Γράφει ο Αντώνης Καρπετόπουλος
H καλοκαιρινή συζήτηση για το σε ποιον ανήκουν τα τραγούδια, η οποία ξεκίνησε όταν σε συναυλία του ο Μανώλης Μητσιάς απήγγειλε τον «Γιάννη τον φονιά», λέγοντας πως δεν έχει την άδεια των κληρονόμων του Μάνου Χατζιδάκι για να τραγουδήσει το γνωστό τραγούδι, είναι μια μικρή απόδειξη πως μπορούμε να κάνουμε πλέον περίπλοκα ακόμα και τα πιο απλά.
Πήραν μέρος στη δημόσια συζήτηση πολλοί – δεν έλειψαν οι υπερασπιστές της απόφασης του κληρονόμου του γνωστού συνθέτη, που ισχυρίστηκαν ότι έχει κι αυτός τα δίκια του, αφού οφείλει να προασπιστεί πνευµατικά δικαιώµατα που του ανήκουν.
Υπήρξαν παράλληλα και εκείνοι που επισήμαναν ότι ο ίδιος ο Χατζιδάκις ήταν εξαιρετικά δύσκολος σε ό,τι είχε να κάνει με την παραχώρηση του έργου του και πολύ ακριβοδίκαιος ως προς την αξιολόγησή του – υπαινίχθηκαν δηλαδή πως όσα συμβαίνουν τώρα θα μπορούσαν να έχουν συμβεί και με πρωταγωνιστή τον ίδιο.
Πράγμα που μοιάζει πιθανό, αν και αποκλείω ο μεγάλος συνθέτης να αρνούνταν στον Μητσιά να πει το εμβληματικό αυτό τραγούδι, αναγνωρίζοντας ότι στην επιτυχία του έχει συντελέσει πολύ και η εκτέλεσή του.
Χάθηκα ωστόσο καλοκαιριάτικα. Η βάση της συζήτησης δεν μπορεί να είναι το τι θα έκανε ο Μάνος Χατζιδάκις, διότι αυτό είναι, δυστυχώς, τόσο υποθετικό που ο καθένας μπορεί να λέει ό,τι θέλει. Το ερώτημα είναι σε ποιον ανήκουν τα τραγούδια.
Ας κάνουμε μια υπόθεση εργασίας.
Ας πούμε πως ένας συνθέτης αποφασίζει να κάνει γνωστή ως τελική επιθυμία του, στη διαθήκη του, την απόλυτη εξαφάνιση των τραγουδιών του. Θεωρητικά, τουλάχιστον, έχει το δικαίωμα να το απαιτήσει.
Να ζητήσει, για παράδειγμα, να μην παίζονται στο ραδιόφωνο, να δρομολογήσει έτσι τα πράγματα ώστε να εξαφανιστούν οι δίσκοι και τα CD του και να απαγορεύσει την εκτέλεσή τους σε συναυλίες και εκδηλώσεις – αν έχει όρεξη, μπορεί μέσω της διαθήκης του να δημιουργήσει και ένα είδος οργανισμού με δικηγόρους κ.λπ. που να επιβλέπουν την «εξαφάνιση» του έργου του.
Θα εξαφανίζονταν έτσι οι επιτυχίες του;
Μόνο τυπικά. Διότι, ουσιαστικά, αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει ποτέ. Θα υπήρχαν πάντοτε παιδιά στα ωδεία που θα μάθαιναν μουσική πάνω στις νότες τους. Θα υπήρχαν καλλιτέχνες του δρόμου που, αντιλαμβανόμενοι την έλλειψη αυτών των τραγουδιών, θα τα έβαζαν στο ρεπερτόριό τους. Θα υπήρχαν μουσικοί που σε παρέες θα τα έπαιζαν για τους φίλους τους και εκείνοι θα τα τραγουδούσαν.
Εντάξει, δεν είμαστε στη δεκαετία του ’50 και του ’60, όπου οι ερωτευμένοι έκαναν καντάδες, αλλά, αν τα τραγούδια αυτά μιλούσαν για τον έρωτα, όλο και κάποιος θα έβρισκε έναν τρόπο να τα μοιραστεί με την αγάπη του.
Αν μιλούσαν για την επανάσταση ή την πίκρα ή τον πόνο, πάλι θα ήταν καλοδεχούμενα: όσοι πιστεύουν στις επαναστάσεις θα φρόντιζαν να μην εξαφανιστούν, όσοι κουβαλάνε πίκρες και πόνους θα τα χρησιμοποιούσαν ως καταπραϋντικό – για τον σκοπό για τον οποίο γράφτηκαν δηλαδή.
Με μια προϋπόθεση βέβαια: ότι έχουμε να κάνουμε με μεγάλα τραγούδια, που έχουν κοινό. Κόσμο δηλαδή που τα έχει τραγουδήσει γιατί κάτι ψιθυρίζουν στην καρδιά, στο θυμικό και στο μυαλό του. Η όποια απαγόρευσή τους απλά θα δυνάμωνε τον μύθο τους
Θα μπορούσε ποτέ να εξαφανιστεί η «Φραγκοσυριανή» του Βαμβακάρη;
Γράφτηκε το 1935 – σε λίγο θα είναι εκατό χρόνων, ενώ και η σπουδαία επανεκτέλεσή της από τον Γρηγόρη Μπιθικώτση είναι πάνω από 60 ετών: το 1960 έγινε. Αν την ακούς και θες να την τραγουδήσεις, δεν είναι γιατί παίζεται στα ραδιόφωνα κάθε μέρα – δεν παίζεται ποτέ.
Σπανίως ακούγεται πια σε συναυλίες. Δεν γνώρισε επίσης άλλες σπουδαίες επανεκτελέσεις, εκτός από αυτή του «σερ Μπιθί». Αλλά όταν κάποιος γρατζουνάει τις νότες της όλοι σιγοντάρουν.
Ομοίως, δεν θα μπορούσε να εξαφανιστεί η «Απονη ζωή», η «Συννεφιασμένη Κυριακή», το «Αν θυμηθείς το όνειρό μου», το «Μη μιλάς άλλο γι’ αγάπη» – τα αναφέρω ενδεικτικά.
Δόξα στην έμπνευση των δημιουργών τους, τα μεγάλα ελληνικά τραγούδια είναι πολλά. Και όλα έχουν μια ομοιότητα: είναι υπεράνω του χρόνου· δηλαδή υπεράνω απαγορεύσεων, υπεράνω δικαιωμάτων, ακόμα και υπεράνω των ίδιων των δημιουργών τους. Εχουν αποκτήσει τόση δύναμη και τόση αυτάρκεια και αυτοτέλεια, που πορεύονται, χρόνια τώρα, από στόμα σε στόμα.
Η όποια απαγόρευσή τους απλά θα δυνάμωνε τον μύθο τους: θα τους έδινε μια ζωή ακόμα – θα τα έκανε να μοιάζουν με μικρές πράξεις αντίστασης, που τόσο πολύ, ως κάτοικοι αυτής της χώρας, αγαπάμε.
Σκεφτόμουν πως αν ο Μητσιάς τραγουδούσε τον «Γιάννη τον φονιά» στην πρόσφατη συναυλία και η αστυνομία – κατόπιν καταγγελίας των κληρονόμων του Χατζιδάκι – προχωρούσε στη σύλληψή του, το τραγούδι θα παιζόταν παντού και ίσως περισσότερο από τον καιρό της πρώτης του εκτέλεσης.
Η μουσική έχει μια τρομακτική δύναμη. Είναι αδύνατον να την τιθασεύσεις: κάτι που έχει γραφτεί πριν από χρόνια και μοιάζει ξεχασμένο μπορεί να επανέλθει μαγικά στην επικαιρότητα.
Ο Βιβάλντι εξέδωσε τις «Τέσσερις εποχές» το 1725. Τριακόσια ολόκληρα χρόνια αργότερα, καταπιάνονται μαζί τους πολλοί – οι περισσότερες ηχογραφήσεις τους έχουν γίνει μετά το 1950 –, το έργο αποτελεί μια διαρκή έμπνευση.
Το ίδιο θα γίνει και με τη μουσική του Χατζιδάκι: είναι αδύνατον να την περιορίσεις – η έμπνευση του δημιουργού ανοίγει παράθυρα.
Ο «Γιάννης ο φονιάς» έχει δραπετεύσει από τον δημιουργό του, που όμως ήταν μάλλον περήφανος για αυτό. Αναλύθηκε ως τραγούδι όσο λίγα. Κουβαλάει μια μυθολογία. Υπάρχουν αντικρουόμενες απόψεις για το σε ποιον ακριβώς αναφέρεται και τι ακριβώς περιγράφει.
Είναι ένα από τα πιο μελαγχολικά ελληνικά τραγούδια – μια απόδειξη πως ακόμα και μια μελαγχολική σκηνή, χωρίς υπερβολές, μπορεί να γίνει ένα υπέροχο τραγούδι, αρκεί να υπάρξει η αποτύπωση των περιστατικών όπως τα διηγείται ο Νίκος Γκάτσος: «Του βγάλαμε γλυκό, του βγάλαμε και μέντα, μα για το φονικό δεν είπαμε κουβέντα».
Ολο αυτό λειτούργησε γιατί ο τρομερός Μάνος Χατζιδάκις βρήκε τη χαμηλόφωνη μελωδία που έδωσε στον στίχο μια υποβλητικότητα: για να μπεις στην ιστορία, το κλειδί είναι η μουσική της.
Και ο Μητσιάς έκανε τα υπόλοιπα: μας την είπε με τον τόνο που έπρεπε ώστε να μας βάλει κι εμάς στον πειρασμό να την τραγουδήσουμε. Αλλά το τραγούδι δεν ανήκει σε κανέναν από τους τρεις, μολονότι όλοι τους ήταν απαραίτητοι στη δημιουργία του.
Το τραγούδι ανήκει...

