Toυ ΜΙΧΑΛΗ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗ
Ηταν ένα χειμωνιάτικο πρωινό του περασμένου Ιουλίου - χειμωνιάτικο
για την Αργεντινή - όταν η Κριστίνα Κίρτσνερ ανέπεμψε στο έθνος τα
χαρμόσυνα νέα: Η κυβέρνηση είχε αποφασίσει να αυξήσει τον κατώτατο μισθό
κατά 25%!
Η Presidenta το 'πε και το 'κανε. Από τα 2.875 πέσο ο μισθός
ανέβηκε στα 3.600. Τα θεαματικά αποτελέσματα αυτής της πονετικιάς
πολιτικής αναδεικνύονται αν αποδώσουμε τα μεγέθη σε ευρώ: ο εργαζόμενος
στην Αργεντινή αμειβόταν τουλάχιστον με 395 ευρώ τον μήνα, ενώ τώρα,
μετά την αύξηση, παίρνει 333 ευρώ...
Δεν είναι παράδοξο. Η μητερούλα είχε κάνει το φιλολαϊκό της χρέος,
αλλά εν τω μεταξύ η οικονομική πραγματικότητα την είχε εκδικηθεί: το
νόμισμα είχε βυθιστεί. Ο πληθωρισμός είχε αποχαλινωθεί.
Από το 2001, οπότε η Αργεντινή όρθωσε υπερηφάνως το ανάστημά της
στους πιστωτές της, το νόμισμά της έχει υποτιμηθεί κατά 800% έναντι του
δολαρίου. Η παραγωγική, ακραιφνώς εξαγωγική, οικονομία της Λατινικής
Αμερικής, δεν ήταν «εγκλωβισμένη» - όπως λένε - σε σκληρό νόμισμα. Είχε,
λέγανε, στη διάθεσή της το υπερόπλο των υποτιμήσεων.
Η λύση στην κρίση χρέους παρουσιαζόταν έτσι ως πρόβλημα που
μπορούσε κανείς ανώδυνα να το προσπεράσει με μια γυροβολιά.
Γιατί να
υποστείς τον πόνο των μεταρρυθμίσεων;
Αποκηρύσσεις κυριαρχικώς τις
δανειακές σου υποχρεώσεις, υποτιμάς σβέλτα το νόμισμα και τραβάς
λεβέντικα προς τη δόξα.
Ετσι οι πολιτικές αιτίες που οδηγούν στη χρεοκοπία μένουν ανέπαφες. Ο έρπης του περονισμού - του εθνικώς αυτάρεσκου σοσιαλίζοντος λαϊκισμού - καλπάζει ανίατος. Και απεργάζεται νέες χρεοκοπίες, βαθύτερη παρακμή, ερμητικότερη εθνική απομόνωση.
Μην πει μετά κανείς ότι το έργο δεν το 'χε ξαναδεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου