ.
Ανά διαστήματα, διάφορα περιοδικά, τη συμπεριέλαβαν στη λίστα των πιο σέξι ηθοποιών, όλων των εποχών. Eίχε αναδειχθεί «1 από τις 100 πιο σέξι σταρ στην ιστορία του κινηματογράφου» στο περιοδικό Esquire και βρισκόταν στο #3 από τις «100 πιο σέξι σταρ του 20ου αιώνα» σύμφωνα με το Playboy.
Η Ράκελ παντρεύτηκε 4 φορές σε όλη της τη ζωή. Αρχικά, τον Τζέιμς Γουέλς το '59 και ο γάμος τους κράτησε μέχρι το '64. Απέκτησαν μαζί δύο παιδιά, τον Ντέιμον και την Τάνι, που έγιναν επίσης ηθοποιοί.
Στη συνέχεια, ενώθηκε με τα δεσμά του γάμου με τον Πάτρικ Κέρτις το '67 κι έμειναν μαζί έως το '72. Το 1980 ανέβηκε τα σκαλιά της εκκλησίας με τον Αντρέ Γουάινφελντ και ο γάμος τους διήρκησε έως το 1990. Τέλος, παντρεύτηκε τον Ρίτσαρντ Πάλμερ το '99 κι έμεινε μαζί του έως το 2008.
3/3/2022 Στα 61 του χρόνια ο Τομ Σάιζμορ άφησε την τελευταία του πνοή μετά από ανεύρυσμα που υπέστη στον εγκέφαλο, καθώς από τις 18 Φεβρουαρίου βρισκόταν σε κώμα.
Ο Σάιζμορ έχει εμφανιστεί σε περισσότερες από 100 ταινίες και τηλεοπτικές εκπομπές. Ωστόσο, η καριέρα του σημαδεύτηκε από προσωπικούς αγώνες, που μερικές φορές επισκίασαν το ταλέντο και την επιτυχία του.
Γεννημένος στο Ντιτρόιτ το 1961, ο Σίζμορ μετακόμισε στη Νέα Υόρκη τη δεκαετία του 1980 για να ακολουθήσει καριέρα στην υποκριτική. Ξεκίνησε στο θέατρο και έκανε το ντεμπούτο του στον κινηματογράφο το 1989 με έναν μικρό ρόλο στην ταινία «Born on the Fourth of July». Συνέχισε να εμφανίζεται σε πολλές αξιόλογες ταινίες τη δεκαετία του 1990, μεταξύ των οποίων οι ταινίες «True Romance», «Natural Born Killers» και «Saving Private Ryan».
Παρά την επιτυχία του, ο Σάιζμορ πάλευε με τον εθισμό σε μεγάλο μέρος της καριέρας του. Έχει μιλήσει ανοιχτά για τις μάχες του με τα ναρκωτικά και το αλκοόλ, οι οποίες, όπως λέει, ξεκίνησαν όταν ήταν έφηβος. Έχει μπει και βγει από την αποτοξίνωση πολλές φορές και έχει συλληφθεί για αδικήματα που σχετίζονται με ναρκωτικά.
Τα προβλήματα εθισμού του ηθοποιού είχαν σημαντικό αντίκτυπο στην καριέρα του. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, φέρεται να απολύθηκε από την τηλεοπτική εκπομπή «Third Watch» λόγω χρήσης ναρκωτικών. Έχασε επίσης ρόλους σε σημαντικές ταινίες όπως το «Black Hawk Down» και το «The Departed» λόγω των προβλημάτων εθισμού του.
Ο ηθοποιός αντιμετώπισε πολλά προβλήματα με τους εθισμούς του και τον νόμο
Εκτός από τους αγώνες του για τον εθισμό, ο Σάιζμορ είχε αντιμετωπίσει και νομικά προβλήματα. Το 2003 καταδικάστηκε σε έξι μήνες φυλάκιση για επίθεση στην τότε φίλη του, την ηθοποιό Χάιντι Φλάις. Eίχε επίσης κατηγορηθεί για σεξουαλική παρενόχληση από διάφορες γυναίκες, συμπεριλαμβανομένων ηθοποιών και μιας μακιγιέζ.
Ο Τομ Σάιζμορ συνέχισε να εργάζεται ως ηθοποιός και τελευταία χρόνια είχε εμφανιστεί σε διάφορες τηλεοπτικές σειρές, όπως το «Shooter», το «Twin Peaks» και το «The Rookie». Είχε επίσης συνεχίσει να εργάζεται σε ταινίες, συμπεριλαμβανομένης της ταινίας του 2021 «Night of the Sicario».
Παρά τα όσα συνέβησαν στην προσωπική του ζωή, παρέμεινε για το Χόλιγουντ ένας αξιοσέβαστος ηθοποιός με αφοσιωμένο κοινό. Είχε επαινεθεί για τις δυνατές ερμηνείες του σε ταινίες όπως το «Saving Private Ryan» και το «Heat» και το ταλέντο του και η αφοσίωσή του στην τέχνη του, έχουν αναγνωριστεί από τους συναδέλφους του στον κλάδο.
13/3/2023 Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 76 ετών ο Αμερικανός αθλητής του άλματος εις ύψος Ντικ Φόσμπερι, ο άνθρωπος που άλλαξε για πάντα τον τρόπο που διεξάγεται το άθλημα.
Ως το 1968, όταν παρουσίασε για πρώτη φορά τη μέθοδό του, οι αθλητές πηδούσαν πάνω από τον πήχη σηκώνοντας ψηλά το ένα πόδι τους και μετά το άλλο.
Dick Fosbury Changes The High Jump Forever - Fosbury Flop- Mexico 1968 Olympics
Ο Φόσμπερι καθιέρωσε το άλμα με περιστροφή του κορμού και με την πλάτη πάνω από τον πήχη (Fosbury Flop).
Με τον τρόπο αυτό πήρε το χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες στο Μεξικό το 1968. Ήταν ένας δραματικός τελικός, που κράτησε πάνω από τέσσερις ώρες.
Χρόνια αργότερα, το 2012, έλεγε στον Guardian, ότι η επιτυχία στους Αγώνες ήταν ένα βάρος στη ζωή του. «Ήμουν ένα παιδί από την επαρχία που έκανε κάτι πέρα από αυτό που περίμενα να κάνω. Μου αρέσει η επιτυχία, αλλά θέλω να τελειώσει κάποια στιγμή», δήλωνε.
Αν και δεν έλαβε ξανά μέρος σε Ολυμπιακούς Αγώνες η τεχνική του κυριάρχησε στο άθλημα, τόσο που σήμερα φαίνεται σχεδόν περίεργο που κάποτε το άλμα γινόταν διαφορετικά.
25/4/2023 Πέθανε ο Χάρι Μπελαφόντε σε ηλικία 96 ετών
Ο Μπελαφόντε υπήρξε πολέμιος της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Με δημόσιες δηλώσεις του αντιτάχτηκε στο εμπάργκο των ΗΠΑ για την Κούβα, ενώ δήλωσε την αντίθεσή του στην εισβολή των ΗΠΑ στη Γρενάδα. Επανειλημμένα επικρότησε τον Φιντέλ Κάστρο, τον οποίο επισκέφτηκε στην Κούβα.
Εκτός από την ερμηνεία παγκόσμιων επιτυχιών όπως το Day-O, ο Χάρι Μπελαφόντε κέρδισε το βραβείο Tony και εμφανίστηκε σε πολλές ταινίες μεγάλου μήκους.
Ο Χάρι Μπελαφόντε πέρασε τη ζωή του παλεύοντας για διάφορους κοινωνικούς σκοπούς: Χρηματοδότησε πολυάριθμες πρωτοβουλίες της δεκαετίας του 1960 για να φέρει πολιτικά δικαιώματα στους μαύρους Αμερικανούς, έκανε εκστρατεία κατά της φτώχειας, του απαρτχάιντ και του AIDS στην Αφρική και υποστήριξε αριστερές πολιτικές προσωπικότητες όπως ο Φιντέλ Κάστρο της Κούβας και ο Ούγκο Τσάβες της Βενεζουέλας.
Ο Χάρι Μπελαφόντε γεννήθηκε το 1927 στο Χάρλεμ της Νέας Υόρκης και πέρασε οκτώ χρόνια από την παιδική του ηλικία στην πατρίδα των γονιών του, στη Τζαμάικα.
Επέστρεψε στη Νέα Υόρκη για το γυμνάσιο αλλά πάλεψε με τη δυσλεξία και τα παράτησε στις αρχές της εφηβείας του. Δούλεψε σε αγορές και στη συνέχεια μπήκε στο ναυτικό σε ηλικία 17 ετών τον Μάρτιο του 1944, δουλεύοντας ως φορτωτής πυρομαχικών σε μια βάση στο Νιου Τζέρσεϊ.
Μετά το τέλος του πολέμου, εργάστηκε ως βοηθός θυρωρού, αλλά φιλοδοξούσε να γίνει ηθοποιός αφού παρακολούθησε έργα στο American Negro Theatre της Νέας Υόρκης μαζί με τον άλλο επίδοξο ηθοποιό Σίντνεϊ Πουατιέ.
Παρακολούθησε μαθήματα υποκριτικής, όπου οι συμμαθητές του ήταν ο Μάρλον Μπράντο και ο Γουόλτερ Ματάου.
Κυκλοφόρησε το ντεμπούτο του άλμπουμ το 1954, μια συλλογή παραδοσιακών λαϊκών τραγουδιών. Το δεύτερο άλμπουμ του, Belafonte, ήταν το πρώτο Νο 1 στο τσαρτ των άλμπουμ του Billboard τον Μάρτιο του 1956, αλλά η επιτυχία του ήρθε με το τρίτο του άλμπουμ την επόμενη χρονιά, Calypso, με τραγούδια από την Τζαμάικα.
Έκανε το feelgood calypso στυλ γνωστό στους Αμερικανούς και έγινε το πρώτο άλμπουμ που πούλησε περισσότερα από ένα εκατομμύριο αντίτυπα στις ΗΠΑ.
10/5/2023 Η τελευταία γνωστή επιζώσα από τις γυναίκες που έπεσαν θύματα σεξουαλικής δουλείας από τον ιαπωνικό στρατό κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου πέθανε σε ηλικία 92 ετών
Περισσότερες από 200.000 γυναίκες, κυρίως από τη Νότια Κορέα, αλλά και από άλλες ασιατικές χώρες, χρησιμοποιήθηκαν ως σκλάβες του σεξ από τον ιαπωνικό στρατό, που τις αποκαλούσε γυναίκες της ανακούφισης.
Στην Ταϊβάν, η οποία ήταν υπό ιαπωνική διακυβέρνηση μεταξύ 1895-1945, περίπου 60 γυναίκες είχαν αναγνωριστεί ως επιζώσες, σύμφωνα με το Ιδρυμα Διάσωσης των Γυναικών της Ταϊπέι, ενός ιδρύματος που βοηθά τις γυναίκες - θύματα σεξουαλικής βίας και πορνείας. Το ίδρυμα εκτιμά, ωστόσο, ότι ο πραγματικός αριθμός των γυναικών αυτών ξεπερνά τις 2.000 στο νησί.
Η τελευταία γνωστή επιζώσα, η Μάμι (σ.σ.: Γιαγιά), πέθανε στις 10 Μαΐου, σε ηλικία 92 ετών.
Το ζήτημα των γυναικών αυτών είναι μια πληγή στην ιστορία της ανθρωπότητας και η κυβέρνηση έδωσε προτεραιότητα στην αξιοπρέπεια και την ευημερία των Ταϊβανέζων θυμάτων, ανέφερε σήμερα ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών, Τζεφ Λιου.
Η κυβέρνηση του νησιού συνέχισε να εκφράζει τις ανησυχίες της στο Τόκιο και προέτρεψε τους Ιάπωνες να ικανοποιήσουν το αίτημά μας, να ζητήσουν συγγνώμη και να αποζημιώσουν τις Ταϊβανέζες "γυναίκες της ανακούφισης" και τις οικογένειές τους.
Η σεξουαλική δουλεία γυναικών από την Ιαπωνία εν καιρώ πολέμου είναι ένα πολιτικά ευαίσθητο ζήτημα σε όλη την Ασία. Μολονότι η ιαπωνική κυβέρνηση παραδέχτηκε τις ακρότητες που διέπραξε το Τόκιο, οι επικριτές της σημειώνουν ότι οι υπεύθυνοι αρνήθηκαν όλες τις προηγούμενες δεκαετίες να αναλάβουν την πλήρη ευθύνη για την υποδούλωση των γυναικών αυτών. Στην Ταϊβάν οργανώθηκε μια διαδήλωση από γυναίκες που ζητούσαν να αποζημιωθούν τα θύματα. Μέχρι στιγμής, μόνο στη Νότια Κορέα έχει ικανοποιηθεί το αίτημα αυτό.
Παρά τον θάνατο της Μάμι, το Ιδρυμα Διάσωσης δηλώνει ότι θα συνεχίσει να ζητάει από την Ιαπωνία να αποζημιώσει τα θύματα. Αν και όλες οι γιαγιάδες πέθαναν, πιστεύουμε ότι το πνεύμα τους θα μείνει πάντα στην καρδιά μας, ανέφερε η οργάνωση αυτή. Στόχος της είναι επίσης να περιληφθεί η ιστορία των γυναικών αυτών στα σχολικά εγχειρίδια. Αυτό το κομμάτι της ιστορίας δεν θα εξαφανιστεί με τον θάνατο των γιαγιάδων μας, τόνισε.
Η Τέρνερ ξεκίνησε την καριέρα της τη δεκαετία του 1950 κατά τα πρώτα χρόνια του ροκ εν ρολ και εξελίχθηκε σε φαινόμενο του MTV.
Στο βίντεο κλιπ για το τραγούδι «What's Love Got to Do with It» η Tέρνερ ενσάρκωνε το στυλ της δεκαετίας του 1980, καθώς περπατούσε στους δρόμους της Νέας Υόρκης με τα «αγκαθωτά» ξανθά μαλλιά της, φορώντας ένα κοντό τζιν σακάκι, μίνι φούστα και τακούνια στιλέτο.
Με την προτίμησή της για μουσικούς πειραματισμούς και μπαλάντες, ταίριαζε απόλυτα με το ποπ τοπίο της δεκαετίας του 1980, στο οποίο οι μουσικόφιλοι εκτιμούσαν τους ηλεκτρονικά παραγόμενους ήχους και περιφρονούσαν τον ιδεαλισμό της εποχής των χίπις.
Η «Βασίλισσα του Rock 'n' Roll» κέρδισε έξι από τα οκτώ βραβεία Grammy της στη δεκαετία του 1980. Στη δεκαετία αυτή κατέκτησε δώδεκα τραγούδια στο Top 40, μεταξύ των οποίων τα "Typical Male", "The Best", "Private Dancer" και "Better Be Good to Me". Η συναυλία της το 1988 στο Ρίο ντε Τζανέιρο προσέλκυσε 180.000 άτομα, που παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα συναυλιακά ακροατήρια για κάθε καλλιτέχνη.
Εν τω μεταξύ είχε καταφέρει να δώσει τέλος στον γάμο της με τον κιθαρίστα Άικ Τέρνερ που κράτησε μια δεκαετία.
Η σούπερ σταρ ήταν ειλικρινής σχετικά με την κακοποίηση που υπέστη από τον πρώην σύζυγό της κατά τη διάρκεια της συζυγικής και μουσικής τους συνεργασίας στις δεκαετίες του 1960 και 1970. Περιέγραψε μελανιασμένα μάτια, γδαρμένα χείλη, σπασμένο σαγόνι και άλλους τραυματισμούς που την έστειλαν επανειλημμένα στα επείγοντα περιστατικά.
«Η ιστορία της Τίνα δεν είναι μια ιστορία θύματος, αλλά ένας απίστευτος θρίαμβος", έγραψε η τραγουδίστρια Τζάνετ Τζάκσον για την Τέρνερ, σε ένα τεύχος του Rolling Stone που τοποθέτησε την Τέρνερ στο νούμερο 63 της λίστας με τους 100 κορυφαίους καλλιτέχνες όλων των εποχών.
«Μεταμορφώθηκε σε μια διεθνή σταρ - μια κομψή δύναμη», είπε η Τζάκσον.
Το 1985, η Τέρνερ έδωσε μια μυθιστορηματική τροπή στη φήμη της ως επιζήσασα. Υποδύθηκε την αδίστακτη αρχηγό ενός φυλακίου σε μια πυρηνική δυστοπία, παίζοντας απέναντι από τον Μελ Γκίμπσον στην τρίτη συνέχεια της σειράς Mad Max, "Mad Max Beyond Thunderdome".
Τα περισσότερα από τα τραγούδια που σημείωσε επιτυχίες η Τέρνερ ήταν γραμμένα από άλλους, αλλά εκείνη τα ζωντάνεψε με μια φωνή που ο μουσικοκριτικός των New York Times Jon Pareles αποκάλεσε "ένα από τα πιο ιδιόμορφα όργανα της ποπ".
Χωρίς μητέρα
Η Άννα Μέι Μπάλοκ, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα, γεννήθηκε στις 26 Νοεμβρίου 1939, στην αγροτική κοινότητα Νατμπους του Τενεσί, την οποία περιέγραψε στο τραγούδι της "Nutbush City Limits" το 1973 ως μια «ήσυχη μικρή παλιά κοινότητα».
Ο πατέρας της εργαζόταν ως επιστάτης σε μια φάρμα και η μητέρα της εγκατέλειψε την οικογένεια όταν η τραγουδίστρια ήταν 11 ετών, σύμφωνα με τα απομνημονεύματα της τραγουδίστριας του 2018 "My Love Story". Ως έφηβη, μετακόμισε στο Σεντ Λούις για να ξαναβρεί τη μητέρα της.
Ο Άικ Τέρνερ, του οποίου το τραγούδι "Rocket 88" του 1951 έχει συχνά χαρακτηριστεί ως ο πρώτος ροκ εν ρολ δίσκος, την ανακάλυψε σε ηλικία 17 ετών, όταν άρπαξε το μικρόφωνο για να τραγουδήσει στην συναυλία του σε κλαμπ στο Σεντ Λούις το 1957.
Ο ηγέτης του συγκροτήματος ηχογράφησε αργότερα μια επιτυχία, το "A Fool In Love", με την προστατευόμενή του και της έδωσε το καλλιτεχνικό όνομα Tina Turner, πριν οι δυο τους παντρευτούν στην Τιχουάνα του Μεξικού.
Η Τίνα χρησιμοποίησε τη δυνατή φωνή της και τις επίμονες πρόβες χορού ως κύρια τραγουδίστρια σε ένα σύνολο που ονομαζόταν Ike and Tina Turner Revue. Συνεργάστηκε με μέλη της «βασιλικής οικογένειας» της ροκ, συμπεριλαμβανομένων των The Who και του Φιλ Σπέκτορ, στις δεκαετίες του 1960 και 1970 και εμφανίστηκε στο εξώφυλλο του δεύτερου τεύχους του περιοδικού Rolling Stone το 1967.
Ο Άικ και η Τίνα Τέρνερ πηγαινοέρχονταν από δισκογραφική εταιρεία σε δισκογραφική εταιρεία, οφείλοντας μεγάλο μέρος της εμπορικής τους επιτυχίας σε ένα ακατάπαυστο πρόγραμμα περιοδειών. Η μεγαλύτερη επιτυχία τους ήταν μια διασκευή του "Proud Mary" των Creedence Clearwater Revival.
Η Τέρνερ εγκατέλειψε τον σύζυγό της ένα βράδυ του 1976 σε μια στάση της περιοδείας της στο Ντάλας, αφού εκείνος τη χτύπησε κατά τη διάρκεια μιας διαδρομής με το αυτοκίνητο και εκείνη ανταπέδωσε, σύμφωνα με τα απομνημονεύματά της. Το διαζύγιό τους οριστικοποιήθηκε το 1978.
Το Rock & Roll Hall of Fame περιέλαβε τον Άικ και την Τίνα Τέρνερ το 1991, χαρακτηρίζοντάς τους "ένα από τα πιο τρομερά live acts στην ιστορία". Ο Άικ Τέρνερ πέθανε το 2007.
Οι τραγωδίες
Αφού εγκατέλειψε τον σύζυγό της, η Τέρνερ πέρασε χρόνια προσπαθώντας να ξαναβρεί το φως της δημοσιότητας, κυκλοφορώντας σόλο άλμπουμ και σινγκλ που αποτυγχάνουν και κάνοντας συναυλίες σε εταιρικά συνέδρια.
Το 1980, γνώρισε τον νέο μάνατζερ Ρότζερ Ντέιβις, ένα αυστραλιανό μουσικό στέλεχος που συνέχισε να τη διαχειρίζεται για τρεις δεκαετίες. Αυτό οδήγησε σε ένα σόλο νούμερο 1 - το "What's Love Got to Do With It" - και στη συνέχεια, το 1984, το άλμπουμ της "Private Dancer" την έφερε στην κορυφή των charts.
Το "Private Dancer" έγινε το μεγαλύτερο άλμπουμ της, το επιστέγασμα μιας καριέρας που την οδήγησε να πουλήσει συνολικά περισσότερους από 200 εκατομμύρια δίσκους.
Το 1985 η Turner γνώρισε τον Γερμανό μουσικό διευθυντή Έργουιν Μπαχ, ο οποίος έγινε ο μακροχρόνιος σύντροφός της και το 1988 μετακόμισε στο Λονδίνο, ξεκινώντας μια δεκαετή διαμονή στην Ευρώπη. Κυκλοφόρησε δύο στούντιο άλμπουμ τη δεκαετία του 1990 που πούλησαν καλά, ειδικά στην Ευρώπη, ηχογράφησε το τραγούδι για το θέμα της ταινίας Μποντ "GoldenEye" του 1995 και πραγματοποίησε μια επιτυχημένη παγκόσμια περιοδεία το 2008 και το 2009.
Μετά από αυτό, αποσύρθηκε από τον χώρο του θεάματος. Παντρεύτηκε τον Μπαχ, παραιτήθηκε από την αμερικανική υπηκοότητα και έγινε πολίτης της Ελβετίας.
Πάλεψε με διάφορα προβλήματα υγείας μετά τη συνταξιοδότησή της και το 2018 αντιμετώπισε μια οικογενειακή τραγωδία, όταν ο μεγαλύτερος γιος της, Κρεγκ, έβαλε τέλος στη ζωή του σε ηλικία 59 ετών στο Λος Άντζελες. Ο μικρότερος γιος της Ρόνι πέθανε τον Δεκέμβριο του 2022.
Το όνομά της συνεχίζει να προσελκύει το κοινό χρόνια μετά τη συνταξιοδότησή της. Η μουσική θεατρική παράσταση "TINA: The Tina Turner Musical", με την Άντριεν Γουόρεν να την υποδύεται και να τραγουδά αρχικά την ιστορία της ζωής της σταρ, έγινε επιτυχία αρχικά στο West End του Λονδίνου το 2018 και αργότερα στο Broadway και συνεχίζει να παίζεται. Και το 2021 το HBO κυκλοφόρησε ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή της, το "Tina".
Η συναυλία της στην Αθήνα
«Η γιαγιά της ροκ» στις 29 Αυγούστου του 1990 έβαλε την Αθήνα στους σταθμούς της παγκόσμιας περιοδείας της, συγκεντρώνοντας περίπου στους 40.000 θεατές στο γήπεδο της ΑΕΚ στη Φιλαδέλφεια.
12/6/2023 Πέθανε σε ηλικία 86 ετών ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι O Ιταλός πρώην πρωθυπουργός και επιχειρηματίας Σίλβιο Μπερλουσκόνι είχε γεννηθεί στο Μιλάνο στις 29 Σεπτεμβρίου του 1936.
Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών νομικής, στην αρχή της δεκαετίας του '60, άρχισε να δραστηριοποιείται στον οικοδομικό τομέα. Από το 1969 μέχρι και το 1976, με τις εταιρίες του έχτισε σειρά οικοδομικών συγκροτημάτων και δημιούργησε ουσιαστικά τις περιοχές «Μιλάνο 2» και «Μιλάνο 3», κοντά στην ιταλική συμπρωτεύουσα.
Τον Νοέμβριο του 1980 ίδρυσε την πρώτη μεγάλη, ιταλική ιδιωτική τηλεόραση (Canale 5), η οποία άρχισε αμέσως να ανταγωνίζεται την δημόσια ραδιοτηλεόραση της Rai. Το 1982 στον τηλεοπτικό του όμιλο προστέθηκε το κανάλι Italia Uno και το 1984 το Rete 4.
Παράλληλα, το 1991 κατάφερε να ελέγξει την πλειοψηφία του πακέτου μετοχών του εκδοτικού οίκου Arnoldo Mondadori ενώ στις επιχειρηματικές του δραστηριότητες συγκαταλέγονταν τα πολυκαταστήματα Standa και οι ασφάλειες Mediolanum. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, απέκτησε τηλεοπτικά κανάλια στην Ισπανία, τη Γερμανία και, για σύντομο χρονικό διάστημα, στη Γαλλία.
berlusconi_000_ARP2993104
Ο Μπερλουσκόνι ουσιαστικά μετατράπηκε στο απόλυτο σύμβολο του επιτυχημένου επιχειρηματία, με συνεχή ανάληψη νέων πρωτοβουλιών. Σύμφωνα με πολλούς σχολιαστές, η δημιουργία της ιταλικής, τηλεοπτικής του αυτοκρατορίας κατέστη δυνατή χάρη στη στενή φιλία του με τον σοσιαλιστή πρώην πρωθυπουργό Μπετίνο Κράξι, αλλά κανείς δεν αμφισβήτησε τις οργανωτικές του ικανότητες και τον εντυπωσιακό του δυναμισμό.
Από το 1986 και για τα επόμενα τριάντα χρόνια ήταν παράλληλα ιδιοκτήτης της ποδοσφαιρικής ομάδας της Μίλαν, η οποία κατέκτησε πολλά τρόπαια και έγινε από τις ισχυρότερες, σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Τον Ιανουάριο του 1994 κάνει την μεγάλη στροφή: από τον επιχειρηματικό τομέα, ο Μπερλουσκόνι επεκτείνεται στο πεδίο της πολιτικής, με την ίδρυση του κόμματος Φόρτσα Ιτάλια.
Αιτιολογεί την απόφασή του αυτή δηλώνοντας ότι «υπάρχει ορατός κίνδυνος κατάκτησης της εξουσίας από μέρους της αριστεράς και των κομμουνιστών». Πολλοί αναλυτές, όμως, θεώρησαν ότι σημαντικό ρόλο έπαιξε η ευρύτερη ιταλική πραγματικότητα, με τη δικαστική Έρευνα «Καθαρά Χέρια» η οποία, τη συγκεκριμένη περίοδο, είχε ως κύριο αντικείμενο τις σχέσεις του επιχειρηματικού και πολιτικού συστήματος της χώρας, με την αποκάλυψη ευρύτατου πλέγματος διαφθοράς.
Ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι, γνωστός και ως «Καβαλιέρε» (από τον τιμητικό τίτλο του ιππότη της Ιταλικής Δημοκρατίας) ορκίσθηκε πρωθυπουργός τέσσερις φορές, αφού υπερίσχυσε, με την κεντροδεξιά συμμαχία, στις βουλευτικές εκλογές του 1994, του 2001 (έπειτα από τέσσερα παραιτήθηκε και του δόθηκε νέα εντολή σχηματισμού κυβέρνησης) και του 2008. Κατά την διάρκεια της πολιτικής του σταδιοδρομίας, ο κυριότερος αντίπαλός του, ήταν ο κεντροαριστερός πρώην πρωθυπουργός και πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ρομάνο Πρόντι.
Σε ό,τι αφορά τις δικαστικές του περιπέτειες, ο Ιταλός πρώην πρωθυπουργός καταδικάσθηκε οριστικά τον Αύγουστο του 2013 σε τέσσερα χρόνια φυλάκισης (τα τρία «σβήστηκαν», χάρη σε αμνηστία) λόγω φορολογικής απάτης στα πλαίσια αγοραπωλησίας τηλεοπτικών δικαιωμάτων. Το κοινοβούλιο της Ρώμης, τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, ψήφισε υπέρ της καθαίρεσής του από το αξίωμα του γερουσιαστή.
Ο «μίστερ τιβί» εξέτισε «εναλλακτική ποινή» δέκα μηνών, εργαζόμενος σε υπηρεσίες του δήμου του Μιλάνου, οι οποίες στηρίζουν τις ασθενέστερες κατηγορίες πολιτών.
Τεράστιο ενδιαφέρον, σε διεθνές επίπεδο, προκάλεσαν οι δίκες για τα λεγόμενα πάρτι «μπούνγκα-μπούνγκα». Δεν προέκυψε , όμως, κάποια οριστική καταδίκη ενώ αθωώθηκε από την κατηγορία χρηματισμού νεαρών γυναικών με στόχο να ψευδομαρτυρήσουν ως προς το περιεχόμενο των δείπνων που οργανώνονταν στην κατοικία του.
Στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2022 ο «Καβαλιέρε» ήταν επικεφαλής του κόμματος Φόρτσα Ιτάλια και εξελέγη εκ νέου γερουσιαστής. Μια εξέλιξη την οποία ο ίδιος θεώρησε «μια προσωπική, ιστορική αποζημίωση».
Ο Μπερλουσκόνι απέκτησε πέντε παιδιά και παντρεύτηκε δυο φορές: το 1965 με την Κάρλα Ελβίρα Νταλ' Όλιο και το 1990 την Βερόνικα Λάριο. Η προσωπική του περιουσία, σύμφωνα με το αμερικανικό περιοδικό Forbes, ξεπέρασε τα 6 δισεκατομμύρια ευρώ.
Στην δεκαετία του '90 και την πρώτη δεκαετία της νέας χιλιετίας, η πολιτική αντιπαράθεση της ιταλικής κεντροαριστεράς με την κεντροδεξιά παράταξη -και τον ίδιο τον Μπερλουσκόνι- ήταν οξύτατη. Οι πολιτικοί του αντίπαλοι τον κατηγόρησαν, κυρίως, για «σύγκρουση συμφερόντων», λόγω της πολιτικής και επιχειρηματικής δράση του.
Στην συνέχεια, οι τόνοι άρχισαν σταδιακά να πέφτουν και –πέρα από μια σειρά ουσιαστικών διαφωνιών– αρκετοί αντίπαλοι θεώρησαν τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι έναν από τους κύριους πρωταγωνιστές της ιταλικής πολιτικής ζωής των τελευταίων τριάντα ετών.
Εκτός από το πολιτικό του αποτύπωμα, ο Σίλβιο θα μείνει στην ιστορία και για τα περίφημα πάρτι «μπούνγκα μπούνγκα»























