Αν ήμασταν σοβαροί πολίτες και είχαμε σοβαρή χώρα, ο Στέφανος Μάνος θα έπρεπε να ήταν ισόβιος Υπουργός Ανάπτυξης, αν όχι ισόβιος Πρωθυπουργός. Ευφυής, πρακτικός, doer, εξαιρετικά μορφωμένος, ανοιχτόμυαλος, ευρηματικός, κατάφερε, στο μικρό διάστημα που είχε θέσεις ευθύνης να… pic.twitter.com/pXgUp0Q8dk
— Θάνος Τζήμερος (@ThanosTzimeros) August 15, 2026
ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ΑΡΘΡΟ-ΚΑΤΑΠΕΛΤΗΣ για τους λαϊκιστές κατσαπλιάδες της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ που χύνουν κροκοδείλια δάκρυα για την εκδημία του Στέφανου Μάνου
Του Θάνου Τζήμερου
Ήταν Φεβρουάριος του 1998. Η Ελλάδα βρισκόταν σε μια κρίσιμη καμπή της ιστορίας της. Έδινε μάχη με τον χρόνο για να προλάβει το τρένο της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης. Είχε ήδη χάσει το πρώτο "δρομολόγιο", των χωρών που θα έμπαιναν στο ευρώ την 1η Ιανουαρίου 1999, και ήλπιζε να προφτάσει το δεύτερο, με ένταξη την 1η Ιανουαρίου 2001 και έτος αξιολόγησης το 1999.
Πρωθυπουργός ήταν ο Κώστας Σημίτης. Είχε εκλεγεί από την Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΠΑΣΟΚ τον Ιανουάριο του 1996, μετά την παραίτηση του ασθενούντος Παπανδρέου, και είχε κερδίσει τις εθνικές εκλογές του Σεπτεμβρίου της ίδιας χρονιάς. Κεντρικός του στόχος ήταν η οικονομική σύγκλιση με την Ευρώπη, εγχείρημα καθόλου εύκολο, για το οποίο, όπως διαπιστώσαμε εκ των υστέρων, επιστρατεύτηκε και η "δημιουργική λογιστική".
Πληθωρισμός, χρέος, έλλειμμα, ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, ανταγωνιστικότητα της Οικονομίας ήταν τα τέρατα με τα οποία έπρεπε να παλέψει η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ του Σημίτη. Την ίδια στιγμή δεχόταν ασφυκτικές πιέσεις από τις ευρωπαϊκές αρχές, που ξεκαθάριζαν ότι δεν θα γινόταν καμμία "έκπτωση" στα κριτήρια του Μάαστριχτ για την Ελλάδα.
Όμως αυτά τα δημοσιονομικά τέρατα τα είχε εκθρέψει και γιγαντώσει το ίδιο το ΠΑΣΟΚ.
Το 1998, ο εσωκομματικός πόλεμος ήταν στο φόρτε του: το εκσυγχρονιστικό, "σημιτικό μπλοκ" απειλούσε το βαθύ παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ, δηλαδή το παρακράτος των τεμπέληδων της εύφορης κοιλάδας του κρατικού συνδικαλισμού. Οι πρασινοφρουροί είχαν καταλάβει όλες τις ΔΕΚΟ και τις κρατικές Τράπεζες και είχαν εξασφαλίσει απίστευτα και προκλητικά προνόμια, τα οποία σε συνδυασμό με την κακοδιαχείριση των ΔΕΚΟ και την "αξιοποίησή" τους ως πεδίο ρουσφετολογικών διορισμών, κάθε μέρα προσέθεταν χρέη και είχαν εκτινάξει τις συσσωρευμένες ζημιές στη στρατόσφαιρα.
Όλα τα επιδόματα "πλυσίματος χεριών", "έγκαιρης προσέλευσης", "προθέρμανσης μηχανής", "χρήσης υπολογιστή", "κυλικείου", που μάθαμε λόγω τρόικας, όταν έσκασε η φούσκα των δανεικών, μαζί με τη μονιμότητα από την πρώτη μέρα της πρόσληψης, τους ηγεμονικούς μισθούς, τις πλασματικές υπερωρίες, τις αυξήσεις και τις προαγωγές που γίνονταν αυτόματα βάσει ετών υπηρεσίας χωρίς καμμία αξιολόγηση, τα τζάμπα εισιτήρια ακόμα και για τα πεθερικά των εργαζομένων στην Ολυμπιακή, το τζάμπα ρεύμα για τους ΔΕΗτζήδες, την πρόσληψη κατά προτεραιότητα των παιδιών τους στο Δημόσιο, και τις συντάξεις που ήταν ίσες ή και μεγαλύτερες από τον μισθό, ήταν "δικαιώματα" για την προάσπιση και επέκταση των οποίων οι εργατοπατέρες των ΔΕΚΟ έκαναν απεργίες και βύθιζαν την κοινωνία σε συνεχή blackout, τη χώρα σε διεθνή ανυποληψία και την Οικονομία στα τάρταρα.
Φυσικά, η απόλυση εργαζομένου ήταν πρακτικά αδύνατη, όχι μόνο για σοβαρά πειθαρχικά παραπτώματα ή ανεπάρκεια, αλλά ακόμα και για εγκλήματα, ακόμα και μετά από ποινικές καταδίκες, καθώς τα πειθαρχικά συμβούλια ελέγχονταν από εκπροσώπους των συνδικάτων.
Όλα αυτά τα πλήρωνε ο "πληβείος" φορολογούμενος του ιδιωτικού τομέα.
Οι ΔΕΚΟ ήταν από τις μεγαλύτερες "μαύρες τρύπες" της ελληνικής Οικονομίας και άθροιζαν ένα ετήσιο βαρίδι περίπου 3% του ΑΕΠ. Οι Διοικήσεις των ΔΕΚΟ, όσες δεν συμμετείχαν στο διαγούμισμα του δημόσιου χρήματος, ήταν δεμένες χειροπόδαρα. Δεν μπορούσαν ούτε καν να μετακινήσουν έναν εργαζόμενο από ένα τμήμα που περίσσευε σε κάποιο άλλο που τον είχε ανάγκη. Για αλλαγή αυτών των κανονισμών, ούτε λόγος. Χρειαζόταν συμφωνία των συνδικάτων, τα οποία όχι μόνο δεν συναινούσαν σε περιορισμό των προνομίων τους, αλλά απαιτούσαν περισσότερα.
Για να συμμαζευτεί αυτό το όργιο αναξιοκρατίας, νεποτισμού και κατασπατάλησης δημόσιων πόρων, η κυβέρνηση Σημίτη, διά του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, Γιάννου Παπαντωνίου (με τη Νιγηριανή θεία), κατέθεσε, τον Ιανουάριο του 1998, τροπολογία σε ένα φορολογικό νομοσχέδιο, που όριζε ότι, αν μέσα σε 6 μήνες, διοίκηση και συνδικάτα δεν συμφωνούσαν σε νέους, εξορθολογισμένους κανονισμούς λειτουργίας, το κράτος θα μπορούσε να τους επιβάλει με νόμο.
Τι θα έκανε η αντιπολιτευόμενη ΝΔ;
Η εξυγίανση των ΔΕΚΟ ήταν βασική προεκλογική της εξαγγελία.
Για έναν ευθύ και έντιμο πολιτικό, όπως ο Μάνος, δεν ετίθετο καν θέμα: ψηφίζουμε κάτι με το οποίο συμφωνούμε, επειδή είναι ωφέλιμο για τη χώρα, ανεξαρτήτως του ποιος το φέρνει προς ψήφιση.
Για τον Κώστα Καραμανλή, που μόλις πριν από 10 μήνες είχε διαδεχθεί τον Έβερτ στην ηγεσία της ΝΔ, ήταν ευκαιρία για μικροπολιτική σπέκουλα: θα το καταψηφίσουμε, για να φθείρουμε τον Σημίτη και να πιάσουμε κονέ με το βαθύ ΠΑΣΟΚ.
Μα, είναι και δική μας θέση αυτή, πώς θα δικαιολογήσουμε το "όχι";
Έ, κάτι θα βρούμε να πούμε.
Βρήκαν. Γελοιότητες, αντιφατικές μεταξύ τους, που κανένας σοβαρός άνθρωπος δεν θα καταδεχόταν να εκφράσει. Ότι δήθεν το μέτρο ήταν "πρόχειρο και αποσπασματικό", αλλά ταυτόχρονα και… "αυταρχικό", που "καταπατούσε τον θεσμό των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων"! Ότι ο Σημίτης "χρησιμοποιούσε τη Βουλή για να λύσει τις εσωκομματικές του διαφωνίες με την ΠΑΣΚΕ", τη συνδικαλιστική πτέρυγα του ΠΑΣΟΚ, κι ότι η ΝΔ δεν έπρεπε να προσφέρει "πολιτική κάλυψη" στην κυβέρνηση.
Βεβαίως, οι πραγματικοί λόγοι ήταν άλλοι. Ο ανασφαλής Καραμανλής, που εξελέγη απλώς και μόνο λόγω επιθέτου, ήθελε να δείξει ποιος είναι το αφεντικό και να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του στο εσωκομματικό μέτωπο. Για να δώσει προοπτική εξουσίας στη ΝΔ, μετά τις ήττες του 1993 και του 1996, χρειαζόταν μια σκληρή αντιπολιτευτική τακτική κι ας ήταν σε βάρος της χώρας. Η υπερψήφιση ενός κυβερνητικού νομοσχεδίου θα έστελνε μηνύματα "συναίνεσης", που ήθελε να αποφύγει. Και σήμερα, παρά τη χρεοκοπία και την πολυετή κρίση, η συμφωνία με κάτι που προτείνει ένα άλλο κόμμα, θεωρείται έγκλημα καθοσιώσεως. Στην νεοελληνική πολιτική πρέπει να είσαι χούλιγκαν: ή γαύρος ή βάζελος.
Επιπλέον, η ΝΔ, συγκρατημένα επί Έβερτ και απροκάλυπτα επί Καραμανλή, μεταλλασσόταν σε μπλε ΠΑΣΟΚ. Είχε αντιληφθεί το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα του εθνικού εκμαυλιστή με το ζιβάγκο κι αποφάσισε να του μοιάσει. Καταψηφίζοντας ένα νομοσχέδιο που προκαλούσε μαζικές απεργίες και αντιδράσεις στους εργαζόμενους των ΔΕΚΟ, επιχειρούσε να αποβάλει το προφίλ της "σκληρής νεοφιλελεύθερης δεξιάς" του Κ. Μητσοτάκη και να κλείσει το μάτι στον πελατειακό κρατισμό, δημιουργώντας μαζί του μια παρά φύση σχέση, που κρατάει μέχρι σήμερα και έχει εκτοπίσει και αρχές και αξίες και ιστορία και όραμα.
Όμως, πώς να καταψηφίσεις "τις βασικές σου τις αρχές";
Αρκετοί αντέδρασαν. Ο επίτιμος πρόεδρος Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ο Στέφανος Μάνος, ο Βασίλης Κοντογιαννόπουλος, ο Γιώργος Σουφλιάς (ο βασικός αντίπαλος του Καραμανλή για την προεδρία της ΝΔ στο συνέδριο του 1997) αλλά και η Ντόρα Μπακογιάννη εξηγούσαν για ποιους λόγους, εθνικής επιβίωσης, έπρεπε η αυτοκρατορία των εργατοπατέρων να τελειώσει. Στην ψηφοφορία, Μάνος και Κοντογιαννόπουλος ψήφισαν "υπέρ". Ο Σουφλιάς ψήφισε "παρών". Ο επίτιμος και 3 ακόμα βουλευτές (Παπαληγούρας, Τατούλης, Κάκκαλος) απουσίαζαν, έχοντας εκφράσει ανοιχτά τη διαφωνία τους. Η Ντόρα την τελευταία στιγμή συνεμορφώθη προς τας υποδείξεις και άλλαξε πλεύση, καταψηφίζοντας.
Αμέσως ο Καραμανλής κίνησε πειθαρχικές διαδικασίες. Το περίεργο είναι ότι πριν την ψηφοφορία δεν είχε θέσει θέμα "κομματικής πειθαρχίας". Μολονότι αυτός ο όρος είναι και αντιδημοκρατικός και αντισυνταγματικός, τον έχουμε συνηθίσει σε κρίσιμα ή αμφιλεγόμενα θέματα για να μην δημιουργηθούν φυγόκεντρες τάσεις, και για να έχουν δικαιολογία όσοι χρησιμοποιούν τα κόμματα για επαγγελματική καριέρα και είναι υποχρεωμένοι να κάνουν συχνά κυβιστήσεις: "Εγώ δεν συμφωνούσα με την υιοθεσία από ομόφυλα ζευγάρια, αλλά τι να κάνουμε, έπρεπε να πειθαρχήσω στην κομματική εντολή. Έτσι είναι οι σωστοί στρατιώτες." Όμως, στη συγκεκριμένη ψηφοφορία, η ψήφος ήταν "κατά συνείδησιν".
Γιατί, λοιπόν, έπρεπε να τιμωρηθούν όσοι τίμησαν τη συνείδησή τους;
Διότι ο Καραμανλής ήθελε να τους διαγράψει.
Τον Σουφλιά, διότι τον είχε προτιμήσει το 31% στη μάχη της αρχηγίας, και τους άλλους διότι, με τις φιλελεύθερες, αντικρατικιστικές αντιλήψεις τους, χαλούσαν την πιάτσα σε ένα κόμμα που έβαζε πλώρη για ούλτρα πελατειακό (περισσότερο από ό,τι ήταν πριν). Το ζητούσαν και καμμιά πενηνταριά βουλευτές του, για ιδιοτελείς λόγους: όταν φεύγουν από τη μέση πρωτοκλασάτα στελέχη, είναι πιο εύκολο να εκλεγούν οι υπόλοιποι.
Όμως, πρόεδρος του πειθαρχικού ήταν ο "επίτιμος", που συμφωνούσε με τους παραπεμπόμενους.
Πρόβλημα;
Όχι για τον Καραμανλή. Τον καθαίρεσε. Αντίθετα με το καταστατικό; Εντελώς!
Αλλά ποιος ενδιαφέρεται για τέτοιες δημοκρατικές… λεπτομέρειες; (Σχόλιο: περιμένετε από κόμματα που δεν σέβονται τη διάκριση των εσωκομματικών εξουσιών, να σεβαστούν την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, όταν αναλάβουν την εξουσία;)
Έπρεπε να βάλει κάποιον άλλον, πρόθυμο για να κάνει τη βρόμικη δουλειά.
Βρήκε τον Γιάννη Κεφαλογιάννη. Οπότε, εκλήθησαν όλοι στο Πειθαρχικό, πλην του επιτίμου. Παραήταν χοντρό να διαγράψει ο φρέσκος πρόεδρος τον πρώην πρωθυπουργό. Η επίσημη δικαιολογία του Καραμανλή ήταν εξίσου γελοία με το σκεπτικό της καταψήφισης: ο Κ. Μητσοτάκης, ως επίτιμος, μπορεί να εκφράζεται όπως θέλει, διότι είναι… υπεράνω κομμάτων!
Ο Μάνος έστειλε επιστολή στον Καραμανλή στην οποία ανέφερε ότι "επειδή η πειθαρχική διαδικασία είναι σοβαρή υπόθεση, ζητώ η σύγκληση του Πειθαρχικού Συμβουλίου να γίνει με την καταστατική νόμιμη σύνθεση".
Ο Καραμανλής τον αγνόησε.
Έτσι, Μάνος, Κοντογιαννόπουλος και Σουφλιάς δεν προσήλθαν στο "στημένο" Πειθαρχικό και διεγράφησαν μόνιμα από τη ΝΔ. Οι άλλοι τρεις που πήγαν και έδωσαν τις αυτονόητες εξηγήσεις (ότι δεν μπορούμε να πάμε κόντρα σε όσα υποστηρίζουμε και να διαφωνήσουμε με τον εαυτό μας, επειδή συμφώνησε το ΠΑΣΟΚ) τιμωρήθηκαν με αναστολή της κομματικής ιδιότητας για έναν χρόνο. Τις ποινές ανακοίνωσε το μείζον πολιτικό κεφάλαιο που ακούει στο όνομα Άρης Σπηλιωτόπουλος και εκείνη την εποχή είχε πολύ αέρα στα πανιά του ως ανερχόμενος πολιτικός αστέρας της ΝΔ, με την ώθηση του προέδρου.
Ο Σουφλιάς το 2001 επέστρεψε στη ΝΔ.
Ο Μάνος, ποτέ. Δήλωσε, για τη διαγραφή του, ότι έχει τη συνείδησή του ήσυχη και δεν θα κάνει ούτε βήμα πίσω στις αρχές του, αναρωτήθηκε "τι έκανε εκείνους που αποφάσισαν τις διαγραφές να ξεχάσουν τις δημοκρατικές αρχές του κόμματος και για ποιον λόγο έπρεπε να υποστηρίξουμε τις θέσεις των συνδικαλιστών του ΠΑΣΟΚ" εξέφρασε απορία για το οξύμωρο η ΝΔ να διαφωνεί με επιλογές που ακολουθούν το δικό της πρόγραμμα και τόνισε, προφητικά: "Είμαστε στη μέση μιας βαθιάς οικονομικής κρίσης, και από τη στάση του πολιτικού κόσμου θα κριθεί αν θα προφτάσουμε το τρένο της Ευρώπης ή θα μείνουμε στο περιθώριο. Τις αρχές αυτές άλλοτε τις συκοφάντησαν, τώρα τις διαγράφουν. Αλλά ό,τι και να κάνουν, αυτές είναι οι μόνες λύσεις για την Ελλάδα". Εκείνη τη μέρα, η χώρα είχε βγει για δανεισμό στις αγορές με επιτόκιο 12,4% για έντοκα γραμμάτια διάρκειας ενός έτους και το χρηματιστήριο ήταν στις 1.433,17 μονάδες.
Ο Μάνος ζητούσε επίσπευση των αποκρατικοποιήσεων, άμεσο κλείσιμο των ζημιογόνων οργανισμών, κατάργηση των κρατικών μονοπωλίων και σύγκρουση με τις συνδικαλιστικές ηγεσίες. Πίστευε ακράδαντα στους χαμηλούς, οριζόντιους φορολογικούς συντελεστές για την τόνωση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Απεχθανόταν τον στείρο λαϊκισμό. Όταν το ΠΑΣΟΚ έφερνε νομοσχέδια που κινούνταν προς την εκσυγχρονιστική κατεύθυνση, ο Μάνος θεωρούσε παράλογο να τα καταψηφίζει η ΝΔ, μόνο και μόνο επειδή ήταν στην αντιπολίτευση.
Βέβαια, όπως και σήμερα, τα παπαγαλάκια του συστήματος ανέλαβαν το "θάψιμο". Προέβαλαν τον Κώστα Καραμανλή ως έναν αποφασιστικό ηγέτη που έβαλε τέλος στην εσωκομματική αμφισβήτηση. Ο Μάνος και ο Κοντογιαννόπουλος παρουσιάστηκαν ως πολιτικοί που "υπονόμευσαν την παράταξη", που "παίζουν το παιχνίδι του Σημίτη", που έγιναν "δεκανίκια του ΠΑΣΟΚ". Υπήρξε και η, απαραίτητη σ’ αυτές τις εκτροπές, θεσμική σάλτσα: "κανένα στέλεχος, όσο ιστορικό κι αν είναι, δεν είναι υπεράνω του κόμματος και της λαϊκής εντολής που έλαβε ο νέος αρχηγός" έγραφε μια φιλοκαραμανλική φυλλάδα. Το πώς γίνεται ο αρχηγός ενός κόμματος, για λόγους μικροκομματικής σκοπιμότητας, να στρέφεται κατά των αρχών του κόμματός του, ουδέποτε απασχόλησε τους "εν τη παλάμη και ούτω βοήσωμεν".
Το πόσο δίκαιο είχε ο Μάνος επιβεβαιώθηκε από τις εξελίξεις. Μόλις ένα μήνα μετά τη διαγραφή του, η κυβέρνηση Σημίτη υποχρεώθηκε (14/3/1998), να υποτιμήσει τη δραχμή κατά 12,3% και να ενταχθεί στον Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών (ERM). Για να μην εκτιναχθεί ο πληθωρισμός, η κυβέρνηση δεσμεύτηκε στην Ε.Ε. για ένα πακέτο σκληρών μέτρων: επίσπευση των ιδιωτικοποιήσεων, αυστηρό έλεγχο δαπανών και πάγωμα μισθών.
Η επίμαχη τροπολογία ψηφίστηκε και ενσωματώθηκε ως παράγραφος 8 στο άρθρο 31 του Νόμου 2579/1998. Όμως, στην πράξη, έμεινε "στα χαρτιά". Τα συνδικάτα ξεσηκώθηκαν, απεργίες διαρκείας, με αιχμές του δόρατος την Ολυμπιακή Αεροπορία και την Ιονική Τράπεζα που ήταν προς πώληση, παρέλυσαν τη χώρα, και ο Σημίτης, ακόμα μία φορά, έβαλε την ουρά στα σκέλια προτιμώντας την κομματική ειρήνη και το σοσιαλιστικό λεφτόδεντρο (των δανεικών) από τον εκσυγχρονισμό και την ανόρθωση της Οικονομίας.
Είχαμε πολλές ευκαιρίες να αποφύγουμε την χρεοκοπία, αλλά τις κλωτσήσαμε όλες. Και, επιπλέον, λιθοβολούσαμε όσους μας προειδοποιούσαν ότι η καταστροφή έρχεται.
Ο Στέφανος Μάνος είναι η πιο χαρακτηριστική περίπτωση.
Όμως, η ιστορία διαθέτει σαρδόνιο χιούμορ. Ο Κώστας Καραμανλής έγινε τελικά πρωθυπουργός το 2004. Τα ελλείμματα των ΔΕΚΟ είχαν διογκωθεί ακόμη περισσότερο και η πίεση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη μείωση του ελλείμματος ήταν ασφυκτική. Τον Δεκέμβριο του 2005, ο Υπουργός Οικονομίας Γιώργος Αλογοσκούφης κατέθεσε νομοσχέδιο για τις ΔΕΚΟ, ακόμα πιο σκληρό από την τροπολογία Παπαντωνίου του 1998. Καταργούσε τη μονιμότητα για όλους τους νεοπροσλαμβανόμενους στις ΔΕΚΟ, υπάγοντάς τους στο κοινό εργατικό δίκαιο (συμβάσεις αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου), έδινε τη δυνατότητα στις διοικήσεις των ζημιογόνων ΔΕΚΟ να καταγγέλλουν μονομερώς τους παλαιούς, "άκαμπτους" κανονισμούς εργασίας και να καταρτίζουν νέους, έκοβε τα παράλογα επιδόματα και επέβαλε αυστηρά πλαφόν στις αυξήσεις μισθών με υποχρέωση εγκρίσεως των προϋπολογισμών τους από τη Διυπουργική Επιτροπή. Ως Πρωθυπουργός, ο Καραμανλής αναγνώριζε στην πράξη ότι ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός των ΔΕΚΟ δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί χωρίς την κατάργηση των προνομίων και την αλλαγή των εργασιακών σχέσεων, επιβεβαιώνοντας την επιχειρηματολογία που είχε διατυπώσει ο Στέφανος Μάνος, εφτά χρόνια νωρίτερα.
Τι θα έκανε το ΠΑΣΟΚ που ήταν τώρα στην αντιπολίτευση;
Ότι έκανε η ΝΔ το 1998! Βλέπετε, το πολιτικό σύστημα, στο σύνολό του, αδυνατεί να ξεφύγει από το σύνδρομο "να κυβερνήσουμε εμείς, κι ας γίνουν όλα ρημαδιό". Βέβαια, για το ΠΑΣΟΚ ήταν πιο εύκολο να μιλάει για κατεδάφιση "εργασιακών δικαιωμάτων" και "εισαγωγή του εργασιακού Μεσαίωνα" στο Δημόσιο. Αυτή ήταν πάντα η φρασεολογία του, αυτή και η ιδεολογία, αν μπορεί να ονομαστεί έτσι η ληστεία των επόμενων γενεών που λανσάρισε ο εθνικός εκμαυλιστής για να περνάει καλά με την παρέα του και να τον αποθεώνει το πόπολο.
Αρχηγός του ΠΑΣΟΚ ήταν τότε ο υιός Παπανδρέου, που, ενώ διεκδικούσε την εξουσία με μεταρρυθμιστική ατζέντα, μετά την εκλογική ήττα του Μαρτίου 2004 κατάλαβε ότι ο εκσυγχρονισμός δεν φέρνει ψήφους και το "γύρισε" στη σίγουρη αντιπολιτευτική συνταγή: "όχι σε όλα". Το κωμικοτραγικό είναι ότι στη φαρέτρα του περιλαμβανόταν και η καταγγελία της ασυνέπειας της ΝΔ! Όμως και η ΝΔ κατηγορούσε το ΠΑΣΟΚ για την ίδια ασυνέπεια! Η ρητορική στη Βουλή ήταν πανομοιότυπη, απλώς είχαν αντιστραφεί οι ρόλοι.
Η μόνη σταθερά σε αυτή την παράνοια ήταν πάλι ο Μάνος. Είχε εκλεγεί ως βουλευτής Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ, δεχόμενος την πρόταση του Γιώργου Παπανδρέου ο οποίος ήθελε να κάνει "άνοιγμα" τόσο στην εκσυγχρονιστική ΝΔ όσο και στη φιλοευρωπαϊκή αριστερά και επεδίωκε να στηρίξει το αφήγημα του "διευρυμένου μεταρρυθμιστικού μετώπου". Ο Μάνος είχε ξεκαθαρίσει ότι εκλεγόταν ως ανεξάρτητος για να στηρίξει τις μεταρρυθμίσεις και, φυσικά, θα διατηρούσε την αυτονομία της σκέψης και της γνώμης του, στοιχεία που διέθετε και όταν ήταν, θεωρητικώς, "εξαρτημένος" από τη ΝΔ.
Έτσι προέκυψε το παράδοξο, ο Μάνος, εκλεγμένος με το ΠΑΣΟΚ, να υπερψηφίζει το 2005 νόμο της ΝΔ, διότι ήταν στη σωστή κατεύθυνση, όπως έκανε όταν υπερψήφισε το 1998 νόμο του ΠΑΣΟΚ, όντας εκλεγμένος με τη ΝΔ!
Σταθεροί στις απόψεις τους ήταν και οι συνδικαλιστές των ΔΕΚΟ. Ξανά μανά απεργίες, ξανά παράλυση της χώρας. Ο Δεκέμβριος του 2005 ήταν μαρτυρικός μήνας για τους πολίτες με τσουνάμι απεργιών σε Μετρό, ΗΣΑΠ, Λεωφορεία, ΔΕΗ, ΟΤΕ, ΟΣΕ και ΕΛΤΑ. Η Αθήνα έζησε μέρες κυκλοφοριακού εμφράγματος, ενώ οι απεργίες στην Ολυμπιακή και στους σιδηροδρόμους προκάλεσαν τεράστια προβλήματα στο εμπόριο και τις μετακινήσεις. Η ΔΑΚΕ, η προσκείμενη στη ΝΔ συνδικαλιστική παράταξη, ήταν "στα μαχαίρια" με την κυβέρνηση, ακριβώς όπως ήταν το 1998 η ΠΑΣΚΕ με τον Σημίτη.
Σταθερή ήταν και η αριστερά, παίζοντας την ίδια αιώνια, φθαρμένη κασέτα: ο νόμος ήταν "αντιλαϊκό έκτρωμα" που προετοίμαζε το έδαφος για το "ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας στο κεφάλαιο". Υποστήριζε ότι η κυβέρνηση επιχειρούσε να "φορτώσει την κακοδιαχείριση των διορισμένων διοικήσεων στις πλάτες των εργαζομένων", και καλούσε σε "ανυπακοή και απειθαρχία", προειδοποιώντας ότι "ο νόμος θα ακυρωθεί στους δρόμους". Παρά τη θύελλα των αντιδράσεων, ο νόμος 3429/2005 ψηφίστηκε λίγο πριν τα Χριστούγεννα. Το ΠΑΣΟΚ καταψήφισε χωρίς καμμία διαρροή.
Ωστόσο, μολονότι τα σύννεφα της χρεοκοπίας είχαν αρχίσει να μαζεύονται πυκνά στον ουρανό της Οικονομίας μας, ο Καραμανλής έκανε ό,τι και ο Σημίτης. Μετρώντας την κοινωνική πίεση και το πολιτικό κόστος, άφησε τον νόμο ανενεργό και προτίμησε ψιλομερεμέτια και χρυσοπληρωμένα από νέο δανεισμό προγράμματα εθελουσίας εξόδου, παρά συνολική αναδιάρθρωση, όπως ζητούσαν οι επάρατοι "τεχνοκράτες".
Μέχρι που ήρθε η χρεοκοπία. Και τότε, ώ του θαύματος, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ συμφώνησαν: για την κατάντια της χώρας φταίνε οι άλλοι. Οι ξένοι, οι Γερμανοί, οι Μπόερς, ο Σόιμπλε, οι τροϊκανοί. Να σκίσουμε το μνημόνιο, να διώξουμε τους δανειστές, να ξαναγίνουμε πλούσιοι.
Ο Μάνος, προσπαθούσε να μας επαναφέρει στην πραγματικότητα: "Το θέμα είναι πώς θα μάθουμε να ζούμε με τα χρήματα που βγάζουμε. Ελπίζω να συνεχίζουν να μας πιέζουν, αλλιώς με τα μυαλά που έχουμε δεν θα κάνουμε τίποτε."
Σε άρθρα και σε συνεντεύξεις του κατά την περίοδο των μνημονίων, τόνιζε συστηματικά ότι το πρόβλημα δεν ήταν το ίδιο το Μνημόνιο, αλλά η αποτυχία του ελληνικού πολιτικού συστήματος να νοικοκυρέψει τα του οίκου του:
"Δεν μας φταίνε οι ξένοι. Το Μνημόνιο δεν είναι η αιτία της καταστροφής, είναι το αποτέλεσμα της δικής μας ασυνειδησίας. Χρεοκοπήσαμε επειδή ως χώρα ξοδεύαμε επί δεκαετίες περισσότερα από όσα παράγαμε, διορίζοντας στο Δημόσιο και μοιράζοντας δανεικά."
"Αντί να σχεδιάσουμε εμείς μόνοι μας τις μεταρρυθμίσεις που χρειαζόταν η χώρα για να γίνει ανταγωνιστική, περιμέναμε να μας τις επιβάλουν οι δανειστές. Και μετά διαμαρτυρόμασταν ότι μας τις επιβάλλουν. Αυτό είναι ο ορισμός της πολιτικής υποκρισίας."
Ελάχιστοι άνθρωποι την εποχή της αντιμνημονιακής υστερίας, που εξελίχθηκε σε φυτώριο νέων πολιτικών απατεώνων, εξέφραζαν δημοσίως αυτές τις απόψεις.
Ένας από αυτούς, ο γράφων.
Καθώς υπήρξα ο τελευταίος πολιτικός με τον οποίο συνεργάστηκε ο Μάνος πριν αποσυρθεί από τον στίβο των εκλογών – όχι όμως από την πολιτική με την ευρεία έννοια – θεωρώ καθήκον μου να καταδείξω ότι ο Μάνος εκπροσωπούσε το πολιτικό ήθος σε ένα πολιτικό πλαίσιο παντελούς απουσίας του. Γι’ αυτό το πολιτικό σύστημα μετέτρεψε τα προτερήματά του σε ελαττώματα.
Ήταν συνεπής στις απόψεις του - τον θεωρούσαν ξεροκέφαλο. Επεδίωκε το κοινό καλό, παρά τις αντιδράσεις των οργανωμένων "ημέτερων" - του καταλόγιζαν έλλειψη ευελιξίας. Ανέθετε τα δημόσια έργα και το project management σε διεθνείς εταιρείες, παρακάμπτοντας τη διαπλοκή και εξασφαλίζοντας ταχύτητα και οικονομία - ξεπουλούσε τη χώρα στο διεθνές κεφάλαιο! Ήταν αξιοπρεπής και αδέκαστος - τον κατηγορούσαν ως "σνομπ". Έβλεπε πού κινείται ο κόσμος, ενώ η Ελλάδα είχε μείνει δεκαετίες πίσω - του απέδιδαν μεν τα εύσημα, ότι ήταν μπροστά από την εποχή του, αλλά με αρνητική επίγευση, διότι η κοινωνία δεν ήταν ώριμη και η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού και μπλα-μπλα-μπλα…
"Πολιτική είναι η τέχνη τού να καθιστάς εφικτό αυτό που σήμερα μοιάζει ανέφικτο. Η εκ των προτέρων κρίση ότι κάτι δεν είναι εφικτό είναι ο συνήθης τρόπος για να μην κάνεις τίποτα", απαντούσε.
Το πολιτικομηντιακό σύστημα της σήψης, καθώς δεν μπορούσε να τον αντιμετωπίσει με αντεπιχειρήματα, κατέφευγε μονίμως στο μόνο όπλο που ξέρει να χειρίζεται καλά: τη λάσπη.
Τα συστημικά ΜΜΕ απέκρυπταν τον μακρύ κατάλογο εμβληματικών, καινοτόμων έργων που σχεδίασε και ολοκλήρωσε στο σύντομο σχετικά διάστημα που κατείχε θέσεις εκτελεστικής εξουσίας και...
πρόβαλλαν απίστευτα ψέματα, τα οποία κατάπιε αμάσητα και αναπαράγει ο μέσος Έλληνας, αν κρίνω από τις πολλές φορές που τα διάβασα, στον σχολιασμό κειμένων που αναφέρονται στον μεγάλο εκλιπόντα.
Και για τα μεν και για τα δε, θα μου επιτρέψετε να επανέλθω στο επόμενο άρθρο. Διότι ο Στέφανος Μάνος υπήρξε case study.
Και για όσα έκανε, και για όσα του έκαναν, αυτοί που σήμερα χύνουν κροκοδείλια δάκρυα για την εκδημία του.
Υ.Γ. Εσείς τι γνώμη έχετε;
Πρέπει ένας πολιτικός να ψηφίζει κάτι με το οποίο συμφωνεί, ανεξαρτήτως του φορέα που το προτείνει ή πρέπει να λαμβάνει υπόψη και τις κομματικές σκοπιμότητες;
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου